Ποίηση

Ποίηση

Ποίηση

Ποίηση

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016

[ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ]

   Τρέμοντας ολόκληρος, στάθηκα έξω από τη σκαλιστή πόρτα, το μεγάλο πορτόνε του Μοσέ Σφόρνο. Ήταν ένα τυπικό φλωρεντίνικο σπίτι εκείνης της περιόδου. Τρίπατο, πέτρινο, με καμαρωτά παράθυρα, προκαλούσε δέος σ' ένα χαμίνι των δρόμων και τρόφιμο των μπορντέλων όπως εγώ. Το χλωμό φως ενός κεριού χυνόταν στο δρόμο από ένα παράθυρο κι έριχνε τεράστια τη σκιά μου στο λιθόστρωτο. Στεκόμουν χαμένος στις σκέψεις μου, μέχρι που συνειδητοποίησα ότι προσπαθούσα να καθυστερήσω την είσοδό μου στο σπίτι. Άπλωσα το χέρι μου στο ρόπτρο που είχε το σχήμα αστεριού με έξι ακτίνες, μα σταμάτησα ξανά βλέποντας στο φως του φεγγαριού ότι τα χέρια μου και τα μπράτσα μου ήταν πασαλειμμένα αίματα. Από μέσα από το σπίτι ερχόταν μυρωδιά κρεμμυδιών και λαδιού. Ήταν η ώρα του δείπνου. Πώς μπορούσα εγώ, ένας ξένος, πασαλειμμένος αίματα και βρομιές, να εισβάλω σ' αυτό το οικογενειακό άσυλο;
   Έκανα να φύγω, μα τότε άνοιξε η πόρτα και η φιγούρα του Σφόρνο διαγράφηκε στο κίτρινο φως του κεριού.
   "Κάτι άκουσα. Ή μάλλον κάτι αισθάνθηκα", είπε χαϊδεύοντας τα γένια του. "Κι είπα πως μπορεί να είσαι εσύ".
   "Ελευθερώθηκα από τον Σιλβάνο", είπα χαμηλόφωνα. Στο στήθος μου υπήρχε ένα οδυνηρό κενό που με έκανε να τα χάνω. Όλα αυτά τα χρόνια που λαχταρούσα την ελευθερία μου δεν περίμενα πως θα ένιωθα τόσο άδειος. Όμως, τι απομένει όταν πέσει η φυλακή; Πώς θα γέμιζα τώρα τις μέρες μου; Η απάντηση στο πρόβλημά μου ήταν πραγματικά η ζωή με κάποιους ξένους;
   "Πέρασε μέσα".
   "Δεν είμαι καθαρός", μουρμούρισα κι ένιωσα ξανά το φόβο που ένιωθα στου Σιλβάνο κάθε φορά που παρέβαινα κάποιον κανόνα και με τιμωρούσαν σκληρά. Ο Σφόρνο όμως ανασήκωσε τους ώμους και με τράβηξε μέσα. Βρέθηκα σ' έναν προθάλαμο στρωμένο μ' ένα φθαρμένο χρυσό και μπλε χαλί με σαρακηνά σχέδια. Οι τοίχοι και το ταβάνι λούζονταν στο ζεστό φως λυχναριών, ακουμπισμένων σε παλιές σκαλιστές κασέλες. Μια μελαχρινή γυναίκα ντυμένη μ' ένα εμπριμέ μπλε φόρεμα κι ένα κίτρινο σκουφάκι μπήκε στο δωμάτιο.
   "Ποιος είναι, Μοσέ;" ρώτησε με κοφτερή φωνή. Στάθηκε δίπλα στον Σφόρνο και με κοίταξε. Είχε ψηλά ζυγωματικά, λακκάκι στο σαγόνι και δυνατή μύτη, με κορμί σαρκώδες και γεμάτο θηλυκότητα. Έτσι θα γινόταν κι η Ρεβέκκα όταν μεγάλωνε. Λεπτές ρυτίδες σαν το πόδι της χήνας ξεκινούσαν από τις άκρες των ανήσυχων μαύρων ματιών της, που με κοίταζαν εξεταστικά παρατηρώντας τα ματωμένα χέρια και ρούχα μου.
   "Είναι ο φίλος μου ο Λούκα που έσωσε τη Ρεβέκκα κι εμένα σήμερα", είπε ο Σφόρνο. 
   Η γυναίκα μού χαμογέλασε φέρνοντας το χέρι στο στήθος της.
   "Σου είμαι ευγνώμων. Λίγοι Εθνικοί θα έκαναν αυτό που έκανες εσύ σήμερα".
   "Θα μείνει μαζί μας", είπε ο Μοσέ.
   "Για φαγητό;" ρώτησε η γυναίκα.
   "Θα ζήσει μαζί μας, Λία", είπε σιγανά μα σταθερά ο Μοσέ.
   "Τι; Μοσέ, είναι..."
   "Βάλε άλλο ένα πιάτο στο τραπέζι, γυναίκα, μέχρι να τον πάω να πλυθεί", την έκοψε ο Σφόρνο. Η φωνή του έκρυβε μια προειδοποίηση που έκανε την καρδιά μου να σφιχτεί. 
   "Δεν θέλω να προκαλέσω φασαρίες", είπα. 
   "Κατά τα φαινόμενα το έκανες ήδη", ακούστηκε να λέει μια κεφάτη μπάσα φωνή, κι ένας γεροδεμένος ώριμος άντρας εμφανίστηκε πίσω από τον Σφόρνο. Είχε μακριά και δυνατά χέρια, γερούς ώμους και χοντρά πόδια, μια μακριά γκρίζα γενειάδα που του έφτανε ως τη ζώνη, και μια ατίθαση ψαρή χαίτη. Το πρόσωπό του ήταν πλατύ και το στόλιζαν η μεγαλύτερη μύτη και τα πιο πονηρά μάτια που είχα δει στη ζωή μου. Φορούσε έναν χοντροφτιαγμένο γκρίζο χιτώνα, δεμένο στη μέση με σκοινί, σαν κληρικός, και ξυλοπάπουτσα σαν υπηρέτρια. Σταύρωσε τα μπράτσα του στο φαρδύ του στήθος κι έβαλε τα γέλια.
   "Μοιάζεις με λυκόπουλο που το αμόλησαν στο μαντρί με τα πρόβατα", είπε.
   "Δεν σκότωσα πρόβατα σήμερα", γρύλισα, θυμωμένος απ' το υπονοούμενό του.
   "Τόσο κακό θα ήταν δηλαδή αν το έκανες;" με ρώτησε ανασηκώνοντας το ένα του φρύδι. "Δεν είναι ανάγκη να γίνεται κι αυτό καμιά φορά;"
   "Σκότωσες κάποιον; Ποιον;" ρώτησε η Λία γυρίζοντας αλλού το κεφάλι. 
   "Δεν έχει σημασία", επενέβη ο Σφόρνο. "Αυτός ο νεαρός μας έσωσε τη ζωή σήμερα. Σ' τα είπα, ο όχλος μάς λιθοβολούσε. Δεν θα μπορέσουμε ποτέ να του το ξεπληρώσουμε". Ακούμπησε το χέρι του στον ώμο της γυναίκας του. Τα σαρκώδη χείλη της είχαν γίνει μια λεπτή γραμμή, αλλά έγειρε το κεφάλι της να τ' ακουμπήσει στο χέρι του και η έκφρασή της μαλάκωσε. Αμέσως όμως συνοφρυώθηκε ξανά.
   "Πρέπει όμως να τον πάρουμε σπίτι μας και να βάλουμε σε κίνδυνο τα παιδιά μας;" ρώτησε. "Αν σκότωσε κάποιον, θα τον κυνηγάει η φρουρά". 
   "Αν έρθουν εδώ, θα τους διώξουμε", της απάντησε ο Σφόρνο. "Δεν χρειάζεται να ξέρουμε τι έκανε ο Λούκα".
   Αν όμως ήταν να ζήσω σ' εκείνο το σπίτι, η γυναίκα του Σφόρνο έπρεπε να ξέρει την αλήθεια.
   "Σκότωσα τον ιδιοκτήτη ενός μπορντέλου όπου εκπορνεύονταν μικρά παιδιά", της είπα. Αν με κοίταζε στα μάτια, θα της ανταπέδιδα το βλέμμα. Μα όλα τα χρόνια που έζησα με την οικογένειά της, η Λία δεν με κοίταξε ποτέ κατάματα. Όσο κι αν προσπάθησα, δεν κέρδισα ποτέ τη συμπάθειά της -μα ποιος μπορεί να την κατηγορήσει; Είχα εμφανιστεί στο σπίτι της βουτηγμένος στα αίματα, μεθυσμένος ακόμα από το θανατερό κυνήγι μου.
   "Αυτό είναι όλο;" ρώτησε απότομα.
   "Σκότωσα και επτά πελάτες. Δυο τους κάρφωσα στην πλάτη, όπως ήταν ξαπλωμένοι πάνω στα παιδιά. Τριών άλλων τους έκοψα τα λαρύγγια και δυο τους ξεκοίλιασα". Ένιωθα ένα είδος περηφάνιας για αυτά που είχα κάνει, κι όλος ο φόβος που μου είχε ενσταλάξει ο Σιλβάνο είχε χαθεί, ξεπλυμένος από το αίμα εκείνων που με καταπίεζαν. Αυτή η απουσία φόβου με άφηνε να νιώσω πόσο με είχαν βλάψει οι πελάτες που υπηρετούσα όλα τούτα τα χρόνια. Κοιτάζοντας γύρω μου αυτό το άνετο σπίτι, καταλάβαινα για πρώτη φορά πόση ταπείνωση είχα νιώσει αναγκασμένος να κάνω απαίσια πράγματα. Η επίγνωση αυτή με έκανε να συγχωρώ κάπως τον εαυτό μου. Μερικές πράξεις είναι αναπόφευκτες -κι ο τρόπος που ένας άντρας αντιμετωπίζει το αναπόφευκτο είναι που τον καθορίζει. Αυτή η συνειδητοποίηση με έκανε άντρα, παρά τη φαινομενική παιδικότητά μου.
   "Αν μπλέξω σε κανένα καβγά, σε θέλω από πίσω μου", είπε γελώντας ο σωματώδης άντρας. "Αληθινό λυκόπουλο!"
   "Η φρουρά θα τον εντοπίσει εδώ, και δεν θα μπορέσουμε να τη διώξουμε!" φώναξε η γυναίκα. "Αυτοί γυρεύουν πάντα δικαιολογίες για να κάνουν κακό σ' εμάς τους Εβραίους! Πηγαίνουμε από εξορία σε εξορία, από καταστροφή σε καταστροφή, και τούτο τ' αγόρι θα φέρει τους στρατιώτες στην πόρτα μας. Θα κατασχέσουν τα υπάρχοντά μας και θα βιάσουν τις κόρες μας! Θα βρεθούμε όλοι σε κίνδυνο!"
   "Δεν με ακολούθησε κανείς", προσπάθησα να την καθησυχάσω.
   "Τώρα με την πανούκλα δεν γίνονται πολλοί βιασμοί", παρατήρησε ο μεγαλύτερος άντρας. "Οι άντρες δεν μπαίνουν σε πειρασμό όταν όλοι γύρω τους είναι γεμάτοι μαύρα σπυριά".
   "Γιατί δεν έμεινες στο μπορντέλο με τους ομοίους σου;" είπε η γυναίκα. Οι ενοχές με έκαναν να κατεβάσω τα μάτια. Η Σιμονέτα με είχε ρωτήσει αν ήθελα να μείνω (ήταν φανερό ότι με ήθελε) αλλά είχα αρνηθεί. Ήθελα να φύγω μακριά από εκείνο το μέρος από το οποίο είχα τόσο κακές αναμνήσεις.
   "Λία, αυτός ο νέος είναι πολύ ανώτερος από τους ανθρώπους που μένουν σ' εκείνα τα μέρη", είπε ο Σφόρνο. "Του αξίζει μια ευκαιρία ν΄αρχίσει μια καινούργια ζωή σ' ένα νέο σπίτι".
   "Δεν είναι ένα αδέσποτο σκυλί που το μαζέψαμε στο σπίτι", διαμαρτυρήθηκε η γυναίκα. "Είναι ένας Εθνικός που σκότωσε Φλωρεντινούς, πλούσιους μάλιστα, αφού βρίσκονταν σε μπορντέλο. Ίσως και κληρικούς".
   "Όχι κληρικούς", είπα και τα μάτια μου βούρκωσαν από δάκρυα οργής. "Αυτούς δεν θα τους σκότωνα έτσι στα γρήγορα. Θα τους έκανα να υποφέρουν". Στο κάτω κάτω της γραφής, οι κληρικοί δεν υποτίθεται ότι πρέπει ν' απέχουν από τις σαρκικές ηδονές; Δεν πρέπει να διαθέτουν τις αρετές της φιλανθρωπίας και της συμπόνιας;  Τι είχαν γίνει αυτές οι αρετές τότε που δούλευα στου Σιλβάνο; Μόνο στους πίνακες των μεγάλων δασκάλων τις είχα βρει.
   "Αν δεν υπερασπίσω εγώ τον εαυτό μου, ποιος θα το κάνει;" είπε συλλογισμένος ο εύσωμος άντρας. Ο Σφόρνο τον λοξοκοίταξε κι ο άλλος ανασήκωσε τους ώμους κι έξυσε τα δασιά του γένια. Η γυναίκα όμως ρίγησε.
   "Θα έρθουν να τον γυρέψουν σας λέω! Θα τον βρουν εδώ! Τον ευγνωμονώ, θα τον ευγνωμονώ σ' όλη μου τη ζωή που σας έσωσε, αλλά πρέπει να σκεφτούμε πρακτικά. Αν του προσφέρουμε άσυλο, θα μας βρει κακό. Μπορεί να μας διώξουν από την πόλη ή να μας κάνουν κι ακόμα χειρότερα πράγματα. Ως Εβραίοι είμαστε ήδη πολύ εκτεθειμένοι. Δεν μπορούμε να πάρουμε σπίτι μας κι ένα δολοφόνο!"
   "Λία, χωρίς αυτόν δεν θα βρισκόμουν τώρα εδώ. Ούτε και το μωρό σου", προσπάθησε να την ησυχάσει ο Σφόρνο. Της χάιδεψε το μπράτσο, μα εκείνη τινάχτηκε θυμωμένη. 
   "Δεν μπορούμε να τον ταΐσουμε, να του δώσουμε χρήματα, και να τον στείλουμε στο καλό;" είπε. "Εγώ θα του έδινα μετά χαράς ό,τι έχουμε και δεν έχουμε".
   "Δεν μου λες, λυκόπουλο, τι έκανες μετά από τη σφαγή;" με ρώτησε ο μεγαλύτερος άντρας. Τα μάτια του σπίθιζαν όπως με κοίταζε, λες και άκουγε κάποιο διασκεδαστικό ανέκδοτο, σαν να μην ήξερε πως μόλις είχα βγει από ένα λουτρό αίματος. 
   "Έδωσα στα παιδιά όσα λεφτά βρήκα στο μπορντέλο και είπα στις υπηρέτριες να τα φροντίσουν", του απάντησα. "Πέταξα στο δρόμο το γιο του ιδιοκτήτη. Του είπα πως θα τον σκοτώσω αν επιστρέψει. Κι εκείνος κατάλαβε ότι μιλούσα σοβαρά".
   "Θα πρέπει να πεινάς ύστερα απ' όλα αυτά", είπε ο άντρας και μου έκανε νόημα με τα χοντρά του δάχτυλα να πάω μέσα. "Έλα να φας. Η Λία είναι θαυμάσια μαγείρισσα".
   "Πρέπει να πλυθώ πρώτα", αποκρίθηκα. 
   "Έλα μαζί μου", είπε ο Σφόρνο. Η γυναίκα του πήγε να πει κάτι, αλλά εκείνος τη σταμάτησε υψώνοντας το χέρι του. Πήρε ένα λυχνάρι και με οδήγησε σε ένα διάδρομο με κουρελιασμένες ταπισερί, κι από κει με έβγαλε από μια πλαϊνή πόρτα. "Γυναίκες", μουρμούριζε. "Όλα τα βλέπουν δύσκολα, έχουν πάντα κάτι να πουν".
   "Έτσι δεν είναι όλοι;" είπα. "Όταν τους το επιτρέπουν".
   Ο Σφόρνο γύρισε και με κοίταξε ερευνητικά.
   "Η Λία μου είναι καλή γυναίκα", είπε αργά. "Μην την κρίνεις από αυτά που είπε. Η ζωή δεν είναι εύκολη για μας τους Εβραίους".
   "Εγώ δεν είμαι σε θέση να κρίνω κανέναν", αποκρίθηκα χαμηλόφωνα. "Εκείνος ο άλλος είναι συγγενής σας;"
   "Απ' όσο ξέρω, όχι".
   "Πώς τον λένε;" Τον ακολουθούσα σ' ένα δρομάκι του κήπου που έβγαζε σ' ένα μικρό προχειροφτιαγμένο αχυρώνα.
   "Δεν ξέρω αν έχει όνομα. Είναι ένας περιπλανώμενος. Γνώριζε τον πατέρα μου. Δείχνει να ξέρει τους πάντες, και μου φέρνει νέα από τον αδερφό μου και τα ξαδέρφια μου στη Βενετία. Όποτε εμφανίζεται, τον ταΐζουμε". Ο Σφόρνο άνοιξε την πόρτα του αχυρώνα και μου έκανε νόημα να περάσω. Καθώς μπαίναμε, δυο άλογα χλιμίντρισαν και μια αγελάδα μουγκάνισε απαλά. Κότες κι ένας κόκορας όρμησαν πάνω μου, μα ο Σφόρνο κούνησε το λυχνάρι του και απομακρύνθηκαν. Με οδήγησε σε μια σκάφη γεμάτη νερό κι ακούμπησε το λυχνάρι σ' ένα σκαμνί με τρία πόδια. "Εδώ υπάρχει ένας κουβάς και μια βούρτσα", είπε. "Καθαρίσου". Κι έφυγε.
   Κατά κάποιο τρόπο δεν ήθελα να βγάλω από πάνω μου τα σημάδια της οργής μου, αλλά ήθελα να κάνω το χατίρι του Σφόρνο. Έβγαλα μέσα από τα ματωμένα ρούχα μου την πολύτιμη εικόνα που μου είχε χαρίσει ο Τζιότο, το μοναδικό πράγμα που είχα πάρει μαζί μου φεύγοντας από του Σιλβάνο. Είχα σκεφτεί να πάρω και το μαχαίρι του, αλλά τελικά το έδωσα σε ένα από τα μεγαλύτερα αγόρια, για την περίπτωση που θα γύριζε στο παλάτσο ο Νικολό για να κάνει φασαρία. Κοίταξα γύρω μου, κι είδα ένα μικρό ράφι πάνω από την πόρτα. Γύρισα ανάποδα τον κουβά, πάτησα πάνω του, τράβηξα μια σανίδα πίσω από το ράφι, κι έχωσα ανάμεσα σ' αυτή και στον τοίχο το θησαυρό μου. Η εικόνα ήταν καλά τυλιγμένη σε λαδωμένο δέρμα κι έτσι θα ήταν ασφαλής από τα ποντίκια.
   Ύστερα βάλθηκα να πλένομαι. Το νερό έτρεχε από πάνω μου σε ρόδινα ρυάκια. Έριξα αρκετούς κουβάδες. Ξεκόλλησα μερικές αλογότριχες από τη βούρτσα κι έτριψα το ξεραμένο αίμα από τα μαλλιά μου και τα νύχια μου, που ήταν γεμάτα από κομμάτια επιδερμίδας ενός από τους πελάτες που είχε παλέψει άγρια για τη ζωή του.
   Ο Σφόρνο ξαναήρθε φέρνοντας μια φθαρμένη αλλά καθαρή πουκαμίσα, ένα μπαλωμένο μάλλινο γιλέκο, μια κιλότα κι έναν κοντό μανδύα. 
   "Θα χρειαστεί να σου φτιάξουμε άλλα ρούχα", είπε κι αναστέναξε. "Η Λία δεν θέλει να ξοδέψουμε λεφτά, μα πρέπει. Τούτο το γιλέκο ήταν δικό μου. Θα σου είναι μεγάλο, μα θα είσαι αξιοπρεπής".
   "Όταν ζούσα στους δρόμους έβρισκα ρούχα στα σκουπίδια", του είπα. "Τα δίπλωνα και τα έδενα για να τα φέρω στα μέτρα μου".
   "Πριν πας στου Σιλβάνο;" με ρώτησε ο Σφόρνο. Κούνησα καταφατικά το κεφάλι. "Δεν μοιάζεις με τα αλητάκια του δρόμου", παρατήρησε εκείνος. "Δεν είσαι παραμορφωμένος, καθυστερημένος ή τσιγγάνος. Τα ξανθά σου μαλλιά, τα χαρακτηριστικά σου, η δύναμη κι η εξυπνάδα σου... Θα μπορούσες να είσαι γιος κάποιου ευγενή. Πάω στοίχημα πως είσαι δηλαδή, και πως υπάρχει κάποιο περίεργο μυστικό στην ιστορία σου. Ίσως κάποιοι να σε γυρεύουν ακόμα".
   "Δεν θα με είχαν βρει αν με έψαχναν τόσα χρόνια;" αναρωτήθηκα με πίκρα. Κρατήθηκα όμως και δεν του αποκάλυψα την κρυφή κατάρα της παρατεταμένης νεότητάς μου και της αντοχής μου. Ο Σφόρνο ήταν γιατρός, κάποτε θα το παρατηρούσε από μόνος του. Έλπιζα μόνο να μη με σιχαινόταν γι' αυτό.
   "Ο κόσμος είναι παράξενος, γεμάτος φιδογυριστά μονοπάτια", μου είπε κι ανασήκωσε τους ώμους. "Τέλος πάντων, έλα μέσα όταν ντυθείς. Θα σε περιμένουμε". Κι έφυγε μουρμουρίζοντας κάτι για τις γυναίκες.
   Καθαρός, ντυμένος και γεμάτος αγωνία, γύρισα στο σπίτι. Συντετριμμένος από τη διαφορά μου από εκείνους τους ανθρώπους, τόσο στο αίμα όσο και στις εμπειρίες -που και τα δυο δεν θα τα ξέπλενα ποτέ από πάνω μου- διέσχισα ντροπαλά το διάδρομο. Πάνω από το κεφάλι μου έβλεπα ξύλινα δοκάρια και στους τοίχους κρέμονταν εικόνες από τα κανάλια της Βενετίας, αυτής της πόλης για την οποία είχα ακούσει τόσα πολλά. Πώς ήταν δυνατό να με δεχτούν οι Σφόρνο, τόσο διαφορετικός που ήμουν; Ακόμα κι ανάμεσα σ' ένα λαό χωρίς πατρίδα, ξεχώριζα σαν σάπιο φρούτο μέσα σ' ένα λουλουδιασμένο κήπο. Ο Μοσέ Σφόρνο με έπαιρνε στο σπίτι του επειδή ένιωθε υποχρεωμένος, αλλά δεν μπορούσα να ζήσω για πάντα εδώ. Έπρεπε να καταστρώσω κάποιο σχέδιο. Δεν ήθελα να ξαναβγώ στους δρόμους, ιδίως τώρα με το Μαύρο Θάνατο να σκοτώνει τον κόσμο. Ούτε και θα ξανάρχιζα ποτέ τη δουλειά που έκανα στου Σιλβάνο.
   Άκουσα κοριτσίστικες φωνές και την καμπανιστή φωνή του Σφόρνο πίσω από μια πόρτα. Την άνοιξα και βρέθηκα σε μια τραπεζαρία. Η συζήτηση σταμάτησε απότομα. Απέναντί μου βρισκόταν μια ψηλή ξύλινη κασέλα με ξεθωριασμένες ζωγραφιές που παρίσταναν κλήματα γεμάτα σταφύλια, κάτω από μια αψίδα με παράξενα γράμματα. Δίπλα της, ένα μικρό τραπέζι με απλά πόδια σαν κίονες, φτιαγμένο από καλολουστραρισμένο ξύλο καρυδιάς. Γύρω του κάθονταν ο Σφόρνο, η γυναίκα του, τέσσερα κορίτσια κι ο Περιπλανώμενος. Ανάμεσα σ' αυτόν και στον Σφόρνο ήταν μια άδεια θέση. Γύρισαν και με κοίταξαν όλοι, εκτός από τη σινιόρα Σφόρνο, που είχε καρφώσει το βλέμμα της στο τραπέζι όπου βρίσκονταν αναμμένα κεριά, ασημένια κύπελλα, ένα ψητό πουλί, βραστά αρωματικά χόρτα, ένα χρυσαφένιο καρβέλι και μια καράφα με κρασί στο χρώμα του δαμάσκηνου. Η Ρεβέκκα, η πιο μικρή κόρη, γλίστρησε από την καρέκλα της κι ήρθε να μ' αγκαλιάσει. Η ανάσα της μύριζε γάλα.
   "Για κοιτάξτε τον! Είναι πέρα για πέρα Εθνικός!" είπε η σινιόρα Σφόρνο υψώνοντας τα χέρια. "Τι θα πουν οι γείτονες; Θα μας κουτσομπολεύουν, που έχουμε και κορίτσια!"
   "Ό,τι κι αν πουν οι γείτονες, δεν μας ενδιαφέρει", είπε ο Σφόρνο. "Κάθισε, Λούκα", πρόσθεσε με τη δυνατή, σταθερή και καλοσυνάτη φωνή του. Κι η Ρεβέκκα με οδήγησε στην άδεια θέση δίπλα του.
   "Κορίτσια, αυτός είναι ο Λούκα. Θα μείνει μαζί μας", είπε ο Σφόρνο. "Λούκα, οι κόρες μου, η Ραχήλ, η Σάρα και η Μίριαμ", πρόσθεσε δείχνοντας με τη σειρά μια κοκκινομάλλα με σοβαρό πρόσωπο γύρω στα δώδεκα, μια μαυρομαλλούσα γύρω στα δέκα που σκέπασε ντροπαλά το πρόσωπό της με τις χούφτες της και μια εξάχρονη με καστανές κοτσίδες κι άτακτο ύφος. "Τη Ρεβέκκα την ξέρεις", κατέληξε χαϊδεύοντας τη μικρότερη στο κεφάλι.
   "Τέσσερις κόρες..." μουρμούρισα κι ο Σφόρνο αναστέναξε με αγάπη κι απελπισία.
   "Δεχόμαστε τα δώρα του θεού όποια κι αν είναι", είπε.
   Τα κορίτσια έβαλαν τα γέλια κι εγώ τα κοίταξα με το στόμα ανοιχτό. Ο ήχος του γέλιου τους ακουγόταν εξωτικός στ' αυτιά μου. Για πάρα πολλά χρόνια δεν είχα ακούσει κοριτσίστικο γέλιο, και τώρα το απολάμβανα σαν αγγελική μουσική.
   "Θαρρώ πως ο θεός γελάει μαζί μας", είπα, και το πίστευα. "Όποια κι αν είναι τα δώρα του, κρύβουν κάποιο αστείο που μόνο αυτός το καταλαβαίνει".
   Ο Περιπλανώμενος έσκασε στα γέλια.
   "Η ζωή εδώ έγινε ξαφνικά πιο ενδιαφέρουσα", είπε. "Λοιπόν, Μοσέ, λέω να μείνω λιγάκι ακόμα. Θα πω εγώ το κιντούς, εντάξει;" Ύψωσε το γεμάτο κρασί κύπελλό του και τραγούδησε μερικούς στίχους σε μια γλώσσα που δεν την καταλάβαινα. Είχε απρόσμενα ωραία και πλούσια φωνή. Τον κοίταζα, και οι άλλοι κοίταζαν εμένα. Ο Περιπλανώμενος ήπιε μια μεγάλη γουλιά κρασί. Μια πορφυρή σταγόνα έπεσε στη γενειάδα του. Άφησε το κύπελλό του στο τραπέζι και βάλθηκε να παίζει ταμπούρλο με τα χοντρά του δάχτυλα.
   "Και πού θα το κοιμίζουμε αυτό το Εθνικό αγόρι;" πετάχτηκε ξαφνικά η σινιόρα Σφόρνο. "Στα πόδια του κρεβατιού μας, σαν κανένα σκυλάκι που περιμαζέψαμε απ' το δρόμο; Δεν τον θέλω κοντά στα κορίτσια".
   "Μπορώ να κοιμάμαι στο στάβλο", είπα. "Δεν θα δημιουργήσω προβλήματα".
   "Αυτό θα το δούμε", είπε ο Περιπλανώμενος.
   "Μπορώ και να δουλεύω", συνέχισα. "Σκληρά. Θα καθαρίζω το στάβλο, θα φροντίζω τα ζώα, θα κάνω ό,τι χρειάζεστε. Θα κερδίζω το ψωμί μου".
   "Κάθισε κάτω, Λούκα", μου είπε καθησυχαστικά ο Σφόρνο. "Θα τα κανονίσουμε αργότερα όλα". Μου έδειξε τη θέση δίπλα του, και κάθισα. "Φάε λίγο κοτόπουλο. Η Λία μου είναι η καλύτερη μαγείρισσα της γειτονιάς".
   "Το μόνο σταθερό πράγμα είναι η αλλαγή", σχολίασε ο Περιπλανώμενος. Κι έτσι άρχισε η ζωή μου στην οικογένεια Σφόρνο. Δεν ήταν δική μου οικογένεια, ήμουν ξένος στους κόλπους της, αλλά ήταν μια οικογένεια.

   Μετά το φαγητό, γύρισα στο στάβλο. Είχα μαζί μου ένα μικρό κερί, που όμως το έσβησα μόλις μπήκα μέσα για να μην πάρει κατά λάθος φωτιά το άχυρο. Το ασημένιο φεγγαρόφωτο σχημάτιζε ασπρόμαυρα σχέδια στις πλάκες, στους τοίχους, στα παχνιά. Βολεύτηκα σε μια γωνιά, αλλά πέρασε πολλή ώρα μέχρι να με πάρει ο ύπνος. Στ' αυτιά μου αντηχούσαν τα ουρλιαχτά των πελατών που είχα σφάξει, τα βογκητά και τα αναφιλητά τους...
   ... Ήμουν σ' έναν ωκεανό, τεράστιο, απέραντο, που παλλόταν αργά. Πού είχε βρεθεί τόση απεραντοσύνη; Στεκόμουν στην ακτή, όταν με πλησίασε ένας άντρας με χρυσαφένια μαλλιά και γαλήνια έκφραση. Λευτέρωσε από το κλουβί του ένα λευκό πουλί, κι εγώ χάρηκα απερίγραπτα. Το παρακολούθησα να πετάει, μα ξαφνικά ο αέρας γέμισε καπνούς, που τριγύριζαν γύρω από το πρόσωπο μιας γυναίκας με δυσδιάκριτα χαρακτηριστικά. Μύριζα όμως το άρωμά της, ένα υπέροχο άρωμα βιολέτας και λεμονιού και γλυκού, καθάριου νερού. Ήξερα πως ήταν δική μου τούτη η γυναίκα, κι η επίγνωση αυτή μου χάριζε μια ευτυχία τόσο βαθιά, που σχεδόν δεν τη χωρούσε η ψυχή μου. Τότε όμως εκείνη βούλιαξε σ' ένα ποτάμι, και το λευκό της φόρεμα απλώθηκε γύρω της. Περίμενα να ξαναφανεί, περίμενα, περίμενα, και μ' έπνιγε η αγωνία. Κι ύστερα βρέθηκα δεμένος. Χοντρά σκοινιά χώνονταν στη σάρκα μου. Πυκνός λευκός καπνός στριφογύριζε γύρω μου και ξαφνικά φλόγες πετάχτηκαν μπροστά στο πρόσωπό μου. Ανάμεσά τους έβλεπα έναν άντρα να γελάει, να γελάει. Διέκρινα τα χαρακτηριστικά του. Ήταν ο Σιλβάνο. Η φωτιά τού έλιωσε το πρόσωπο λες κι ήταν κέρινο, τη θέση του πήρε ο Νικολό, κι ύστερα είδα πως δεν καιγόταν αυτός μα...
   "Ωχ!" ξύπνησα και τινάχτηκα όρθιος. Ξημέρωνε. Η καρδιά μου κάλπαζε στο στήθος μου, που δεν ήταν πια γεμάτο υποταγή, κι ένα πράσινο φιδάκι του κήπου γλιστρούσε ανάμεσα στα άχυρα της στρωμνής μου κι έφευγε. Γέμισα τα πνευμόνια μου μ' αέρα, κι όπως οι ταραγμένοι ρυθμοί του κορμιού μου καταλάγιαζαν, πέταξα από πάνω μου τη μάλλινη κουβέρτα που μου είχε δώσει ο Μοσέ. Η γκρίζα γάτα του στάβλου που είχε κοιμηθεί χωμένη στη μασχάλη μου όρμησε να κυνηγήσει κάποιο ποντίκι ή ίσως το φιδάκι. Τεντώθηκα κι ανάσανα βαθιά τις μυρωδιές των ζώων, τον ιδρώτα τους, τα πούπουλα και την κοπριά, τον υγρό σανό. Ο αέρας εδώ δεν ήταν αρωματισμένος με κολόνιες, και το κρεβάτι δεν ήταν στρωμένο με κομψά στρωσίδια όπως στου Σιλβάνο. Ένιωθα ευγνωμοσύνη για τον Σφόρνο, ήμουν όμως και μπερδεμένος - και θυμήθηκα την υπόσχεση που είχα δώσει στη γυναίκα του. Άρπαξα ένα φτυάρι κι άρχισα να καθαρίζω τα παχνιά των αλόγων. Οι κινήσεις μου ήταν άγαρμπες, καθώς όλα τούτα τα χρόνια είχα εξασκηθεί σε άλλες δουλειές. Είχα την ελπίδα πως τούτη η καινούργια δουλειά θα έδιωχνε από το μυαλό μου το νυχτερινό όνειρο, που δεν έλεγε να σβήσει.
   Και τότε ακούστηκαν στις πλάκες τα ξυλοπάπουτσα του Περιπλανώμενου.
   "Χλομός μου φαίνεσαι, Μπαστάρντο", είπε. Άδραξε μια βούρτσα κι άρχισε να ξυστρίζει σβέλτα ένα από τα άλογα.
   "Είδα άσχημο όνειρο", είπα προσπαθώντας να κρατήσω σταθερή τη φωνή μου.
   "Εγώ κοιμήθηκα ελάχιστα και δεν είδα όνειρα", αποκρίθηκε εκείνος ανασηκώνοντας τους ώμους του. "Ποιος μπορεί να κοιμηθεί όταν η Πλάση γύρω μας πάλλεται με την καλοσύνη του θεού;"
   "Εγώ έχω δει ελάχιστη καλοσύνη σε τούτη την Πλάση".
   "Τι είδους όνειρο ήταν αυτό που σε τύφλωσε τόσο;"
   "Ήταν από εκείνα που σε παγιδεύουν ακόμα και την ημέρα", μουρμούρισα. 
   "Ένα σκυλί που το δέρνουν θα μείνει στο κλουβί του ακόμα κι αν του ανοίξουν την πόρτα", αποκρίθηκε ο Περιπλανώμενος. "Γιατί το κλουβί είναι μέσα του".
   Σταμάτησα κι ακούμπησα τα χέρια και το σαγόνι μου στο φτυάρι.
   "Νόμιζα πως είμαι λυκόπουλο", είπα.
   "Δεν γίνεται να είσαι και τα δυο;" με ρώτησε μ' ένα τέτοιο ύφος που κάθε επιφύλαξη μέσα μου έσβησε, κι ένιωσα να με ολοκληρώνει η παρουσία του μ' έναν τρόπο που ούτε όταν ήμουν με τον Τζιότο δεν τον ένιωθα. Τον έβλεπα απ' το πλάι, καθώς ξύστριζε το άλογο που ρουθούνιζε ευχαριστημένο. Η τεράστια γαμψή μύτη του δέσποζε στο ρυτιδωμένο πρόσωπό του και το έκανε να φαντάζει γεμάτο από μια ευφυΐα και μια σοβαρότητα που δεν χάνονταν ακόμα κι όταν γελούσε.
   "Τι κοιτάς;" με ρώτησε.
   "Τη μύτη σου. Είναι η μεγαλύτερη που έχω δει".
   "Καθένας χρειάζεται κάτι που θα τον διακρίνει", χλεύασε κι έτριψε με περηφάνια τη μύτη του. "Δεν μπορούμε να είμαστε όλοι χρυσομάλλικα λυκόπουλα".
   "Νόμιζα πως είμαι δαρμένο σκυλί".
   "Σου λέω ξανά πως αυτά που δείχνουν να είναι αντίθετα, δεν είναι. Λούκα, χρειάζεσαι μια καινούργια οπτική, που να σου αποκαλύπτει την καλοσύνη και την ομορφιά που υπάρχει στα πάντα, ακόμα και σ' εκείνα που από πρώτη άποψη δείχνουν κακά".
   "Ποια οπτική θα μου δείξει καλοσύνη στη ζωή που με παράτησαν να κάνω στους δρόμους, και στο ότι με πούλησε σ' ένα μπορντέλο ο πιο στενός μου φίλος;" τον ρώτησα με πικρία. "Η μοναδική ζωή που έχω γνωρίσει είναι όλο σκληρότητα και ταπεινώσεις. Για ποια καλοσύνη μιλάμε;"
   Ο Περιπλανώμενος κατέβασε το κεφάλι.
   "Εγώ είμαι ένας απλός γέρος χωρίς σπίτι. Τι μπορώ να ξέρω; Αν όμως ήξερα κάτι, θα έλεγα πως η ζωή σού δίνει διδάγματα. Πρόκειται για ένα δώρο, μια σπουδαία μόρφωση. Κι ίσως να υποφέρεις τώρα, για να απολαύσεις μεγάλες χαρές αργότερα. Χαρές για τις οποίες σε κάνουν αντάξιο τα βάσανά σου. Μπορεί να το ήξερα αυτό, αν μου το ψιθύριζε ο θεός".
   "Ο θεός δεν ψιθυρίζει. Γελάει. Αλήθεια, έχεις όνομα;"
   "Πώς θέλεις να με φωνάζεις;" αποκρίθηκε κλείνοντάς μου το μάτι. "Όπως κι αν με φωνάζεις, εγώ θα σου απαντάω. Αρκεί να μου πεις κι άλλα γι' αυτόν τον θεό σου που γελάει".
   "Τι ξέρω εγώ για τον θεό;" τον μιμήθηκα, κι άρχισα ξανά να φτυαρίζω την κοπριά. "Δεν νομίζω να έχω βαπτιστεί. Δεν μου έχουν κάνει ποτέ κατήχηση. Έχω ακούσει ιερείς να μιλάνε, αλλά τα ευσεβή κηρύγματά τους δεν έχουν καμιά σχέση μ' όσα είδα και έζησα". 
   "Άρα, το μυαλό σου είναι άδειο. Ωραία. Το κενό είναι μέρος όπου μπορείς να βρεις τον θεό".
   "Εγώ νόμιζα πάντα πως τον θεό τον βρίσκεις στην πληρότητα", αποκρίθηκα αργά. "Όπως στην ομορφιά και στον πλούτο ενός πίνακα μεγάλου ζωγράφου. Σ' εκείνη την αγνότητα βρίσκεται ο θεός". 
   "Μόνο στην αγνότητα, στην ομορφιά και στην πληρότητα; Δεν βρίσκεις τον θεό και στη βρομιά, στην ασχήμια και στο κενό; Γιατί τον περιορίζεις έτσι;"
   Γύρισα και τον κοίταξα.
   "Εσύ γιατί αποκάλεσες τον θεό Κύριο των Μυστηρίων;" τον ρώτησα.
   "Πώς θα ήθελες δηλαδή να Τον αποκαλέσω;"
   "Δεν έχετε κάποιο όνομα γι' Αυτόν εσείς οι Εβραίοι;"
   "Πώς μπορούν οι Εβραίοι να δώσουν όνομα σε κάτι απέραντο; Ή οι Χριστιανοί; Ή οι Σαρακηνοί;  "Πέρα από τις αντιλήψεις για το καλό και το κακό, υπάρχει μια κοιλάδα. Εκεί θα σε συναντήσω. Όταν η ψυχή πλαγιάζει στο γρασίδι της, ο κόσμος γίνεται τόσο πλήρης, που δεν μπορείς να μιλήσεις γι' αυτόν. Ιδέες, γλώσσες, ακόμα κι οι απλές φράσεις που ανταλλάσσουμε, δεν έχουν πια κανένα νόημα". Έτσι έλεγε ένας φίλος μου - κι είχε κάποιο δίκιο, όσο κι αν ήταν μεθυσμένος από πνεύμα". Ο Περιπλανώμενος έστρωσε το χοντροκομμένο ρούχο του πάνω στο κορμί του που θύμιζε βαρέλι. "Τα ονόματα εξατμίζονται μέσα σ' αυτή την πληρότητα και την ομορφιά που εσύ φοράς πάνω στο θεό σαν μανδύα, αγόρι που μοιάζεις με αγόρι αλλά δεν είσαι".
   "Δεν σε καταλαβαίνω. Μιλάς με γρίφους".
   Το πλατύ του πρόσωπο χαράχτηκε από ένα κοροϊδευτικό χαμόγελο.
   "Όταν δίνουμε ένα όνομα, προσπαθούμε να δώσουμε μορφή σε κάτι άμορφο. Κι αυτό είναι τρομερό αμάρτημα. Καταλαβαίνεις τι σημαίνει αμάρτημα;"
   "Ξέρω τι θα πει αμαρτία". Ίσιωσα το κορμί μου και τον κοίταξα όσο πιο αγέρωχα μπορούσα. Ήμουν ένας φονιάς κι ένα πουτανάκι. Ήμουν κλέφτης. Αν κάποιος ήξερε τι θα πει αμαρτία, αυτός ήμουν εγώ. 
   "Θαυμάσια! Υπέροχα! Τι τα θέλεις λοιπόν τα ονόματα του θεού; Γιατί να πάρεις στραβό δρόμο τη στιγμή που ξεκίνησες τόσο θαυμάσια τη ζωή σου;"
   "Πιστεύεις ότι δίνοντας όνομα στον θεό του βάζεις όρια, κι ότι αυτό είναι κακό;" ρώτησα απορημένος, προσπαθώντας να κατανοήσω τα λόγια του Περιπλανώμενου. Η συζήτησή μας μου θύμιζε εκείνες που έκανα με τον Τζιότο, μόνο που τώρα οι σκέψεις μου πετούσαν ανάκατες σαν τα φύλλα που παρασέρνει ο φθινοπωρινός άνεμος.
   "Ασφαλώς και έχουμε όνομα για τον θεό. Μα δεν το προφέρουμε ποτέ δυνατά. Οι λέξεις έχουν δύναμη και μαγεία, είτε τις γράφεις είτε τις προφέρεις. Και τα ονόματα είναι οι πιο ιερές και δυνατές λέξεις!"
   "Ώστε οι Εβραίοι έχουν όνομα για τον θεό. Μήπως αυτό σημαίνει πως είναι αμαρτωλοί;" του είπα επιθετικά, εκνευρισμένος από την κυκλική λογική του.
   "Αμαρτωλοί δεν είμαστε όλοι; Ο δικός σας ο Μεσσίας δεν είπε "Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω";" Ο Περιπλανώμενος τεντώθηκε κι έδειξε με τη βούρτσα την κοπριά που είχα καταφέρει να την σκορπίσω παντού, καθώς δεν ήξερα πού ακριβώς να την πάω, και συνέχισε: "Δεν είσαι και πολύ καλός σ' αυτή τη δουλειά. Θάλασσα τα έκανες".
   "Δεν είμαι καλός", συμφώνησα και πέταξα χάμω το φτυάρι. "Έχω μιαν άλλη ιδέα, για κάτι που δεν απαιτεί μεγάλο ταλέντο. Θα τη συζητήσω με τον Σφόρνο".
   "Κατά πάσα πιθανότητα θα μπορέσεις να μάθεις να μαζεύεις την κοπριά αν κάποιος σου εξηγήσει πώς γίνεται και εξασκηθείς μερικές εβδομάδες", αποκρίθηκε ξερά ο Περιπλανώμενος. "Μάζεψε σε παρακαλώ τα αυγά κάτω από τις κλώσες και πήγαινέ τα μέσα. Δίπλα στην πόρτα κρέμεται ένα καλάθι".
   Στην κουζίνα, η σινιόρα Σφόρνο με την τεράστια φούστα της εργαζόταν δραστήρια. Γέμιζε μικρά κανάτια με λαμπερό πράσινο λάδι από ένα μεγάλο πιθάρι με μια κάνουλα στη βάση του. Τα χέρια της μοσχοβολούσαν πιπεράτο λάδι. Στο ξύλινο τραπέζι η κοκκινομάλλα κόρη της η Ραχήλ έκοβε ένα καρβέλι σε φέτες. Μου έριξε μια εξεταστική ματιά, χαμογελώντας ειρωνικά. Χαμογέλασα κι εγώ, μάλλον χαζά.
   "Έ... έφερα τα αυγά", είπα κι άπλωσα το καλάθι στη Ραχήλ. Η σινιόρα Σφόρνο όμως έκλεισε γρήγορα την κάνουλα και μου πήρε το καλάθι. Εκείνη τη στιγμή μπήκε στην κουζίνα η Μίριαμ, φορώντας ένα μπαλωμένο και τεράστιο ροζ νυχτικό που προφανώς το είχαν φορέσει κι οι μεγαλύτερες αδερφές της. Άρπαξε μια φέτα ψωμί, κι η Ραχήλ έκανε πως θα τη χτυπούσε. Εκείνη πήδηξε μακριά με τις καστανές κοτσίδες της να ανεμίζουν -και με είδε. Μονομιάς, το προσωπάκι της φωτίστηκε.
   "Καλημέρα!" τιτίβισε. "Πάρε λίγο ψωμί!" Έκοψε τη φέτα στα δυο και μου έδωσε τη μισή. "Τώρα που ζεις μαζί μας, θα είσαι ακόμα φονιάς και πουτανάκι;"
   "Μίριαμ!" φώναξαν ταυτόχρονα η σινιόρα Σφόρνο και η Ραχήλ.
   "Όχι", αποκρίθηκα κοκκινίζοντας. Τα θηλυκά με κοίταζαν όλα. Ξερόβηξα. "Ο σινιόρε Σφόρνο είναι στο σπίτι;"
   "Μόλις επέστρεψε από το πρωινό μινγιάν", αποκρίθηκε ο ίδιος ο Σφόρνο, μπαίνοντας στην κουζίνα. Στους ώμους του φορούσε ένα μακρύ λευκό σάλι που το τύλιξε παιχνιδιάρικα γύρω από τη γυναίκα του, την τράβηξε κοντά του και τη φίλησε. Εκείνη χαμογέλασε και τον έσπρωξε, αλλά εκείνος την ξαναφίλησε με απόλαυση. Τσίμπησε ύστερα το μάγουλο της Ραχήλ και τράβηξε τα κοτσίδια της Μίριαμ. Η μικρή έβαλε τα γέλια και πήδηξε στην αγκαλιά του πατέρα της. Ο Σφόρνο έκανε πως παραπατάει από το βάρος της κι άφησε ένα βογκητό, πράγμα που έκανε τη Μίριαμ να ξεκαρδιστεί στα γέλια.
   "Ο Λούκα έφερε τα αυγά", είπε η Ραχήλ. 
   "Τι καλός που είναι!" φώναξε ο Σφόρνο. Έριξε μια ματιά στη γυναίκα του, αλλά εκείνη έκανε την αδιάφορη -κι η Ραχήλ αντάλλαξε ματιές όλο σημασία με τον πατέρα της. Ύστερα εκείνος γύρισε και μ' έπιασε απ' τον ώμο. "Λοιπόν, Λούκα, πώς είσαι σήμερα;" με ρώτησε.
   "Έχω ένα σχέδιο για να κερδίσω χρήματα", του απάντησα. "Θα τα δίνω σ' εσένα και στη σινιόρα".
   "Τα καταφέρνω καλά ως γιατρός", είπε εκείνος. "Έχω καλή φήμη στην αριστοκρατία. Οι ευγενείς καλούν εμένα όταν αρρωστήσουν -τη νύχτα βέβαια. Και με πληρώνουν καλά. Δεν χρειάζεται να μας δίνεις χρήματα". Και πήρε ένα κομμάτι ψωμί.
   "Μπαμπά!" τον μάλωσε η Ραχήλ. "Στο τέλος δεν θα έχουμε ψωμί για το πρωινό μας!"
   "Εγώ όμως δούλευα πάντα", είπα.
   "Για πες, τι σχέδιο έχεις;"
   "Η πολιτεία προσλαμβάνει χαμάληδες για να μαζεύουν τα πτώματα. Δεν χρειάζεται κανένα ταλέντο γι' αυτό, δύναμη χρειάζεται μόνο. Κι απ' αυτήν, έχω άφθονη". Ανασήκωσα τους ώμους. "Και δεν αρρωσταίνω ποτέ. Μπορώ λοιπόν να το κάνω".
   "Πρέπει να μάθει να διαβάζει", σχολίασε χωρίς να με κοιτάξει η σινιόρα.
   Μου κόπηκε η ανάσα από την ευχαρίστηση που ενδιαφερόταν για μένα.
   "Έτσι θα μπορούσα να διαβάσω τον Δάντη!" φώναξα.
   "Και πρέπει να μάθει μια τέχνη. Μόνο έτσι θα τον ξεφορτωθούμε από 'δω".
   "Λία μου, είσαι τόσο πρακτική", είπε ο Σφόρνο και της χάιδεψε το μάγουλο.
   "Στο μεταξύ όμως μπορώ να δουλεύω για την πόλη", είπα εγώ.
   "Δεν πρέπει να κουβαλήσεις εδώ την επιδημία", μίλησε πάλι η σινιόρα. "Αλλά μπορεί να βάζει στην τράπεζα τους μισθούς του, μέχρι να μπορέσει να ξεκινήσει μια δική του ζωή".
   "Η Λία έχει δίκιο, η επιδημία εξαπλώνεται σαν τη φωτιά", συνοφρυώθηκε ο Σφόρνο. "Θα πρέπει να κάνεις ό,τι κάνω κι εγώ όταν επιστρέφω από επισκέψεις σε ασθενείς. Να πλένεσαι καλά με αλισίβα και ν' αλλάζεις ρούχα πριν μπεις στο σπίτι. Η πανούκλα μεταδίδεται κι από τα ρούχα".
   "Θα το κάνω", αποκρίθηκα πρόθυμα.
   "Μπορώ να τον μάθω εγώ να διαβάζει", προσφέρθηκε η Ραχήλ.
   Ο Σφόρνο κούνησε καταφατικά το κεφάλι, αλλά η γυναίκα του γύρισε και κούνησε το δάχτυλο στην κόρη της.
   "Δεν συμφωνώ!" είπε ξερά. "Θα πληρώσει ένα δάσκαλο με το μισθό του".
   "Εντάξει λοιπόν, πηγαίνω", μίλησα εγώ κι έφυγα τρέχοντας. Δεν καταλάβαινα τι ήταν εκείνο που μ' έκανε να φύγω με τέτοια ταχύτητα από το σπίτι των Σφόρνο. Ήταν κάτι που είχε να κάνει με τον τρόπο που απέφευγε να με κοιτάξει η σινιόρα Σφόρνο, με τον τρόπο που γελούσε στην αγκαλιά του πατέρα της η Μίριαμ. Κάτι που είχε να κάνει με το πράσινο φιδάκι που έφευγε στριφογυρίζοντας. Και πάνω απ' όλα, είχε να κάνει με τα δαρμένα σκυλιά και το κλουβί που ήταν στο μυαλό τους.

   Ο αυγινός ήλιος του Μάη σκόρπιζε ένα ξασπρισμένο φως πάνω από την πόλη και τα σπαρμένα παντού πτώματα. Αν δεν έβλεπες σ' όλα τα μαύρα πρηξίματα, θα έλεγες πως οι Φλωρεντινοί είχαν πέσει για ύπνο εδώ κι εκεί, ύστερα από κάποιο κολασμένο καρναβάλι. Μυρωδιά πτωμαΐνης πλανιόταν παντού, και στις φτωχικές γειτονιές του Ολτράρνο έβλεπα τους ζωντανούς ακουμπισμένους στους τοίχους να τραβούν οδυνηρά τις τελευταίες τους ανάσες. Κάποιοι μου κουνούσαν το χέρι ζητώντας βοήθεια, άλλοι με κοίταζαν απελπισμένα, πολύ αδύναμοι ακόμα και γι' αυτό. Από το πλήθος των πτωμάτων και την μπόχα μάντεψα πως δεν υπήρχαν αρκετοί νεκροθάφτες για να καθαρίσουν την πόλη. Όσο προχωρούσε το καλοκαίρι η κατάσταση θα χειροτέρευε με τη ζέστη.
   Προχώρησα όσο πιο γρήγορα μπορούσα κατά τον Άρνο, που κυλούσε σαν ασημένια κορδέλα κάτω από τα γεφύρια, αδιάφορος για το θανατικό που είχε ξεσπάσει στην πόλη. Πέρασα από μια γέφυρα στο κέντρο της Φλωρεντίας και τράβηξα βιαστικά για το Παλάτσο του Καπιτάνο ντελ Πόπολο, όπου θα υπήρχε κάποιος υπουργός ή άλλος αξιωματούχος υπεύθυνος για την πρόσληψη νεκροθαφτών.
   Μερικοί ζητιάνοι και αλήτες περίμεναν στην αυλή του παλάτσο, ενός αυστηρού κι επιβλητικού πέτρινου κτιρίου με καμαρωτά παράθυρα κι έναν ψηλό πύργο που υψωνόταν πάνω από τα τρία πατώματά του. Απέξω έδειχνε σαν φρούριο, αλλά η αυλή όπου στάθηκα κι εγώ να περιμένω ήταν όμορφη, με κολόνες που στήριζαν μια φαρδιά στοά και ένα επίσημο κλιμακοστάσιο που έβγαζε σε μια μεγαλόπρεπη ανοιχτή λότζα στον πρώτο όροφο. Οι άνθρωποι που ήταν μαζεμένοι εκεί με λοξοκοίταζαν, μα ήμουν πολύ μικρός και απλά ντυμένος για να προκαλέσω το ενδιαφέρον τους. Ήταν φανερό πως δεν είχα χρήματα ή κοσμήματα. Σύντομα ήρθαν κι άλλοι άντρες και παιδιά που από τα ρούχα τους έδειχναν εργάτες των βαφείων. Ήρθαν και μερικές γυναίκες του δρόμου, που η πανούκλα τις είχε αφήσει χωρίς πελατεία. Έδωσα το όνομά μου σ' ένα γραμματικό που σημείωνε βαρετά σ' ένα κατάστιχο, κι ύστερα ακούμπησα σ' έναν τοίχο και παρακολουθούσα τον κόσμο. Τ' αυτιά μου τεντώθηκαν όταν άκουσα κάποιον να λέει:
   "Και θα μπαίνουμε στα σπίτια όπου όλοι είναι πεθαμένοι".
   "Πρέπει όμως να προσέχεις τους αξιωματικούς", του είπε ο διπλανός του κουνώντας έντονα το κεφάλι. "Χτες, ένας άντρας πέθανε έξω από την ανοιχτή πόρτα του παλάτσο του. Μπήκα μέσα για να μαζέψω τη γυναίκα και τα μωρά του, και βρήκα τρία χρυσά φλορίνια! Το παλάτσο ήταν άδειο, δεν υπήρχε κανείς, και θα τα έπαιρνα. Όμως ήρθαν δυο έφιπποι αξιωματικοί για να επιβλέψουν το φόρτωμα των πτωμάτων. Αν δεν ήταν αυτοί, θα είχα αποκτήσει μια περιουσία!"
   Ο πρώτος κούνησε τη γροθιά του.
   "Νομίζουν ότι κάνουν κουμάντο στην πόλη, έστω κι αν όλοι πεθαίνουν ή φεύγουν. Μας αξίζει να παίρνουμε ό,τι βρίσκουμε, αφού έχουμε τα κότσια να πιάνουμε τους νεκρούς. Ρισκάρουμε τη ζωή μας! Η πόλη μας χρωστάει πολλά".
   Ένας αδύνατος αξιωματούχος με υπερβολικά φριζαρισμένη γενειάδα κατέβηκε το κλιμακοστάσιο. Είχε γιγάντια κόκκινα μανίκια από γυαλιστερό βελούδο που φτερούγιζαν γύρω του καθώς κουνούσε τα χέρια του. Τόσα στολίδια μου φαίνονταν υβριστικά την ώρα που οι δρόμοι ήταν γεμάτοι από πτώματα. Το βλέμμα του σάρωσε τους συγκεντρωμένους και, σαν να μας έκανε μεγάλο χατίρι, μας είπε τους όρους της δουλειάς: Πόσα θα πληρωνόμαστε, ότι θα δουλεύαμε μέχρι τη δύση του ήλιου με ένα διάλειμμα το μεσημέρι για φαγητό, πού θα βρίσκαμε φορεία και σανίδες για να κουβαλάμε τα πτώματα, και πού θα τα πηγαίναμε. Κάρα με άλογα θα τα έπαιρναν και θα τα πήγαιναν έξω από τα όρια της πόλης, κι όταν οι καμπάνες των εκκλησιών θα σήμαιναν τον εσπερινό θα πηγαίναμε κι εμείς εκεί για να σκάψουμε ομαδικούς τάφους. Πάνω απ' όλα, μας ενημέρωσε, δεν θα πλιατσικολογούσαμε τα σπίτια των νεκρών και των ετοιμοθάνατων, αλλιώς θα μας έριχναν στη φυλακή να σαπίσουμε μαζί με εγκληματίες που είχαν αρπάξει ήδη το Μαύρο Θάνατο. Και τέλος μας σύστησε να χώνουμε μέσα στα πουκάμισά μας σκόρδο και αρωματικά βότανα, τόσο για να αντιμετωπίζουμε την μπόχα όσο και για να προστατευόμαστε από τη μόλυνση. Κι ύστερα άρχισε να περπατάει ανάμεσά μας, χωρίζοντάς μας σε ζευγάρια.
   "Εσύ..." είπε δείχνοντάς με και μονομιάς τα μάτια του στένεψαν. Αναγνωρίσαμε αμέσως ο ένας τον άλλο και κοκκινίσαμε κι οι δυο. Εγώ ίσιωσα τους ώμους και τέντωσα το κορμί μου. Αρνιόμουν να ντροπιαστώ άλλη φορά. Κι ούτε μπορούσα να πνίξω τη χαρά που ένιωθα για τους όμοιούς του που είχα σκοτώσει χτες. Άντρες που πήγαιναν στην εκκλησία, έπιναν κρασί με τους συναδέλφους τους, έντυναν με όμορφα ρούχα τις γυναίκες τους, ζούσαν σαν θεοφοβούμενοι άνθρωποι -κι ύστερα βίαζαν σκλαβωμένα παιδιά. Μ' έπιασε φαγούρα να τον αρπάξω από το λαιμό κι η δίψα για αίμα με κυρίεψε. Τότε όμως σκέφτηκα ότι τα νέα για τη σφαγή που είχα κάνει στου Σιλβάνο θα είχαν μαθευτεί. Η Φλωρεντία ψοφούσε για κουτσομπολιά, ακόμα και τον καιρό της πανούκλας. Αναρωτήθηκα πώς θα αντιδρούσαν οι πατέρες της πόλης. Μπορεί τελικά η σινιόρα Σφόρνο να είχε δίκιο κι οι στρατιώτες να χτυπούσαν την πόρτα της.
   Ο αξιωματούχος όμως κατέβασε τα μάτια κι η ικανοποίηση απλώθηκε στο στήθος μου σαν δροσιστικό κρασί. Σκόπευε να προσποιηθεί πως δεν με ήξερε, πως δεν με είχε καβαλήσει ποτέ κοιτάζοντάς με να κλαίω σιωπηλά από οργή και πόνο. Αυτό σήμαινε πως οι πατέρες της πόλης σκόπευαν να αγνοήσουν τους φόνους στου Σιλβάνο. Δεν θα παίρνονταν μέτρα εναντίον μου. Η πανούκλα είχε αποδεκατίσει την πόλη, κι ένα σπίτι σαν του Σιλβάνο έριχνε μια βαριά σκιά αμαρτίας στην πόλη. Κι ήταν πολλοί αυτοί που απέδιδαν σε θεϊκή τιμωρία το Μαύρο Θάνατο.
   "Τι θα κάνω εγώ;" τον προκάλεσα, και το πρόσωπό του κοκκίνισε ακόμα πιο πολύ.
   "Εσύ θα πας μ' αυτόν", έδειξε το διπλανό μου κι έφυγε βιαστικά. Κι εγώ, χωρίς να γυρίσω, μίλησα στο αγόρι που στεκόταν δίπλα μου.
   "Πάμε να πάρουμε ένα φορείο".
   Και τότε γύρισα. Και είδα να με κοιτάζει με γουρλωμένα μάτια και κατάχλομο πρόσωπο ο Νικολό. Όρμησα πάνω του χωρίς να το σκεφτώ και τα χέρια μου σφίχτηκαν γύρω από το λαιμό του με υπεράνθρωπη δύναμη. Εκείνος άρχισε να με τραβολογάει για να τον αφήσω, ενώ το πρόσωπό του γινόταν μπλάβο και τα πόδια του χτυπιόταν στο λιθόστρωτο. Ο άντρας που είχα ακούσει πριν να μιλάει με χτύπησε τότε, αλλά εγώ δεν άφηνα με τίποτα τον Νικολό. Τη στιγμή που ο μικρός άρχιζε να παραλύει, ο άντρας -που ήταν γεροδεμένος- με άρπαξε από τις μασχάλες και με τράβηξε μακριά.
   "Χαζός είσαι, μικρέ, και θες να σκοτώσεις κάποιον μέσα στο Διοικητήριο;" με ρώτησε γελώντας. Στο κεφάλι του είχε λιγοστά κόκκινα μαλλιά και στα κοντά του γένια υπήρχαν αρκετές άσπρες τρίχες. Ωστόσο το πρόσωπό του ήταν ευχάριστο. "Εδώ υπάρχουν παντού στρατιώτες και αξιωματούχοι", συνέχισε. "Θα σε ρίξουν στη φυλακή πριν το πάρεις χαμπάρι!"
   Τίναξα τα χέρια του από πάνω μου κι αγριοκοίταξα τον Νικολό.
   "Λυσσασμένο παλιόσκυλο", σφύριξε αυτός μέσα από τα δόντια του τρίβοντας το λαιμό του. "Σκότωσες τον πατέρα μου, πήγες να σκοτώσεις κι εμένα, και μ' έκανες να ξεράσω τ' άντερά μου από τα φτερά που κατάπια. Κάποτε θα σ' εκδικηθώ!"
   Πριν προλάβω να του απαντήσω, ο γεροδεμένος άντρας με τράβηξε μακριά.
   "Θα έρθεις μαζί μου", είπε. "Είσαι νέος και δυνατός. Μου χρειάζεται ένας τέτοιος σύντροφος".
   Δεν του αντιστάθηκα, γιατί η νεοαποκτημένη ελευθερία μου ήταν πολύτιμη -κι ο άνθρωπος είχε δίκιο. Ο γεροδεμένος άντρας με τράβηξε σε μια γωνιά όπου υπήρχε ένας σωρός από ξύλινα φορεία, πρόχειρα φτιαγμένα κι απεριποίητα. Μπροστά τους, ο άντρας με άφησε κι εγώ βάλθηκα να τρίβω τον ώμο μου.
   "Δεν χρειαζόταν ν' ανακατωθείς", του είπα. "Η υπόθεση δεν σε αφορά".
   Εκείνος χαμογέλασε αποκαλύπτοντας ένα μαυρισμένο δόντι.
   "Σε είδα χτες να σώζεις τον Εβραίο και το κοριτσάκι του. Καλά έκανες. Δεν ξέρω αν οι Εβραίοι είναι ένοχοι για όσα τους κατηγορούν, αλλά δεν μ' αρέσει να βλέπω σκοτωμούς. Αρκετοί άνθρωποι πέθαναν  τους τελευταίους μήνες". Ανασήκωσε τους ώμους και συνέχισε: "Δεν ήθελα να σε δω να σε ρίχνουν στη φυλακή. Και θα το έκαναν αν σκότωνες κάποιον στα φόρα, έστω κι αν ήταν ο γιος του Μπερνάρντο Σιλβάνο".
   Γύρισα και τον κοίταξα παγερά.
   "Ήσουν πελάτης του;"
   Εκείνος κούνησε το κεφάλι κι όλη η ζεστασιά χάθηκε απ' το βλέμμα του. Πήγε σ' ένα βαρέλι που ήταν εκεί κοντά, άρπαξε μια χούφτα βότανα και τα έχωσε στον κόρφο του.
   "Είχα μια καλή γυναίκα πριν μου την πάρει η πανούκλα", είπε. "Δεν με ενδιέφεραν τα κολασμένα πράγματα που πρόσφερε ο Σιλβάνο".
   "Και τότε πώς ήξερες ποιος είναι ο Νικολό;" τον προκάλεσα.
   "Τον Σιλβάνο και το γιο του τους ήξερε όλη η Φλωρεντία. Όσοι έχουν απομείνει ζωντανοί μιλάνε συνέχεια για τη σφαγή που έγινε χτες, αλλά μόνο ο Νικολό θρηνεί για τον Σιλβάνο. Έπαθε αυτό που του άξιζε. Το ίδιο κι οι πελάτες του που βρέθηκαν εκεί. Αυτό όμως που μπορεί να κάνει κάποιος μέσα σ' ένα μπορντέλο και να τη γλιτώσει, είναι διαφορετικό από αυτό που μπορεί να κάνει δημόσια". Άδραξε ένα φορείο και βάλθηκε να το σέρνει. "Η εκδίκηση πρέπει να παίρνεται στα κρυφά. Πιάσε την άλλη άκρη τώρα".
   Έπιασα την άλλη άκρη και συντόνισα το βήμα μου με το δικό του. Ένας στρατιώτης μας είδε να φεύγουμε και μας φώναξε.
   "Ρόσο αγόρι μου, πηγαίνετε να μαζέψετε τα πτώματα από τη δεξιά όχθη, κοντά στη γέφυρα της Σάντα Τρινιτά!"
   "Ρόσο μ' έλεγε η κόρη μου!" φώναξε γελώντας ο γεροδεμένος άντρας, και με οδήγησε προς τα δυτικά. Άλλα ζευγάρια τραβούσαν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Οι φωνές, οι κοροϊδίες και τα αστεία τους ήταν οι μοναδικοί ζωντανοί ήχοι σε τούτη την άρρωστη πόλη που σιγόσβηνε. Περάσαμε από τη σταραγορά του Όρτο Σαν Μικέλε με την τεράστια δίπατη σιταποθήκη της που θύμιζε τις καλές, πλούσιες ημέρες της Φλωρεντίας. Κι εκεί, γύρισα και είπα στον Ρόσο, τον Κόκκινο:
   "Λυπάμαι για τη γυναίκα σου".
   "Κι εγώ", απάντησε χαμηλόφωνα. "Και για τα τρία μου παιδιά. Είχα δυο γιους και μια κόρη. Η κορούλα μου είχε μεγάλα γαλανά μάτια σαν εκείνη την Εβραιοπούλα σου. Ο μεγάλος μου γιος ήταν σαν εσένα, δεκατριών χρονών. Κι ο μικρός ήταν όλο αταξίες. Μου λείπουν πολύ ..."
   "Πότε πέθαναν;"
   "Πριν από ένα μήνα". Το πρόσωπό του συσπάστηκε από μια αγωνία τόσο απόλυτη, που μου θύμισε κάποια από τα παιδιά στου Σιλβάνο.
   "Έχασες τα πάντα", είπα χαμηλόφωνα κι εκείνος κούνησε θλιμμένα το κεφάλι. "Θα πρέπει να εύχεσαι να μην είχες ποτέ παντρευτεί, να μην είχες κάνει ποτέ σου παιδιά".
   "Α, όχι. Πέρασα δεκαπέντε γλυκά χρόνια με τη γυναίκα μου. Ήμασταν πολύ ευτυχισμένοι. Το γάμο μας τον είχαν κανονίσει οι γονείς μας, αλλά ταιριάξαμε κι αγαπηθήκαμε".
   "Μερικές φορές ευχόμουν κι εγώ να είχα μια γυναίκα", είπα ντροπαλά. Αυτή η παλιά αποθυμιά μου είχε γεννηθεί τον καιρό που συζητούσα με τον Τζιότο. Μετά το θάνατό του όμως, το μόνο που με απασχολούσε ήταν η επιβίωσή μου. Ωστόσο τώρα που η φυλακή μου δεν υπήρχε πια, υπήρχαν ένα σωρό δυνατότητες για μένα.
   "Η αγάπη είναι το μεγαλύτερο δώρο που μας δίνει ο θεός", είπε σοβαρά ο Ρόσο. "Ολοκληρώνει τον άντρα μ' έναν τρόπο που ούτε να τον φανταστεί μπορεί πριν ερωτευτεί". Αναστέναξε. "Μακάρι να με είχε πάρει κι εμένα η πανούκλα. Αλλά, πάλι, αν είχα φύγει κι εγώ, ποιος θα τους έθαβε; Θ' απέμεναν να περιμένουν κάποιον ξένο να τους πετάξει πάνω σ' ένα τέτοιο φορείο... Όταν τους έθαψα, έκλεισα το μαγαζί μου κι ήρθα να κάνω αυτή τη δουλειά, μέχρι να με πάρει κι εμένα η πανούκλα. Οι περισσότεροι νεκροθάφτες αρρωσταίνουν και πεθαίνουν κάποια στιγμή. Έτσι κι αλλιώς, ελάχιστοι ψωνίζουν χρώματα και βαφές πια. Οι πεθαμένοι δεν νοιάζονται για τα ρούχα τους".
   "Έθαψες την οικογένειά σου με τα ίδια σου τα χέρια;" Κοίταξα λοξά το συσπασμένο πρόσωπό του. Δεν μπορούσα να φανταστώ πόσο οδυνηρό πρέπει να είναι να έχεις γυναίκα και παιδιά, να τους αγαπάς, και ξαφνικά να τους χάνεις. Εκείνος κούνησε το κεφάλι.
   "Δεν μπορούσα να βρω έναν παπά να τους ψάλει τη νεκρώσιμη ακολουθία, κι έτσι τους έφτιαξα φέρετρα, τους πήρα έξω στους λόφους και τους έθαψα λέγοντας μόνος μου τις προσευχές. Ελπίζω οι ψυχές τους να βρουν το δρόμο για τον παράδεισο".
   "Σίγουρα", τον διαβεβαίωσα. "Υπάρχει πιο ιερό πράγμα από την αγάπη ενός πατέρα για τα παιδιά του; Ο Κύριος το καταλαβαίνει αυτό, οι προσευχές σου θ' ακούστηκαν γλυκές στ' αυτιά του".
   Ο Ρόσο ανασήκωσε τους ώμους. Στάθηκε, σκούπισε τον ιδρώτα που ανάβλυζε στο μέτωπό του κι ύστερα έβγαλε το μαντέλο του και το τύλιξε σαν χοντρή ζώνη γύρω από τη φαρδιά του μέση. Τον μιμήθηκα, γιατί είχα ιδρώσει κι εγώ.
   "Ζέστη έπιασε", μου είπε ο Ρόσο. "Δεν ξέρω αν οι προσευχές μου ακούστηκαν γλυκές στ' αυτιά του θεού. Οι παπάδες θέλουν να πιστεύουμε πως μόνο μέσα από αυτούς μπορεί να πλησιάσει κανείς τον θεό".
   "Και τι ξέρουν οι παπάδες;" αποκρίθηκα, και στο μυαλό μου ήρθαν αρκετοί από δαύτους που έρχονταν στου Σιλβάνο. "Απ' αυτά που έχω δει, όλοι τους είναι λαίμαργοι και μέθυσοι, λάγνοι και γκρινιάρηδες. Ασχολούνται συνεχώς με την πώληση λειψάνων και αφέσεων κι ονειρεύονται προβιβασμούς. Ο θεός πρέπει να τους περιγελάει".
   Ο Ρόσο γέλασε άκεφα.
   "Καλά θα κάνεις να τις κρατάς για τον εαυτό σου αυτές τις σκέψεις. Άνθρωποι έχουν βρεθεί στην πυρά για πολύ λιγότερα πράγματα".
   Σωπάσαμε και προχωρήσαμε μέσα από τους γεμάτους πτώματα δρόμους προς την περιοχή που μας είχαν στείλει. Όταν φτάσαμε, μου είπε ν' αναλάβω τη μια πλευρά του δρόμου, κι εκείνος θ' αναλάμβανε την άλλη.
   "Στο φορείο θα χωράνε έξι - επτά πτώματα, ανάλογα με το μέγεθός τους", μου είπε. "Θα τα πηγαίνουμε εκεί, στο πλατειάκι, απ' όπου θα τα παίρνει το κάρο. Θα μαζέψουμε όσα περισσότερα μπορούμε. Απλά πράγματα".
   Πήγα στη δική μου πλευρά του δρόμου, σήκωσα το πτώμα ενός ξανθού αγοριού της ηλικίας μου περίπου, και το πήγα στο φορείο όπου ο Ρόσο στοίβαζε τα πτώματα δυο αντρών που μύριζαν απαίσια. Ζάρωσα τα μούτρα μου κι έκλεισα τη μύτη μου με το χέρι μου.
   "Θα το συνηθίσεις", είπε ο Ρόσο, ανασηκώνοντας τα κόκκινα φρύδια του. "Περίπου".
   "Οι άνθρωποι συνηθίζουν τα πάντα", συμφώνησα. Γύρισα και κοίταξα το σιωπηλό δρόμο με το γκρίζο λιθόστρωτο, τα σφαλιστά παράθυρα και τα παραμορφωμένα πτώματα που έδειχναν να λιώνουν από την υγρασία. Στο βάθος το ποτάμι πάφλαζε κάτω από τη γέφυρα. Όλα οδηγούνται στο θάνατο και στην καταστροφή. Κάποτε θα φτάσω κι εγώ εκεί, έστω κι αν δεν γερνάω όπως οι άλλοι άνθρωποι, κι αυτή η τερατώδης ιδιότητά μου μού δίνει ευκαιρίες που άλλοι άνθρωποι δεν τις έχουν. Τούτο το πράγμα ήταν ευλογία και κατάρα μαζί, αλλά ορκιζόμουν στον εαυτό μου ότι δεν θα έσκυβα ποτέ πια το κεφάλι. Το είχα κερδίσει το δικαίωμα, με το σκοτωμό του Σιλβάνο. Από δω κι εμπρός, όταν δεν θα μου άρεσε η κατάστασή μου, θα την άλλαζα. Πήγα να πάρω άλλο ένα πτώμα. Λίγο πιο κει ήταν πεσμένα δυο κορμιά -μιας ρυτιδιασμένης γριάς, που το κατάλευκο κεφάλι της ακουμπούσε στη μεγάλη κοιλιά ενός μεσήλικα που της έμοιαζε. Μάνα και γιος. Τα χέρια τους κρατιόνταν, κι ήταν δύσκολο να τα χωρίσω. Αν ήμουν δυνατότερος, θα τους έσερνα και τους δυο στο φορείο για να μη διαλύσω την ένωσή τους που τη ζήλευα. Εμένα κανείς δεν θα μου έσφιγγε το χέρι αν με έπαιρνε σήμερα η πανούκλα. Η θλιβερή επίγνωση ότι θα πέθαινα μόνος με χτύπησε σαν κεραυνός. Το ίδιο μοναχική θα πρέπει να ήταν κι η γέννησή μου, μια που το στίγμα που έφερα έκανε να με πετάξουν στους δρόμους. Παρά την υπόθεση του Σφόρνο ότι κάποιοι μπορεί να με γύρευαν, οι γονείς μου πρέπει να γνώριζαν το τερατώδες χαρακτηριστικό μου. Αλήθεια, είχε νιώσει φρίκη για μένα η μητέρα μου; Με είχε αγαπήσει έστω και για μια στιγμή, όπως είχε αγαπήσει ο Ρόσο τα παιδιά του, πριν με πετάξει στο δρόμο; Κι ο πατέρας μου; Ήξερε για τη γέννησή μου; Σπάνια είχα σκεφτεί τους γονείς μου μ' αυτόν τον τρόπο. Όταν ήμουν ένα χαμίνι των δρόμων, το μόνο που σκεφτόμουν ήταν να επιβιώσω, και στου Σιλβάνο, πνιγμένος στην αηδία και στην ντροπή, αναζητούσα σωτηρία στην έκσταση που μου προκαλούσε η ζωγραφική.
   Ωστόσο, η ζωή βρίσκεται παντού. Θα ερχόταν ξανά στη Φλωρεντία. Θα ερχόταν και σ' εμένα.
   Τις επόμενες ώρες κουβάλησα με τον Ρόσο αρκετά πτώματα στην πλατειούλα. Κάποια στιγμή είχα απομακρυνθεί αρκετά, κι άκουσα ένα απαλό χτύπημα. Σήκωσα το κεφάλι κι είδα έναν άντρα να μου νεύει πίσω από μια διάφανη κουρτίνα, από το παράθυρο του δεύτερου ορόφου ενός σπιτιού. Χάρηκα που μου δινόταν η ευκαιρία να κάνω ένα διάλειμμα και κοίταξα γύρω μου μήπως υπήρχε κανένας στρατιώτης. Αφού δεν είδα κανέναν, άφησα χάμω τα δυο νήπια που κουβαλούσα στους ώμους μου και πλησίασα στην πόρτα του σπιτιού. Την άνοιξα, και είδα ένα μικρό χολ με μια στριφογυριστή σκάλα στο βάθος. Ανέβηκα στο πάνω πάτωμα και μια πόρτα άνοιξε μπροστά μου. Ένα δάχτυλο κίτρινου καπνού βγήκε από την πόρτα και διπλώθηκε σαν να μου έκανε νόημα. Τσιτώθηκα, αλλά η περιέργεια νίκησε και μπήκα.
   Μέσα υπήρχαν πολλά τραπέζια γεμάτα με θαυμαστά σύνεργα: Φλασκιά και λαμπίκοι και δοκιμαστικοί σωλήνες και μικρές χύτρες που έβραζαν κοχλάζοντας πάνω σε καμινέτα. Υπήρχαν κι ένα σωρό ακόμα πράγματα που δεν ήξερα ούτε πώς τα λένε ούτε σε τι χρησιμεύουν. Κοίταζα έκπληκτος γύρω μου, όταν άκουσα μια φωνή.
   "Σε συναρπάζουν τα σύνεργα της τέχνης μου, βλέπω". Είχε μιλήσει ένας άντρας που καθόταν σ' έναν πάγκο κάτω από το παράθυρο. "Καλό αυτό. Έχεις τουλάχιστον το μίνιμουμ της ευφυΐας που απαιτεί η περιέργεια".
   "Δεν έχω ξαναδεί τέτοια πράγματα", αποκρίθηκα κι έστρεψα σ' αυτόν την προσοχή μου. Ήταν μεσήλικας, κοντός, λεπτός και νευρώδης, με ακατάστατα γκρίζα μαλλιά κι ένα στενό ξυρισμένο πρόσωπο. Φορούσε μαύρο χιτώνιο και μια μαύρη πουκαμίσα από κάτω. Μπροστά στα μάτια του υπήρχε ένα κατασκεύασμα που καθόταν πάνω στη μύτη του -άλλο θαύμα κι αυτό. Με είδε που το κοίταζα και το χτύπησε απαλά στο πλάι.
   "Μην κοιτάς σαν χαζός, μικρέ. Ρώτα. Αυτά είναι ματογυάλια. Έχουν εφευρεθεί εδώ και εξήντα χρόνια, αλλά η χρήση τους δεν εξαπλώθηκε στο λαουτζίκο ακόμα. Σε βοηθάνε να βλέπεις καλύτερα".
   "Τι είσαι;" τον ρώτησα.
   "Αλχημιστής. Μπορείς να με φωνάζεις Γκέμπερ. Το χέρι της μοίρας ακουμπάει επάνω σου και με πρόσταξε να σου μιλήσω. Αλλιώς δεν θα έχανα χρόνο από τη δουλειά μου. Κάτι κακό πρέπει να έχω κάνει για να τα τραβάω αυτά".
   "Πώς μπόρεσες να το καταλάβεις αυτό για μένα από δω πάνω;" Έκανα μια βόλτα στο δωμάτιο κοιτάζοντας τα διάφορα αντικείμενα που κουνιόνταν πέρα - δώθε σαν να τα λίκνιζε κάποιο μαγικό κύμα. Μικρά κοπίδια και τρυπάνια σάλευαν δίπλα σε γουδιά, φιαλίδια με χρώματα, μπάλες από πηλό, βελόνες και κλωστές, βιβλία με εικονογραφημένες σελίδες, περγαμηνές, πένες από φτερά και μελανοδοχεία, μικρά ασημένια και τσίγκινα κουτάκια γεμάτα διάφορες σκόνες, πέτρες όλων των χρωμάτων, μποτίλιες με πολύχρωμα υγρά, ένα σακί αλάτι και δοχεία με λάδι. Το άρωμα του γαρίφαλου και του γλυκάνισου ανακατωνόταν με την αψιά μυρωδιά του θειαφιού. Σ' ένα τραπέζι βρισκόταν ένα αποκεφαλισμένο ποντίκι, και σ' ένα άλλο ένα βάζο γεμάτο σκαθάρια, σκεπασμένο μ' ένα πανί. Και σ' ένα τρίτο βρισκόταν ένα περιστέρι με τις φτερούγες του κομμένες. Απέμεινα να το κοιτάζω γιατί ήταν ραμμένο αριστοτεχνικά στα σημεία που τα φτερά του είχαν κοπεί. Δίπλα του, ήταν απλωμένη σαν βεντάλια η μια από τις φτερούγες.
   "Η απόσταση δεν αποτελεί εμπόδιο στη γνώση", είπε ο Γκέμπερ χαμογελώντας πονηρά. "Η απόσταση είναι ένα υλικό που λιώνει μέσα στο οξύ της συγχώνευσης. Όπως το ξέρεις άλλωστε. Διέσχισες μεγάλες αποστάσεις για να δεις πράγματα".
   Τινάχτηκα. Τα λόγια του υπονοούσαν τα ταξίδια που έκανα όταν δούλευα στου Σιλβάνο. Μα δεν είχα μιλήσει ποτέ μου γι' αυτά, σε κανέναν. Ούτε στον θεό θα τα εξομολογιόμουν -αν ήμουν απ' αυτούς που εξομολογούνται- από φόβο μήπως μου τα σταματήσει έτσι, για να διασκεδάσει. Πώς μπορεί να τα είχε μαντέψει τούτος ο Γκέμπερ; Ήταν αδύνατο! Τον κοίταξα επιθετικά.
   "Η τέχνη σου είναι η μαγεία;" τον ρώτησα.
   "Η τέχνη μου είναι η φύση, που αποκαλύπτει τα πάντα σ' όποιον κοιτάζει με τα μάτια και βλέπει με την καρδιά", αποκρίθηκε αόριστα. "Ο παράδεισος απλώνεται πάνω στη γη, αλλά οι άνθρωποι δεν τον βλέπουν. Και φυσικά δεν τον βλέπουν και τα παιδιά με ελάχιστη ευφυΐα".
   "Η κόλαση απλώνεται πάνω στη γη τώρα, και παντού είναι ριγμένα κορμιά που τα σκότωσε η πανούκλα", είπα κουνώντας το κεφάλι και πλησίασα ένα άλλο τραπέζι. Επάνω του βρισκόταν ένα ανοιχτό βιβλίο, ένας σωρός ξερές βιολέτες, το τριχωτό πόδι κάποιου μικρού ζώου, μια πήλινη κούπα γεμάτη λευκά τσόφλια αυγών κι άλλη μια με μπλε τσόφλια, κι ένα δοχείο γεμάτο θολό νερό, που μέσα του μούλιαζε μια τριγωνική διάφανη πέτρα.
   Ο Γκέμπερ αναστέναξε.
   "Η πανούκλα είναι κολασμένη αρρώστια, στ' αλήθεια", είπε. Είχα απλώσει το χέρι μου σε μια συσκευή που την αποτελούσαν τρία γυάλινα δοχεία που συνδέονταν μεταξύ τους, κι ο Γκέμπερ φώναξε: "Πρόσεχε! Αυτό είναι ένας τριπλός αποστακτήρας, φτιαγμένος σύμφωνα με τις προδιαγραφές του ίδιου του Ζώσιμου. Μ' αυτόν βγαίνει το πνεύμα από την ύλη που το έχει παγιδεύσει". 
   "Όπως με το θάνατο", σχολίασα, κι εκείνος κατένευσε.
   "Στην αλχημεία όμως ο θάνατος δεν είναι το τέλος της ιστορίας. Το πνεύμα μπορεί να ενσωματωθεί ξανά μετά από εξάχνωση. Σ' αυτό το τραπέζι έχω στήσει τη συσκευή του Ζώσιμου για εξάχνωση. Για έλα εδώ να σε κοιτάξω. Ακόμα και μ' αυτή τη θαυμαστή εφεύρεση, τα μάτια μου είναι αδύναμα". Δίστασα και πέρασα το δάχτυλό μου πάνω από τις υπέροχα ζωγραφισμένες σελίδες ενός βιβλίου, κι εκείνος μου έκανε ένα ανυπόμονο νόημα. "Έλα, αγόρι μου. Είμαι άρρωστος, αλλά η πανούκλα θα κάνει μήνες να με σκοτώσει. Κι εσύ έχεις ανοσία, όπως γνωρίζεις".
   Ήξερε τόσο πολλά για μένα, που θέλοντας και μη πήγα κοντά του. Ο Γκέμπερ με εξέτασε με τα πρασινογάλανα μάτια του. Μπροστά από το καθένα, στερεωμένα με σύρμα, στέκονταν δυο στρογγυλά κομμάτια γυαλί.
   "Πώς ξέρεις ότι έχω ανοσία στην πανούκλα;" τον ρώτησα αγγίζοντας αυτό το κατασκεύασμα που είχε στη μύτη του.
   "Αν δεν είχες, δεν θα δούλευες ως νεκροθάφτης", μου απάντησε κατεβάζοντάς μου το αριστερό βλέφαρο κι ύστερα το δεξί. Έχωσε ύστερα το δείκτη του στην άκρη των χειλιών μου κι αναγκάστηκα ν΄ανοίξω το στόμα μου. Επιθεώρησε τα δόντια μου κι έπειτα έπιασε το χέρι μου και κοίταξε τα νύχια μου. Γύρισε μετά την παλάμη μου και μελέτησε τις γραμμές της. Γέλασε ξερά και χτύπησε το όρος του αντίχειρά μου. Ικανοποιημένος, σταύρωσε τα χέρια του στην κοιλιά του και κούνησε το κεφάλι.
   "Υπάρχουν πολλοί νεκροθάφτες", παρατήρησα κι έκανα πίσω κάπως ανήσυχος. Τι είχε δει στην εξέτασή του; Ποια μυστικά μου του αποκάλυψαν τα ματογυάλια του; "Πολλοί νεκροθάφτες θα πεθάνουν από την πανούκλα". Στο μυαλό μου ήρθε ο Ρόσο. "Μερικοί από αυτούς θέλουν να πεθάνουν".
   "Εγώ δεν θέλω", αποκρίθηκε κοφτά. "Πέρασα χρόνια κοπιάζοντας να ξεγελάσω το θάνατο κι ήρθε η πανούκλα και μου έκλεψε τους καρπούς της σκληρής δουλειάς μου".
   "Κανείς μας δεν μπορεί να ξεγελάσει το θάνατο".
   "Εσύ πάντως θα κάνεις μεγάλη προσπάθεια να το καταφέρεις", είπε γελώντας ξερά. "Ξέρεις, οι γονείς σου ήταν κάποιου είδους μάγοι. Κληρονόμησες τις ικανότητές τους, αν και δεν είχες κανένα να σε καθοδηγήσει για να τις αναπτύξεις. Θα πρέπει να προσπαθήσεις για να τις κερδίσεις".
   Πήγα και σκάλισα με το δάχτυλό μου την κομμένη φτερούγα στο τραπέζι. Πώς μπορούσε να μιλάει τόσο αδιάφορα για τους γονείς μου; Με πλημμύρισαν σύγχυση και υποψίες κι ένα σωρό άλλα συναισθήματα που τα απέφευγα προσεκτικά: περιέργεια για τους γονείς μου, θλίψη, αποθυμιά, ακόμα και μια σταγόνα ελπίδας πως κάποτε, κάπως, κάπου, θα τους έβρισκα και θα μ' αγαπούσαν.
   "Δεν έχω γνωρίσει τους γονείς μου", είπα.
   "Πρέπει όμως να υποψιάζεσαι πόσο διαφορετικός είσαι από τους γύρω σου".
   "Γιατί λες τέτοια πράγματα; Πώς με ξέρεις;" φώναξα. Μήπως αυτός ήξερε τους γονείς μου; Μήπως γνώριζε το μυστικό της καταγωγής μου; Και αν ναι, θα μου το έλεγε; Ήταν δυνατό να είμαι διαφορετικός από τους άλλους ανθρώπους;
   "Από τους ανθρώπους πηγάζει ένα φως, κι αυτό το φως δείχνει ποιοι είμαστε", είπε με φόρα ο Γκέμπερ σκύβοντας προς το μέρος μου. "Μ' αυτό ασχολείται κατά βάση η αλχημεία. Οι αδαείς πιστεύουν ότι ασχολείται με το να κάνει φτηνά μέταλλα χρυσάφι ή να παρασκευάσει το ελιξίριο της ζωής. Αυτά όμως είναι επιφανειακά. Η αλχημεία είναι η έρευνα γι' αυτό που δεν υπάρχει ακόμα, η τέχνη της αλλαγής, η αναζήτηση των θεϊκών δυνάμεων που κρύβονται στα πράγματα! Οι θεϊκές αυτές δυνάμεις αποκαλύπτονται σαν φως... Κι εκείνος που καλλιεργεί σωστά τον εαυτό του, θα δει το κίτρινο φως να λάμπει!"
   Δεν ήξερα πώς να αποκριθώ σ' αυτά τα παράξενα και γεμάτα πάθος λόγια. Άσε που δεν μπορούσα να πιστέψω ότι υπάρχει κάτι πιο σημαντικό από το να μετατρέψεις φτηνά μέταλλα σε χρυσάφι, το οποίο συντηρεί τη ζωή. Θα μπορούσα ίσως να πιστέψω ότι κάποιο φως πηγάζει από τους ανθρώπους -μήπως κι ο Τζιότο δεν ζωγράφιζε φωτεινούς τους ανθρώπους; Γύρισα αλλού το βλέμμα μου ενοχλημένος. Ο Γκέμπερ μιλούσε για ενοχλητικά αλλά ελκυστικά πράγματα, μ' ένα πάθος που κατά βάθος μου άρεσε. Δεν ήθελα να έχει κολλήσει την πανούκλα.
   "Δεν δείχνεις άρρωστος", είπα χαμηλόφωνα. 
   "Μην κρίνεις από τα φαινόμενα, γιατί γίνεσαι χαζός", αποκρίθηκε κοφτά ο Γκέμπερ. Σήκωσε το αδύνατο μπράτσο του και μου έδειξε τη μασχάλη του. "Έλα, πιάσε να δεις! Η άμεση εμπειρία είναι πάντα η ανώτερη!" Άπλωσα το χέρι μου κι έπιασα ένα μαλακό σβολαράκι κάτω από τη μαύρη πουκαμίσα του. "Μόλις μου κόλλησε η πανούκλα. Μπορώ να της αντισταθώ, μα όχι για πάντα. Τελικά θα υποκύψω". Μιλούσε ήρεμα, χωρίς φόβο ή ανησυχία.
   "Μπορεί να μην υποκύψεις. Δείχνεις όλο ζωντάνια. Μερικοί συνέρχονται. Μπορεί να είσαι απ' αυτούς". Ένιωθα την ανάγκη να τον παρηγορήσω. Μου άρεσαν το πάθος κι η ειλικρίνειά του και δεν ήθελα να πεθάνει. Διαισθανόμουν πως είχε μυστικά να μου μάθει.
   "Δεν θα συνέρθω. Το είδα", είπε ανασηκώνοντας τους ώμους. "Το φως μου σκοτείνιασε, αδυνάτισε. Κι όπως το εσωτερικό φως χάνεται, ακολουθεί αναπόφευκτα και το σώμα. Μπορείς να το δεις κι εσύ, γιε των μάγων, και να επαληθεύσεις τα λόγια μου με άμεση εμπειρία. Κοίταξε γύρω από το μπράτσο και το κεφάλι μου". Μιλούσε απαλά, η προσταγή του ήταν διακριτική. Βρέθηκα να κοιτάζω σαν υπνωτισμένος το περίγραμμα του απλωμένου μπράτσου του, την καμπύλη του ώμου του και το λαιμό του. Και τότε είδα ένα γαλάζιο φως να πάλλεται και να ξεπηδάει από τον ώμο του. Και τον άκουσα να μουρμουρίζει: "Όπως επάνω, έτσι και κάτω. Όπως εντός, έτσι κι εκτός". Άλλος ένας φωτεινός παλμός ταξίδεψε κατά μήκος του μπράτσου του κι ύστερα φάρδυνε κι έγινε μια κίτρινη αύρα που άχνιζε γύρω από τη μορφή του. Τη σημάδευαν όμως μαύρα στίγματα.
   "Σταμάτα!" φώναξα. "Δεν το θέλω αυτό, με κάνει ακόμα πιο αλλόκοτο απ' ό,τι ήδη είμαι!" Έκανα πίσω, κι έπεσα πάνω σε ένα από τα τραπέζια. Τινάχτηκα και είδα αχνούς να βγαίνουν από ένα δοχείο. Ο αχνός έγινε ομίχλη που έπαιρνε διάφορα σχήματα, σαν ποτάμι που κυλάει. Ηρέμησα κι ακολούθησα με το βλέμμα την ομίχλη να περνάει από γυάλινους σωλήνες και να καταλήγει σε ένα κλειστό φλασκί. Αναρωτήθηκα αν θα μπορούσε τούτος ο Γκέμπερ να με μάθει να κάνω τα φτηνά μέταλλα χρυσάφι. Εκείνος έδειχνε να μην ενδιαφέρεται γι' αυτό το πράγμα, αλλά εγώ ήξερα πόση σημασία έχει το χρυσάφι στη ζωή μας. Εμένα δεν μ' ενδιέφερε το φως για το οποίο μου μιλούσε. Αν μάθαινα όμως να φτιάχνω χρυσάφι, δεν θα φοβόμουν ποτέ πια την πείνα και τη σκλαβιά.
   "Ξέρω ένα γιατρό", είπα. "Έναν καλό άνθρωπο. Μπορώ να τον φέρω να σε εξετάσει".
   "Κανένας γιατρός δεν μπορεί να με βοηθήσει".
   "Άφησέ τον να σε εξετάσει. Πρέπει να προσπαθήσεις να ζήσεις".
   "Επειδή η ζωή είναι πολύτιμη ακόμα κι όταν η κόλαση απλώνεται στη γη;" Κούνησε αρνητικά το κεφάλι. "Δεν θα σπαταλήσω το χρόνο του καλού σου γιατρού. Αρκετά τέντωσα τα χρόνια που μου ήταν γραφτό να ζήσω. Μ' εσένα όμως θέλω να μιλήσω κι άλλο. Έλα πάλι αύριο. Φέρε μου κάτι".
   "Τι να σου φέρω;"
   Χαμογέλασε.
   "Κάτι θα σκεφτείς". Κοίταξε προς την πόρτα με κάτι μάτια που δεν πίστευα με τίποτα πως είναι αδύναμα, και μ' έδιωξε.

   Αργότερα, καθώς πλενόμουν στο στάβλο του Σφόρνο στο φως ενός λυχναριού, σήκωσα το κεφάλι κι είδα τον Περιπλανώμενο να με παρακολουθεί. Κατάλαβα αμέσως ότι δεν ερεθιζόταν που με κοίταζε, όπως κάποιοι άλλοι άντρες, αλλά και πάλι δεν τον ήθελα εκεί. Είχα βαρεθεί πια να με κοιτάνε να πλένομαι.
   "Θα ήθελα να μείνω μόνος", είπα μαλακά αλλά σοβαρά. Το μυαλό μου ήταν ακόμα γεμάτο από τις εικόνες και τις μυρωδιές του εργαστηρίου του Γκέμπερ και την μπόχα των πτωμάτων. Τα μπράτσα κι η πλάτη μου πονούσαν από το κουβάλημα των νεκρών και το σκάψιμο των ομαδικών τάφων. Το στομάχι μου ήταν ανακατωμένο, και δεν ήξερα αν θα τα κατάφερνα να φάω, παρ' όλο που ένιωθα να πεθαίνω της πείνας μ' έναν τρόπο που είχα χρόνια να νιώσω. Ωστόσο, μέσα σε τούτο το στάβλο που τον φώτιζε το μοναχικό μου λυχνάρι και το ασημένιο φως των αστεριών, είχα βρει ένα καταφύγιο ανάμεσα στα ζώα που μουγκάνιζαν απαλά. Και δεν ήθελα να σπάσει τούτη η εύθραυστη γαλήνη.
   "Ζέχνεις", είπε ο Περιπλανώμενος χτενίζοντας με τα δάχτυλα τη μακριά του γενειάδα.
   Του έδειξα το σαπούνι της αλισίβας.
   "Πλένομαι", του απάντησα.
   "Όχι". Έκανε έναν κύκλο γύρω μου κι ύστερα πήγε κι ακούμπησε στο παχνί του ντορή, που έδειχνε να τον συμπαθεί ιδιαίτερα. "Μυρίζεις μαγεία και αθανασία". Μόρφασε σαν λύκος, χαϊδεύοντας τα αυτιά του αλόγου. "Ζέχνεις μεγαλείο και κρυφούς δρόμους, λες και κουτούλησες πάνω στο δέντρο της ζωής κι έριξες κάτω ένα μήλο. Μήπως έχεις κανένα καρούμπαλο, τυχερό μου λυκόπουλο;"
   "Κάθε άλλο παρά αθανασία και ζωή υπήρχε γύρω μου σήμερα", αποκρίθηκα κουρασμένα. "Και δεν μου έπεσε τίποτα στο κεφάλι. Κοίτα". Έσκυψα κι έκανα στην άκρη τα μαλλιά μου με το γεμάτο αλισίβα χέρι μου.
   "Όλα επί λέξει τα παίρνεις! Καλά, αργότερα θα δεις πολλά", είπε χαχανίζοντας ο Περιπλανώμενος κι έφυγε, αφήνοντας το γέλιο του ν' αντηχεί στον αχυρώνα.

   Το άλλο πρωί ξύπνησα κι είδα τη Ραχήλ να στέκεται από πάνω μου και να με κοιτάζει. Τα καστανοκόκκινα μαλλιά της ήταν δεμένα σε μια χοντρή κοτσίδα που κρεμόταν από το λεπτό και μακρύ λαιμό της.
   "Λούκα Μπαστάρντο, θα σε μάθω να διαβάζεις και να γράφεις", μου είπε με το σοβαρό της ύφος. Στο κομψό της χέρι κρατούσε μια ξύλινη πινακίδα με κάτι φιοριτούρες σκαλισμένες πάνω της, και στο άλλο μια κέρινη πλάκα. "Σήκω. Αρχίζουμε αμέσως".
   "Τώρα;" Ανακάθισα διώχνοντας από πάνω μου τη γάτα και τινάζοντας το άχυρο από το πρόσωπό μου. Ο αέρας ήταν δροσερός και το φως γκρίζο, λες και ο ήλιος δεν είχε ακόμα ανέβει στον ορίζοντα. "Η μητέρα σου το ξέρει πως ήρθες εδώ;"
   "Το ξέρει ο μπαμπάς. Έλα κοντά στο παράθυρο, έχει περισσότερο φως. Δεν έχουμε πολύ χρόνο και θέλω να σου δείξω όλα τα γράμματα. Ο μπαμπάς λέει πως είσαι έξυπνος και θα μάθεις γρήγορα. Θα δούμε. Μπορεί να είμαι κορίτσι, αλλά είμαι καλός δάσκαλος. Εγώ έμαθα τη Σάρα να διαβάζει και τώρα μαθαίνω τη Μίριαμ". Πήγε και κάθισε δίπλα στο παράθυρο. Κλότσησα από πάνω μου την κουβέρτα και πήγα να καθίσω δίπλα της -όχι πολύ κοντά όμως. Η παρουσία της μου έφερνε ταραχή. Ήταν κορίτσι, αλλά στο κατώφλι κάποιας άλλης κατάστασης που την τύλιγε σαν άρωμα από τριαντάφυλλα. Ήταν όλο απαλές καμπύλες, απαλά καστανοκόκκινα μαλλιά -και όχι τόσο απαλή αυτοπεποίθηση. Δεν ήμουν συνηθισμένος σε τέτοιου είδους κορίτσια και με κάθε στιγμή που περνούσε ταραζόμουν και πιο πολύ.
   "Ο πατέρας σου είπε πως είμαι έξυπνος;" τη ρώτησα. Η φιλοφρόνηση με ευχαριστούσε, αλλά με έκανε και πιο διστακτικό, μια και τώρα θα έπρεπε ν' αποδείξω την εξυπνάδα μου. Κι αυτό ήταν κάτι καινούργιο, ως τώρα κανείς δεν περίμενε κάτι σημαντικό από μένα. Ο Σιλβάνο είχε πολύ κακή ιδέα για μένα, ο Τζιότο πολύ καλή, κι οι πελάτες ήθελαν μόνο να ικανοποιήσουν τη λαγνεία τους.
   "Ναι. Ο μπαμπάς πιστεύει πως κατά πάσα πιθανότητα είσαι ο χαμένος γιος κάποιου ευγενούς. Κάθισε εδώ, γιατί εκεί δεν θα βλέπεις", είπε και μου έδειξε ένα σημείο πολύ πιο κοντά της. Δίστασα, μα εκείνη μου έδειξε ξανά, αυταρχικά. Υπάκουσα. Εκείνη έστησε μπροστά μου την πινακίδα. "Αυτό είναι το αλφάβητο. Θα σου δείχνω τα γράμματα κι εσύ θα τα αντιγράφεις στην πλάκα μ' αυτό". Μου έδειξε ένα μικρό εργαλείο σαν μυτερό σουβλί. "Δεν έχω φτερό και μελάνι και περγαμηνή για να γράφεις, κι έτσι θα βολευτούμε μ' αυτά".
   "Θα τα αντιγράφω;" ρώτησα σαν χαζός κοιτάζοντας τα ρόδινα χείλη της.
   "Πώς αλλιώς θα μπορέσεις να τα μάθεις;" Ανασήκωσα τους ώμους. "Θα σου μάθω τη ροτούντα, που είναι η πιο εύκολη γραφή".
   "Τη ροτούντα;"
   "Ναι. Τη λένε έτσι γιατί τα γράμματά της είναι στρογγυλά!" είπε εκνευρισμένη, και κατάλαβα πως άρχιζε να χάνει την υπομονή της. Πήρα τα μάτια μου από τα ρόδινα χείλη της που μου προκαλούσαν ταραχή, τα κάρφωσα στην πινακίδα, ίσιωσα το κορμί μου και ρούφηξα το στομάχι μου. Εκείνη συνέχισε: "Όταν η πλάκα θα γεμίζει, θα στρώνεις πάλι το κερί".
   "Θα γεμίζει η πλάκα;" επανέλαβα χαζά.
   Με κοίταξε με σαρδόνιο ύφος και τα μάτια της έμοιαζαν πολύ με της σινιόρας Σφόρνο.
   "Προτιμώ να έχει δίκιο για σένα ο πατέρας μου κι όχι η μητέρα μου, αλλά μέχρι στιγμής δεν με εντυπωσιάζεις, παρ' όλα τα χρυσαφένια σου μαλλιά. Μπορεί να είσαι ο χαμένος γιος κάποιου ηλίθιου".
   "Θα προσπαθήσω πιο σκληρά".
   "Φρόντισε. Λοιπόν, αυτό είναι το αλφάβητο", είπε και μου έδειξε τις φιοριτούρες. "Λοιπόν. Για κάθε φθόγγο, υπάρχει κι ένα γράμμα της αλφαβήτου. Ας αρχίσουμε με το όνομά σου. Με ποιο φθόγγο αρχίζει;"
   "Λ;"
   "Ωραία. Αυτό λοιπόν είναι το γράμμα Λ. Λάμδα". Μου το έδειξε στην πινακίδα. "Γράψε το τώρα". Ακούμπησε την κερωμένη πλάκα στα γόνατά μου και μου έβαλε το σουβλί στο χέρι. Εγώ κοίταζα ξανά το ρόδινο στόμα της κι όχι το χέρι της, και μου έπεσε το σουβλί.
   "Τς, τς", έκανε εκείνη.
   "Το πιάνω αμέσως", είπα και βούτηξα βιαστικά στο πάτωμα. Η πλάκα απογειώθηκε από τα γόνατά μου κι η Ραχήλ την έπιασε στον αέρα με ένα εκνευρισμένο επιφώνημα. Ανασηκώθηκα κρατώντας το σουβλί, μορφάζοντας χαζά.
   Το μάθημα δεν κράτησε πολύ, αλλά ήταν ανυπόφορο. Τίποτα δεν μπορούσα να κάνω σωστό. Κάθε φορά που προσπαθούσα ν' αντιγράψω τα γράμματα της Ραχήλ μου έπεφτε η πλάκα ή το σουβλί ή έλεγα κάποια βλακεία. Και συνέχεια έγραφα ανάποδα τα γράμματα, χωρίς να καταλαβαίνω το γιατί. Το χέρι μου το έκανε από μόνο του, κι εκείνη γκρίνιαζε συνέχεια. Στο τέλος με κυρίεψε μαύρη απελπισία. Αυτό ήταν το πρώτο μου μάθημα για τη δύναμη που έχουν πάνω στους άντρες οι γυναίκες, κι ας είμαστε εμείς οι δυνατοί. Η απόρριψή τους μπορεί να κουρελιάσει και τους καλύτερους από μας. Αργότερα στη ζωή μου θα συναντούσα τη μεγαλύτερη δύναμη που μπορεί να ασκήσει μια γυναίκα σ' έναν άντρα: τον έρωτα. Αυτό όμως θα γινόταν ύστερα από έναν αιώνα. Εκείνη την ημέρα, όταν ο θεός που γελάει μαζί μας βαρέθηκε το αστείο που έκανε σε βάρος μου, η Ραχήλ αναστέναξε και μάζεψε την πινακίδα και την πλάκα.
   "Αρκετά για σήμερα, Κόπανε... εννοώ, Μπάσταρδε", είπε στριφογυρίζοντας με απελπισία τα μάτια της. "Θα προσπαθήσουμε πάλι αύριο, κι ίσως τα πας καλύτερα".
   "Δεν τ' αφήνουμε για μεθαύριο; Να ξεκουραστώ λιγάκι; Το διάβασμα είναι πιο δύσκολο απ' ό,τι νόμιζα".
   "Σου χρειάζονται δύο μαθήματα την ημέρα, κι όχι ξεκούραση", μου είπε περιφρονητικά κι έφυγε από το στάβλο αφήνοντάς με να σφίγγω στην ιδρωμένη παλάμη μου το σουβλί. Το κοίταξα και θυμήθηκα τον Γκέμπερ που μου είχε ζητήσει να του πάω κάτι. Νά τι θα του πήγαινα.

   Η πόρτα του Γκέμπερ άνοιξε και κλωστές γαλάζιου καπνού βγήκαν έξω θυμίζοντας χέρι που κάνει το ξόρκι για να φύγει το κακό. Μπήκα και πλησίασα ένα από τα μακριά τραπέζια που δίπλα του στεκόταν ο Γκέμπερ.
   "Σου έφερα αυτό..."
   "Σιωπή!" με διέκοψε. Ξανάχωσα λοιπόν το σουβλί στη ζώνη μου και τον παρακολούθησα να αδειάζει προσεκτικά ένα χρυσαφένιο υγρό από ένα θερμασμένο δοχείο σ' ένα ψυχρό. Το θερμασμένο το κρατούσε με κάτι χοντρά, ενισχυμένα δερμάτινα γάντια. "Ξέρεις τι κάνω;" με ρώτησε.
   "Χρυσάφι είναι αυτό;"
   "Είναι κίτρινο, βαρύ, λαμπερό, δουλεύεται με το σφυρί κι έχει την ικανότητα να αντέχει στις δοκιμές των εκτιμητών", μου απάντησε. 
   "Τι;"
   "Χρυσάφι είναι", κατένευσε. "Θα το καθαρίσω με νιτρικό οξύ".
   "Γιατί;"
   "Σκέψου, νεαρέ, ποιος είναι ο σκοπός του καθαρισμού ή εξαγνισμού; Η αποβολή των ακαθαρσιών, η γρήγορη απόκτηση του σκοπού που έχει η φύση... Εξάγνισέ με. Κύριε, αναγέννησέ με με σωστό πνεύμα..." μουρμούρισε. Τα ματογυάλια του είχαν γλιστρήσει στην ιδρωμένη μύτη του. "Θυμάσαι τι σου είπα χτες για το σκοπό της αλχημείας ή θ' αρχίσεις πάλι τις μπούρδες;"
   "Η αλχημεία, είπες, είναι η έρευνα για εκείνο που δεν υπάρχει ακόμα, η τέχνη της αλλαγής, η αναζήτηση των θείων δυνάμεων που υπάρχουν στα πράγματα".
   "Πολύ καλά. Καθόλου μπούρδες. Καταλαβαίνεις τι είναι αυτό που μόλις είπες;"
   "Όχι. Κι επειδή πέρασα το πρωί να μοιάζω χαζός σ' ένα κορίτσι που νομίζει πως ξέρει τα πάντα, δεν έχω όρεξη ν' απαντήσω σε άλλες ερωτήσεις", αποκρίθηκα κατσούφικα.
   "Όμορφο κορίτσι;" ρώτησε γελώντας ο Γκέμπερ. Τον κοίταξα με ξινισμένο ύφος και πήγα σ' ένα τραπέζι κοντά στο παράθυρο, που από πάνω του ανέμιζαν κουρτίνες από γάζα. Ένα μικρό ασπρόμαυρο σκυλί χωρίς πόδια ήταν κομμένο από το λαρύγγι μέχρι το πέος του και το δέρμα του ήταν ανοιγμένο και στερεωμένο με καρφιά έτσι που να φαίνονται οι μύες του. Με συνάρπασε ο τρόπος που συνδέονταν οι μύες κι οι χοντρές φλέβες που τους διέτρεχαν, σαν ποτάμια που διασχίζουν λόφους. 
   "Έκοψες αυτό το σκυλί για να δεις τα μέσα του;" ρώτησα.
   "Ναι, μα μην αγγίξεις τίποτα. Αυτό που βλέπεις λέγεται ανατομία. Άρχισα ανοίγοντας το δέρμα, και θα συνεχίσω με τη σάρκα και το σκελετό".
   "Γιατί κάνεις ανατομία σ' ένα ζώο;"
   "Έχω πολλά να μάθω ακόμα. Τα εκατόν πενήντα χρόνια δεν είναι αρκετά", μου απάντησε αναστενάζοντας.
   "Τόσο γέρος είσαι;" τον ρώτησα έκπληκτος. "Πώς είναι δυνατό;"
   "Πώς είναι δυνατό για κάποιον που κοντεύει τα τριάντα να δείχνει δεκατριών;" αποκρίθηκε και μου έριξε μια λοξή ματιά. "Ο σκεπτόμενος άνθρωπος αναρωτιέται πρώτα για τον εαυτό του. Εμένα, ο χρόνος μου τελειώνει".
   "Ίσως ο γιατρός να μπορεί να σε βοηθήσει", του είπα παρακάμπτοντας το θέμα της ηλικίας και του χρόνου. Δεν ήθελα να βρεθώ ξανά σε δύσκολη θέση, όπως όταν με κατηγορούσαν για την παρατεταμένη νεότητά μου. Ήθελα να επικεντρωθώ σ' αυτό που θα μπορούσε να μου μάθει ο Γκέμπερ: Να κάνω χρυσάφι από φτηνά μέταλλα. Μ' άλλα λόγια, να μάθω πώς να είμαι ασφαλής για πάντα, γιατί όποιος έχει αρκετό χρυσάφι είναι ασφαλής. "Μπορείς στ' αλήθεια να μετατρέπεις φτηνά μέταλλα σε χρυσάφι;" τον ρώτησα.
   "Αυτό μπορεί να το κάνει κάθε καλός αλχημιστής", απάντησε αδιάφορα. "Ακόμα κι ένα σκυλί εκπαιδευμένο στην αλχημεία θα μπορούσε να το κάνει".
   "Θέλω να μάθω!"
   "Θα γίνει κι αυτό σύντομα. Υπάρχουν όμως πιο σημαντικά πράγματα, τώρα που με πολιορκεί η πανούκλα. Θέλω να δημιουργήσω την τέλεια φιλοσοφική λίθο... Θέλω να ζωντανεύω τους νεκρούς, θέλω να δημιουργήσω ένα ομούνκουλο, ένα ανθρωπάριο. Να κυριαρχήσω στη φύση και να αποτρέψω το χάος. Αυτός είναι ο τελικός σκοπός της αλχημείας!"
   Ο τόνος του ήταν τόσο φλογερός και φιλόδοξος, τόσο ανόμοιος με τις θεοσεβείς απεραντολογίες των παπάδων -που οι περισσότερες ήταν ψευδείς- ώστε μου κίνησε το ενδιαφέρον.
   "Μα η φύση δεν είναι το παν;" απόρησα. "Πώς μπορείς να κυριαρχήσεις στο παν;"
   "Πολλοί συμφωνούν μαζί σου... "Η τέχνη είναι τόσο γυμνή κι ατάλαντη που δεν θα μπορέσει ποτέ να δώσει ζωή σε κάτι που απλά θα δείχνει φυσικό... Ο καλλιτέχνης δεν θα φτάσει ποτέ το μεγαλείο της Φύσης, κι ας παλεύει γι' αυτό ολόκληρη τη ζωή..."" Ο Γκέμπερ μου έκλεισε το μάτι. "Έτσι λέει ο ποιητής στην ιστορία της αγάπης για ένα ρόδο".
   "Θα μπορούσα κι εγώ ν' αγαπήσω ένα ρόδο", είπα κι έφερα στο μυαλό μου την εικόνα κάποιων τέλειων ρόδων που είχα δει κατά καιρούς να κρατάνε στην αγορά κάποιες αρχόντισσες. "Το χρώμα, το άρωμα, η απαλότητα των πετάλων του..."
   "Όμως, δεν το αγαπάς πιο πολύ όταν το βλέπεις ζωγραφισμένο; Σαν να είναι φυσικό αλλά ακόμα καλύτερο, φτιαγμένο από την τέχνη του ανθρώπου;" Ανατρίχιασα καθώς αναρωτιόμουν αν ήξερε στ' αλήθεια για τα εσωτερικά μου ταξίδια. Ο Γκέμπερ συνέχισε να με πιέζει. "Το λάθος της λογικής σου, αν δηλαδή μπορείς να την αποκαλέσεις λογική, είναι ότι διαχωρίζεις τη δουλειά μου από τη φύση. Στην πραγματικότητα, με την τέχνη μου κάνω τη δουλειά της φύσης για λογαριασμό της και μαζί της, έτσι που να μου υποταχθεί. "Η κυρα-Φύση είναι τόσο ελεήμων και καλή, που όταν βλέπει τη Φθορά να συμμαχεί με το ζηλόφθονο Θάνατο κι οι δυο τους παρέα να καταστρέφουν τα προϊόντα του εργαστηρίου της, σφυροκοπάει ακούραστα στο αμόνι της αναγεννώντας τα άτομα και φτιάχνοντας καινούργιες γενιές"".
   "Αν ο Τζιότο είχε φτιάξει ένα ρόδο, θα το αγαπούσα περισσότερο", παραδέχτηκα. "Ο Τζιότο όμως στρεφόταν στη φύση για να βρει και το ιερό και το ανίερο. Αντέγραφε εικόνες από τη φύση, έφτιαχνε τους ανθρώπους όπως κινούνται πραγματικά στη ζωή τους. Όπως τους έφτιαξε ο θεός. Αυτό, ανάμεσα στ' άλλα, είναι που δίνει τόση δύναμη κι αγιότητα στους πίνακές του".
   "Ούτε κι η αλχημεία είναι ανίερη τέχνη", αποκρίθηκε ο Γκέμπερ. "Κι ας της παραστέκονται δαίμονες, όπως συμβαίνει με τα πάντα στη ζωή, ακόμα και τους αγίους... Πολλοί ζωγράφοι αγόρασαν τα χρώματά τους από μένα, για ν' αντιγράψουν πιο λαμπερά τη φύση. Ακόμα κι ο μεγάλος Τζιότο".
   "Γνώριζες τον Τζιότο; Ερχόταν εδώ; Έχεις τίποτα δικό του;" Οι λέξεις κατρακυλούσαν σαν βροχή απ' το στόμα μου. Για μια στιγμή ένιωσα το Δάσκαλο δίπλα μου, μ' όλο του το χιούμορ και την ασχήμια, κι η καρδιά μου αναπήδησε στα στήθη μου.
   "Τον ήξερα καλά, όπως κι εσύ". Χαμογέλασε μυστήρια, κι ένιωσα ένα ρίγος στην πλάτη μου. Πώς ήξερε τόσο πολλά για μένα τούτος ο Γκέμπερ; 
   "Μπαστάρντο, Μπαστάρντο!" ακούστηκε αδύναμη η φωνή του Ρόσο από κάτω. Του είχα πει πως θα ήμουν εδώ την ώρα του μεσημεριανού μας διαλείμματος.
   "Μου ζήτησες να σου φέρω κάτι. Ορίστε". Ακούμπησα στο τραπέζι, δίπλα σε κάτι φτερά παγονιού, το σουβλί που χρησιμοποιούσα για γραφίδα.
   "Ένα μυτερό σουβλί;"
   "Μ' αυτό αντιγράφω γράμματα σε μια κέρινη πλάκα, δουλειά που είναι χειρότερη κι απ' το καθαρτήριο", είπα πνίγοντας ένα βογκητό καθώς στο μυαλό μου ερχόταν η ανελέητη μορφή της Ραχήλ, της σκληρής δασκάλας μου.
   "Είναι ένα αλχημιστικό δώρο, μια που έχει σχέση με το μετασχηματισμό", είπε ο Γκέμπερ και χαμογέλασε. Έδειχνε ευχαριστημένος και λιγάκι έκπληκτος. "Οι σκέψεις μετασχηματίζονται σε σύμβολα, που γίνονται λέξεις και σκέψεις ξανά. Η πλουσιότερη αλχημεία..."
   "Μπαστάρντο! Στρατιώτες!" φώναξε βιαστικά ο Ρόσο. Αποχαιρέτησα τον Γκέμπερ και κατρακύλησα στις σκάλες. Ο Ρόσο με περίμενε στο κατώφλι και μου είπε πως έπρεπε να ξαναπιάσουμε δουλειά. Πλησιάσαμε δυο νεκρούς κοντοτιέρους πεσμένους στο λιθόστρωτο, κι είδαμε να έρχονται τρεις έφιπποι στρατιώτες. Οι δυο πρώτοι με κοίταξαν, και τους ανταπέδωσα άφοβα το βλέμμα. Ήμουν ελεύθερος τώρα, δεν χρειαζόταν να σκύβω το κεφάλι και να το βάζω στα πόδια όταν πλησίαζε η αστυνομία. Ο τρίτος όμως έφερε κοντά μου το άλογό του και με έφτυσε. Σήκωσα το κεφάλι κι αντίκρισα το στενό πρόσωπο του Νικολό Σιλβάνο. Για μια στιγμή, μου φάνηκε πως έβλεπα τον πατέρα του. Αλλά ήταν ο Νικολό, ντυμένος με την κόκκινη φορεσιά των αξιωματούχων κι ένα ολοκέντητο σάλι τυλιγμένο στο λαιμό του.
   "Η πόλη πρέπει να χρειάζεται απελπισμένα ανθρώπους για να κάνει αξιωματούχο έναν αλήτη σαν εσένα", είπα κοροϊδευτικά χωρίς να σκουπίσω τα σάλια του απ' το μάγουλό μου.
   "Κάποια παράξενα μάγια πρέπει να σου έχουν κάνει, Μπαστάρντο", αποκρίθηκε εκείνος. "Ο δολοφονημένος πατέρας μου έλεγε συχνά πως δεν είσαι όπως θα έπρεπε. Δείχνεις πολύ νέος για τα χρόνια σου, κι είσαι πολύ δυνατός. Ένα συνηθισμένο αγόρι δεν θα μπορούσε να τον σκοτώσει έτσι... Έχω μιλήσει σε πολλούς για σένα, σε παρακολουθούμε!" Σπιρούνισε το άλογό του κι απομακρύνθηκε, με τους άλλους δυο ξοπίσω του. Έξω φρενών, άρπαξα μια πέτρα και του την πέταξα.
   "Πρόσεχε, Μπαστάρντο", με προειδοποίησε ο Ρόσο. "Ο Νικολό είναι εχθρός σου. Ο φόβος καλπάζει δίπλα στην πανούκλα κι ο κόσμος σκοτώνει στα γρήγορα ό,τι τον κάνει ν' ανησυχεί".
   Ανασήκωσα τους ώμους κι έπνιξα το θυμό μου. Πιάσαμε τα πρησμένα πτώματα από τις μασχάλες και τα σύραμε στο σωρό των νεκρών.

   Τις επόμενες εβδομάδες οι μέρες μου απέκτησαν ένα ρυθμό. Η Ραχήλ με ξυπνούσε πριν από το χάραμα και προσπαθούσε να με μάθει γράμματα. Είχα το ταλέντο να μαθαίνω απ' έξω κείμενα κι ακόμα και να μιμούμαι φωνές, δεν ξεχνούσα ποτέ έναν πίνακα ή ένα γλυπτό έστω κι αν το είχα δει μια φορά μόνο, αλλά το νόημα εκείνων των κατσαρών συμβόλων μου διέφευγε. Δεν ήταν εικόνες που μπορούσα να δω, ούτε ήχοι που μπορούσα ν' ακούσω. Ξεχνούσα πάντα το νόημά τους. Η Ραχήλ τα είχε χάσει με τον αργό τρόπο που μάθαινα, κι απέκτησε τη συνήθεια να με τσιμπάει με τα κομψά και δυνατά της δάχτυλα όταν ξεχνούσα πώς γράφεται ένα γράμμα ή το χάραζα ανάποδα -πράγμα που συνέβαινε σχεδόν πάντα. Μέσα μου, ήθελα κι εγώ να την τσιμπήσω. Πώς όμως μπορούσα να χρησιμοποιήσω βία σε κάποιο κορίτσι τόσο τρυφερό και γεμάτο καμπύλες, που μύριζε τόσο όμορφα; Κι όταν με τσίμπησε για έκτη φορά στο ίδιο σημείο που είχε αρχίσει να μελανιάζει, με το ζόρι κρατήθηκα και δεν της είπα πως έπρεπε να προσέχει, γιατί είχα σκοτώσει αρκετούς άντρες.
   Της ξέφευγα όσο πιο γρήγορα μπορούσα, έτρεχα στο σπίτι να καλημερίσω τους άλλους Σφόρνο και τον Περιπλανώμενο, έπαιρνα μαζί μου ένα κομμάτι ψωμί βουτηγμένο στο λάδι κι ένα κομμάτι τυρί, και πήγαινα να συναντήσω τον Ρόσο στην πλατεία του Διοικητηρίου. Για ώρες, όπως μαζεύαμε τα πτώματα, μου έλεγε ιστορίες για τη γυναίκα και τα παιδιά του. Μου άρεσε να τις ακούω. Κι ύστερα, όταν ο Ρόσο καθόταν να φάει το μεσημεριανό του, έτρεχα να δω τον Γκέμπερ. 
   Την τρίτη ή τέταρτη φορά που πήγα, ο Γκέμπερ με συνάντησε στην πόρτα γελώντας.
   "Έτσι που πας, δεν θα μάθεις ποτέ να διαβάζεις, ωραίε κι αγράμματε μάγε μου", είπε. Το πρόσωπο και τα ρούχα του ήταν πασαλειμμένα με μια λεπτή κίτρινη σκόνη και μύριζε αλάτι και υγρό πετσί. Πίσω του, σύννεφα καφετιού καπνού τριγύριζαν στο δωμάτιο ανάμεσα στα διάφορα αντικείμενα. "Θα σου δώσω κι εγώ ένα μάθημα, για να γλιτώσεις τις τσιμπιές!"
   "Πώς ξέρεις όλα αυτά για μένα;" απαίτησα να μάθω κι αρνήθηκα να μπω στο δωμάτιο αν δεν μου απαντούσε. Στ' αλήθεια όμως, το μπράτσο μου ήταν μελανό από τις τσιμπιές της Ραχήλ.
   "Μου τα λέει η Φιλοσοφική Λίθος", αποκρίθηκε μυστηριωδώς εκείνος, γελώντας πάντα. Μου έκανε ανυπόμονα νόημα να περάσω και βάλθηκε να μου κάνει μάθημα: Πάνω σε μικρά τετράγωνα κομμάτια πανί ζωγράφιζε γράμματα και συνδυασμούς γραμμάτων. Όταν διάβαζα ένα τετράγωνο σωστά επτά φορές, με άφηνε να το πετάξω στο αναμμένο τζάκι και να κοιτάζω τις φλόγες που, σαν από μάγια, βάφονταν μαβιές και πράσινες από το μελάνι.
   Ύστερα από μερικούς μήνες, καθώς η Φλωρεντία ψηνόταν μέσα στο καμίνι της κοιλάδας του Άρνο κι ύστερα δρόσιζε ξανά, και τα πτώματα -αφού έφτασαν σε απίθανα νούμερα- άρχισαν να λιγοστεύουν, τα διπλά μαθήματα έπιασαν επιτέλους τόπο. Τα γράμματα μού αποκάλυψαν τα μυστικά τους κι άρχισαν να μου μιλάνε. Πρώτα ψιθυριστά, κι ύστερα με δυνατούς και καθαρούς τόνους. Σαν άρχισα να διαβάζω πρώτα συλλαβές κι ύστερα ολόκληρες λέξεις, η Ραχήλ έπιασε να γράφει δίπλα στις προτάσεις διάφορους αριθμούς και ποσά. Πριν από την πανούκλα -κι όλοι ελπίζαμε ότι το ίδιο θα συνέβαινε και μετά- η Φλωρεντία με τις τράπεζες και τους εμπορικούς οίκους της είχε πολλούς που ήξεραν να κάνουν λογαριασμούς. Τους ανθρώπους αυτούς τους εκτιμούσαν πολύ στο εμπόριο και χάρηκα όταν έμαθα κι εγώ να λογαριάζω. Τα μαθηματικά μού φάνηκαν εξαρχής λογικά. Μπορούσα πολύ εύκολα να καταλάβω πώς δυο ψωμάκια προστιθέμενα σε τέσσερα βερίκοκα μας κάνουν έξι φαγώσιμα, που μπορούν να διαιρεθούν σε ίσα μερίδια μέσα σε τρεις ώρες, αν τρως δύο την ώρα. Φυσικά, ήταν πιο συνετό να τρως τρία την ημέρα επί δύο ημέρες. Τέτοιου είδους υπολογισμούς είχα μάθει να τους κάνω όταν ζούσα στους δρόμους. Η Ραχήλ ευχαριστήθηκε μαζί μου κι άρχισε να με διδάσκει την ονομαστική αξία των αριθμών, κι ύστερα ένα σύστημα για να κάνω υπολογισμούς με τα δάχτυλα, λυγίζοντάς τα σε διαφορετικές θέσεις. Τα χέρια μου ήταν ανέκαθεν σβέλτα και σύντομα μπορούσα να κάνω περίπλοκους πολλαπλασιασμούς σε λίγα δευτερόλεπτα. Οι μελανιές στα μπράτσα μου άρχισαν να σβήνουν.
   Σαν πήρα φόρα με το διάβασμα, ο Γκέμπερ βάλθηκε να μου μιλάει για άλλα πράγματα. Μου έδειξε τα μέτρα και τα σταθμά, μου έμαθε πώς να υπολογίζω όγκους, μου δίδαξε τις ιδιότητες των μετάλλων και των βοτάνων, μου έκανε μάθημα για τα τέσσερα στοιχεία -φωτιά, αέρα, χώμα και νερό- και τις τέσσερις ιδιότητες -ζεστό, κρύο, υγρό και ξηρό- και μου εξήγησε ότι όλα τα μεταλλεύματα προέρχονται από τον υδράργυρο και το θειάφι. Συζήτησε μαζί μου τις μεταλλάξεις της ύλης, όπως όταν το νερό μέσω της εξάτμισης μεταβάλλεται σε αέρα και μέσω της συμπύκνωσης ξαναγίνεται νερό. Και μου εξήγησε τη διαφορά ανάμεσα στην απλά μιμητική τέχνη που αντιγράφει τη φύση και στην περφεξιονιστική που τη βελτιώνει.
   Ήμουν πρόθυμος μαθητής κι ο Γκέμπερ μου δίδασκε την τέχνη του, αλλά και πολλά άλλα πράγματα. Για παράδειγμα, άνοιξε πάνω σ' ένα από τα τραπέζια του ένα μεγάλο χάρτη και μου έδειξε σε ποια θέση βρισκόταν στην ιταλική μπότα η Δημοκρατία της Φλωρεντίας, με την Τυρρηνική Θάλασσα στα δυτικά και την Αδριατική στα ανατολικά. Μου περιέγραψε τους παλιούς μας εχθρούς Λούκα, Πίζα και Σιένα κι ακόμα και τη μεγάλη πόλη της Ρώμης και με διαβεβαίωσε χαμογελώντας ότι κάποτε θα την επισκεπτόμουν. Όταν μια μέρα του είπα πως μια συμμορία στρατιωτών σκότωσε τρεις άντρες και βίασε τις γυναίκες τους στις εξοχές της πόλης και κανένας δεν έκανε τίποτα, καθώς η κυβέρνηση είχε αποδεκατιστεί από την πανούκλα, εκείνος βρήκε την ευκαιρία να μου μιλήσει για τη διακυβέρνηση της πόλης και την ιστορία της.
   Τη Φλωρεντία την κυβερνούσε η εννεαμελής Σινιορία που τη συμβούλευαν δυο "κολέγια": Οι δώδεκα Μπουονουόμινι, οι καλοί και σοφοί, και οι δεκαέξι Γκονφαλονιέρι ντι Κομπανία, οι σημαιοφόροι, ένας από καθεμιά από τις δεκαέξι συνοικίες της πόλης. Η Σινιορία και τα κολέγια πρότειναν νόμους που εγκρίνονταν από τα δυο συμβούλια, το πόπολο και την κοινότητα. Την τάξη τηρούσαν ξένοι, οι οποίοι απένεμαν και τη δικαιοσύνη. Αυτοί ήταν ο ποντεστά, που ήταν εκπαιδευμένος νομικός, ο Καπιτάνο ντι Πόπολο κι ο Εκτελεστής των Διαταγμάτων της Δικαιοσύνης, οι οποίοι έρχονταν στη Φλωρεντία με εξάμηνες ή ετήσιες συμβάσεις. Πίστευαν ότι ένας ξένος δεν θα ήταν συνδεδεμένος με κάποια ιδιαίτερη "καζάτε" -οικογένεια- κι έτσι θα εξισορροπούσε τις οικογενειακές αντιζηλίες. Η ιδέα αυτή ήταν έξυπνη, γιατί οι ανταγωνισμοί μεταξύ των οικογενειών ήταν ανέκαθεν η μεγάλη πληγή της Φλωρεντίας. Τώρα όμως η πανούκλα είχε θέσει σε κίνδυνο ολόκληρο το σύστημα, η τάξη είχε κλονιστεί κι είχε πεθάνει τόσο πολύς κόσμος που οι "καζάτε" δεν λειτουργούσαν πια σαν σταθεροποιητικοί παράγοντες. 
   Το ότι οι μεγάλες φλωρεντίνικες "καζάτε" κατέπεφταν, μου είπε ο Γκέμπερ, έδειχνε το μέγεθος της καταστροφής που είχε φέρει η πανούκλα. Οι "καζάτε" είχαν εμφανιστεί εκατοντάδες χρόνια πριν. Ήταν οι Ουμπέρτι, οι Βισντομίνι, οι Μπουοντελμόντι, οι Σκάλι, οι Μέδικοι, οι Μαλεσπίνι κ.ά. Οι περισσότεροι από αυτούς είχαν μετοικήσει στην πόλη από τις γύρω επαρχίες για να εξασφαλίσουν και να μεγαλώσουν τον πλούτο τους. Διατηρούσαν τα κτήματά τους και τα δικαιώματά τους σε τοπικές εκκλησίες και μοναστήρια και τις διασυνδέσεις τους με τον κόσμο που κατοικούσε στις πατρογονικές τους περιοχές. Κι ακόμα διατηρούσαν ζωντανό το πνεύμα της βεντέτας που ταλαιπωρούσε ανέκαθεν τη Φλωρεντία και είχε ένα βίαιο ξέσπασμα σε ένα γαμήλιο συμπόσιο στα 1216, που κατέληξε σε μαχαιρώματα.
   "Αυτό ήταν η αρχή εκατό χρόνων ταραχών!" είπε ο Γκέμπερ χτυπώντας τη γροθιά του στο τραπέζι και κάνοντας τις συσκευές να χοροπηδήσουν. "Όλοι στη Φλωρεντία τάχθηκαν με τη μια ή την άλλη παράταξη κι η πόλη χωρίστηκε στα δυο. Εκείνοι που υποστήριζαν τους Μπουοντελμόντι έγιναν το κόμμα των Γουέλφων, υποστηρικτών του Πάπα, ενώ οι υποστηρικτές των Ουμπέρτι έγιναν οι Γιβελίνοι που υποστήριζαν τον Αυτοκράτορα. Οι δυο φράξιες μάχονταν άγρια για την εξουσία, μέχρι που τελικά οι Γιβελίνοι διαλύθηκαν. Τούτο τον αιώνα όμως, το κόμμα των Γουέλφων διχάστηκε κι αυτό κι απ' αυτό προέκυψε η διαμάχη των Νέρι με τους Μπιάνκι". 
   O Γκέμπερ σταμάτησε σαν να ήθελε να συγκεντρώσει τις σκέψεις του κι όπως σήκωσε το κεφάλι, είδα στο λαιμό του ένα μικρό μαύρο σημάδι. Άφησα μια φωνή και το έδειξα -κι εκείνος κούνησε το κεφάλι.
   "Η πανούκλα με σημάδεψε", είπε. "Τότε, λοιπόν, οι Ντονάτι, μια τιμημένη φλωρεντίνικη οικογένεια που ήταν επικεφαλής των Μαύρων, των Νέρι, έγινε έξω φρενών επειδή οι νεόπλουτοι Τσέρκι, που ήταν ηγέτες των Λευκών, των Μπιάνκι, αγόρασαν ένα παλάτσο στη γετονιά τους. Οι Ντονάτι τους επιτέθηκαν και βύθισαν ξανά τη Φλωρεντία στον εμφύλιο πόλεμο".

   Εκείνο το βράδυ ήμουν στο στάβλο και ξέπλενα από πάνω μου την μπόχα της πανούκλας, ακούγοντας αφηρημένα τον Περιπλανώμενο. Έλεγε ότι το σύμπαν αποτελεί μια ισορροπία φωτεινών και σκοτεινών δυνάμεων που φαινομενικά μόνο είναι χωριστές, αλλά στην πραγματικότητα αποτελούν μέρος του ίδιου άμορφου Ενός. Τον μισάκουγα χαμένος στις δικές μου σκέψεις, μια που ο Περιπλανώμενος δεν μπορούσε να με μάθει να φτιάχνω χρυσάφι κι ούτε θα με τσιμπούσε αν έβλεπε πως δεν τον προσέχω. Μέχρι που ήρθε κι ο Μοσέ Σφόρνο, για να πλυθεί κι αυτός.
   "Τριγύριζα στην πόλη φροντίζοντας αρρώστους, Λούκα, κι άκουσα σε πολλές μεριές ν' αναφέρεται τ' όνομά σου", μου είπε σοβαρά, παίρνοντας το σαπούνι της αλισίβας. Από τα μαθήματα του Γκέμπερ, ήξερα πια πως το σαπούνι αυτό περιείχε ποτάσα, που ήταν ισχυρό καθαριστικό και απολυμαντικό.
   "Πώς τον αποκαλούν;" ρώτησε ο Περιπλανώμενος, που είχε καθίσει στο τρίποδο σκαμνί και χάιδευε τον παχύ γκρίζο γάτο. "Βέβαια, το ερώτημα είναι -και το σωστό ερώτημα είναι το παν- του έδωσαν όνομα ή του πήραν το όνομά του; Γιατί η απώλεια του ονόματός του είναι ίσως το πρώτο βήμα στη μακριά ανάβαση πάνω στο δέντρο της ζωής, μέχρι την Πηγή της". 
   "Εγώ δεν θέλω να μου πάρει κανείς το όνομά μου", είπα πεισματάρικα. "Το Λούκα Μπαστάρντο μπορεί να με κάνει κατώτερο από άλλους, αλλά είναι δικό μου. Και σκοπεύω να κάνω μεγάλα πράγματα μ' αυτό!"
   "Τον αποκαλούν μάγο", αποκρίθηκε ο Σφόρνο. "Οι νεκροθάφτες που αρρωσταίνουν και ο κόσμος που έχει δει τον Λούκα να μαζεύει νεκρούς, τον κουτσομπολεύουν. Έχουν στερηθεί τις συνηθισμένες διασκεδάσεις τους κι η θωριά του Λούκα, όπως και το παρελθόν του, είναι συναρπαστικά. Όλοι έχουν ακουστά για τον Σιλβάνο, αν και κανείς δεν ενδιαφέρεται για το θάνατό του. Οι πατέρες της πόλης έχουν άλλες σκοτούρες".
   "Απ' την άλλη, τα θεία ονόματα ξετυλίγονται σύμφωνα με ένα δικό τους νόμο", συνέχισε τη σκέψη του ο Περιπλανώμενος ανασηκώνοντας τους ώμους. Τα ζώα του στάβλου μουγκάνισαν και χλιμίντρισαν κι ακόμα κι ο γάτος νιαούρισε, λες κι ανταποκρίνονταν στα λόγια του. Ο Σφόρνο μου πήρε τη βούρτσα και τη βούτηξε στη σκάφη με το νερό.
   "Λένε πως κάνει μαύρη μαγεία για να παραμένει νέος και ωραίος. Λένε πως κανένα συνηθισμένο παιδί δεν θα μπορούσε να σκοτώσει οκτώ άντρες μέσα σε μια νύχτα, εκτός κι αν το βοηθούσαν οι λεγεώνες της κόλασης. Λένε πως έχει παραμείνει παιδί πάρα πολύ καιρό".
   "Λένε πως σκοτώνει τα μωρά των Χριστιανών και τους πίνει το αίμα, όπως λένε και για μας;" μίλησε κοροϊδευτικά ο Περιπλανώμενος. "Καλώς όρισες στη φυλή μας, λυκόπουλο! Σε διάλεξε κι εσένα ο θεός και σε περιμένουν βάσανα κι αγώνες". Έσκυψε και μου έδωσε μια στην πλάτη με το παχύ του χέρι και με τράνταξε ολόκληρο. Τον αγριοκοίταξα κι εκείνος μου έκανε ένα μορφασμό.
   "Ο γιος του Σιλβάνο λέει ένα σωρό ιστορίες", συνέχισε ο Σφόρνο. "Κι οι λιγοστοί Φλωρεντινοί που έχουν απομείνει ζωντανοί τον ακούνε. Ο κόσμος πιστεύει ό,τι ανοησία ακούσει όταν είναι φοβισμένος".
   "Δεν μπορούν να κάνουν πολλά τώρα. Αρκετά παιδεύονται με το μάζεμα των πτωμάτων", του είπα καθώς γδυνόταν για να σαπουνιστεί. Το πλατύ του στήθος ήταν δυνατό και τριχωτό. Παρ' όλο που είχα δει πολλούς άντρες γυμνούς, γύρισα αλλού τα μάτια μου.
   "Καλύτερα να αποφεύγεις συγκεντρωμένους ανθρώπους", μου είπε. "Το πλήθος μεταβάλλεται εύκολα σε δολοφονικό όχλο".
   "Τώρα πια ούτε δέκα άνθρωποι δεν μαζεύονται στο δρόμο", αποκρίθηκα. "Φοβούνται πολύ την πανούκλα. Η μισή πόλη είναι νεκρή". Τρίφτηκα δυνατά μ' ένα χοντρό μουσκεμένο πανί. "Σινιόρε Σφόρνο, κάποιος γνωστός μου χρειάζεται γιατρό. Θα έρθεις;"
   "Θα έρθω κι εγώ", πετάχτηκε ο Περιπλανώμενος, τεντώθηκε και χασμουρήθηκε. "Χρειάζομαι λίγη διασκέδαση. Μοσέ, λες να έχει φτιάξει αρνάκι για βραδινό η όμορφη σύζυγός σου;"
   "Δεν ξέρω τι βρήκε στο χασάπη σήμερα. Αν βρήκε τίποτα, δηλαδή, στο μοναδικό Εβραίο χασάπη που έχει απομείνει".
   "Οι Εβραίοι είναι τυχεροί που συναλλάσσονται μεταξύ τους. Τα τρόφιμα είναι ελάχιστα", είπα εγώ. "Μπορείς να χτενίσεις ολόκληρη την πόλη και να μη βρεις ούτε τρία αυγά. Κανείς δεν έρχεται από τις εξοχές για να φέρει φρέσκα τρόφιμα. Οι αγορές είναι έρημες κι ο κόσμος πεινάει".
   "Θα έχουμε προβλήματα όταν οι επιζώντες από την πανούκλα αρχίσουν να πεθαίνουν από την πείνα", είπε ο Σφόρνο κι αντάλλαξε ένα βλοσυρό βλέμμα με τον Περιπλανώμενο.
   "Οι Εβραίοι είναι οι αποδιοπομπαίοι τράγοι για όλα", είπε κουρασμένα ο Περιπλανώμενος κι όλο του το κέφι έσβησε μεμιάς. Το χαρακωμένο του πρόσωπο πήρε τόσο θλιμμένη έκφραση, που έλεγες πως είχε δει περισσότερο πόνο και βάσανα από κάθε άλλον άνθρωπο. Σύντομα όμως ξαναβρήκε το ειρωνικό του ύφος. "Θα υπάρχει πάντα μια άλλη χώρα για να δραπετεύσουμε", είπε.
   "Του χρόνου στην Ιερουσαλήμ", μουρμούρισε ο Σφόρνο.
   "Αμήν" αποκρίθηκε ο Περιπλανώμενος.


Σλάτον Λ. Τρέισι, Ο Αθάνατος, (μετφ. Γιάννης Σπανδωνής), εκδ. Ωκεανίδα, Αθήνα 2008 

Δεν υπάρχουν σχόλια: