Ποίηση

Ποίηση

Ποίηση

Ποίηση

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

[ Ο ΔΡΑΠΕΤΗΣ ΤΟΥ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟΥ ]

   
Στο τρίστρατο απόθεσε καταγής τη θήκη με τη βιόλα του ο κοντόχοντρος ανθρωπάκος. Κάθισε πάνω στην ταξιδιωτική τσάντα ν' αναπαυτεί λιγάκι και με το βλέμμα μέτρησε τους δρόμους που ανοίγονταν ακτινωτά μπροστά του. Είχε φτάσει με βήμα γρήγορο ως εκεί, για να προλάβει την ταχυδρομική άμαξα του Πιζίνο. Ίσαμε πού θα πήγαινε; Ακόμη δεν μπορούσε ν' αποφασίσει.
   Έτσι σκυφτός όπως καθόταν, κουβαράκι, μισοκρυμμένος μέσα στα κουρέλια μιας χαμηλής συννεφιάς που έγλειφε τον ορεινό δρόμο, έμοιαζε με γκριζωπό θάμνο. Τούφες από τ' άταχτα μακριά μαλλιά του ξεφεύγαν από την κορδέλα που τα κράταγε δεμένα πίσω απ' το κεφάλι του κι ο άνεμος που φυσούσε στα υψώματα τα παράσερνε πέρα δώθε σαν φύκια κολλημένα σε θαλάσσιο βράχο.
   Πάλευε μην αποκοιμηθεί -γιατί δεν είχε κλείσει μάτι όλο το βράδυ στο πανδοχείο και προσπαθούσε να πάρει απόφαση, τώρα καθώς περίμενε, προτού χρειαστεί να πει στον αμαξά ποιος είναι ο προορισμός του.
   Ερχόταν από την καρδιά της βόρειας Ιταλίας, από το Βένετο. Είχε ταξιδέψει με άμαξα, μεγάλες διαδρομές τις είχε κάνει πεζοπορώντας, είχε ανέβει σε κάρα αγροτικά που σέρναν βόδια αργοβάδιστα, είχε καθίσει πίσω από καβαλάρηδες που δέχτηκαν να τον μεταφέρουν για σύντομες αποστάσεις, από χωριό σε χωριό, μέσα στην εύφορη κι υγρή πεδιάδα.
   Εδώ και λίγους μήνες η Ιταλία βρισκόταν σε μεγάλη αναταραχή: η Ρώμη είχε κι αυτή ανακηρυχθεί δημοκρατία τον Αύγουστο της χρονιάς εκείνης, του 1798. Και οι Ρωμάνοι, με χαιρεκακία που δύσκολα κρυβόταν, λέγαν καμαρώνοντας πως ο Βοναπάρτης θα υποχρέωνε ακόμα και τον Πάπα να του παραχωρήσει τις δικές του κτήσεις. Οι πόλεις έβραζαν από τα συντάγματα του απελευθερωτικού στρατού των Επαναστατών, οι πολίτες συγκεντρώνονταν και λογομαχούσαν ζωηρά για την κατάργηση των τίτλων της αριστοκρατίας και για τον αναδασμό της γης. Στο Ρέτζιο-Εμίλια, στη Μπολώνια, στη Βερόνα, ο μικρόσωμος ταξιδιώτης ανάσαινε, όπως σε τόσα άλλα μέρη της Ιταλίας εκείνη τη χρονιά, τον γοητευτικό και άγριον αέρα της δημοκρατίας, που είχε σα θύελλα φυσήξει πίσω από τις Άλπεις κι είχε φτάσει στην ευλογημένη, την ηλιόλουστη χώρα, ανακατεμένος με τα ζωηρά τραγούδια των Γάλλων, τις στριγγές νότες από τα πίφερα, το βρόντο από τα ταμπούρλα και τη μυρωδιά του βασιλικού αίματος.
   Το Βένετο -που είχε δοθεί με συνθήκη στους Αυστριακούς- έμοιαζε να σωπαίνει δύσθυμο. Περνώντας τα φυλάκια στους κύριους δρόμους που οδηγούσαν στα εδάφη της κάποτε περήφανης Δημοκρατίας του Αδρία, καθώς ο αέρας ανέβαινε πνιγερός από τις υγρές πεδιάδες κι ο μολυβένιος ουρανός άφηνε τη μέρα να κυλά ολόκληρη μέσα σ' ένα σκυθρωπό λυκαυγές, μια αψάδα από τις θαλασσινές αύρες έφτανε πού και πού στα ρουθούνια του ταξιδιώτη. Τα αραιά χωριά, που πύκνωναν στο δρόμο προς την πολυάνθρωπη πρωτεύουσα, έδειχναν έρημα.
   Κάποιος που απέφευγε να διασταυρωθεί με τους δραγώνους του Αυτοκράτορα, θα 'κανε καλύτερα να μην κυκλοφορεί στα μέρη εκείνα. Όμως η Βενετία, ακόμα και με τις κάτασπρες στολές των Αυστριακών να μυρμηγκιάζουν στις πλατείες και στα κανάλια της, ήταν ο καταλληλότερος τόπος για όποιον, όπως αυτός, ήθελε να περάσει απαρατήρητος. Εκεί τουλάχιστον, η γερμανική του προφορά δεν κινδύνευε να προκαλέσει περίεργα βλέμματα ή να του κοστίσει κάποιον έλεγχο. Τα χαρτιά του έγραφαν βέβαια πως λέγεται Χρυσόστομος Μαζαρίνι, αλλά ένας μουσικός μπορεί να χρησιμοποιεί ιταλικό ψευδώνυμο, αν μάλιστα κερδίζει τη ζωή του παίζοντας μαζί με τους ντόπιους συναδέλφους του σε αυτοσχέδια συγκροτήματα.
   Στα μέρη πάλι που είχαν κερδίσει οι Γάλλοι, και όπου κάθε τάξη είχε καταλυθεί, οι δρόμοι ήταν γεμάτοι από αγρότες που παρατούσαν τα χωράφια κι έτρεχαν στις πόλεις ν' ακούσουν τις διακηρύξεις των Ελευθερωτών του Λαού. Ανάμεσα στην κοσμοπλημμύρα που 'μοιαζε ποτέ να μην καταλαγιάζει, ποτέ να μην κοιμάται και ποτέ να μην αδειάζει τις πλατείες και τις εισόδους της πόλης, κάθε λογής στοιχεία κυκλοφορούσαν. Οι Ιταλοί δεν νοιάζονταν γι' αυτούς, ένας μουσικός πάντα είναι ευπρόσδεκτος. Και δεν φοβούνται τους ξένους. Οι Γάλλοι στρατιώτες όμως, που έπεφτες πάνω τους σε κάθε γωνιά, έναν Αυστριακό (και μάλιστα με ιταλικό όνομα στα χαρτιά του) τον βλέπαν σαν κατάσκοπο. Δεν χρειάζονταν πολλές διατυπώσεις για να βρεθεί με την πλάτη ακουμπισμένη στις σκληρές πέτρες κάποιου μανδρότοιχου, απέναντι σε έξι τουφέκια με τις γυαλιστερές ξιφολόγχες τους να σημαδεύουν προτεταμένα ίσια πάνω στο στήθος του.
   Ο κοντούλης άνθρωπος, που πάλευε την ώρα εκείνη να κρατήσει ανοιχτά τα μάτια κάτω από την τσουχτερή υγρασία του βουνού, ήταν στην πραγματικότητα ένας εξόριστος, ένας φυγάς. Είχε καταραστεί κι εγκαταλείψει, χρόνια τώρα, ορκισμένος να μην ξαναγυρίσει εκεί ποτέ, τον τόπο του, την Αυστρία. Την Αυστρία που σαν φάντασμα τον κυνηγούσε: όχι μόνο τους επίτροπους με τα εντάλματά τους, όχι μόνο τους παλιούς του φίλους και υποστηρικτές για τα χρέη που τους είχε αφήσει απλήρωτα, αλλά μια ολόκληρη ζωή που είχε καταστραφεί κι είχε κουρελιαστεί κάτω από τους ανέμους της μοίρας χωρίς τίποτα να μπορέσει να το σταματήσει.
   Κρυφά είχε φύγει, είχε αλλάξει όνομα, είχε αποκτήσει νέα ταυτότητα πλαστή, και μ' αυτήν γύριζε την Ιταλία κι έζησε όπως όπως για επτά ολόκληρα χρόνια. Σήμερα σε μια πόλη, αύριο σε χωριό, την άλλη φιλοξενούμενος σε κάποιο μοναστήρι, την παράλλη σε κανενός ματαιόδοξου επαρχιώτη άρχοντα ή μεγαλουσιάνου, που ήθελε να μαϊμουδίσει τους αριστοκράτες της Ευρώπης δίνοντας χορούς και κοντσέρτα.
   Η χαρτοπαιξία κι ο τζόγος -παλιά του πάθη- ήταν το νέο του επάγγελμα. Μεθούσε στα τραπέζια της τύχης και τα σπάνια χαμόγελά της του πρόσφεραν μιαν ανατριχίλα δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με τα ελάχιστα κέρδη που συγκέντρωνε. Πιο εύκολος τρόπος από τη μουσική να βγάζει τα έξοδά του -πολλές φορές τον είχε συντηρήσει, αλλά κι αρκετές τον είχε χαντακώσει, κι είχε περάσει βδομάδες σε επαρχιακές φυλακές. Γλίτωνε χάρη στο καλό του άστρο. Στη Βενετία ήταν μόνιμος θαμώνας στη "Λέσχη των Φίλων της Όπερας". Καμιά σχέση με την όπερα: ήταν ένα "καζίνο" που είχαν ιδρύσει έμποροι, και κάποιοι πατρίκιοι είχαν σ' αυτό πόντους. Βρισκόταν στα περίχωρα της ένδοξης πόλης, πάνω στην Τέρρα Φέρμα. Οι παίχτες φορούσαν βενετσιάνικες μπάουτες στα πρόσωπα και χάναν ψιθυριστά (δεν επιτρεπόταν να μιλήσεις μεγαλόφωνα) περιουσίες. Στους μπουφέδες αγόραζες τσάι, σοκολάτα, καφέ και κάθε είδους ποτό. Κι αν ήσουν πεινασμένος, τυρί, σαλάμι, γλυκίσματα ή μόλις ξεφουρνισμένα παστίτσια. Έχανε στο μπιριμπί, στην πασέτα, στο φαραώ. Χαμηλόφωνα οι μπανκιέρηδες αναγγέλλαν το παιχνίδι: πάρολι, σέτε, κουίντιτσι, σότο λα πρίμα, τέρτσο τίρο. Καμιά φορά κέρδιζε. Θα τα 'χανε την επόμενη στο μπιλιάρδο, στη ρουλέτα ή στα ζάρια -στα παιχνίδια των καταγωγίων. Μεθοκοπούσε με τ' ασυναγώνιστα κρασιά του Νότου, για μεγάλα διαστήματα έμενε στο κρεβάτι άρρωστος και σηκωνόταν για ν' αρχίσει πάλι απ' την αρχή.
   Ο τρίτος δρόμος που ανοιγόταν, πίσω του ακριβώς, ήταν σημαδεμένος από μια πιο μικρή πινακίδα κι έστελνε κατευθείαν στο Μαρτινιάνο, ένα μικρό χωριό κοντά στο μοναστήρι του Σαν Μάρκο Μαρτινιάνο, όπου οι καλόγεροι είχανε νοσοκομείο φημισμένο για τη θεραπεία της αρρώστιας που τον ταλαιπωρούσε. Για να φτάσει εκεί, χρειαζόταν λίγη ώρα ξεκούραση και μια πεζοπορία γύρω στα επτά μίλια - έτσι έγραφε η πινακίδα του οδοδείκτη. Ωστόσο αν διάλεγε το δρόμο αυτόν, ήταν πια σίγουρο πως θα 'χανε για πάντα την κανονισμένη συνάντηση με τους συντρόφους του, στην Τεργέστη. Σε δύο με τρεις μέρες, σε μια βδομάδα το πολύ, είχανε πει, θα έρχονταν να τον βρούνε, αφού πρώτα κανονίζαν τις δουλειές τους και εισπράτταν τα λεφτά που τους χρωστούσανε. Εκείνος είχε φύγει νωρίτερα.
   Πριν λίγους μήνες, σ' ένα πλουσιόσπιτο της Πάντοβας είχε, απρόσμενα, την πιο εφιαλτική εμπειρία απ' όσες του είχαν τύχει τόσα χρόνια στην Ιταλία. Κρυμμένος πίσω από κάποιον με μαλλιαρή περούκα της παλιάς μόδας, είχε προβάλει -φοβερό φάντασμα από το παρελθόν- ο βαρόνος Βάλσεγκ. Ναι, ο ίδιος εκείνος ο Βάλσεγκ, που ήξερε όλους όσους αυτός ήθελε να τον νομίζουνε νεκρό, θαμμένον στον δημοτικό τάφο των απόρων⋅ ο Βάλσεγκ, που τον είχε με μίσος καταδιώξει! Εκείνη η παλιά ιστορία από το ταξίδι για την Πράγα... Ο άνθρωπος που μια λέξη του αν έφτανε στ' αυτιά της αυστριακής αστυνομίας, θα ξανάρχιζε το ατέλειωτο μαρτύριο μιας ύπαρξης και μιας ζωής που τόσο προσεχτικά την είχε θάψει, προτού να εξαφανιστεί από τον τόπο του για πάντα.
   Έπειτ' από επτά χρόνια που είχε να τον δει, τον γνώρισε κι ας είχε τόσο αλλάξει⋅ η έντονη γρυπή μύτη είχε γίνει πιο σαρκώδης και κόκκινη, δυο βαθιές χαρακιές πλαισίωναν το στενό στόμα του. Αλλά ήταν ο ίδιος. Για μια μόνο στιγμή έδειξε κι ο βαρόνος πως δεν πίστευε τα μάτια του, σίγουρα η ελαφριά του μέθη θα έφταιγε! Αλλά μια λάμψη στο βλέμμα του μαρτυρούσε πως ξαφνικά η πραγματικότητα τον είχε κι αυτόν χτυπήσει κατάστηθα⋅ και δεν θα το ξεχνούσε!
   Σίγουρα θα 'γραφε στη Βιέννη, σ' όλους τους γνωστούς. Σίγουρα θα το μάθαινε, από τους πρώτους, η γυναίκα του⋅ σίγουρα θα το μάθαινε κι εκείνος -ο στρατιωτικός με τ' αγέρωχο ύφος και τ' ανόητα μουστάκια που έξυναν, χρόνια τώρα, τα μάγουλά της. Κι όσο και να ορκιζόταν η αδελφή της, η "μικρή" Σοφία, πως η ίδια του είχε κλείσει τα μάτια, πως με τη βοήθεια της Μαριάννε Γκότλιμπ τον είχαν πλύνει, έτσι λίγο, πρόχειρα, προτού να τον τυλίξουν στο μαύρο καλογερικό ράσο του και να τον παραδώσουν στους νεκροθάφτες για το μοναχικό του ξόδι -η γυναίκα του τον Βάλσεγκ θα πίστευε κι όχι την αδελφή της.
   Το είχε λοιπόν σκάσει, πηδώντας απ' το μπαλκόνι στον κήπο. Κι έπειτα το 'βαλε στα πόδια και δεν σταμάτησε να τρέχει παρά σαν κάποτε έφτασε, κόκκινος, με τις φλέβες πεταγμένες σα σκοινιά, στο πανδοχείο του. Πότε θα μάζευε τα πράγματά του, ποιο δρόμο θα 'παιρνε⋅ ν' απομακρυνθεί από την Πάντοβα το γρηγορότερο, να μην επιστρέψει.
   Η τύχη τού είχε χαμογελάσει με τα πρόσωπα δυο νεαρών Ιταλών που την επόμενη κιόλας μέρα γνώρισε στο νέο του, πρόχειρο καταφύγιο: ένα πανδοχείο στην άκρια της πόλης. Ήταν απ' αυτές τις παράξενες, μοιραίες συναντήσεις της ζωής, που καταλήγουν σε μια σχέση θερμή κι ειλικρινή. Αμέσως τους εμπιστεύτηκε ένα μεγάλο μέρος από τα μυστικά του (όχι όλα) κι αυτοί τον συμβούλεψαν ν' αφήσει την Πάντοβα και να ζητήσει κρυψώνα στους υδάτινους δαιδαλόδρομους της πολυθόρυβης Βενετίας.
   Σύντομα τον αντάμωσαν εκεί, κι όλοι μαζί στεγάστηκαν για κάποιο διάστημα σ' ένα από τα πολλά κρησφύγετα που χρησιμοποιούσαν οι ίδιοι.
   Παράξενη σύμπτωση: ο Αντόνιο κι ο Τζανφράνκο, που έρχονταν απ' τη Ρώμη, ήταν κι αυτοί φυγάδες. Με χίλιες δυο προφυλάξεις έβγαιναν απ' το σπίτι και πάντα κρυμμένοι με μάσκα και καπέλο, πάντα καλά οπλισμένοι. Ο μουσικός όπλα ούτε είχε ούτε γνώριζε τη χρήση τους.
   Κι ενώ ο εχθρός και ο διώκτης των δυο Ιταλών παρέμενε άγνωστος και μυστηριώδης -ο δικός του διώκτης, ο βαρόνος Βάλσεγκ, ξαναβγήκε απρόσμενα μπροστά του. Έπειτ' από την Πάντοβα τον συναντούσε και πάλι στη Βενετία.
   Ανάμεσα στα πλήθη που συνωστίζονταν στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, ανάμεσα στα πολύχρωμα ρούχα, στις στρατιωτικές στολές, στις μάσκες και στις μακριές κάπες που έκρυβαν πρόσωπα και σώματα, στις μύριες γλώσσες που βούιζαν ολόγυρα -τον ξαναείδε, ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο κάτω από ένα φανάρι. Τα βλέμματά τους άστραψαν σαν στιλέτα, οι κραυγές της οργής και της φρίκης ξεπήδησαν απ' τα στήθη τους κι αμέσως, ο κοντούλης μουσικός έστριψε και τρέχοντας εξαφανίστηκε, σκοντάφτοντας πάνω στους περαστικούς.
   Μέσα στον τρόμο του, μια έντονη διάθεση να παραδοθεί τον είχε καταλάβει, να τελειώνει πια. Όμως οι φίλοι του, που τα τεχνάσματα κι η ικανότητά τους να ξεφεύγουν δεν είχαν τέλος, κατάστρωσαν το σχέδιο για μια νέα, κοινή φυγή -και των τριών τους. Γιατί η Βενετία είχε και για κείνους πάψει να είναι ασφαλής. Αυτός που τους καταδίωκε, από τη Ρώμη ακόμα, είχε καταφέρει να τους εντοπίσει.
   Η λύση ήταν μία: να φύγουν οριστικά από την Ιταλία. Το σχέδιο καταστρώθηκε, συμφωνήθηκε. Περιλάμβανε δύο στάδια. Τεργέστη, ο πρώτος σταθμός. Δεύτερος το Λεβάντε, οι νότιες θάλασσες, το Ιόνιο. Ο μουσικός, που δεν είχε λόγους να καθυστερεί, θα 'φευγε πρώτος. Σε καμιά βδομάδα το πολύ, θ' ακολουθούσαν και οι σύντροφοί του.
   Η Τεργέστη ήτανε γαλλική κι η θάλασσα ένας δρόμος πάντα ανοιχτός. Το μεγάλο ελεύθερο εμπορικό λιμάνι ήτανε μέρος το ίδιο ασφαλές και το ίδιο επικίνδυνο, όσο κι η Βενετία. Ένας Αυστριακός φυγάς, όπως αυτός, κινδύνευε τελικά όπου και να βρισκόταν: στα μέρη των Γάλλων σαν Αυστριακός, στα μέρη των Αυστριακών σαν φυγάς. Το Βένετο ήταν τόσο κοντά στην Τεργέστη όσο ήταν και τα εδάφη της Αυστρίας, λίγα χιλιόμετρα πιο βόρεια. Ο κίνδυνος για ένα καινούργιο συναπάντημα με τον βαρόνο, ή με τίποτε ντόπιες σπίες που μπορεί να τον ξετρυπώναν σαν τα κυνηγόσκυλα και να τον παραδίναν κατευθείαν στην αγκαλιά του, ήταν μεγάλος. Όχι. Αν πατούσε πόδι στην Τεργέστη, έπρεπε να 'ναι για λίγες μόνο μέρες, για λίγον καιρό -ίσαμε να μπαρκάρει με τους άλλους δυο για το Λεβάντε.
   Άρρωστος και κουρασμένος καθώς ήταν, ένα τέτοιο ταξίδι έμοιαζε τόλμημα απίστευτο⋅ συχνά ακόμα κι η Ιταλία του φαινόταν τόπος εξωτικός, πιότερο απ' όσο μπορούσε ν' αντέξει ένας "τίμιος Γερμανός". Ίσως κατάφερνε να κρυφτεί για κάποιο διάστημα στην Τεργέστη. Κι αν τελικά δεν ακολουθούσε τους φίλους του στο Λεβάντε, ίσως το αποφάσιζε να τραβήξει πιο ανατολικά, στη Δαλματία. Κι εκεί κινδύνευε, αλλά το μέρος ήταν πιο απομακρυσμένο από τη Βιέννη απ' ό,τι η Τεργέστη.
   Έπρεπε μήπως να μελετήσει πιο σοβαρά αυτόν τον τρίτο δρόμο που ανοιγόταν πίσω του, για το μοναστήρι του Σαν Μάρκο και τους φημισμένους καλογερογιατρούς; Ως τότε δεν είχε ασχοληθεί σοβαρά με την υγεία του. Το μόνο που έκανε ήταν να ξεκουράζεται, να φροντίζει κάπως το φαγητό του, να περιορίζει το πιοτό και να κοιμάται. Καιρός για κάτι πιο αποτελεσματικό... Κι έπειτα -ένα μοναστήρι είναι καλή κρυψώνα, εκεί υπάρχει άσυλο ακόμα και για τους εγκληματίες. Ο βαρόνος Βάλσεγκ δεν θα έφτανε ποτέ στην πόρτα του⋅ κι όταν κάπως θα 'χε φροντίσει τον εαυτό του, ακόμα και στο Λεβάντε μπορούσε αργότερα να πάει, να βρει τους δυο του φίλους. Πλοία φεύγαν διαρκώς από την Τεργέστη για τις νότιες θάλασσες.
   Ποτέ δεν ήταν ικανός να παίρνει αποφάσεις. Αφηνόταν στην τύχη, η σύμπτωση κρατούσε πάντοτε τα χαλινάρια της ζωής του. Προτού ακόμη να διακρίνει, άκουσε από μακριά την άμαξα που ερχόταν, τον κρότο από τα πέταλα πάνω στο σκληρό δρόμο. Για λίγο η καρδιά του χτύπησε δυνατά· τα επιχειρήματα, οι μνήμες, οι φόβοι, όλα έρχονταν ανακατεμένα και στροβιλίζονταν, σαν τρομαγμένο σμήνος πουλιών που ρίχτηκε στη μέση τους γεράκι. Καμιά απόφαση δεν θα 'παιρνε, σκέφτηκε τότε και παράτησε πια την προσπάθεια. Η άμαξα θα σταματούσε μπρος του, η πόρτα θ' άνοιγε, ο οδηγός θα τον ρωτούσε για πού πάει και θα τον βίαζε να τακτοποιήσει  την ταξιδιωτική του τσάντα στην οροφή· ύστερα θα βρισκόταν ανάμεσα σε άγνωστους, που θα τον κοίταζαν ενοχλημένοι, όπως πάντα οι επιβάτες σαν κάποιος καινούργιος έρθει να καθίσει δίπλα σ' αυτούς που έχουν κάνει κάμποσα μίλια συντροφιά.
   Το πιο ψύχραιμο, το "γερμανικό" τμήμα του μυαλού του, φώναζε να στρέψει τη ράχη στην άμαξα και να τραβήξει για το μοναστήρι. Όμως ο τρόμος, παλιό ανακλαστικό, ακατανίκητο, τον έκανε να κλείσει ακόμη μια φορά τ' αυτιά του. Χρόνια τώρα έκανε το ίδιο. Πήδηξε στα σκαλιά και μπήκε. 
   "Τεργέστη", ήταν η μονολεκτική του απάντηση στον οδηγό.

   [...] Αναστέναξε δυνατά. Είχε απομείνει τελευταίος, γράφοντας, με τη μύτη κολλημένη σχεδόν πάνω στο χαρτί. Άφησε κάτω το φτερό, τεντώθηκε ν΄ακουμπήσει τη ράχη του πάγκου κι αμέσως άρχισε να κοιμάται μπροστά στο ποτήρι του. Καθώς είχε κοπάσει ο θόρυβος απ' τη βροχή στο λιθόστρωτο, ο κάπελας άκουσε το στεναγμό κι έστρεψε να δει. Νόμιζε πως το μαγαζί είχε αδειάσει και με το βοηθό του, τον Μπρούνο, είχαν αρχίσει να μαζεύουνε πιατικά, ποτήρια και τσότρες. Ο Μπρούνο ήταν στραβοκάνης, κουτσός και του έλειπαν τα δυο μπροστινά δόντια· αλλά το μάτι του έκοβε. Από τα ψαρόξανθα μαλλιά και τις ξεχτένιστες τρίχες που του σκέπαζαν το πρόσωπο γνώρισε αμέσως τον Χρυσόστομο Μαζαρίνι, τον άνεργο βιολιστή.
   Καμιά βδομάδα τώρα είχε που πρωτοφάνηκε ο νέος πελάτης. Κάθε βράδυ τα ίδια· με το τελευταίο ποτήρι ο ύπνος τον έπαιρνε καθιστόν. Δεν κουτούλαγε, όπως αυτοί που πίνουν ίσαμε να χάσουν τις αισθήσεις τους, ούτε κατρακυλούσε από τον πάγκο στο πάτωμα. Στη στάση αυτή τον έβρισκε ο ύπνος και τον έχτιζε μέσα στο καλούπι του. Έμοιαζε με τ' αγάλματα των αγίων που λιτάνευαν στους δρόμους. Τα δάχτυλα του δεξιού χεριού του συχνά έμεναν αγκυλωμένα στη θέση της ευλογίας -ο μέσος λυγισμένος προς τα μπρος, ο λιχανός ανασηκωμένος προς τα πίσω, ξεχασμένος σε μια κίνηση που ποτέ δεν ολοκληρωνόταν.
   Στο βλέμμα του κάπελα βουβά αποκρίθηκε ο βοηθός -βαρύς δεν ήτανε και αντίσταση δεν έφερνε. Και χθες τα ίδια: τον είχε ανασηκώσει σαν να 'ταν πούπουλο και τον άφησε με την πλάτη ν΄ακουμπάει στο παραπέτο της γέφυρας. Από το κρύο ο Μαζαρίνι ξυπνούσε.Ψαχνόταν να δει αν οι τσέπες του είχαν ακόμα τα περιεχόμενά τους. Ύστερα, τοίχο τοίχο, τον κατάπινε η ομίχλη του λιμανιού.
   Του Μπρούνο του άρεσε ένας καλός καυγάς, μια κλωτσοπατινάδα, και με μεγάλη ευχαρίστηση πετούσε έξω όσους φασαριόζους κάποια στιγμή φτάναν στο μη παρέκει· άδραχνε τον καβγατζή απ' το γιακά κι απ' τον καβάλο, τον σήκωνε λίγο και τον σφεντόνιζε στο δρόμο, χωρίς να περιμένει ν΄ακούσει τον ήχο της προσγείωσής του. Τούτος εδώ του έκανε λύπηση, καθώς κοιμισμένο, άβουλο, χωρίς αντίσταση, έπρεπε να τον σηκώσει και να τον βγάλει έξω. Κάποτε έπρεπε κι αυτός να κλείσει τα φώτα, να κλειδώσει και ν' ανηφορίσει τη στενή, στρεβλή σκάλα ίσαμε το κρεβάτι του, στη σοφίτα.
   Αποφάσισαν να τελειώσουν πρώτα το συμμάζεμα, τον άφησαν να κοιμηθεί λιγάκι ακόμη. Τι γύρευε ο άνεργος μουσικός σ' αυτό το καπηλειό του λιμανιού; Παρά το ντόπιο όνομα, ο Μαζαρίνι μιλούσε ιταλικά με γερμανική προφορά· και οι λέξεις που χρησιμοποιούσε θύμιζαν τη γλώσσα των παπάδων και των δικηγόρων πιο πολύ, παρά τον τρόπο που μιλά όλος ο κόσμος. Ο ίδιος εξηγούσε πως είχε μείνει πολλά χρόνια στο Μόναχο, παίζοντας στην ορχήστρα της όπερας του Πρίγκηπα-Εκλέκτορα. Όποια κι αν ήταν η καταγωγή του, έπινε όπως όλοι οι βόρειοι. Σταθερά, μεθοδικά, λες κι έκανε δουλειά.
   Έκανε παρέα μ' όλους τους ξέμπαρκους, τους χασομέρηδες, τους μικρολαθρέμπορους και τους προαγωγούς, που από νωρίς τ' απόγευμα μπαινόβγαιναν στο μαγαζί. Τι τους έλεγε; Τον κερνούσαν και διασκέδαζαν ακούγοντας τις μυστήριες ιστορίες του ή κάνοντας χάζι που κατάπινε τα μισόλιτρα της μπίρας κι ανάμεσα κοπανούσε τις ρακές -μία για μία.
   Η ώρα ήταν περασμένη. Ο κάπελας ανέβηκε να πάει να βρει τη νέα γυναίκα του -τριάντα χρόνια πιο μικρή του- που είχε πρόσφατα πάρει, πατσίζοντας με το γάμο κάποιο χρέος που δεν μπορούσε ο πατέρας της να του ξεπληρώσει. Ο Μπρούνο σκούπισε τα χέρια και πήγε κοντά στον Χρυσόστομο. "Κουμπάρε", είπε μαλακά, "η ώρα πέρασε".
   "Και τι 'ταν όλοι αυτοί λοιπόν;" έκανε αυτός μιλώντας μέσ' από τον ύπνο του γερμανικά.
   "Όνειρα βλέπεις, κακομοίρη", λέει μέσα του ο βοηθός-κάπελας. "Άιντε σήκω", έκαν' έπειτα, "ήρθε η ώρα για τον περίπατό σου στο λιμάνι".
   "Αναμένω επισκέψεις", είπε ο πελάτης πιάνοντας πάλι τα παλαιικά ιταλικά του. "Απόψε πρέπει εξάπαντος να έλθουν". 
   "Κι εγώ πρέπει να κλείσω", είπε ο Μπρούνο. "Αύριο πάλι..." Πέρασε τα μπράτσα κάτω από τις μασχάλες του ανθρωπάκου και τον ανασήκωσε. "Νάνι, τώρα, νάνι. Εγώ κουράστηκα, νυστάζω, πάω να κοιμηθώ".
   Ο πελάτης ξανάπεσε μονοκόμματος στον πάγκο και προσπάθησε να χαμογελάσει. "Να σας διηγηθώ μια ιστορία από τότε που ταξίδεψα στη Βοημία", έκανε, μα ο Μπρούνο τον έκοψε ξερά:
   "Να μη μου πεις τίποτε. Η Βοημία είναι πολύ μακριά από δω. Να πά' να κοιμηθείς. Σπίτι δεν έχεις;"
   "Πολλά!" είπε ο Γερμανός σοβαρά, σαν να το πίστευε. "Αλλά όλα είναι κατειλημμένα. Εγώ δεν αντέχω πια κι έφυγα. Σε κανένα δε θέλω να επιστρέψω.
   "Άιντε, στρίβε", μούγκρισε ο Μπρούνο. "Θες να σε πάω ίσαμ' έξω;"
   "Μπορώ και μόνος. Θα τα καταφέρω. Ήπια λιγάκι παραπάνω απόψε. Έκανε κρύο. Μπρρρρ".
    "Μπρρρ!" επανέλαβε κι ο βοηθός γελώντας.
   Ο βιολιστής έκανε τα πρώτα βήματα προς την εξώπορτα κι ο άλλος παρακολουθούσε έτοιμος να τον αρπάξει αν έκανε να πέσει κάτω.
   "Και τι ήταν όλοι αυτοί λοιπόν;" ξαναμουρμούρισε γερμανικά ο μουσικός, ψηλαφώντας τη ρότα του προς την έξοδο. "Άνθρωποι που εγώ φαντάστηκα. Πρόσωπα από λιμπρέτο βγαλμένα.  Δεν εξηγείται αλλιώς. Η παράσταση τελείωσε. Οι σκιές έσβησαν. Πουφ!"
   "Απίθανο να φτάσει ως την πόρτα, είναι λιώμα ο μπάσταρδος", συλλογίστηκε ο Μπρούνο κι έκανε ένα βήμα προς το μέρος του.
   Πάνω στα θολά, λεκιασμένα τζάμια της εισόδου διέκρινε τις σκιές δύο ανθρώπων. Ο βοηθός-κάπελας έκανε γοργά την απόσταση κι άνοιξε την πόρτα. Ένα σύννεφο ομίχλης μπούκαρε. Στο κατώφλι στέκονταν δυο άντρες τυλιγμένοι στις μπέρτες τους, με τα καπέλα κατεβασμένα χαμηλά στα μάτια για προφύλαξη. Προτού προλάβει ο Μπρούνο να πει λέξη, ο πιο ψηλός από τους δύο ρώτησε με φωνή διαπεραστική:
   "Ψάχνουμε κάποιον φίλο, μουσικό". Και την ίδια στιγμή, αναγνωρίζοντας τον κοντούλη ανθρωπάκο, που έστεκε όρθιος ακόμη αλλά με τα μάτια του σχεδόν κλειστά, "Μαέστρο! Α, τι τύχη! Μόλις φτάσαμε.  Σε γυρέψαμε στο ξενοδοχείο σου κι έπειτα ψάξαμε να σε βρούμε στους ναούς του Βάκχου. Είσαι καλά;"
   Και κάνοντας ένα βήμα τον αγκάλιασε, τυλίγοντάς τον ολόκληρο με την μπέρτα του.
   Το ξενοδοχείο που έμεναν οι δυο του φίλοι ήταν στην αντίθετη πλευρά του λιμανιού. Ο μεθυσμένος βημάτιζε άτσαλα, με βήματα άνισα και μπερδεμένα. Ο δρόμος χόρευε μπρος του και τα κατάρτια των καραβιών που ήταν δεμένα στο μώλο τα 'βλεπε να κινούνται και ν' αλλάζουν θέση, σα χέρια που προβάλλαν απειλητικά μέσ' από την καταχνιά.
   "Ποτέ δεν χώνεψα τη θάλασσα. Μια φορά την πέρασα και δεν το έχω ξεχάσει όσο ζω".
   "Όμως το ταξίδι πρέπει να γίνει, δεν πρέπει;" ρώτησε ο Τζανφράνκο, με τόνο ανθρώπου που μιλάει σε μικρό παιδί. 
   "Πρέπει, πρέπει, ο διάβολος να πάρει", είπε ο μεθυσμένος. "Είχα κι άλλες επισκέψεις απόψε, όσο σας περίμενα... Κόσμος, κόσμος. Παλιοί γνωστοί, πλήθος!"
   "Πού βρέθηκαν οι παλιοί γνωστοί; Γνωστοί από δω, ντόπιοι;" ρώτησε ο δεύτερος από τους συνοδούς του, ο Αντόνιο. 
   "Τι επισκέψεις;" ρώτησε πάλι ο Τζανφράνκο παραξενεμένος.
   Αντίς γι' απάντηση, εκείνος έφερε το χέρι μπρος στο πρόσωπο και με μια κίνηση θεατρική άνοιξε τα δάχτυλα και το έριξε προς τα έξω, σαν να 'θελε να δείξει κάτι που έβγαινε απ' το κεφάλι του.
   "Μερικά τετράγωνα ακόμη και φτάσαμε", του είπε ο Ιταλός.
   Ο προορισμός τους ήταν ένα στενό τριώροφο με στολισμένη πρόσοψη που, μαυρισμένη από την υγρασία, μαρτυρούσε την παλιά ακμή της γειτονιάς και την τωρινή ανυποληψία της. Το σπίτι ανήκε κάποτε σ' έναν πλούσιο έμπορο που έφερνε λάδια απ' το Λεβάντε και τα νησιά του Αρχιπελάγους. Αλλάζοντας χέρια, τώρα είχε γίνει ξενοδοχείο και φιλοξενούσε κυρίως όσους έρχονταν από το εσωτερικό της επαρχίας για να πουλήσουν και ν' αγοράσουν στα μεγάλα εμπορικά πανηγύρια της παραθαλάσσιας μεγαλούπολης.
   Οι δυο συνοδοί είχαν έρθει αργά και δεν κατάφεραν να βρουν καλό δωμάτιο. Συμβιβάστηκαν μ' ένα μικρό στο υπόγειο, όπου κοιμόνταν σε άλλες εποχές οι υπηρέτες του πλουσιόσπιτου. Είχαν στη διάθεσή τους δυο μόνο κρεβάτια με σκληρό αχυρόστρωμα, που για να κοιμηθούν απόψε οι τρεις, έπρεπε να κολλήσουν το 'να πλάι στ' άλλο. Εκείνο το κελί (γιατί κελί θύμιζε περισσότερο παρά δωμάτιο ξενοδοχείου) έπαιρνε φως από ένα φεγγίτη που από το σπασμένο τζάμι του ερχόταν ο θόρυβος της βροχής, το ίδιο δυνατός σαν να βρίσκονταν έξω στο δρόμο.
   Απόθεσαν το ζωντανό φορτίο τους στο ένα από τα δυο κρεβάτια κι ο Αντόνιο βάλθηκε ν' ανάψει τη λάμπα με το χοντρό σπαρματσέτο. Ο μεθυσμένος εξακολουθούσε κάθε τόσο να προφέρει στα γερμανικά λέξεις ακατάληπτες από τη μυστήρια εκείνη φράση που είχε παραξενέψει τον Μπρούνο στο καπηλειό και τους δυο συνοδούς του όταν στο δρόμο την είχε επαναλάβει. Τα ξεχτένιστα ψαρά μαλλιά του είχαν απλωθεί γύρω απ' το πρόσωπό του, καθώς σα σακί τον είχαν ρίξει πάνω στο στρώμα. Κι έτσι ανασκελωμένος τώρα είχε το ύφος ενός μικρού σκαντζόχοιρου, με το μυτερό μουσούδι του στον αέρα, κι όλο πάσχιζε να κρατήσει ανοιχτά τα γουρλωτά ματάκια του, γιατί ο ίλιγγος τον συγκλόνιζε.
   "Αθώοι γητευτές", ψιθύρισε κάποια στιγμή στα ιταλικά, σα να 'χε θυμηθεί στίχους, "μάγισσες χαριτωμένες. Και τι 'ταν όλοι αυτοί λοιπόν;"
   Ώσπου ν' ανάψει η λάμπα, ώσπου να κολλήσουν οι σύντροφοί του τα κρεβάτια σέρνοντάς τα στο σκληρό έδαφος του δωματίου, ο μουσικός βρέθηκε πάλι καθιστός, με τα χέρια απλωμένα, σα να 'ψαχνε να στηριχτεί στον αέρα. "Θα ξεράσω", είπε στα γερμανικά· αλλά η αγωνία της φωνής του ήταν τόση, που οι δυο Ιταλοί αμέσως κατάλαβαν τι ήθελε. Σαν αστραπή ο Τζανφράνκο άνοιξε την πόρτα κι ο Αντόνιο τον άρπαξε από πίσω και κρατώντας τον από τις αμασχάλες, μόλις που πρόλαβε να του βγάλει το κεφάλι έξω στο διάδρομο.

   Ανέβηκε στο πλοίο περισσότερο άρρωστος παρά μεθυσμένος. Όσο κι αν φοβόταν τη θάλασσα, το ταξίδι αυτό το είχε επιθυμήσει κι ονειρευτεί και ευχηθεί· δεν θα 'κανε πίσω τώρα που όλα ήταν έτοιμα. Στη μεγάλη ταξιδιωτική τσάντα είχε στοιβαγμένα όλα του τα πράγματα. Στο άλλο χέρι, η θήκη με τη βιόλα φαινότανε λαφριά σαν πούπουλο. Οι σύντροφοί του, νεότεροι και πιο χειροδύναμοι από κείνον, σήκωναν χωρίς κόπο τις αποσκευές τους.
   Η βροχή στιγμή δεν είχε σταματήσει. Αραίωνε πού και πού, και για λίγο ένας χλωμός ήλιος φανερωνότανε καθώς πήγαινε να δύσει· αλλά ο αέρας έφερνε διαρκώς ανάριες ψιχάλες, τα σύννεφα κρέμονταν βαριά πάνω από την πόλη και σε λίγο πάλι ο καιρός έκλεινε και ξανάρχιζε νεροποντή. Είχε έρθει η ώρα να σαλπάρουν· βοριάς φυσούσε ευνοϊκός από τα υψώματα, το καράβι ήταν φορτωμένο. Καθυστέρησαν όμως· γιατί το πρωί του Σαββάτου που είχε κανονιστεί για αναχώρηση, τελευταία στιγμή χρειάστηκε να γίνει χώρος στ' αμπάρι, κι ένα φορτίο κουλούρες χοντρό σκοινί φορτώθηκε με προορισμό το Σπολέτο. Αυτό σήμαινε παρέκκλιση απ' τη ρότα ανατολικά, οι φορτωτές διαφώνησαν κι ανησύχησαν, όμως ο καπετάν Λάτσαρο δεν υποχώρησε και τελικά έγινε το δικό του.
   Κρατημένοι από τη σχοινένια σκάλα του καταρτιού, βλέπανε τώρα τη στεριά ν' απομακρύνεται καθώς το πλοίο ξεκολλούσε από το μώλο Τριεστίνα· ήταν σαν όλα τα δεμένα ιστιοφόρα γύρω να 'χαν ταυτόχρονα κινήσει, ενώ αυτοί έμεναν δεμένοι ακόμα με τις πριμάτσες στα δοκάρια. Σύντομα, καθώς οι πρώτες πλώρες τούς χαιρέτησαν, φάνηκε πια πως μόνο το "Σαν Σεμπαστιάνο", η σκούνα του καπετάν Λάτσαρο Μαλατέστα, σαλπάριζε.
   Ο Τζανφράνκο μασούσε ταμπάκο, ο Αντόνιο κάπνιζε το τσιμπούκι του· κι ο βιολιστής μελαγχολικά κοιτούσε το λιμάνι και τα κτίρια, σα μια ψυχή μέσα στη βάρκα του Χάροντα· τώρα μόνο έβλεπε την πόλη στο σύνολό της, όπως βλέπει κανείς τη ζωή του όσο πλησιάζει η ώρα να την αφήσει.
   Οι σύντροφοι ήταν τυχοδιώκτες, "χαμένα κορμιά", που θα έλεγε ο πατέρας του κοιτώντας τον λοξά: γιατί το επίθετο άρμοζε του γιου του, περισσότερο! Και βέβαια θα 'χε δίκιο· πάντα είχε δίκιο ο πατέρας. Αυτό ήταν και το πρόβλημα με κείνον. Πόσο μπορείς ν' αντέξεις κάποιον που έχει πάντα δίκιο; "Εγώ", είχε πει μια φορά στη γυναίκα του ο Χρυσόστομος, "αν είχα πάντα δίκιο θα αισθανόμουν περιφρόνηση για τον εαυτό μου. Είναι αηδιαστικό..." Της άρεσαν κάτι τέτοια παράδοξα της Στάντσι· και πάντα συμφωνούσε όταν της τα 'λεγε. Η ίδια όμως, μυαλό τετράγωνο, σεβότανε το δίκιο και το φοβόταν. Εξομολογιόταν τακτικά στον πνευματικό της· και τίποτα δεν του 'κρυβε.
   Ο Τζανφράνκο Πελεγκρίνο, από τη Νάπολη, ήταν παιδί του δρόμου· κανείς δε γνώριζε ακριβώς πούθε κρατούσε η σκούφια του. Ο ίδιος θυμόταν μόνο τη μάνα του, που όταν ήταν στα έξι του τους είχε αφήσει ορφανούς, αυτόν και μια ενδεκάχρονη αδελφή από άλλον πατέρα, που κι εκείνου τα ίχνη είχανε χαθεί. Για τον πατέρα του ελάχιστα πράγματα ήταν γνωστά· του άρεσε να δίνει την εντύπωση πως προέρχεται από καλή γενιά, αλλά στην πραγματικότητα ήταν γιος κάποιου στρατιώτη που είχε σκοτωθεί λίγο έπειτ' από τη σύλληψη του μικρού. 
   Ο Αντόνιο Καρράρα, αυτός ήταν ευγενής αληθινός. Έκτος γιος κάποιου βαρόνου Παντοβάνου, που είχε χάσει όλα του τα κτήματα και ζούσε στην πόλη, είχε παραμεληθεί από την οικογένειά του και πήρε τον στραβό δρόμο. Άριστος ιππέας από κλίση κι όμορφο αγόρι εκ γενετής, αναγκάστηκε από πολύ νωρίς ν' αποθαρρύνει τις ωμές προτάσεις των γυναικών, ακόμα και μέσα στο στενό περιβάλλον του σπιτιού του. Με τον Τζανφράνκο κάναν συντροφιά κοντά δύο χρόνια τώρα. Εκείνου η εμφάνιση ήταν κάπως πιο άγρια: μελαψός, το μαλλί κορακίσιο, το μάτι του είχε το ασυνήθιστο βαθύ μπλε χρώμα των νότιων θαλασσών και το βλέμμα του ήταν αγέρωχο, συχνά σκληρό. 
   Ο Αντόνιο κι ο Τζανφράνκο σχεδίαζαν να φύγουν σύντομα απ' την Ιταλία για το Λεβάντε κι είχαν καταστρωμένο σχέδιο στο μυαλό τους για να κερδίσουνε λεφτά απ' τις επιχειρήσεις. Ο γαμπρός του Τζανφράνκο, ο Μπέπο, είχε εγκατασταθεί στην Πάργα κι έκανε εμπόριο καλό με τους Έλληνες και με τους Τούρκους και με τους Αλβανούς. Σ' ένα του γράμμα, το φθινόπωρο που είχε περάσει, ο Μπέπο ζητούσε τη βοήθειά του. Η γυναίκα του ήταν, έγραφε, άρρωστη κι αδυνατισμένη από τις συνεχείς γέννες· δε φαινόταν πως θα τα ξεκεφάλωνε σύντομα. 
   Το εμπόριο του Μπέπο γινόταν στο Αρχιπέλαγος, στις νότιες θάλασσες, ίσαμε το Γιβραλτάρ και το Μαρόκο. Ο ίδιος συχνά ταξίδευε στα λιμάνια του Ιονίου για να καταθέσει το χρυσάφι του στους τραπεζίτες των Κόρφων ή του Τζάντε, που τα γαλλικά πλοία προστάτευαν από τους πειρατές, αντίθετα με τα παράλια της ηπειρωτικής χώρας, που ήταν απροστάτευτα απ' τη θάλασσα αλλά μαστίζονταν κι απ' τις επιδρομές των στεριανών ληστών.
   Κάποια στιγμή ο Τζανφράνκο πήρε την απόφαση. Τα χρέη τους ήτανε μεγάλα, οι έχθρητες αναρίθμητες, πολλές οι λοξές ματιές στο δρόμο, μα κι οι ξεκάθαρες απειλές που είχαν αρχίσει. Όταν πριν λίγο καιρό, ο καρδινάλιος Βιτσέντσι του μήνυσε να μην αφήνει τον αγαπημένο του να κυκλοφορεί μόνος, γιατί σύντομα θα του έστελνε μερικά από τα πολυτιμότερα μέλη του Αντόνιο σε βελουδένιο σακουλάκι μέσα, ο νεαρός Ναπολιτάνος κατάλαβε πως η Λομβαρδία και το Βένετο δεν είχαν πια τόπο γι' αυτούς.
   Ποια μοίρα είχε φέρει τον Χρυσόστομο Μαζαρίνι κοντά τους και πώς είχε σχηματιστεί αυτό το ανόμοιο τρίο; 

   Από τον πρώτο καιρό της εξορίας του η μουσική ήταν απαγορευμένη και σαν σκέψη ακόμη. Η πίκρα κι η απογοήτευση τόσων χρόνων δεν πρόλαβαν να σβήσουν κάτω απ' τον μεθυστικό οίστρο που του είχε προσφέρει -μόλις τον τελευταίο χρόνο πριν να φύγει- η ξαναγεννημένη τέχνη του. Ένας έρωτας είχε προλάβει ν' ανθίσει στη σκοτεινιά των τελευταίων ημερών και μια καινούργια μουσική τον είχε προαναγγείλει στην ψυχή του, λίγους μήνες νωρίτερα. Όπως γίνεται στις βαριές αρρώστιες, πριν απ' το τέλος: μια αναγέννηση. Όση σοφία δεν είχε κατακτήσει ως τότε, τον είχε ευλογήσει μέσα σε λίγες μέρες. Η μουσική του αποζητούσε τη φυσική της γλώσσα -τη δική του γλώσσα- για να δέσει μαζί της και να ταιριάξει νόημα και μουσική, καθώς εκείνος πάσχιζε να επικοινωνήσει μέσ' από ιδέες με το κοινό· ίσαμε τότε, πίσω από τα σκαμπρόζικα και παιχνιδιάρικα ιταλικά λιμπρέτα, εκείνη σήκωνε όλα τα βάρη αυτής της επικοινωνίας -με υπαινιγμούς, με ψίθυρους, με τα κρυφά ρεύματα της συγκίνησης, τη μελωδική απεικόνιση των ανθρώπινων αισθημάτων και των ιδεών όπως το Φως, η Συγγνώμη, η Αλήθεια, η Ελευθερία. Και ένα κοινό καινούργιο, που ως τότε σπάνια είχε σκεφτεί ν' απευθύνει σ' αυτό όλα όσα η αριστοκρατία, οι διανοούμενοι και ο μουσόφιλος κόσμος της Βιέννης δέχονταν με μέτρια ευμένεια κι έσπευδαν να ξεχάσουν· ένα κοινό καινούργιο, που δεν χρειαζόταν μουσική παιδεία για να εκτιμήσει την περίπλοκη τέχνη του, αφού ήταν τόσο καλά σε θέση να απολαύσει το αποτέλεσμα, να τραγουδήσει, να γελάσει, να κλάψει, ν' ανατριχιάσει από φρίκη μαζί του.
   Ο δαίμονας που τον καταδίωκε τον είχε περιπαίξει στο τέλος πιο σκληρά από κάθε άλλη φορά. Στη δύσκολη απόφαση να τ' αφήσει όλα και να εξαφανιστεί, πρόβαλε νέα εμπόδια -δυο απροσδόκητες, ανέλπιστες ευτυχίες. Τον νέο του έρωτα και τη νέα μουσική του έκφραση. Είχε όλον τον καιρό, στην Ιταλία, να τυραννηθεί από το μάταιο όνειρο της επιστροφής  (από πού άραγε θα μπορούσε να προβάλει τέτοια ευκαιρία;) κι απ' τη σκληρή καθημερινή διάψευση, σταγόνα σταγόνα να τον ποτίζει το δηλητήριό της. Και τ' όνειρο, αντίς να τον γεμίζει με ιδέες κι έμπνευση για νέα έργα, στόμωνε τη μουσική του, που -μακριά από το κοινό της κι απ' τον έρωτά του- σε ποιους θα μίλαγε λοιπόν;
   Καθώς πέρασαν χρόνια κι η ελπίδα έσβησε, η μουσική ξανάρθε πλάι του, με τη μορφή της παλιάς κουρασμένης πάνδημης, που κερδίζει τη ζωή της πότε καλά, πότε λιγότερο καλά. Θα 'πιανε τη βιόλα ή θα καθότανε μπροστά σ' ένα πιάνο και θα 'κανε κόλπα και πυροτεχνήματα για τους πανηγυριώτες.
   Πρόσφατα, και για ένα σύντομο διάστημα, ο μουσικός είχε ενώσει την τύχη του με ένα συγκρότημα που κάποιος βιολιστής, ονόματι Τζιρόλαμο Πασκίνι, έφτιαξε στη Βενετία για να τον συνοδέψουνε σε μια σειρά κοντσέρτων που ήταν να δώσει σε διάφορες πόλεις της περιοχής. Ο τσεμπαλίστας τους είχε απομείνει στην Κρεμόνα· κάτι τον πείραξε κι έπεσε στο κρεβάτι με δηλητηρίαση τόσο φοβερή, που ο γιατρός, όταν τον φώναξαν το άλλο πρωί βιαστικά να τον κοιτάξει, δήλωσε πως ο άνθρωπος είχε κιόλας περάσει στη δικαιοδοσία των παπάδων. Καθώς ο άρρωστος δεν ήταν κανενός γνωστός ούτε πατριώτης (καταγόταν από τη Ρώμη), τον παρηγόρησαν όσο καλύτερα μπορούσαν, πλήρωσαν το λογαριασμό κι έφυγαν, υπολογίζοντας ότι στην Πάντοβα θα βρούνε εύκολα άλλον να τον αντικαταστήσει. Στάθηκαν άτυχοι. Δυο μουσικοί που έδιναν μαθήματα στην πόλη δεν ήταν αρκετά δεξιοτέχνες, κι ο τρίτος και καλύτερος, οργανίστας στην εκκλησιά του Αγίου Φραγκίσκου, ήταν απασχολημένος με την προετοιμασία του πασχαλινού γιορτασμού, διδάσκοντας τη χορωδία του ναού.
   Ο Χρυσόστομος σαν άκουσε πως το συγκρότημα ψάχνει για τσεμπαλίστα, δεν είπε λέξη για τη βιόλα και πολύ προσεχτικά έκρυβε τη θήκη της τυλιγμένη μέσα στο παλτό του. Ο Πασκίνι είχε ύφος ακατάδεχτο και ήταν φανερό πως θεωρούσε τον εαυτό του μεγάλο δεξιοτέχνη -κι αλήθεια δεν ήτανε κακός. Ο μουσικός τον άκουσε στην πρόβα που κάνανε, αργά το ίδιο βράδυ, στη σάλα του πανδοχείου όπου έμεναν και βρήκε το παίξιμό του ικανοποιητικό. Τα έργα που είχε διαλεγμένα ο Τζιρόλαμο ήταν βέβαια από άλλες εποχές: ιταλικές σονάτες ντα κιέζα, μουσική με την οποία ο Χρυσόστομος είχε μάθει τα πρώτα του γράμματα στην τέχνη αυτή· αλλά τα γούστα του αφέντη του σπιτιού, όπου θα έπαιζαν, για να γιορτάσει τα σεβαστά γενέθλια των εξήντα του ετών, ήταν της ίδιας εποχής. 
   Παίζοντας σε δυο και σε τρεις μαζί χορδές ή πολύ ψηλές νότες κοντά στον καβαλάρη του βιολιού, ο Ιταλός θα έδειχνε τη δεξιοτεχνία του, σιγουρεύοντας τέμπι πιο αργά απ' όσο έπρεπε, για ν' αποφύγει τ' ατυχήματα στα δύσκολα περάσματα· χρειαζότανε λοιπόν έναν τσεμπαλίστα στο διαρκές μπάσο, να τον στηρίζει και να τον ευκολύνει να βρει στις καντέντσες έγκαιρα το δρόμο για την τονική στο φινάλε κάθε μέρους από τα σκονισμένα εκείνα κοντσέρτα που προβάριζαν.
   Ο Χρυσόστομος έδειξε μεγάλη σωφροσύνη: έπαιξε προσεχτικά και διόλου δεν αφέθηκε ν' αυτοσχεδιάσει έξω από τα όρια του παραδοσιακού basso continuo για να μην κινήσει υποψίες γύρω απ' τις ικανότητές του. Ήταν τόση η φροντίδα του να μην τραβήξει την προσοχή, ώστε παίζοντας ένα απλό κι ανάλαφρο ρόντο του Χριστιανού Μπαχ (αυτού που ο κόσμος γνώριζε σαν "Εγγλέζο Μπαχ") στον Πασκίνι, φρόντισε να κάνει δυο τρία λάθη, στα σημεία ακριβώς που κανένας τσεμπαλίστας της σειράς δεν θα τ' απόφευγε. Ήξερε πως, ανάμεσα σε ομότεχνους, τίποτε δε δημιουργεί τόση συμπάθεια, εμπιστοσύνη και οικειότητα όσο τα φανερά και αναπόφευκτα ψεγάδια της τεχνικής που διακρίνουν τους μέτριους τεχνίτες από τους πραγματικά σπουδαίους. Και κανείς δεν ενθουσιάζεται με την ιδέα πως κάθεται στο ίδιο τραπέζι με κάποιον που ξεχωρίζει από τους άλλους.
   Καθώς -παρά την ώριμή του ηλικία- δεν ζήτησε παραπάνω απ' όσα θα έπαιρνε ένας νεαρός μουσικός σ' ανάλογη περίσταση, ο Τζιρόλαμο συμφώνησε μαζί του αμέσως και τον ρώτησε αν ενδιαφερόταν να συνεχίσει με την ομάδα στην υπόλοιπη περιοδεία. Κι εκείνος, που δεν ήταν καθόλου ικανός να παίρνει αποφάσεις, και μάλιστ' αμέσως, είπε πως θα το σκεφτόταν. "Δεν θα 'ναι πάντα τόσο λίγα τα λεφτά", πρότεινε αόριστα ο άλλος, εντυπωσιασμένος με την ολιγάρκεια του μυστηριώδους τσεμπαλίστα, που όλοι πίστευαν πως, παρά το ιταλικό όνομα, ήταν Γερμανός.
   Στο μέγαρο του Πομπέο Μπαντιόλι, όπου θα παίζαν το ίδιο βράδυ, είχε ετοιμαστεί για την ορχήστρα μια γωνία στο σαλόνι φωτισμένη με κεριά. Ο πλούσιος κτηματίας -που πρόσφατα είχε καταφέρει να γίνει ιππότης του Τάγματος του Αγίου Μάρκου κι έτσι μπορούσε πια να δεξιώνεται αριστοκράτες- είχε αγοράσει μια βίλα έξω από τα παλιά τείχη της Πάντοβας, στην αρχή του Βιάλε ντελλα Μορέσκα, προς την πλευρά του Βοτανικού Κήπου. Ένας ψηλός μανδρότοιχος το χώριζε από τη δημοσιά και το πάρκο απλωνόταν, αρκετά ατημέλητο και πυκνοφυτεμένο, κάπου εκατό μέτρα πιο πίσω, τριγυρισμένο από ψηλές ιτιές που πύκνωναν κοντά στις όχθες του Μπακιλιόνε. Τα φώτα ήταν αναμμένα σ' όλα τα δωμάτια της διώροφης έπαυλης κι ο χαλικόστρωτος διάδρομος έλαμπε κάτω από το φως του φεγγαριού.
   Με τις πόρτες του σαλονιού κλειστές, οι μουσικοί προβάριζαν τα δύσκολα σημεία που ήταν να παίξουν. Το συμπόσιο δεν έλεγε να τελειώσει. Μια ασταμάτητη παλίρροια από φωνές και γέλια ερχόταν από την τραπεζαρία, δυο αίθουσες παρακεί, άλλοτε ξεσπώντας δυνατά, άλλοτε μακραίνοντας σε υπόκωφο βουητό. Σ' ένα άλλο μικρό σαλόνι, πλάι σ' εκείνο που είχε τοποθετηθεί η ορχήστρα, πέντε τραγουδιστές, τρεις αδελφοί και δυο γυναίκες, αθέατοι προβάριζαν μαδριγάλια, που θα τα τραγουδούσαν έπειτα από δυο εισαγωγικές σονάτες των εγχόρδων -έτσι είχε κανονίσει το πρόγραμμα ο ματζορντόμο με ρητές οδηγίες απ' τον αφέντη του.
   Έχοντας απολαύσει μόνο ένα ποτήρι θερμαντικό λικέρ που τους μοίρασαν αφού πρώτα φόρεσαν τις λιβρέες του σπιτιού, οι καλλιτέχνες (που πεινασμένοι αποδίδουν πάντα πιο καλά) υπολογίζανε σκυμμένοι πάνω από τις νότες τους τα ωραία πράγματα που είχαν να γευτούνε στην κουζίνα, απ' τα υπόλοιπα του πλούσιου τραπεζιού. Ο Χρυσόστομος έφερνε και ξανάφερνε τη γλώσσα στον ουρανίσκο. Για να παίξει χρειαζόταν τουλάχιστον τρία γερά ποτήρια. Τρόπος όμως να τα προμηθευτεί δεν φαινόταν να υπάρχει. Με κλειστά μάτια είχε ακουμπήσει τα δάχτυλα πάνω στο κλαβιέ· ονειρευόταν πως είναι μικρός και ο πατέρας του στέκει λίγο πιο πίσω, με το βιολί στηριγμένο στο πηγούνι και τεντώνει καλά τις χορδές στο δοξάρι του.
   Κάποτε οι πόρτες άνοιξαν και οι καλεσμένοι αρχίσαν να γεμίζουν το σαλόνι. Πρέπει να ήταν καμιά τριανταριά σύνολο, άντρες και γυναίκες. Σαν το νερό που διοχετεύεται από μια δεξαμενή, το βουητό τους ξεχύθηκε στην άδεια αίθουσα κι έπειτα καταλάγιασε ανάμεσα στις ταπετσαρισμένες πολυθρόνες που είχαν τοποθετηθεί σε ημικύκλιο πάνω στα μετάξινα χαλιά. Ο Πασκίνι έφερε το βλέμμα στους μουσικούς κι έγνεψε να είναι έτοιμοι. Ανακινήθηκαν στα καθίσματα, ασφάλισαν τις πάρτες στ' αναλόγια και με ύφος προβατίσιο κοίταγαν την ομήγυρη των καλεσμένων.
   Στο μισόφωτο της σάλας δύσκολα διακρίνονταν μορφές. Ο Πομπέο Μπαντιόλι, πρώτος και καλύτερος, με τη νεότατη γυναίκα του στο πλάι· στην τιμητική θέση κάποιος σεβάσμιος γέροντας με μακριά περούκα της εποχής των Λουδοβίκων, που όλοι τον φώναζαν "Μπαρόνε". Μισοκρυμμένος απ' την ανοικονόμητη εκείνη και κακοχτενισμένη περούκα, κάποιος νεότερος, λεπτός και ψηλός, με στολή ίλαρχου των δραγώνων του αυστριακού στρατού, συνομιλούσε με την οικοδέσποινα και μιαν άλλη γηραιά κυρία εξαφανισμένην μέσα στο σκουρόχρωμο κρινολίνο της. Οι υπόλοιποι καλεσμένοι στις πίσω θέσεις διακρίνονταν δυσκολότερα κι οι ίδιοι σιγόσβηναν μέσα στη νάρκη από τα πρησμένα στομάχια τους και στους ατμούς του οινοπνεύματος που θόλωναν μάτια και νου.
   Το αποτέλεσμα ήταν πως η μουσική δεν φάνηκε να τους πολυαγγίζει. Ούτε η φανερή αξιοσύνη του σολίστα στο βιολί, ούτε όμως και οι πολλές ατέλειες στην απόδοση της ορχήστρας τράβηξαν την προσοχή. Ένας διαρκής βόμβος από ομιλίες πλανιόταν στο σαλόνι, που υποχώρησε μόνο όταν οι πέντε μαδριγαλιστές άρχισαν το τραγούδι. Ήταν τόσο φάλτσοι όσο κι άσχημοι: οι τρεις αδελφοί ξερακιανοί, μαραγγιασμένοι και σπανοί, με φωνές στριγγές· οι δύο γυναίκες, φανερά περασμένης ηλικίας, χωρίς καμιά αίσθηση του ρυθμού, ξετύλιγαν τις καντιλένες αργοπορώντας όσο γινότανε για να προλαβαίνουν να πάρουν ανάσα ανάμεσα σε δυο μέτρα μουσικής, προσπαθώντας μάταια να δείξουνε τ' απομεινάρια της φωνής τους, που σίγουρα είχε γνωρίσει καλύτερες εποχές.
   Άντρες και γυναίκες είχαν πασαλειφτεί στα μάγουλα με υπερβολικό κοκκινάδι και τραγουδούσαν με σπασμωδικές κι άγαρμπες κινήσεις και με ύφος ανθρώπων που έχουν ν' ανακοινώσουν στους ακροατές τους πράγματα ανήκουστης ομορφιάς. Το αποτέλεσμα, κακόφωνο όσο και κακόμορφο, απέσπασε την πιο ζωηρή επιδοκιμασία από τους καλεσμένους, αν όχι γι' άλλο λόγο, επειδή τα ξεφωνητά των τραγουδιστών δεν τους άφηναν να μιλούνε.
   Ο οικοδεσπότης τούς συγχάρηκε όλους και πρόσταξε τον ματζορντόμο να τους φιλέψει στην κουζίνα με ό,τι τραβούσε η ψυχή τους -εύνοια συχνά πιο αποτελεσματική απ' όσο η συμφωνημένη αμοιβή τους. Οι μουσικοί μείναν ακίνητοι ίσαμε ν' αποσυρθούνε πρώτα οι καλεσμένοι, που κατευθύνονταν προς τις νέες απολαύσεις που είχε προγραμματισμένες ο μεσέρ Πομπέο. Και πάνω εκεί στη μετακίνηση του πλήθους, καθώς τραβιόταν οι πολυθρόνες, οι λακέδες άνοιγαν τις πόρτες στο πλαϊνό σαλόνι, και τα κεριά στα αναλόγια τρεμόπαιξαν με το ρεύμα κι έστειλαν στο ζωγραφιστό ταβάνι έλικες από μαύρο καπνό, ο "Γερμανός" τσεμπαλίστας παράτησε έξαφνα το σκαμνί του και διασχίζοντας με γρήγορο βήμα την αίθουσα εξαφανίστηκε πηδώντας απ' την ανοιχτή μπαλκονόπορτα στα σκοτάδια του κήπου.
   Το ίδιο βράδυ εγκατέλειψε το πανδοχείο όπου έμενε με τους μουσικούς του Πασκίνι. Άφησε μήνυμα για τον βιολονίστα στον ξενοδόχο του: το μερτικό του από την αμοιβή να του τ' αφήναν εκεί πέρα και θα περνούσε ο ίδιος να το πάρει αργότερα. Έπιασε δωμάτιο σ' άλλο πανδοχείο, στην άκρια της πόλης, κοντά στη δημοσιά, και υπολόγιζε να φύγει κι από κει το ταχύτερο. Βερόνα, Μπολτσάνο... Ίσως πίσω στη Βενετία; Πάντως μακριά από την Πάντοβα. Ο Τζιρόλαμο άφησε τα χρήματα όπως του είχαν παραγγείλει. Αλλά ο ξενοδόχος, που 'μαθε πως το συγκρότημα έφευγε για το Λουγκάνο, θεώρησε πως δεν διατρέχει κίνδυνο κι όταν ο Μαζαρίνι γύρισε μετά από δυο ημέρες να τα ζητήσει, με μεγάλη φυσικότητα αποκρίθηκε πως χρήματα κανείς δεν του 'χε αφημένα.
   Απογοητεύτηκε· αλλά τόση ήταν η βία του να φύγει που δεν επέμεινε για εξηγήσεις και λεπτομέρειες. Γύρισε στο πανδοχείο κι άρχισε να σχεδιάζει τη φυγή του. Φοβόταν πως το πρόσωπο εκείνο που είχε έξαφνα διακρίνει ανάμεσα στους καλεσμένους του μεσέρ Πομπέο, θα απεκάλυπτε εκεί επί τόπου τα φοβερά μυστικά που γνώριζε γι' αυτόν· και πως οι αποκαλύψεις του θα είχαν ξεσηκώσει την κατακραυγή και των καλεσμένων και των μουσικών της ορχήστρας. Έπειτ' απ' αυτά προφανώς κι ο Τζιρόλαμο θα είχε ίσως κρίνει πως διόλου δεν του ώφειλε λεφτά, αφού η θέση του ήτανε στο κάτεργο -ίσαμε να 'ρθει η ώρα που θα τον διεκδικούσε η Κόλαση.

   Σαν έφτασαν την άλλη μέρα στο πανδοχείο εκείνο για να μείνουν ο Τζανφράνκο κι ο Αντόνιο, πρόσεξαν τον μοναχικό ξένο που έπινε σε μια απόμερη γωνία της αίθουσας. Κάθισαν πλάι του και τον περιεργάστηκαν. Δύσκολο να τον κατατάξεις: δεν έμοιαζε ντόπιος· δεν έμοιαζε πληβείος· ούτε όμως αριστοκράτης. Δεν έδειχνε στρατιωτικός· αλλά ούτε έμπορος ούτε πραματευτής. Τον άκουσαν να παραγγέλνει κρασί με προφορά γερμανική. Αυστριακός χωρίς στολή, που να μιλά ιταλικά! Να 'ταν άραγε κατάσκοπος; Το είδος αφθονούσε τις μέρες εκείνες. Περίεργος ο Αντόνιο, κάποια στιγμή μίλησε δυνατά λέγοντας μια φράση στα γερμανικά. Ήξερε λίγο τη γλώσσα· μικρός είχε ταξιδέψει με τη μητέρα του και είχαν μείνει για μερικούς μήνες στο σπίτι κάποιας θείας, αδελφής του πατέρα του, που ήτανε παντρεμένη κι εγκατεστημένη στο Γκρατς.
   Ο ανθρωπάκος με τα ψαρά μαλλιά είχε μιαν αντίδραση καθαρού τρόμου. Τινάχτηκ' επάνω κι έδειξε έτοιμος να ορμήσει προς την πόρτα, το κρασί του χύθηκε στο τραπέζι. Όμως οι δυο νεαροί Ιταλοί που ήσαν καθισμένοι πιο κει δεν δείχναν να τον απειλούν. Πίστεψε πως ίσως είχε φανταστεί τον ήχο, χαλάρωσε, ξανακάθισε. Ο Αντόνιο τον λυπήθηκε, γιατί η έκφραση στο πρόσωπό του ήταν σαν των αδέσποτων σκυλιών που όλοι τα κλωτσούν· κοιτούνε γύρω με το ένοχο ύφος του άστεγου κι είναι έτοιμα να ψάξουν άλλο μέρος να ξαπλώσουν.
   Του χαμογέλασε ο νεαρός βαρόνος και, μιλώντας αργά και καθαρά, εξήγησε το άτυχο αστείο, ρώτησε αν μπορούσε να του προσφέρει ένα καινούργιο κύπελλο κρασί, στη θέση εκείνου που άδικα είχε χυθεί. Στα ανοιχτόχρωμα μάτια του άλλου είδε μια αναλαμπή ελπίδας. Τον κάλεσαν στο τραπέζι τους.
   "Είσαστε Ιταλοί;"
   "Μη φοβάστε", τον καθησύχασε ο Αντόνιο· και γέρνοντας πιο κοντά συνέχισε: "Δεν είμαστε ιδιαίτερα φίλοι με τους συμπατριώτες σας και μαζί μας δεν κινδυνεύετε να βρεθείτε πιο κοντά τους απ' όσο κι εμείς θα θέλαμε να βρεθούμε. Πιείτε το κρασί σας. Στην ελευθερία των λαών από τους τυράννους".
   Μ' ένα γρήγορο βλέμμα, ο Χρυσόστομος άδειασε το ποτήρι που του έτειναν και ο Τζανφράνκο του το ξαναγέμισε.
   Δεν είχε περάσει περισσότερο από ένα τέταρτο της ώρας, όταν η πόρτα του πανδοχείου άνοιξε και δυο ψηλόσωμοι άντρες με τη λιβρέα του Μπαντιόλι κάναν την εμφάνισή τους. Δυο χοντρές μαγκούρες στα χέρια τους, οι ουλές στο πρόσωπο του ενός και το άγριο ύφος και των δυο μαρτυρούσαν πως αυτούς χρησιμοποιούσε ο αφέντης τους για να εισπράττει τα χρέη από τους κακοπληρωτές. Οι θαμώνες ξαναπιάσαν αμέσως τις κουβέντες τους. Ο Χρυσόστομος όμως ζάρωσε τρομαγμένος, σα να 'θελε να εξαφανιστεί ανάμεσα στους καινούργιους του φίλους. Τα δόντια του χτυπούσανε. "Καλύψετέ με, κρύψετέ με!" ψιθύρισε στα λόγια ιταλικά του.
   Χωρίς δεύτερη κουβέντα, ο Τζανφράνκο ανασήκωσε το χέρι και με μια κίνηση τον κουκούλωσε με την μπέρτα που είχε άταχτα ριγμένη πίσω του και τον έσπρωξε χαμηλά. "Σε κάλυψα", είπε ανέκφραστα. "Μην κουνιέσαι".
   Οι λακέδες πρόλαβαν να δουν την κίνηση. "Ποιον έχεις εκεί;" ρώτησε αυτός με τις ουλές.
   "Τι σε νοιάζει εσένανε;" απάντησε ο Τζανφράνκο και ψύχραιμα ακούμπησε το άλλο χέρι στη λαβή του ξίφους που είχε μπρος του στο τραπέζι. "Ο κύριός μου επιθυμεί να πιει χωρίς να τον βλέπει ο κόσμος εδώ. Πήγαινε στη δουλειά σου, άνθρωπε". Οι άλλοι δυο κοιτάχτηκαν.
   "Η λιβρέα που φόρεσες μπορεί να σημαίνει πολλά για σένανε, γιε του σιδερά", είπε τότε ο Αντόνιο από πλάι, με ύφος ιταμό, "για μένα όμως και για τον κύριό μου είναι καλή για τα σκουπίδια. Ίσως γνωρίζεις πιο καλά τούτο εδώ το σημάδι..."
   Και λέγοντας αυτά, του έδειξε, στο μεσαίο δάχτυλο του δεξιού χεριού του, το βαρύτιμο δαχτυλίδι με τον θυρεό της οικογένειας των Καρράρα που ήταν απ' τα γνωστά -και λιγοστά- αρχοντόσογα της Πάντοβας. Η Βενετία λίγο προτού ξοφλήσει, το είχε ρίξει στο εμπόριο της ευγένειας· κάμποσοι πλούσιοι αστοί είχαν προλάβει ν' αγοράσουν τίτλους. Ο παππούς του ήταν ένας από αυτούς. 
   Ο σημαδεμένος λακές τα έχασε με τα λόγια του Αντόνιο -γιατί πράγματι ήτανε γιος σιδερά και μιας φουρνάρισσας, χήρας, με πολύ κακό όνομα. Καθώς η λιβρέα του μεσέρ Πομπέο είχε ακόμα πιο πρόσφατα στολιστεί με οικόσημο, ο λακές καταλάβαινε πως ήταν ανάρμοστο να προκαλέσει τους συνοδούς κάποιου ευγενή, έστω κι αν δε φορούσανε λιβρέα. Το δαχτυλίδι του Αντόνιο μιλούσε από μόνο του· κι ο κουκουλωμένος -πρέπει κάποιος πολύ μεγάλος άρχοντας να 'ταν, αφού είχε για σωματοφύλακά του έναν Καρράρα.

   Όταν εκείνοι οι δυο νταήδες έφυγαν απ' το πανδοχείο, ο Τζανφράνκο ξεσκέπασε τον μουσικό και του είπε γελώντας: "Έχω καλύτερο κρασί στο δωμάτιο απ' αυτό που πίνεις εδώ πέρα, φίλε. Και πουθενά δεν θα 'βρεις πιο πρόθυμους ακροατές από μας για την ιστορία που μας χρωστάς".
   Τότε συστήθηκαν για πρώτη φορά. "Χρυσόστομος Μαζαρίνι;" ρώτησε ο Τζανφράνκο. "Σιτσιλιάνος ή Τζενοβέζος;" Στα μπλε του μάτια σπίθιζε ένα γέλιο ανάλαφρα περιπαιχτικό.
   "Ούτε Σιτσιλιάνος ούτε Τζενοβέζος", αποκρίθηκε ο μουσικός, που δεν κατάλαβε αμέσως το πείραγμα. "Ούτε καν Ιταλός. Αλλά ας μείνουμε στ' όνομα αυτό που σας δίνω. Είναι τ' όνομά μου, κάτι λιγότερο από επτά χρόνια τώρα".
   Ο Αντόνιο εξήγησε πως αν και η οικογένειά του ζούσε εδώ, εκείνος σπάνια επισκεπτόταν την Πάντοβα· είχε έρθει μόνο για να τακτοποιήσει ορισμένα περιουσιακά ζητήματα· κι όσο θα 'μενε στην πόλη θα διανυκτέρευε μακριά από το πατρικό του. Ο μουσικός κουνούσε το κεφάλι σα να 'θελε να πει "καταλαβαίνω", αλλά βέβαια δεν μπορούσε πολλά να καταλάβει αν δεν μάθαινε την ιστορία του Αντόνιο και του φίλου του. Ήταν όμως, για κάποιο λόγο, πρόθυμος να εμπιστευτεί όλη τη δική του ιστορία -τουλάχιστο μεγάλο μέρος της- σ' αυτούς τους αγνώστους που τον προστάτεψαν από τους λακέδες που ο Μπαντιόλι είχε εξαπολύσει πίσω του -σίγουρα ενεργώντας με τις οδηγίες του αυστριακού καλεσμένου του· ποιος ξέρει τι συμφορές τον πρόσμεναν, αν τελικά τον έπιαναν και τον οδηγούσανε ξανά μπροστά στο φάντασμα που είχε ξεπροβάλει στη βίλα πλάι στις όχθες του Μπακιλιόνε. [...]

   Κυνηγημένο από το βοριά το "Σαν Σεμπαστιάνο" βούταγε με τη μύτη και πρόβαλλε ξανά. Για να κρατιέται στην επιφάνεια της αγριεμένης θάλασσας, λίγα μόνο πανιά είχε ανοιγμένα: το φλόκο στο μπομπρέσο, τον παπαφίγκο στο πλωριό, την κόντρα μετζάνα στο πρυμναίο κατάρτι. Αφρίζοντας ορμούσαν από το μπαστούνι τα κύματα, σουρώναν στις ξύλινες σχάρες και στράγγιζαν από τ' ανοίγματα της κουπαστής πέφτοντας πάλι στα πράσινα νερά σα βρόχινη μπόρα. Η Τεργέστη είχε πάψει να διακρίνεται. Η Ίστρια φαινόταν αριστερά σαν ένα σκουρωπό ξέφτι, ίδιο με τα σύννεφα που σκέπαζαν το στερέωμα. Ο κρύος αέρας έδειχνε πως στα βουνά απόψε θα χιονίσει· κι αν έπεφτε χωρίς να διώξει τα σύννεφα, αύριο θα χιόνιζε και στις πεδιάδες.
   Εκτός από τον Ιταλό τιμονιέρη και δυο Δαλματούς που ασφάλιζαν τα σκοινιά και στερέωναν τη σκάφη στην πρύμη, όλοι είχαν φύγει από το κατάστρωμα. Στην κουζίνα οι ναύτες έτρωγαν στο μεγάλο τραπέζι πίσω από τη σκάλα κι οι επιβάτες στο μικρό που ήταν στριμωγμένο στη ζέστη πλάι της εστίας του μάγειρα. Ο Τζανφράνκο κι ο Αντόνιο αποτελείωναν την τσιγκούνικη μερίδα κρασί που τους είχαν σερβίρει. Καθισμένος στη γωνιά ο Χρυσόστομος αποτελείωνε το γράμμα στη γυναικαδελφή του, με τα νέα για την καινούργια περιπέτεια, που το είχε αρχινισμένο απ' τη στεριά. [...]

   Το τελευταίο θαυμαστικό της φράσης ξέφυγε και χαράχτηκε σα μια λοξή γραμμή όλο αγωνία. Η σκούνα άρχισε να παραδέρνει μέσα στ' απανωτά κύματα που την ακολουθούσαν καταπόδι, καθώς ο τιμονιέρης έδωσε κλίση αριστερά, για να μην παρασύρει η τραμουντάνα το βαρυφορτωμένο σκάφος ακόμη νοτιότερα απ' τη ρότα προς ανατολάς που είχε χαραγμένη.
   Βλαστήμιες από το κατάστρωμα, βλαστήμιες κι από την καμπίνα του πλοιάρχου, καθώς ο καπετάν Λάτσαρο αναγκάστηκε να μαζέψει απ' το πάτωμα τα καπνικά του. Ο ύπαρχος άνοιξε την καταπακτή, ν' ακούσουν τι φώναζε από πάνω ο λοστρόμος, που πάλευε με τον τιμονιέρη μαζί στο βαρύ πηδάλιο.
   "Σκούρα τα πράγματα", είπε ο Τζανφράνκο αφού έβγαλε λίγο το κεφάλι στην κουβέρτα. Έπειτα με βλέμμα γεμάτο ενθουσιασμό πήδησε έξω, μη χάσει το πανηγύρι.
   "Δέσου με σχοινί!" φώναξε πίσω του ο ύπαρχος, που δε σκόπευε ν' ανέβει αν δεν ερχόταν η ώρα της βάρδιας του -εκτός αν ο καιρός χειροτέρευε.
   Ο Αντόνιο έφυγε από το τραπέζι και πήγε να καθίσει στην κουλούρα ενός κάβου, το πιο σίγουρο κάθισμα απ' όσα διέθετε ο στενός χώρος. Η τρικυμία ματαίωνε κάθε σχέδιο να καπνίσουν λίγο ίσαμε να τους πάρει ο ύπνος στις αιώρες: τώρα, κάτω από τον κίνδυνο, θα μετρούσαν το χρόνο μ' αβέβαιες προσευχές προς τη Μαντόνα. Μόνον ο μουσικός δε φαινόταν να έχει ανησυχήσει, δοσμένος μ' όλη την ψυχή του στην προσπάθεια να επικοινωνήσει με την καλή του φίλη, ό,τι κι αν συνέβαινε γύρω. [...]

   Μια κραυγή έσχισε τον αέρα κι έφτασε ίσαμε κάτω, στ' αυτιά τους. Ο Χρυσόστομος, από ώρα παρασυρμένος πολύ μακριά, τινάχτηκε αλαφιασμένος.
   "Τι λέει;" ρώτησε.
   "Άνθρωπος στη θάλασσα!" φώναξε ο ύπαρχος και όρμησε στη στενή σκάλα. Ο Αντόνιο έκανε ν' ανασηκωθεί, αλλά το άγριο μπότζι τον έριξε πάλι πίσω. "Του είπα να δεθεί, δεν του είπα;" βρυχήθηκε ο ύπαρχος, που είχε φτάσει στο πάνω σκαλοπάτι κι έσπρωχνε ν' ανοίξει την μπουκαπόρτα.
   Παραμερίζοντας όλα τα εμπόδια ο Αντόνιο όρμησε πίσω απ' τον αξιωματικό κι ο μουσικός ακολούθησε κι αυτός, μ' όλο που τα δόντια του χτυπούσανε.
   "Χριστός και Παναγία", βόγκηξε.
   Μια εικόνα κόλασης. Ο άνεμος άρπαζε τον αφρό και τον σήκωνε ψηλά σκορπώντας τον σαν πυκνή βροχή επάνω στο κατάστρωμα. Βαθύς τριγμός ακουγόταν κάθε φορά που το καράβι ανασηκωνόταν ορθό, σαν άλογο που κάποιο χέρι έχει αρπάξει από τη χαίτη στην ξέφρενη πορεία του πάνω από το κενό, ίσαμε να χτυπήσει πάλι στη ράχη του κύματος που φούσκωνε μπρος του -κι έπειτα ο κούφιος γδούπος απ' το ξύλινο σκαρί. Τα πανιά που μάζευαν βιαστικά οι ναύτες, όπως όπως γαντζωμένοι πάνω στα ξάρτια, χτυπούσαν τόσο δυνατά, που νόμιζες πως πέφτουν κεραυνοί. Αρπάχτηκε μηχανικά από κάτι και προσπάθησε να καταλάβει πώς γινόταν να φεύγει κάθε τόσο το έδαφος από κάτω του, αφήνοντας να τον αρπάξει ο άνεμος, κι αμέσως, μαζί με το κατάστρωμα να παρασέρνεται σε μια κάθοδο τρελή, που έμοιαζε πως δεν θα σταματούσε παρά μόνο σαν χτυπούσαν στο βυθό· ύστερα πάλι τα σανίδια έβρισκαν τις σόλες των παπουτσιών του κι όλον μαζί τον τίναζαν σαν τόπι ψηλά στον αέρα, ίσαμε να τον λούσει ο νέος καταιωνισμός απ' τη θαλασσινή βροχή που κατρακυλούσε στο κεφάλι του.
   Αρπαγμένοι από τις σχοινένιες σκάλες της κουπαστής, ο καπετάν Λάτσαρο κι ο ύπαρχος, ο λοστρόμος κι ο Αντόνιο, χειρονομούσαν κι ούρλιαζαν με το στόμα γεμάτο αλμυρό νερό. Το πουκάμισο του νεαρού ευγενή έφεγγε μέσα στον ζόφο. Απ' τις κραυγές τους, σπαράγματα έφερνε ο αέρας στ' αυτιά του μουσικού. Ναι, ήταν ο Τζανφράνκο που βρέθηκε στη θάλασσα... Κι ο πλοίαρχος Μαλατέστα ξεφώνιζε... Κι ο Αντόνιο φώναζε κι αυτός για να τον πείσει: άκουγε τη φωνή του ναυαγού... Να, να τον πάλι! Δεν το άκουσαν; "Νίνο! Είμαστ' εδώ! Κρατήσου!"
   Ο Χρυσόστομος έκλεισε τα μάτια κι αυτόματα μια προσευχή ανάβλυσε από τα βάθη της ψυχής του: "Sancta Maria, tu pia me pedibus advolutum recipe, in vita protege, in mortis discrimine defende. Amen". Κι έπειτα, με εξαιρετική διαύγεια, σκέφτηκε: "Θεέ μου, δεν φοβούμαι να πεθάνω, ποτέ δεν φοβήθηκα. Γιατί και τη χαρά της ζωής δεν έκανα μοναδικό σκοπό μου και τη θλίψη την δέχτηκα σαν δώρο Σου ακριβό, επιβεβαίωση πολύτιμη πως είμαι ζωντανός, για να γίνει το θέλημά Σου και να κάνω αυτό που ήξερα να κάνω πιο καλά. Σώσε τον φίλο μου. Μην αφήσεις να χαθεί έτσι μέσα σ' αυτή την κόλαση μια ψυχή θαρραλέα κι ευγενικιά".
   Στο σκοτάδι ξεχώρισε το λευκό μανίκι του Αντόνιο που σηκωνόταν. Μια λεπίδα γυάλισε κι έγινε ξανά σκοτάδι. Ο Χρυσόστομος είδε τον σκουρόχρωμο όγκο του πλοίαρχου να γέρνει πάνω από την κουπαστή. Ένα κύμα χύθηκε κατά μήκος της αριστερής πάντας και τον κατάπιε. Ο Αντόνιο, κρατώντας ακόμα το στιλέτο, στράφηκε στον ύπαρχο: "Εμπρός! Ρίχτε τη φαλαινίδα τώρα! Ο καπετάνιος στη θάλασσα!" -και έφερε το όπλο κάτω από το σαγόνι του ύπαρχου.

   Η σκούνα λικνιζόταν τρέχοντας πάνω στην ήρεμη επιφάνεια της θάλασσας μ' όλα τα πανιά ανοιχτά. Η ρότα είχε αλλάξει, το Σπολέτο είχε μείνει πίσω· οι κουλούρες τα σκοινιά που είχαν τελευταία στιγμή φορτωθεί ποτέ δεν θα 'φταναν στον προορισμό τους. Η απρόσμενη κίνηση του Αντόνιο είχε αιφνιδιάσει τον ύπαρχο, που αμέσως πρόσταξε να ρίξουν τη φελούκα και να ψαρέψουν τον καπετάν Λάτσαρο και τον Τζανφράνκο μέσ' απ' τα κύματα. Ξυλάρμενη η σκούνα, φουντάρισε και τις δυο άγκυρες για να τη συγκρατούνε, όμως ο καιρός γρήγορα την ξεμάκραινε νότια. Ευτυχώς η έρευνα δεν κράτησε πολύ. Ο ναυαγός, που είχε μείνει κολυμπώντας στην επιφάνεια, ανασύρθηκε με χίλιους κόπους και ρίχτηκε στη βάρκα αναίσθητος από κούραση. Όμως ο καπετάνιος, που η γοργή μαχαιριά του Αντόνιο του είχε ανοίξει τον λαιμό, βούλιαξε αμέσως κι άρχισε να ταξιδεύει στα βουβά σκοτάδια του νερού.
   Αφού βεβαιώθηκε πως ο φίλος του είναι ζωντανός, ο Αντόνιο αντιμετώπισε με ψυχραιμία τη μέτρια οργή του ύπαρχου και τη βουβή έκπληξη του Χρυσόστομου -που ήταν οι μόνοι μάρτυρες της κίνησής του- για την εγκληματική πράξη του. Χωρίς λεπτό να χάσει το ύφος του γνήσιου άρχοντα, που νόμο δε ξέρει άλλον απ' αυτόν που επιβάλλει ο ίδιος, εξήγησε πως το πλοίο βρίσκεται τώρα κάτω απ' τις δικές του διαταγές. Θα παίρναν μαζί και τα σκοινιά, που ήταν σχεδόν το ίδιο πολύτιμα όσο το μπαρούτι και τα όπλα που είχε φορτωμένα ο Οικονόμου, και χωρίς άλλη καθυστέρηση θα βάζαν πλώρη για την Πάργα.
   "Αυτό που κάνατε, μεσέρε", είπε ο ύπαρχος, "στη θάλασσα τιμωρείται με θάνατο". Ήταν ένας ψηλός, κυρτός, ηλιοψημένος άντρας γύρω στα τριάντα του, που είχε χάσει τα πάνω του δόντια -άγνωστο αν έφταιγε το σκορβούτο ή κάποια γερή γροθιά. Χαμογελούσε αδέξια και προσπαθούσε να δείξει στενοχωρεμένος κι ανήσυχος.
   "Το ίδιο τιμωρείται στη στεριά αυτό που έκανε ο καπετάνιος σας", αποκρίθηκε ψυχρά ο Αντόνιο. "Το πλοίο τώρα είναι κανονικά κάτω από τις διαταγές σου, ύπαρχε. Θα κάνω μαζί σου μια συμφωνία. Θα μας οδηγήσεις στην Πάργα κι από κει και πέρα η σκούνα είναι δική σου -αφού εισπράξεις και κάτι από την πώληση του φορτίου που συνοδεύουμε, για την ειρήνη της συνείδησής σου. Γράψε στο ημερολόγιο ότι ο καπετάνιος χάθηκε στη θαλασσοταραχή -κανείς δε θα κάνει περιττές ερωτήσεις και δε θα δημιουργήσει ιστορίες. Είμαι βέβαιος πως οι πλοιοκτήτες θα εκτιμήσουν τη διαγωγή σου και θ' αναθέσουν σ' εσένα το "Σαν Σεμπαστιάνο"..."
   "Απ' όσο ξέρω το πλοίο ανήκει στον καπετάν Λάτσαρο", αποκρίθηκε εκείνος, "που δεν έχει ούτε παιδιά ούτε σκυλιά..."
   "Απ' όσο ξέρω το πλοίο ανήκει σ' εκείνον που το κυβερνά, και στο πλήρωμα, αν θέλουν να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία που προσφέρει για έναν γρήγορο και ασφαλή πλουτισμό".
   "Θα σας πάω ως την Πάργα, μεσέρε", είπε ο ύπαρχος και το αμήχανο εκείνο χαμόγελο ζωγραφίστηκε ξανά στο κουτσοδόντικο στόμα του. "Από κει και πέρα θα σκεφτώ τι μπορεί να γίνει με τη σκούνα..."
   "Αυτό ακριβώς εννοώ κι εγώ!" απάντησε ο Αντόνιο και του έτεινε το χέρι. "Είμαστε σύμφωνοι".
   Το πλήρωμα ακολούθησε το παράδειγμα του ύπαρχου, που έδειξε να υποτάσσεται στη βία των όπλων. Ο Τζανφράνκο όμως, που ήξερε πόσο εύκολα αλλάζουν γνώμη οι ναυτικοί, συμβούλεψε να εγκατασταθούν στο διαμέρισμα του καπετάνιου· κλείδωσαν το οπλοστάσιο και τ' αμπάρι του φορτίου και ο Αντόνιο έχωσε το κλειδί βαθιά στην τσέπη του γιλέκου του. 
   Ο νεαρός Ναπολιτάνος συνήλθε από τον κλονισμό εκείνης της άσκημης περιπέτειας. Κοιμήθηκε οκτώ ολόκληρες ώρες στο αμπαρωμένο δωμάτιο του καπετάνιου, ενώ ο Αντόνιο ξαγρυπνούσε καπνίζοντας πίπα κι έχοντας γεμάτα μπρος του, στο τραπέζι με τους χάρτες, τρία πιστόλια κι ένα μουσκέτο.
   "Στην αρχή νόμισα πως έχεις τρελαθεί, όπως κόντεψα να τρελαθώ κι εγώ απ' το φόβο μου", είπε ο Χρυσόστομος. "Τι! Να μαχαιρώνεις τον καπετάνιο την ώρα που όλοι σ' αυτόν κοιτάνε κι ελπίζουν για να γλιτώσουνε το πλοίο και τη ζωή τους, έμοιαζε με αυτοκτονία".
   "Βλέπεις, μαέστρο", αποκρίθηκε ο Αντόνιο, "κάποιοι άνθρωποι πρέπει να βγαίνουν απ' τη μέση στην κατάλληλη στιγμή. Αλλιώς μπορεί να σε καταστρέψουν επειδή η πείρα τους λέει πως αυτό που ζητάς δε γίνεται..."
   "Άκου λοιπόν μια ιστορία που έμαθα στην Τεργέστη, από τον "δάσκαλό" μου στα ελληνικά", είπε ο Χρυσόστομος στον Αντόνιο. "Τούτη η θάλασσα που θέλει να μας καταπιεί είναι κακιά θάλασσα, γιατί πήρε τ' όνομά της από το μάγειρα του Μεγαλέξαντρου, τον Αντρέα. Ο μεγάλος στρατηλάτης, που οι περιπέτειές του, αν πιστέψουμε τους απογόνους του, ξεπερνούν τα πιο απίστευτα παραμύθια της Χαλιμάς, κάποτε ανακάλυψε, χάρη σ' αυτόν τον Αντρέα, το μάγειρά του, τ' Αθάνατο Νερό. Έτρεχε από μια πηγή μέσα στο δάσος, στη Χώρα της Σκοτεινιάς. Παράγγειλε ο βασιλιάς του μάγειρα, να του ετοιμάσει να φάει ένα παστωμένο ψάρι. Το πήρε αυτός και το 'βαλε μέσα στην πηγή να το ξεπλύνει, κι αυτό μεμιάς ζωντάνεψε και του 'φυγε απ' τα χέρια. Ο Αντρέας κατάλαβε αμέσως πως είχε βρει αυτό που ο αφέντης του χρόνια τώρα αναζητούσε. Έβαλε λοιπόν λίγο από το νερό μέσα σ' ένα ασημένιο παγούρι, σαν αυτό εδώ (ο Χρυσόστομος έβγαλε από την τσέπη του ένα πλακέ σκαλιστό παγούρι, και το 'δειξε στον νεαρό βαρόνο) και το πήρε μαζί του, αφού ήπιε πρώτα αρκετές γουλιές. Αντίς να δώσει στον βασιλιά να πιει, έδωσε στην κόρη του, τη βασιλοπούλα Καλή, που ο μάγειρας την αγαπούσε. Αλλά ο βασιλιάς θύμωσε σαν κατάλαβε πως η βασιλοπούλα έγινε αθάνατη ενώ αυτός όχι, κι απ' το κακό του την έδιωξε -κι αυτή έγινε νεράιδα του δάσους. Όσο για τον άπιστο μάγειρα, διέταξε και τον έριξαν σ' αυτήν εδώ τη θάλασσα, που από τότε λέγεται Αντριατική, από τον Αντρέα, το μάγειρα του Μεγαλέξαντρου".
   "Βλέπω", είπε ο Αντόνιο, "πως οι σπουδές σου στον πολιτισμό των Γραικών έχουν προοδέψει εξαιρετικά, κι αυτό είναι ευχάριστο, γιατί θα μας φανεί, φαντάζομαι, χρήσιμο στα μέρη που πηγαίνουμε".
   Ο Χρυσόστομος κοιμήθηκε στο πάτωμα, τυλιγμένος σε ζεστές κουβέρτες, το ίδιο βαθιά σα να 'ταν στο κρεβάτι του. Ονειρεύτηκε το μοναδικό προηγούμενο θαλάσσιο ταξίδι του, στη Βόρεια Θάλασσα, όταν ο πατέρας τους, για να καθησυχάσει εκείνον και την αδελφή του από τη φοβερή τρικυμία που κόντεψε να τους ξεβράσει στα βράχια της αγγλικής ακτής, σιγομουρμούριζε σα νανούρισμα το τραγουδάκι με τα αυτοσχέδια ιταλικά λόγια που είχε φτιάξει ο μικρός Χρυσόστομος:
"Oragne figatafa"
   Έπειτα ονειρεύτηκε τον μεγάλο του γιο. Τώρα πια θα ήταν παλληκάρι· δύσκολα μπορούσε να τον φανταστεί. Ένα πρόσωπο άγνωστο κι όμως γνωστό. Αυτός ο Καρλ, λοιπόν, ήρθε κοντά, με τη μορφή του Αντόνιο, κρατώντας ένα στιλέτο και το κράδαινε απειλητικά κάτω απ' το πρόσωπό του. "Υποσχέσου πως δε θα ξαναγυρίσεις, ποτέ, ποτέ πια... Κανείς δε σε θέλει πίσω".
   "Μα η Στάντσι", έλεγε ο μουσικός (ενώ ήθελε να πει "η Σοφί"), "μα ο μικρός Ξάβερ, δε με θέλουν;"
   "Η Στάντσι! Ο Ξάβερ!" έκανε ο γιος του κοροϊδευτικά. "Πού σου κατέβηκε; Καλύτερα τώρα που έχεις πεθάνει. Γλιτώσαμε από τις μεγαλομανίες και τις σπατάλες σου, απ' τη συνήθειά σου να κάνεις τους φίλους εχθρούς, απ' τις ιδέες για τη μουσική σου που είναι καλύτερη από των άλλων -κι από τις έγκυες δούλες που χτυπούν την πόρτα ζητώντας λεφτά για ν' αποκατασταθούνε, όπως η μικρή σερβιτόρα από το πανδοχείο της Βαίρινγκερ Γκάσσε ή η δυστυχισμένη η κυρία Χοφντέμελ!"
   "Ήταν έγκλημα αυτό που έκανες", είπε ο Αντόνιο. "Όπως και να το πεις, θανάσιμο αμάρτημα -κι η εκκλησία δεν το συγχωρεί".
   "Η εκκλησία συγχωρεί τα πάντα", αποκρίθηκε ο άλλος. "Ο Θεός δε συγχωρεί, αλλά αυτόν αργούμε ακόμα να τον συναντήσουμε. Ποιος ξέρει, όταν έρθει η ώρα μπορεί και να 'χει αλλάξει γνώμη".
   "Αυτή η εξυπνάδα! Είναι βλάσφημη, βλάσφημη!" μουρμούρισε ο μουσικός.
   Σαν το φίδι που αλλάζει πουκάμισο, ο Καρλ που είχε γίνει Αντόνιο, τώρα πάλι ήτανε Έντσο -γερασμένος, με μαλλιά κάτασπρα, δέρμα γεμάτο αρρωστιάρικες κοκκινίλες που ξέφτιζαν στις άκρες. "Ευλόγησέ με, πάτερ, γιατί αμάρτησα", ψιθύρισε μόλις τολμώντας ν' ανασάνει. "Benedicat", αποκρίθηκε βραχνή η φωνή του Εξομολογητή. Μα αυτό δεν είναι όνειρο, σκέφτηκε μέσα στον ύπνο του ο μουσικός. Είναι η πραγματικότητα. Το ξέρω γιατί την έχω ζήσει.
   Τον είχε φωνάξει μέσα στη νύχτα. Είχε ακούσει ξεκάθαρα τη φωνή και την είχε γνωρίσει. Ρίχνοντας πρόχειρα ένα παλτό πάνω από την κυλότα και το πουκάμισο, όρμησε στον στάβλο, έζεψε βιαστικά μια μαύρη φοράδα στο μόνιππο της Γιοζέφας και μαστιγώνοντας το ζώο αλύπητα έφτασε στη Γέφυρα του Καρόλου. Η κακοφτιαγμένη σαγή είχε υποχωρήσει, το άλογο είχε σχεδόν λυθεί από τ' αμάξι, δεν μπορούσε να συνεχίσει. Άρχισε να τρέχει πάνω στην έρημη γέφυρα. Σε λίγες ώρες ξημέρωνε, το κρύο ήταν πιο τσουχτερό στο πλατύ άνοιγμα του ποταμιού απ' όπου κατέβαινε ο βόρειος άνεμος. Πάνω από το κεφάλι του γέρναν απειλητικά τ' αγάλματα των βασιλιάδων, με τα σπαθιά γυμνωμένα, μορφάζοντας. Το καμπυλωτό λιθόστρωτο, φθαρμένο και γλιστερό από την πυκνή κίνηση που κάθε μέρα έσφυζε εδώ, κοντά στην είσοδο της παλιάς πόλης, παράσερνε το βιαστικό του βήμα σε αμέτρητες παγίδες. Απρόσεχτα πιασμένη στο μπατζάκι, η αριστερή του κάλτσα διαρκώς έπεφτε. Από κάτω ο Μολδαύας κυλούσε βουβός και μέσα στη σπάνια ξαστεριά τινάζονταν διάττοντες σε καμπύλες τροχιές, μαρτυρώντας την ύπαρξη ζωής σ' αυτό που οι άνθρωποι συνήθως βλέπουν μόνο σαν ένα άψυχο σκηνικό για τα μικρά προσωπικά τους δράματα. Ο μυτερός πύργος του Αγίου Βίτου ορθωνόταν δεξιά του, πάνω από το palais Σβάρτσενμπεργκ και τις δενδροστοιχίες με τα φουντωτά πλατάνια και τις καστανιές.
   "Την ακούω, την ακούω ξανά. Με φωνάζει... με χίλιες φωνές με κράζει", ψιθύρισε μέσα από τα σφιγμένα του δόντια. Ξέπνοος έφτασε στον καθεδρικό. Μπήκε από το παραπόρτι της δεξιάς πύλης, αφήνοντάς το ανοιχτό. Τα κεριά είχαν λιώσει και σβήσει· εδώ κι εκεί κάποιο, πριν ξεψυχήσει φώτιζε με λάμψη αδύναμη μικρούς κύκλους γύρω από τα μανουάλια. Μια αδιόρατη κίνηση της σκοτεινής κουρτίνας στο κουβούκλιο του Εξομολογητή μαρτυρούσε κάποια παρουσία εκεί. Το ζωγραφισμένο παράθυρο πάνω από το παρεκκλήσι της Αγίας Θηρεσίας έλαμψε στιγμιαία -κάποιος καινούργιος διάττων; "Ξέρω πως είσαι μέσα..." είπε ο μουσικός. Πίσω από το παραπέτασμα πρόβαλε το χέρι μιας γυναίκας με την παλάμη αναστραμμένη, σαν να τον καλούσε να το πιάσει. Έκανε ένα βήμα και τ' άγγιξε. Τα δάχτυλά της διπλώθηκαν γύρω από το δικό του και με δύναμη ασυνήθιστη τον τράβηξε μέσα. Η κουρτίνα παραμέρισε. Δεν ήταν Εκείνη, ήταν ο Εξομολόγος. Πύρινα τα μάτια του.
   "Αμάρτησα, πάτερ", ψιθύρισε.
   "Δεν είσ' εδώ για τ' αμαρτήματά σου", είπε ο Έντσο, "αλλά για τις αρετές, που τ' αναδείχνουν χειρότερα απ' των άλλων αμαρτωλών... Ίσως και για τη βεβαιότητά σου πως τελικά δεν θα τιμωρηθείς, αντίθετ' από μας όλους. Η ψυχή του συνθέτη όμως, του ποιητή, δεν είναι εύκολο να βρει συγχώρεση. Τι θες να σου πω εγώ; Τι να σου πουν οι άγιοί μου και οι οσίες μου; Εμείς τακτοποιούμε τις ένοχες συνειδήσεις των ταπεινών, κείνων που χάνουν το μπούσουλα και δεν μπορούν να συνεχίσουν αν δεν σιγουρευτούνε για τη θέση τους ανάμεσα στο κοπάδι των Δικαίων κι απέναντι στον Θεό!" Τράβηξε το παραπέτασμα κι έκλεισε την πόρτα, αφήνοντάς τον στο μισόφωτο του εξομολογητηρίου. "Προσευχήσου!" πρόσταξε. "Σε ό,τι πιστεύεις".
   "Πιστεύω στην αγάπη. Στην αδελφοσύνη. Στην καλή φύση του ανθρώπου. Πιστεύω, αλλιώς τίποτε απ' όσα έχω κάνει δεν θα είχε γίνει! Credo ... quia sum pius!" πρόφερε λατινικά και τράβηξε με βία την κουρτίνα. Ένα βογκητό τού ξέφυγε την ίδια στιγμή και παραπάτησε προς τα πίσω. 
   Είχε δει ένα πρόσωπο που δεν ήταν ούτε ανδρικό ούτε γυναικείο· ούτε νεαρό ούτε γέρικο· ούτε καλό ούτε κακό. Ένα πρόσωπο που περίμενε τη σμίλη ενός γλύπτη, τα πινέλα ενός ζωγράφου· κάτι έξω και πέρα από τον κόσμο των ανθρώπων και των φαντασμάτων που τους καταδιώκουν. Ένα πρόσωπο που θα μπορούσε να το πει "το πρόσωπο ενός παιδιού" αλλά ήταν κάτι άλλο, τρομαχτικό και απειλητικό.
   "Όχι! Μη!"
   Στο παραπόρτι της δεξιάς πύλης που έχασκε ακόμα ανοιχτό, ξεχώρισε τη σκιά του κακόμορφου υπηρέτη, που κάθε τόσο τον διέκρινε μέσα στην πόλη, στις γωνίες των δρόμων, στη σκιά που έριχναν τα ψηλά καφετιά μεσαιωνικά κτίρια στο λιθόστρωτο. Ο γδάρτης... ο κυνηγέτης του κόμη... ο αλύπητος, αδυσώπητος διώκτης που δεν κουραζόταν, δεν ξεγελιόταν, δεν τον έχανε ποτέ απ' τα μάτια του. Ονειρεύομαι, Θεέ μου, βλέπω εφιάλτη. Θα 'χω πλακώσει το χέρι μου ή θα 'χω βαρυφάει ή κάποιος, κάτι, προσπαθεί να με ξυπνήσει κι αντιστέκομαι -έτσι γίνεται... κι έπειτα ξυπνάς.
   "Ξυπνάς, αλήθεια;" ρώτησε ο Αντόνιο. "Τόσα χρόνια που κοιμάσαι σαν Χρυσόστομος Μαζαρίνι κι ονειρεύεσαι σαν αυτός που ήσουν κάποτε -ξυπνάς και σταματάει ο εφιάλτης σου;"
   Ο μουσικός αναγύρισε αλλάζοντας ελαφρά θέση. Κλάματα ανέβαιναν στο λαιμό του χωρίς να μπορεί να τα κρατήσει, έτσι όπως κλαίνε τα παιδιά μονάχα και ποτέ οι μεγάλοι.
   "Πάπι, πάπι!"φώναξε κι έτεινε τα μικρά χεράκια στον πατέρα του. "Άφησέ με να δοκιμάσω, δε μου 'χεις εμπιστοσύνη; Θα παίξω τόσο σιγανά κι ανάλαφρα κάτω απ' τον κύριο Σάχτνερ που ούτε ο ίδιος δεν θα καταλάβει πώς έγινε και δεν φαλτσάρει το βιολί του..."
   "Θανάσιμο αμάρτημα, θανάσιμο!" απείλησε ο πατέρας μέσα από το μπουκάλι όπου τον φύλαγε σαν homunculus στο οινόπνευμα. "Κρίναι ζώντας και νεκρούς, μόνον Εκείνος μπορεί. Εκείνος!" Και σήκωσε τον μικροσκοπικό του δείκτη ψηλά, απειλητικά, έτσι όπως συνήθιζε.
   Ο μουσικός μύριζε ξανά την ξεχασμένη μυρωδιά από το περιποιημένο γεροντικό δέρμα και τ' άρωμα -νάρδος και λιβάνι- που ράντιζε το μαντίλι του ο πατέρας μέσ' από το κρυστάλλινο φιαλίδιο, για να το ξανακρύψει ανάμεσα στα καλά πουκάμισα. "Ζεις!" Έστρεψε να τον δει. Εκείνος όμως άρχισε να μεγαλώνει, σαν το τζίνι που ξέχασαν το ξόρκι του. Γέμισε το αμπάρι και σύντομα θα τρυπούσε το ταβάνι και το κεφάλι του θα τιναζόταν απ' έξω στην κουβέρτα, διαλύοντας το καράβι.
   "Ξύπνα, διάβολε! Τι βλέπεις και ξεφωνίζεις σα να σε σουβλίζουνε;"
   Πλάι του έσκυβε ανήσυχος ο Τζανφράνκο, με το ένα χέρι κρατώντας το προσόψι που μάζευε τη σαπουνάδα από το ξύρισμά του.

   Ένα γλυκόηχο γρατσούνισμα ερχόταν απ' τ' απάγγειο της πλώρης. Ο λοστρόμος κρατούσε στα χέρια το μικρό έγχορδο ίδιο με παιδικό παιχνίδι και σιγοτραγουδούσε αμανέ κλαψιάρικο, που 'βγαινε από τη μύτη πιο πολύ παρά απ' το στόμα του. Κάτι στο χρώμα των κυμάτων, στην ελαφράδα του αέρα, είχε ανεπαίσθητα αλλάξει γύρω. Θάλασσα παντού. Το "Σαν Σεμπαστιάνο" γι' ασφάλεια κρατούσε ρότα ανοιχτά από τη στεριά. Ένας ακόμα ναύτης, που είχε βάρδια στο κατάστρωμα, καθόταν πλάι στον τραγουδιστή, σε μια κουλούρα σκοινί καπνίζοντας πίπα από πηλό. Ψηλά στη σκάλα του τουρκέτου ο βιγλάτορας έψαχνε τον ορίζοντα για κανένα πανί. Οι τρεις επιβάτες -απόλυτοι κύριοι της σκούνας τώρα- οπλισμένοι ως τα δόντια κι έχοντας διπλοκλειδώσει το διαμέρισμα του καπετάνιου και τ' οπλοστάσιο, κάθονταν πίσω απ' τον τιμονιέρη και με καλά κουμπωμένα τα πανωφόρια φυλάγονταν από τον κρύο αέρα. Κανείς δεν καλοήξερε πού βρίσκονταν μέσα στο πέλαγος· αν πίστευαν τα λόγια του υπάρχου, σύντομα θα 'βλεπαν τη στεριά της Αλβανίας, φτάνει να κρατούσε ο καιρός.
   Κοίταζε τους φίλους του, ο μουσικός, κι αναρωτιόταν πότε άραγε μαθαίνει κανείς τους ανθρώπους. Μέσα στην ταραχή των γεγονότων που είχαν κυλήσει τόσο γοργά, δεν είχε καταφέρει να σκεφτεί: τα όνειρα μόνο που έβλεπε σαν τον έπαιρνε ο ύπνος, του 'δειχναν την αλήθεια. Βάζοντας απερίσκεπτα σε κίνδυνο και τη δική του κι όλων των άλλων τις ζωές, ο Αντόνιο είχε σώσει τον Τζανφράνκο από τα κύματα, έστω κι αν η δολοφονία του καπετάνιου μέσα στη θύελλα εύκολα μπορούσε να καταλήξει σε γενική καταστροφή. Αυτός ο λεπτεπίλεπτος νεαρός αριστοκράτης, ξάφνου είχε φανεί το ίδιο άγριος και ικανός στα όπλα, το ίδιο παράτολμος και θαρραλέος όσο κι ο πιο γεροδεμένος και πολεμικός φίλος του. Τα ονόματα του Δάμωνα και του Φιντία, του Κάστορα και του Πολυδεύκη, έρχονταν διαρκώς στο νου του και ήθελε να τους πει πόσο πολύ θύμιζαν αυτούς τους ήρωες· δεν ήταν όμως σίγουρος ποιο απ' τα δύο ζευγάρια ήταν το καταλληλότερο. Έτσι περιορίστηκε να πει πως ο Τζανφράνκο ήταν πολύ τυχερός που υπήρχε ο Αντόνιο.
   "Αυτό είναι σωστό", παραδέχτηκε ο νεαρός Ναπολιτάνος ξεσκεπάζοντας τα κάτασπρα δόντια του, "όμως χάνεις το λογαριασμό αν βάλεις κάτω πόσες φορές ο ένας έχει σώσει τη ζωή του άλλου, όσον καιρό γνωριζόμαστε".
   "Άλλωστε", συμπλήρωσε ο Αντόνιο, "κι η γνωριμία μας μια επιχείρηση σωτηρίας ήταν".
   "Καιρός να μάθω αυτές τις ιστορίες", πρότεινε ο μουσικός κι εκείνος προθυμοποιήθηκε να του διηγηθεί πότε και πώς γνωρίστηκαν. [...]

   "Με συμπαθάτε..." ακούστηκε από τη σκάλα η φωνή του υπάρχου. Κι οι τρεις τινάχτηκαν ανήσυχοι· ο Τζανφράνκο κι ο Αντόνιο έφεραν το χέρι στα πιστόλια τους. Ο άνθρωπος στεκόταν διστάζοντας στα σκαλοπάτια του κασάρου, ζητώντας με το βλέμμα την άδεια να πλησιάσει για να τους μιλήσει.
   "Τι 'ναι, ύπαρχε;" ρώτησε ο Αντόνιο και του έγνεψε να προχωρήσει.
   "Όπου να 'ναι πλησιάζουμε στα νερά των Κόρφων", είπ' αυτός. "Αν κοιτάξετε θα δείτε πως έχουν φανεί και οι ακτές της Αλβανίας".
   Οι τρεις φίλοι πλησίασαν την κουπαστή κι ο Αντόνιο άνοιξε το κανοκυάλι που του 'δωσε ο ύπαρχος και κοίταξε. Ήταν στεριά. Τελευταίος, έπειτα από τον Τζανφράνκο, κόλλησε το μάτι στον φακό κι ο μουσικός. 
   "Η Αλβανία", ψιθύρισε κι ένα ρίγος φόβου χύθηκε στην πλάτη του. "Η γη της Ανατολής. Libera me, Domine".

   Ό,τι είχε φανεί σταβέντο το νησί της Ραούσας και στο βάθος ξέκριναν στο σούρουπο τα βουνά των Κόρφων, το υδραίικο πρόβαλε και έκανε σινιάλο να σταθούνε: έφερνε μαντάτα. Ο ύπαρχος αφού πήρε πρώτα τη γνώμη του Τζανφράνκο και του Αντόνιο, πρόσταξε να κατεβάσουν τα πανιά και να ποντίσουν τη μιαν άγκυρα. Τα πλοία στάθηκαν κάμποσες γυάρδες απόσταση. Οι δυο καπεταναίοι πιάσαν τα χωνιά και χαιρετήθηκαν δίνοντας γνωριμία -Ανδρέας Πίττας, φώναξε ο Υδραίος κι ο ύπαρχος του "Σαν Σεμπαστιάνο" έδωσε ένα ψεύτικο. Ρωμαίικα καλά δεν ήξερε· ο άλλος όμως μιλούσε ιταλικά.
   "Η Παναγιά μαζί σας".
   "Και μαζί σας. Πούθ' έρχεστε;"
   "Σαππού τραβάτε;" ήταν η απόκριση.
   ("Προσεχτικοί οι καπεταναίοι, μη μαρτυρηθούνε πράματα που δεν θέλουνε", σχολίασε ο Αντόνιο.)
   "Για Πάργα τραβάμε. Σεις για πού;" φώναξε ο ύπαρχος. 
   "Στο Μπρίντιζι σαβουρωμένοι να φορτώσουμε. Προσέχτε! Αν πάτε φορτίο για τους Γάλλους, δεν είναι πια εκεί!"
   "Στους Κόρφους είν' ακόμα οι Γάλλοι;"
   "Είναι, αλλά η αρμάδα τούς έχουνε ζωσμένους και τους βαράν με τα κανόνια από θάλασσα κι από στεριά βδομάδες τώρα. Οι Γάλλοι αντέχουνε. Τ' άλλα λιμάνια όλα έχουν πέσει στον Αλή. Μόνον η Πάργα γλίτωσε. Τον πρόλαβαν οι Ρώσοι κι ο στόλος του σουλτάνου. Τα μάτια σας δεκατέσσερα, όπου κι αν τραβάτε. Καλό δρόμο, Χριστιανοί".
   "Ο Θεός μαζί σας".
   "Τι απόγινε η Πάργα;" ρώτησε τον λοστρόμο ο Σταύρακας, το ναυτόπαιδο, που καταλάβαινε ιταλικά, αλλά δεν είχε μπορέσει να βγάλει άκρη από τον διάλογο ανάμεσα στους καπεταναίους.
   "Γλίτωσε τους Αρβανίτες και πλάκωσαν οι Τούρκοι!" αποκρίθηκε αυτός. "Και τι σε κόφτει εσένα για την Πάργα;" 
   "Έχει συγγενείς εκεί ο μούτσος", μπήκε στη μέση ο Ρωμιός μάγειρας. "Θειους, θειάδες, έτσι δεν είναι, μωρέ συ μικρέ;"
   "Έτσι, μάγερα".
   "Ο Θεός θα λυπηθεί τους σκλάβους. Ο Θεός προσέχει τον αδικημένο, τιμωρεί τον άδικο, έτσι είναι ο νόμος του. Έλα κάτω να πιεις λίγο ρούμι να συνέρθεις απ' το κρύο. Κι εσύ, λοστρόμε, σα νετάρεις βάρδια".
   Πριν να κατέβουν την απότομη σκαλίτσα της μπουκαπόρτας, είδαν στο κασάρο τους "Ιταλούς" που ανήσυχοι, αλαφιασμένοι, μιλούσαν μεταξύ τους χαμηλόφωνα. Κάμποσες γυάρδες πέρα το υδραίικο σήκωνε πάλι πανιά. 
   Ο νεαρός μούτσος πλησίασε το κασάρο, μπας κι άρπαζε κάποια πληροφορία τ' αυτί του. Κάτι είπε ο Τζανφράνκο στον ύπαρχο ιταλικά κι εκείνος έμεινε για λίγο σκεφτικός. 
   "Άρχοντές μου..." τον άκουσε μετά να λέει στους ξένους. "Στην Πάργα είναι οι Τούρκοι. Οι Γάλλοι είναι ακόμη στους Κόρφους, αλλά τους πολιορκεί η αρμάδα. Ο Υδραίος λέει πως κρατούν -όμως ούτε κι αυτός έρχετ' από κει για να ξέρει με σιγουριά. Όποιος κι αν νικά, πάνω στη μάχη θ' αρπάξει το φορτίο μας με το δίκιο του πολέμου, κι αν αντισταθούμε μας σκοτώνουνε. Έχω λοιπόν μια ιδέα", συνέχισε ο ύπαρχος. "Όταν παλιά ταξίδευα σε τούτα τα νερά, κάτω από τη σημαία που όλοι εχτρεύονται και κυνηγούνε, ήξερα έναν ορμίσκο στα βόρεια του νησιού, κρυμμένον καλά από τ' ανοιχτά, χάρη σ' ένα ακρωτηράκι απόκρημνο -ίσα ίσα το μήκος μιας σκούνας. Το μέρος είναι δασωμένο, κόβαμε κλαδιά και μ' αυτά κάναμε τα ξάρτια να μη ξεχωρίζουνε. Το πέρασμα είναι λίγα μόνο μέτρα -δύσκολο απ' τ' ανοιχτά να ξεκρίνεις όποιον κρύβετ' εκεί μέσα. Αν κατάφερνα να το βρω, φουντάρουμε εύκολα στα βαθιά του όρμου και κρυβόμαστε όσο να μάθουμε τι γίνεται στη Χώρα. Θα χρειαστούμε ζώα για το δρόμο και κάπου τέσσερις μέρες ώσπου να φέρουμε τα μαντάτα πίσω στη σκούνα. Αν οι Γάλλοι διώξουν τις αρμάδες, σηκώνουμε φραντσέζικο μπαϊράκι και πάμε στο λιμάνι. Αν νικηθούνε, κάνουμε πανιά για όπου αλλού έχει αγορά για το φορτίο σας".
   "Καλά τα λέει ο ύπαρχος", είπε ο Αντόνιο. "Το πιο σωστό απ' όλα είν' αυτό. Στους Κόρφους μιλούν ιταλικά -μπορούμε το λοιπόν να ταξιδέψουμε με σχετική ασφάλεια ως την  πόλη. Ένας μας μένει εδώ" (κοίταξε τον Τζανφράνκο) "και, συντροφιά με τον κύριο ύπαρχο από 'δω, προσέχουνε πλοίο και φορτίο, ο άλλος πάει στη Χώρα. Αυτή η λύση είναι η καλύτερη".
   "Ρότα, λοιπόν, για την κρυψώνα σου, ύπαρχε", είπε ο Τζανφράνκο, "και ας ελπίσουμε πως ίσαμ' εκεί δε θα συναντήσουμε ούτε τούρκικα ούτε ρώσικα καράβια".
   "Για σιγουριά χρειαζόμαστε σημαία ουδέτερη", είπε ο ύπαρχος ξύνοντας το κεφάλι, "κι ο διάολος να με πάρει αν μπορώ να σκεφτώ έστω και μία".
   "Ας δούμε τι έχουμε", πρότεινε ο Τζανφράνκο κι αμέσως ο ύπαρχος φώναξε τον μούτσο, που πρόβαλε από την κρυψώνα του. "Φέρε πάνω τις σημαίες", τον πρόσταξε.
   Ο Σταύρακας τινάχτηκε στη στιγμή και κατρακύλησε δυο δυο τα σκαλοπάτια ίσαμε την αποθήκη που είχε στην ευθύνη του. Άρπαξε ένα πλεχτό κοφίνι με σκέπασμα και το 'συρε ως τη σκάλα. "Ζήτησαν τις σημαίες να δούνε. Ούτε ξέρουν πού πρέπει να πάμε", εξήγησε βιαστικά στον μάγειρα και στον λοστρόμο που τον κοιτούσαν με απορία. Παραξενεμένοι αυτοί από τις εξελίξεις, ξεπρόβαλαν δειλά στην μπουκαπόρτα και πλησίασαν στο κασάρο.
   Ο Χρυσόστομος τότε έσκυψε πάνω απ' το κοφίνι με τις σημαίες και τράβηξε με τις άκριες των δαχτύλων του την τρίχρωμη τη γαλλική.
   "Ο φίλος μας έχει τόση αγάπη στους Γάλλους", σχολίασε ο Αντόνιο, "που το αποφάσισε φαίνεται να πεθάνει τυλιγμένος με τη σημαία της Επανάστασης".
   "Είμαι μαθημένος από το θέατρο", είπε χαμογελώντας ο Χρυσόστομος, "μην το ξεχνάς. Κι εκεί τα πράγματα που βλέπουμε πάνω στη σκηνή σχεδόν ποτέ δεν είναι αυτό που νομίζουμε".
   Κανείς δεν κατάλαβε τι θα έκανε. Και πραγματικά ο μικρόσωμος μουσικός τυλίχτηκε με την τρίχρωμη σημαία, που κάλυψε όλο του το σώμα. Έκανε μπρος τους μερικά χορευτικά βήματα, πήρε πόζες και τους κοίταζε γελώντας. Οι ναύτες άλλαξαν ματιές κι όλοι περίμεναν να δούνε πώς θα τέλειωνε η παράσταση. Ύστερα, με μια κίνηση όλο χάρη, ο Χρυσόστομος τράβηξε από πάνω του τη σημαία, την τίναξε στον αέρα και γοργά την ξανάπιασε γυρνώντας τη στο πλάι και ξανατυλίχτηκε μ' αυτήν.
   "Ecco!" είπε με ύφος θριαμβευτικό. "Οragne figatafa".
   "Είμαι σίγουρος πως μιλάς ιταλικά· αλλά δεν κατάλαβα λέξη", έκανε ο Αντόνιο ξεκαρδισμένος.
   "Ένα ξόρκι είπα. Και ακολούθησε το σκηνικό θαύμα που βλέπετε!" είπε ο Χρυσόστομος. "Πώς τα τρία εμβλήματα της Επανάστασης ξαπλώνοντας ν' αναπαυτούνε έφτιαξαν την τρίχρωμη σημαία της Μπατάβιας!"
   "Porca gracia!"φώναξε αθέλητά του ο ύπαρχος. "Πώς δεν το σκέφτηκα! Στο πλάι γυρισμένο, το μπαϊράκι των Φραντσέζων γίνεται η σημαία της Ολλάντας!"
   "Φτάνει να ράψουμε τους κρίκους απ' την άλλη μεριά και να την κοντύνουμε, μη και μαρτυρήσουν οι διαστάσεις τη μικρή μας απάτη", είπε ο μουσικός.
   "Είσαι αναντικατάστατος, Χρυσόστομε", είπε ο Τζανφράνκο.
   "Παντού και πάντα", καμάρωσε εκείνος στραβώνοντας τα σφιγμένα χείλη του.
   "Γραμμή για Κόρφους!" δόθηκε τελικά η διαταγή στον τιμονιέρη. "Λοστρόμε, όρτσα όλα τα πανιά!"
   Χτύπησε η καμπάνα, γυμνά πόδια έκρουσαν το κατάστρωμα και σ' ένα λεπτό το πλήρωμα είχε ξεχυθεί στα ξάρτια αμολάροντας τα πανιά, που πέσανε με βρόντο κι αμέσως φούσκωσαν. Τρίζοντας σα να ξεμούδιαζε από την ακινησία, το "Σαν Σεμπαστιάνο" βύθισε την κυρτή του μούρη στο κύμα και συνέχισε το δρόμο του.
   "Τι καμώματα σκαρώνουν οι διαβολοϊταλιάνοι", αναρωτήθηκε μεγαλόφωνα ο Σταύρακας κοιτώντας στο κασάρο. "Κι ο βατραχομάτης εκείνος, που γύρισε τη γαλλική σημαία ανάποδα και την έκανε μπαταβέζικη! Τι μυαλά κουμαντάρει και χορεύει έτσι ξεδιάντροπα μπροστά σ' όλους;" 
   "Έτσ' είν' οι ξένοι, μουρλοί, δεν το 'ξερες;" αποκρίθηκε ο μάγειρας που είχε κι αυτός παρακολουθήσει τη σκηνή μ' ανοιχτό το στόμα.
   "Μωρ' εγώ το ξέρω!" έκανε ο μικρός. "Αυτός ο κοντοπίθαρος δεν είναι με τα καλά του. Τόσες μέρες όλο πάνω μου σκοντάφτει. Γελάει, μου δείχνει πότε τ' άλμπουρα και πότε τους τάκους και με ρωτάει ιταλικά -πώς τα λέμε εμείς και τα τέτοια. Ε, πώς να τα λέμε, άλμπουρα τα λέμε, τάκους τα λέμε. Και μου κάνει ρεβερέντσα και φεύγει κι όλο μουρμουράει σα χαμένος "άλμπουρα, άλμπουρα, τάκους, τάκους". Για δέσιμο... Προχθές με λαχτάρισε, ό,τι έβγαινα απ' το μπαλαούρο που είχα καθαρίσει. Μου δείχνει το βρακί που φοράει και με ξαναρωτάει τα ίδια. Θύμωσα κι εγώ που μ' έσκιαξε. "Χάβαρο!" του λέω κι εγώ. "Χάβαρο, χάβαρο, γκράτσιε τάντι", μου λέει και φεύγει λέγοντας "χάβαρο, χάβαρο"".
   Λοστρόμος και μάγειρας διασκέδασαν πολύ με τα λόγια του μαθητευόμενου. "Έλα, σαφρακιασμένο, ράψε τους κρίκους γρήγορα στη σημαία κι έπειτα δώστου για κάτω. Το κρύο τσούζει", του είπανε.
   Πίσω απ' την πρύμη τους έπεφτε ο ήλιος τυλιγμένος στις γάζες της καταχνιάς. Παρ' όλο που η ψύχρα είχε γίνει τώρα ανυπόφορη πάνω στο κατάστρωμα, οι "ξένοι" μείναν εκεί χωρίς ν' αναζητήσουνε την προστασία της καμπίνας. Οι Ιταλοί ήταν ανήσυχοι. Για την ώρα, μη μπορώντας να κάνουν αλλιώς, κι όπως ήτανε μακριά η στεριά, μείναν ερευνώντας ολόγυρα τον ορίζοντα που σιγοθάμπωνε ανατολικά καθώς το φως λιγόστευε. Πέρασε από χέρι σε χέρι το σπαστό κανοκυάλι, που λίγο μόνο έκανε πιο καθαρό και μεγαλύτερο ό,τι ξεχώριζε.
   "Το νησί Ραούσα, οι Κόρφοι, Θεέ και Κύριε", αναλογίστηκε ο μουσικός, "απίστευτα μέρη και πιο απίστευτο να βρίσκομ' εγώ εδώ. Τι μένει ακόμη να δω στη ζωή μου; Την Ισταμπούλ και την Ιερουσαλήμ, σίγουρα, τη Μέκκα, τις μυθικές Ινδίες. Δε φτάνει μια ζωή για όλα... Γι' αυτό ο Πλάστης μ' ευλόγησε με δυο: την προηγούμενη, που πέρασε μπροστά στο κλαβιέ του πιάνου και στις ριγωμένες κόλες του πενταγράμμου· κι αυτήν εδώ, που ήρθε για να μ' αναπαύσει από τους μάταιους κόπους μου να επικοινωνήσω με τους ανθρώπους, βουτώντας με στη βίαιη ζωή τους".
   Μ' αυτές τις πικρές ειρωνείες για την τύχη του, προσπαθούσε ο Χρυσόστομος ν' απαλύνει την αγωνία που τον είχε κυριέψει στο θέαμα της άγνωστης στεριάς. Σκυμμένος πάνω από την κουπαστή κοιτούσε το χρώμα του νερού που, από μαύρο ή βαθυπράσινο, τώρα είχε αλλάξει σ' ένα πρωτόγνωρο βαθύ γαλάζιο· η θάλασσα ήταν διάφανη. Κι αν δεν ήτανε σούρουπο αλλά πρωί, ίσως να μπορούσε να διακρίνει ως τον βυθό κι όλα τα θαυμαστά της ψάρια -και τα μυθικά δελφίνια, που ήξερε πως αφθονούν στον Νότο. Αισθάνθηκε γύρω απ' τους ώμους του το χέρι του Αντόνιο.
   "Μαέστρο", του είπε κι έμεινε πλάι του σιωπηλός, σαν τίποτ' άλλο να μην είχε να του πει. Αισθάνθηκε να τον κυριεύει ευγνωμοσύνη γι' αυτό το νεαρό αγόρι, που η προστασία του τον τύλιγε σαν πανωφόρι ζεστό.
   "Θέλω κάποτε ν' ακούσω και τη συνέχεια της ιστορίας σας με τον Τζανφράνκο", είπε ο Χρυσόστομος.
   "Θα την ακούσεις, σου υπόσχομαι. Άλλωστε δεν έχουμε άλλο να κάνουμε πάνω σ' αυτό το σκάφος κι οι ώρες δεν περνούν εύκολα. Θα σου θυμίσω μόνο πως κι οι δικές σου οι οφειλές δεν τελείωσαν: ξέρω για σένα λιγότερα απ' όσα ξέρεις για μένα εσύ, κι αυτό δεν είναι σωστό. Η ιστορία από το ταξίδι σου στην Πράγα δεν μας είπε πολλά για το άτομό σου -μόνο για μερικά από τα φαντάσματα που σε κυνηγάνε. Όμως στις μέρες μας κανείς δεν ξεγράφει όλη του τη ζωή για μια τέτοια ιστορία· και τι σ' οδήγησε στην απόφαση ν' αφήσεις το γερμανικό σου όνομα και να γίνεις στον τόπο μας Χρυσόστομος Μαζαρίνι, άγνωστο. Υπόσχεσαι πως κάποια φορά θα μας πεις την αλήθεια για τον εαυτό σου;"
   "Υπόσχομαι", είπε ο μουσικός. "Αλλά αυτό θα γίνει μόνο όταν δεν θα 'χει πια καμιά σημασία για μένα να θυμούμαι ποιος ήμουν. Δεν ξέρω πότε θα συμβεί κάτι τέτοιο".
   "Δεν είμαι μουσικός άνθρωπος", είπε ο Αντόνιο. "Η μόνη μουσική που ξέρω είναι αυτή που παίζουν οι ορχήστρες στα υπαίθρια πανηγύρια για να χορέψουμε, τα τραγούδια των γονδολιέρηδων στη Βενετία κι η μουσική που έχω ακούσει στις εκκλησιές και που μου φέρνει ένα αίσθημα θανάτου παγερό. Από τους μουσικούς του τόπου μου έχω ακουστά τους μεγάλους παλιούς μαέστρους που ξέρει ο κόσμος όλος. Κι από τους μουσικούς στα δικά σας μέρη, πάλι Ιταλούς γνωρίζω: στη Βιέννη ζούνε ο Σαλιέρο, ο Μπόνο κι ο Πιτίτσιο· η Ιταλία περηφανεύεται και καμαρώνει γι' αυτούς. Όμως δεν έτυχε ν' ακούσω Γερμανό συνθέτη που να δοξάστηκε έξω απ' τη χώρα του όσο αυτοί. Σίγουρα δεν τα ξέρω τα πράγματα καλά· και βέβαια πιστεύω κάθε λέξη που έχεις πει. Φοβούμαι πως ακόμα κι αν μας αποκαλύψεις τ' αληθινό σου όνομα, στην ίδια θέση θα είμαστε. Αλλά η αγάπη μας για σένα δε θ' αλλάξει". 
   "Αυτό σήμερα μου φτάνει", είπε ο μουσικός. "Δε θα 'ταν αρκετό όμως δέκα χρόνια πριν. Και θα μ' έσπρωχνε να βρω το πρώτο όργανο που θα 'πεφτε στο χέρι μου, για να σας δείξω με ποιον έχετε να κάνετε. Ευτυχώς η αρρώστια εκείνη έχει φαίνεται πια περάσει".
   "Πρέπει να είναι πικρό να περνά η δόξα και να σ' αφήνει", είπε ο Αντόνιο. "Στη Ρώμη γνώρισα πολλούς ηθοποιούς· ένας απ' αυτούς ήταν, παλιά, τόσο φημισμένος, που κανείς στον κόσμο δεν είχε φτάσει τη δική του δόξα. Έπαιζε κάθε είδους θέατρο με την ίδια επιτυχία, τραγωδίες και κωμωδίες και λυρικά δράματα -και σ' όλα ήταν άφταστος και πιο καλός απ' όλους. Όταν ο ζωγράφος μου του είχε κάνει το πορτραίτο, εκείνος κόντευε τα εβδομήντα και κανείς πια δεν τον αναγνώριζε στο δρόμο. Ο ηθοποιός πέθανε προτού να τελειώσει το έργο και ούτ' ένας δεν είχε δείξει προθυμία να το αποκτήσει. Ο Τριμάρκι δεν προσπάθησε να το πουλήσει· έλεγε αντίθετα πως με τίποτε δεν ήθελε να αποχωριστεί τον πίνακα. Μα αυτός που λέω ήτανε γέρος: ηθοποιοί, χορευτές και πόρνες -το άστρο τους σβήνει με τη νιότη τους. Το δικό σου πώς έγινε κι έσβησε τόσο γρήγορα; Έφυγες πάνω στην ακμή σου -και ούτε και τώρα θα σ' έλεγε γέρο κανένας".
   "Πολλοί οι λόγοι", είπε ο Χρυσόστομος. "Ο πιο σοβαρός απ' αυτούς είναι που η φήμη μου δεν ήταν απ' το ίδιο ύφασμα με τη φήμη των άλλων. Όταν μιλούσανε για μένα λέγανε "ο θεϊκός, ο ανεπανάληπτος, ο μοναδικός"· με ξεχωρίζανε. Κι έτσι ξεχωρίζοντάς με, μ' έβγαζαν απ' το λογαριασμό. Το κοινό ασχολείται περισσότερο με τα πιο κάτω πατώματα του μνημείου της δόξας -πιάνεται ο λαιμός τους κοιτώντας για πολύ τόσο ψηλά... Βλέπεις τις πόρτες να κλείνουν μπρος σου· κανείς δε σε διορίζει, κανείς δεν πιστεύει πως χρειάζεσαι τη δημόσια επιδοκιμασία, την έμπρακτη ανταμοιβή σου από την κοινωνία. "Αυτός..." λένε, "τι ανάγκη έχει, ένας τέτοιος άφταστος, μεγάλος καλλιτέχνης". Κι έτσι, επιβραβεύουν και διορίζουν στην Αυλή και κόβουνε συντάξεις στις μετριότητες· σ' αυτούς αναγνωρίζουν το δικαίωμα στον έπαινο και στις υλικές ανταμοιβές. Οι άξιοι καλλιτέχνες σε ζηλεύουν, οι ανάξιοι σε μισούν. Το κοινό πάλι -αν και διασκεδάζει- αισθάνεται πως το φορτώνεις με καθήκοντα: το βάθος, η ποιότητα, θα του δώσουν κριτήρια που πια δεν αλλάζουν, κι ας το επιθυμεί. Κι οι ισχυροί, που ζουν απ' τον λιβανωτό των ανάξιων και των χαμερπών, αμείβουν εκείνους που θα τρέξουν να τους φιλήσουν τα χέρια για την ευεργεσία -ενώ εγώ ξέρω ότι έχω δικαίωμα στη φήμη και στις ανταμοιβές της κοινωνίας για τα έργα μου".
   Ο Αντόνιο γύρισε και τον κοίταξε. Μέσα στο φως της δύσης που τώρα έδινε τη θέση της στη νύχτα, το πρόσωπο του μουσικού έμοιαζε να έχει χάσει την ανάγλυφη ζωντάνια του και θύμιζε περισσότερο ένα σχέδιο παλιό, κιόλας αχνό, φθαρμένο από τα χρόνια. Με την ένταση που αισθάνονται οι νέοι, τον συμπόνεσε εξαιρετικά. Τρυφερά έσφιξε το χέρι πάνω απ' τον ώμο του μικρόσωμου άντρα που είχε μιλήσει για την τύχη του με τόση απλότητα. Η θλίψη στο βλέμμα του ξεπεσμένου ηθοποιού που είχε ζωγραφίσει ο Αμεντέο Τριμάρκι, ακόμα και στην παρακμή του μοντέλου του, ήταν το βλέμμα μιας θλίψης θεατρικής, που σπαρταρούσε, έτοιμη ν' αναλυθεί σε λυγμούς πάνω στο σανίδι. Τούτο το βλέμμα, που ακόμη έμενε πάνω του, ήταν τόσο ήρεμο, σα να είχε διηγηθεί την ιστορία κάποιου άλλου.
   "Ακόμα κι έπειτ' απ' αυτά, το όνομά σου παραμένει αίνιγμα", του είπε ο Αντόνιο φιλικά.
   "Κι αν όλα όσα σου είπα δεν ήταν αλήθεια, θα 'ξερες, έπειτ' απ' αυτά, ακόμα κι εσύ ποιος είμαι", αποκρίθηκε ο Χρυσόστομος. Όμως ο Ιταλός έκρυψε καλά τη συγκίνησή του.
   "Μένουν λοιπόν να μας πεις πολλά. Ας ελπίσουμε πως η περιπέτειά μας θα τελειώσει σύντομα και θα μπορέσουμε στην Πάργα ν' ανταλλάξουμε τις ιστορίες μας, πίνοντας τα γλυκά κρασιά της Ανατολής και καπνίζοντας τις πίπες μας".

Πανσέληνος Αλέξης, Ζαΐδα ή Η καμήλα στα χιόνια, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1996

Δεν υπάρχουν σχόλια: