Ποίηση

Ποίηση

Ποίηση

Ποίηση

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016

[ ΔΥΟ ΑΣΤΕΡΙΑ ΣΥΝΑΝΤΙΟΥΝΤΑΙ ]

1. Η κατασκευή των επιθέτων
   Εκείνο τον καιρό ο Μάριος ήταν όμορφο παλικάρι. Είχε ανάστημα κανονικό, πυκνά μαύρα μαλλιά, μέτωπο ψηλό κι έξυπνο, έκφραση όλο ειλικρίνεια και τιμιότητα. Συνολικά, διέκρινες σ' αυτόν αγνότητα και στοχαστικότητα -μια αόριστη μεγαλο-πρέπεια. Το πρόσωπό του είχε καμπύλες και σταθερές γραμμές, δίχως σκληρές γωνίες. Βρισκόταν στην ηλικία που το πνεύμα των ανθρώπων της σκέψης είναι αθώο, μα και βαθύ. Συγκρατημένος σε όλα -φαινομενικά ψυχρός, ευγενικός, ελάχιστα διαχυτικός. Μα μια ιδιαίτερη γοητεία χαρακτήριζε το στόμα του με τα κατακόκκινα χείλη, τα κάτασπρα δόντια και το γλυκό χαμόγελό του. Έτσι, η αυστηρότητα της φυσιογνωμίας του χανόταν όταν γελούσε. Το ολοκάθαρο μέτωπό του ερχόταν σε έντονη αντίθεση με το παθιάρικο γέλιο του. Έβρισκες μεγάλο βλέμμα σε κάτι μικρό. 
   Τότε που περνούσε τις μεγάλες φτώχειες του, τού έκανε εντύπωση που όλα τα κορίτσια γυρνούσαν να τον κοιτάξουν. Αυτό τον πείραζε, τον έκανε να πονά ψυχικά, γιατί θαρρούσε πως οι κοπέλες εκείνες τον κοιτούσαν έτσι γιατί ήταν κακοντυμένος. Μα στην πραγματικότητα τον κοιτούσαν για την ελκυστική χάρη του. Και είχε αγριέψει με τη σιωπηλή τούτη παρεξήγηση. Σε κανένα κορίτσι δεν έδειξε ποτέ προτίμηση, γιατί απέφευγε να πλησιάσει θηλυκό. Η ζωή του κυλούσε σε μια αβεβαιότητα, κουταμάρα, καθώς έλεγε ο Κορφειρούλης. 
   Αλλά και κάτι άλλο τον συμβούλευε ο Κορφειρούλης:
   - Να πετάξεις αυτόν τον ασκητισμό από πάνω σου. Να νιώσεις καλά τα λόγια μου. Μπορείς να σκύβεις λιγότερο στα βιβλία και να προσέχεις περισσότερο τις πεταλούδες. Τι τα θες, κάτι αξίζουν και τα διαβολοκόριτσα. Θέλω να το παραδεχτείς, Μάριε! Με την τωρινή τακτική σου, στο τέλος θα καταντήσεις χαζός με πατέντα. 
   Όταν τον συναντούσε κάπου κάπου στον δρόμο ο Κορφειρούλης τού έκανε:
   - Καλημερίζω την αγιότητά σας!
   Η συμπεριφορά τούτη του Κορφειρούλη έκανε τον Μάριο ν' αποφεύγει πιο επίμονα κάθε γυναίκα, μεγάλη και μικρή. Μα περισσότερο απέφευγε τον ίδιο τον Κορφειρούλη.
   Ωστόσο, στον απέραντο κόσμο υπήρχαν για τον Μάριο δυο γυναίκες που δεν μπορούσε να τις αποφύγει και δεν αισθανόταν την ανάγκη να κρυφτεί απ' αυτές. Αν του 'λεγες πως ήταν κι αυτές επίσης γυναίκες, σίγουρα θα ξαφνιαζόταν. Ορίστε ποια ήταν τα γυναικεία πλάσματα που ο Μάριος τα θεωρούσε ευνοούμενές του: η γριούλα με τα γένια, που σκούπιζε το δωμάτιό του. Γι αυτήν ο Κορφειρούλης έλεγε: "Αφού έχει γένια τούτη εδώ, ο Μάριος δεν τα χρειάζεται". Η άλλη ήταν κάποια μικρούλα που συναντούσε διαρκώς χωρίς να την προσέξει ποτέ.

Σάββατο, 19 Μαρτίου 2016

ΠΡΩΤΗ ΑΓΑΠΗ

  
Πρέπει να ήμουν ως δώδεκα χρονών και πρέπει να ήταν εκείνη ως έντεκα. Δεν την έβλεπα μήτε στην εκκλησιά, μήτε στον κλήδωνα, μήτε στη βρύση, μήτε στο παραθύρι. Η μάνα της κι η μάνα μου δεν είχανε πολλές φιλίες.
   Εκεί που την έβλεπα δεν είμαστε οι δυο μοναχοί. Είμαστε οχτώ - δέκα αγόρια της προκοπής, αποφασισμένα να μάθουμε τι θα πει απαρέμφατο και να φέρουμε τον πολιτισμό στο χωριό. Και πέντε - έξι κορίτσια, που ερχόντανε δυο ώρες τη μέρα και κάθιζαν από το άλλο πλάγι του γέρου δάσκαλου και τεχνολογούσανε με μια χάρη, που σ' έκαναν, ήθελες δεν ήθελες, να την αγαπάς τη γραμματική.
   Τη χάρη φυσικά την είχανε, γιατί ήταν όλες μικρούλες, όχι πως ήταν κι όμορφες όλες. Για το δικό μου το γούστο, όμορφη ήτανε μια μοναχή κι αυτή ήταν η ... αγαπητικιά μου!
   Τι λόγο ξεστόμισα! Από που κι ως που αγαπητικιά! Μήτε λέξη δεν της είπα ποτές. Μήτε με το δαχτυλάκι μου δεν τ' άγγιξα τ' αφράτο το χέρι της. Μήτ' η αναπνοή μου δεν μπορούσε να πάει κοντά της και να τη χαϊδέψει. Το μόνο που πηδούσε κάποτες από τα χείλη μου στα χειλάκια της ήτανε το ρήμα "λείπω", σαν το κλίναμε ο καθένας από ένα χρόνο με τη σειρά και ταίριαζε να είμαι εγώ στερνός στη δική μας τη σειρά κι εκείνη πρώτη στων κοριτσιών. "Ελελείμεθα, ελέλειφθε" πήγαινε να πει και σκόνταβε και χαμογελούσε και τότες πια εγώ, που περίμενα μέρες και μέρες αφορμή να της δώσω ένα, ας είναι και συμμαζεμένο, χαμόγελο έλαμπα ολοπρόσωπος καθώς την κοίταζα, χωρίς φόβο να μη το νιώσει ο δάσκαλος το τρομερό μυστικό μας. Έπεφταν τότες τα μάτια της στο βιβλίο απάνω, κοκκινίζανε τα δυο μάγουλά της κι άρχιζε το πλαγινό κορίτσι τον άλλο χρόνο.

Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2016

[ ΕΦΗΒΙΚΟΙ ΈΡΩΤΕΣ ]

  
   Ο Μέλιος δεν ήταν πια παιδί. Όλον τούτο τον καιρό που έλειπε, παίδευε το νου του, σκάλιζε, διάβαζε... Ήταν μπροστά του βουνά από απορίες που έπρεπε να τα γκρεμίσει. Δέκα κασόνια βιβλία έφαγε. Πού τα βρήκε;... Μα, τ' αγόρασε! Με τα λεφτά του.
   Πάει πια ο "Σεβάχ ο θαλασσινός", πάει η γλύκα του, είχε μείνει πίσω. Τώρα ρουφούσε το στυφό μέλι της ζωής. Γνωρίστηκε με κάτι βασανισμένους δασκάλους, που γυμνώνανε μες στη χούφτα τους τον Κόσμο, που πελεκούσανε μυστικά παράθυρα μες στο πηχτό σκοτάδι της ζωής. Τα ονόματά τους ήταν παράξενα. Μαξίμ Γκόρκι. Δεν είχε δει τη φάτσα του πουθενά, μα του φαινόταν πως θα έμοιαζε με τον μπαρμπα-Ανέστη. "Μπάρμπα Ανέστη!", έτσι του ερχότανε να τον πει. Μια μέρα έπεσε πάνω σ' ένα παραμύθι του, που είχε και τη ζουγραφιά του πάνου.
   Έτσι όπως το 'λεγε ήταν. Ίδιος ο μπαρμπα-Ανέστης! Μια άλλη μέρα είδε τη ζουγραφιά ενός άλλου του φίλου: Θόδωρος Δοστογιέφσκης ήταν το όνομά του. Αυτός ήταν ο μπαρμπα-Θόδος, ολόφτυστος. Ούτε και στ' όνομα δεν παράλλαζε. Μπαρμπάδες με μεγάλα μυαλά και γλυκά μάτια. Έπιασε και μ' άλλους φιλίες. Με κάτι δασκάλους γυαλοφορεμένους με μακριά μαλλιά και λυτές γραβάτες.
   Μια μέρα έπεσε και πάνω σ' έναν κουτσό, που τον πείραζε πολύ το βλαμμένο του ποδάρι. Ήρθε και κάηκε μες στη φωτιά εκεί στο Μεσολόγγι. Η ομορφιά του, σου λέει, σήκωνε μυαλά... Έτσι λέγανε. Μιαν άλλη φορά πάλι έπεσε στα χέρια του το βιβλίο ενός γύφτου. Πούσκιν ήταν το όνομά του. Είχε στριφτό, κατσαρομάλλικο κεφάλι και μαύρο πετσί -ολόιδιος ο Μπίθρος...- μ' όλο που το κρύβανε πως ήταν γύφτος, και λέγανε πως ήταν Ρούσος, μα ήταν Έλληνας, γιατί είχε ελληνικό όνομα και τον τραβούσαν και τα χώματά μας, γιατί "σαν τρελός αγαπούσε, λέει, μια ξανθιά Ελληνίδα..." Έτσι έλεγε. Κανείς δεν ξεκαθάρισε, τι απ' όλα ήταν αληθινό. Τον λέγανε Αλέξανδρο (Έλληνας), μα έλεγε πως ήταν Ρούσος, ενώ έμοιαζε με γύφτο.
    Πήχτρα ήταν οι φίλοι του Μέλιου. Τα καλοκαίρια τα περνούσε μαζί τους, ξαπλανταρωμένος κάτω απ' τα πυκνόφυλλα δέντρα, μασούσε αχεράκια και διάβαζε, διάβαζε...
   Έπαιρνε βουτιές μες στα βιβλία, χωρίς τάξη και χωρίς διάλεγμα. Έτρωγε ό,τι έβρισκε, σαν κάτι βολικά δαμάλια, που ροκάνιζαν ό,τι έπεφτε στο παχνί τους. 
   Έτσι, σαν έφτασε ξανά στην πόλη κι ετοιμάστηκε να ξανακαθίσει στο θρανίο, το κεφάλι του ήταν ένα κουβάρι, που κουτουλούσαν μέσα του ειδών ειδών ιδέες.
   "Μαθητής της Γ' τάξεως του Οκταταξίου Μικτού Γυμνασίου..." Μπράβο! Να, αυτό θα πει μόρφωση! Στην τετάρτη τάξη, ήταν αποφασισμένος να φορέσει και γραβάτα. Εύκολο ήταν. Δεν τις πουλούσαν πολύ ακριβά. Ακριβά ήταν τα χρήματα. Εδώ καλά καλά, δεν ήταν σίγουρος για την τετάρτη. Θα του 'φτανε το χαρτζιλίκι; Γιατί τα λεφτά μπορεί να μην είχαν φωνή, ψυχή και τα τέτοια... μα είχαν φτερά. Δεν είχαν καπίστρι να τα δέσεις και να τους πεις: "Καρτερέψτε με εσείς εδώ, σας θέλω για του χρόνου".
   Μπα! 
   Με σταθμούς τα μάθαινε τα γράμματα ο καημένος ο Μέλιος. Μια χρονιά δουλειά και μια χρονιά γράμματα. [...]
....................