Ποίηση

Ποίηση

Ποίηση

Ποίηση

Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

[ ΣΧΕΔΙΑΖΟΝΤΑΣ ΜΙΑΝ ΑΠΟΔΡΑΣΗ ΣΤΙΣ ΘΑΛΑΣΣΕΣ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ]


 - Εμείς οι ιδιωτικοί ντετέκτιβ είμαστε τα θερμόμετρα της κατεστημένης ηθικής Μπισκουτέρ. Εγώ σου λέω πως αυτή η κοινωνία είναι σάπια. Δεν πιστεύει σε τίποτα.

   - Ναι, αφεντικό.
   Ο Μπισκουτέρ δεν έδινε δίκιο στον Καρβάλιο μόνο επειδή μάντευε πως ήταν μεθυσμένος, αλλά και γιατί ήταν πάντα διατεθειμένος να αποδέχεται τις καταστροφές.
   - Τρεις μήνες τώρα και δεν σταυρώσαμε πελάτη. Ούτε ένας σύζυγος που να ψάχνει για τη γυναίκα του. Ούτε ένας πατέρας που να ψάχνει για την κόρη του. Ούτε ένας κερατάς που να θέλει αποδείξεις για την απιστία της γυναίκας του. Τάχα δεν το σκάνε πια οι γυναίκες από τα σπίτια τους; Ούτε τα κορίτσια; Ναι, Μπισκουτέρ. Όσο ποτέ άλλοτε. Σήμερα όμως οι σύζυγοί τους και οι πατεράδες τους στα παπάρια τους κι αν το σκάνε. Έχουν χαθεί οι παραδοσιακές αξίες. Δημοκρατία δεν θέλατε;
   - Εμένα το ίδιο μου έκανε, αφεντικό.
   Όμως ο Καρβάλιο δεν μιλούσε με τον Μπισκουτέρ. Ρωτούσε τους πράσινους τοίχους του δωματίου ή κάποιον που, υποθετικά, καθόταν λίγο πιο πέρα από το τραπέζι του γραφείου του· ήταν ένα τραπέζι σε στιλ της δεκαετίας του 1940, με βερνίκια απαλά, που είχαν σκουρύνει ύστερα από τριάντα χρόνια, λες και βρίσκονταν πάντα στο μούσκιο εκείνου του ημίφωτος του γραφείου της κεντρικής λεωφόρου. Στράγγιξε ένα ακόμα ποτήρι παγωμένο ρακί και συσπάστηκε από την ανατριχίλα που διαπέρασε τη ράχη του. Δεν είχε καλά καλά ακουμπήσει το ποτήρι στο τραπέζι και ο Μπισκουτέρ τού το ξαναγέμισε. 
   - Φτάνει, Μπισκουτέρ. Πάω να πάρω λίγο αέρα.

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

[ Ο ΔΡΑΠΕΤΗΣ ΤΟΥ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟΥ ]

   
Στο τρίστρατο απόθεσε καταγής τη θήκη με τη βιόλα του ο κοντόχοντρος ανθρωπάκος. Κάθισε πάνω στην ταξιδιωτική τσάντα ν' αναπαυτεί λιγάκι και με το βλέμμα μέτρησε τους δρόμους που ανοίγονταν ακτινωτά μπροστά του. Είχε φτάσει με βήμα γρήγορο ως εκεί, για να προλάβει την ταχυδρομική άμαξα του Πιζίνο. Ίσαμε πού θα πήγαινε; Ακόμη δεν μπορούσε ν' αποφασίσει.
   Έτσι σκυφτός όπως καθόταν, κουβαράκι, μισοκρυμμένος μέσα στα κουρέλια μιας χαμηλής συννεφιάς που έγλειφε τον ορεινό δρόμο, έμοιαζε με γκριζωπό θάμνο. Τούφες από τ' άταχτα μακριά μαλλιά του ξεφεύγαν από την κορδέλα που τα κράταγε δεμένα πίσω απ' το κεφάλι του κι ο άνεμος που φυσούσε στα υψώματα τα παράσερνε πέρα δώθε σαν φύκια κολλημένα σε θαλάσσιο βράχο.
   Πάλευε μην αποκοιμηθεί -γιατί δεν είχε κλείσει μάτι όλο το βράδυ στο πανδοχείο και προσπαθούσε να πάρει απόφαση, τώρα καθώς περίμενε, προτού χρειαστεί να πει στον αμαξά ποιος είναι ο προορισμός του.
   Ερχόταν από την καρδιά της βόρειας Ιταλίας, από το Βένετο. Είχε ταξιδέψει με άμαξα, μεγάλες διαδρομές τις είχε κάνει πεζοπορώντας, είχε ανέβει σε κάρα αγροτικά που σέρναν βόδια αργοβάδιστα, είχε καθίσει πίσω από καβαλάρηδες που δέχτηκαν να τον μεταφέρουν για σύντομες αποστάσεις, από χωριό σε χωριό, μέσα στην εύφορη κι υγρή πεδιάδα.
   Εδώ και λίγους μήνες η Ιταλία βρισκόταν σε μεγάλη αναταραχή: η Ρώμη είχε κι αυτή ανακηρυχθεί δημοκρατία τον Αύγουστο της χρονιάς εκείνης, του 1798. Και οι Ρωμάνοι, με χαιρεκακία που δύσκολα κρυβόταν, λέγαν καμαρώνοντας πως ο Βοναπάρτης θα υποχρέωνε ακόμα και τον Πάπα να του παραχωρήσει τις δικές του κτήσεις. Οι πόλεις έβραζαν από τα συντάγματα του απελευθερωτικού στρατού των Επαναστατών, οι πολίτες συγκεντρώνονταν και λογομαχούσαν ζωηρά για την κατάργηση των τίτλων της αριστοκρατίας και για τον αναδασμό της γης. Στο Ρέτζιο-Εμίλια, στη Μπολώνια, στη Βερόνα, ο μικρόσωμος ταξιδιώτης ανάσαινε, όπως σε τόσα άλλα μέρη της Ιταλίας εκείνη τη χρονιά, τον γοητευτικό και άγριον αέρα της δημοκρατίας, που είχε σα θύελλα φυσήξει πίσω από τις Άλπεις κι είχε φτάσει στην ευλογημένη, την ηλιόλουστη χώρα, ανακατεμένος με τα ζωηρά τραγούδια των Γάλλων, τις στριγγές νότες από τα πίφερα, το βρόντο από τα ταμπούρλα και τη μυρωδιά του βασιλικού αίματος.