Ποίηση

Ποίηση

Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016

[ ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΞΙΛΕΩΣΗ ] - Α' ΜΕΡΟΣ

  
[Σεπτέμβριος 1975]
   Άδειασε και ξαναγέμισε τη βαλίτσα της. Ο θείος Φρερεζάκος, που της είχε βγάλει το αεροπορικό εισιτήριο, ήταν κατηγορηματικός: "Μόνον τ' απαραίτητα". Όχι πάνω από είκοσι πέντε κιλά, για να μην πληρώσει επιπλέον. Σχεδόν όσα και τα χρόνια της ζωής της. "Ένα κιλό για κάθε χρόνο..." σκέφτηκε. Δεν ήταν κι άσχημα. [...]
   Η Μαργαρίτα ένα δωμάτιο έχει όλο κι όλο, αλλά δυσκολεύεται να αποφασίσει. Ποια είναι τ' απαραίτητα για την καινούργια ζωή; Τι να αφήσει και τι να πάρει; Ρούχα, οπωσδήποτε και μερικά βιβλία, τα βασικά, αυτά που θα της χρειαστούν τις πρώτες μέρες μέχρι να αγοράσει ελληνικά -τα υπόλοιπα θα τα αφήσει να της τα στείλουν φορτωτική. Επιτρέπεται όμως να πάρει μαζί της όσες αναμνήσεις θέλει. Αυτές ίσως να 'ναι και το πιο απαραίτητο εφόδιο για να ξεκινήσεις όχι μία, αλλά πολλές καινούργιες ζωές, όπως λέει και ο ποιητής.
   "Να που άρχισα να γίνομαι συναισθηματική", σκέφτηκε. Τώρα που ήρθε η ώρα να φύγει οριστικά την έπιασε μελαγχολία. Με τις νέες εντυπώσεις δεν είχε χρόνο να σκεφτεί. Το ταξίδι στην Ελλάδα πριν από τρεις μήνες -πήγαινε για πρώτη φορά- η συνάντησή της με τη Νίκη μετά από τόσα χρόνια... Οι εξετάσεις για την ισοτιμία του πτυχίου, οι διατυπώσεις και οι ιατρικές εξετάσεις για τον διορισμό, το μικρό γυμνάσιο στη Βοιωτία, οι νέοι συνάδελφοι... Το ημιυπόγειο "διαμέρισμα" που θα μοιράζεται με μια φιλόλογο... Ήταν ξεσηκωμένη και χαιρόταν για τα καινούργια πρόσωπα και πράγματα που έμπαιναν στη ζωή της.
   Τώρα όμως γύρισε στην Ίμβρο, και όλα είναι διαφορετικά. Στις λίγες μέρες της άδειας που της έδωσαν από το σχολείο για να μετακομίσει, συνειδητοποίησε ότι πρόκειται για μια αναχώρηση χωρίς επιστροφή. Όχι πως δεν θα ξανάρθει εδώ, αλλά να επιστρέφεις σαν επισκέπτης είναι κάτι διαφορετικό από το να ζεις έναν τόπο.
   Είδε μπροστά της τις φαρδιές λεωφόρους της Αθήνας με τις ανθισμένες πικροδάφνες στο εκτυφλωτικό φως του ήλιου, την πρώτη εικόνα της Ελλάδας που αντίκρισε βγαίνοντας απ' το αεροδρόμιο. Σ' αυτούς τους δρόμους την οδηγεί τώρα η ζωή. Τα σκιερά καλντερίμια της Πόλης και οι χωματόδρομοι της Ίμβρου είναι παρελθόν. Να, και το πιστό της ποδήλατο πρέπει πια να το αποχωριστεί. Θα το πάρει η Γλυκερία, η κόρη της Σοφίας. Δεν αρμόζει άλλωστε σε μια σοβαρή καθηγήτρια να κυκλοφορεί με δίτροχο.
   "...προς σε καταφεύγω, την Κεχαριτωμένην..." Η φωνή της Γλύκως, της μητέρας της, που ακούστηκε από την κουζίνα να τραγουδά την παράκληση, την επανέφερε στην πραγματικότητα, στο αναστατωμένο δωμάτιό της και στα σκορπισμένα παντού ρούχα, βιβλία, χαρτιά, φωτογραφίες...

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2016

[ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ]

  
   Ίσα ίσα που πρόλαβα το καραβάκι για το Αϊβαλί, γιατί το αεροπλάνο μου, ως συνήθως, είχε κάποια καθυστέρηση. Όταν έφτασα απέναντι, επαναλήφθηκε η ιστορία. Ο Εζέρ, ο Φατίχ, τα τσιγάρα, το κονιάκ και γρήγορο πέρασμα από το τελωνείο. Αρνήθηκα να χρησιμοποιήσω το αυτοκίνητο του Εζέρ και τον παρακάλεσα να μου συστήσει ένα καλό γραφείο ενοικιάσεως αυτοκινήτων. Του εξήγησα επίσης ότι τις δυο μέρες που είχα στη διάθεσή μου θα τις περνούσα στη Σμύρνη κι ίσως χρειαζόμουν τη βοήθειά του. Πρόθυμος, όπως πάντα, με διαβεβαίωσε ότι μπορώ να βασίζομαι επάνω του. Έδωσα τα λαδοτύρια που του είχα φέρει και πρότεινα να τα βάλει σε μια γυάλα με λάδι, για να δαμάσουν. Διευκρίνισα δε πως δεν είναι η εποχή της σαρδέλας Καλλονής...
   Σε λίγο το αυτοκίνητό μου στάθμευσε έξω από το γραφείο του Εζέρ. Ήταν μια τούρκικη σακαράκα μάρκας Μουράτ. Η εντύπωση που σου έδινε ήταν πως δεν θα έφτανε στον προορισμό του, όμως οι διαβεβαιώσεις όλων ήταν για το αντίθετο.
   Έφυγα καρφωτός για τη Σμύρνη κι ευτυχώς το σαραβαλάκι μου κατάπινε τον δρόμο χωρίς προβλήματα. Υπολόγισα πως σ' ένα δίωρο θα 'μουν εκεί. Μεσημέρι. Είχα τηλεφωνήσει στον Αλή και περίμενε στο μαγαζί του. Μαζί με μια έκπληξη, όπως μου είπε. Σίγουρα επρόκειτο για καμιά ενδιαφέρουσα αντίκα. Το περίεργο όμως για μένα ήταν πως σ' αυτό το ταξίδι το κυνήγι του παλιού ερχόταν σε δεύτερη μοίρα. Το μυαλό μου απασχολούσε συνεχώς ο Ισμαήλ. Πώς θα τον έβρισκα, αν ζούσε, τι θα του έλεγα, αλλά, το σπουδαιότερο, πώς θα τον έπειθα να μου εκμυστηρευτεί όσα αυτός και η Ρόζα κρατούσαν μέσα τους για μισό αιώνα. Μηχανευόμουν διάφορους τρόπους και σχεδίαζα προσεκτικά την τακτική μου.
   Δυσκολεύτηκα να βρω το μαγαζί του Αλή. Είχαν αλλάξει τους μονόδρομους και μπερδεύτηκα. Συνέλαβα τον εαυτό μου να περνά για τρίτη φορά έξω από το Ελληνικό Προξενείο, που στεγαζόταν σ' ένα όμορφο αρχοντικό της παραλίας. Τελικά, με τη βοήθεια των τροχονόμων, έφτασα στον προορισμό μου. Οφείλω πάντως να πω ότι όποιον ρωτούσα σκιζόταν να με εξυπηρετήσει. Ήταν όλοι τους ευγενικοί. Ιδίως τα αστυνομικά όργανα. Μόλις καταλάβαιναν ότι είμαι Έλληνας, πατούσαν κάτι χαμόγελα μέχρι τ' αυτιά τους.

Τρίτη, 24 Μαΐου 2016

[ ΈΝΑΣ ΑΤΑΙΡΙΑΣΤΟΣ ΓΑΜΟΣ ] - Γ' ΜΕΡΟΣ

  
   [...] Στο Λωρέλ Κονάκι η κίνηση των επισκεπτών ξεκίνησε από νωρίς εκείνο το πρωινό του Σεπτέμβρη.
   Πρώτα ήρθε ο Χότζας, ένας κακομοιριασμένος, ξεδοντιασμένος, πρώην αξιωματικός, ο οποίος έδωσε με το ρόπτρο ένα φοβερό χτύπημα στην πόρτα κι ύστερα περίμενε στο κεφαλόσκαλο με τα χέρια του σταυρωμένα πάνω στο στήθος, και με τόσο φανερή την έκφραση του φανατισμού στο πρόσωπό του, όσο πελώριο ήταν το άσπρο σαρίκι που φορούσε.  
      Ο Χότζας ανήκε σ' ένα τάγμα δερβίσηδων, που είχε ιδρυθεί από έναν Πέρση φιλόσοφο του έβδομου αιώνα της Ισλαμικής περιόδου, και το σαρίκι που φορούσε στο κεφάλι του, ένα αριστούργημα θρησκευτικού καλύμματος της κεφαλής μ' έντεκα πτυχές και σαράντα τυλίγματα, συμβόλιζε τις αρχές μιας κατασταλαγμένης κοσμοθεωρίας. Αυτό ακριβώς το σύστημα εσωτερικού διαλογισμού είχε σκοπό να διδάξει ο Χότζας στον Αμπντουλλά με μια σειρά από καθημερινά μαθήματα,  που θα έσωζαν τον παραπλανημένο νέο από τις κακοήθεις πνευματικές επιδράσεις της ευρωπαϊκής του παιδείας και της χριστιανής γυναίκας του. Ο Χότζας κάθισε σταυροπόδι πάνω σ' ένα μαξιλάρι από δέρμα, ρούφηξε ηδονικά τον καφέ του μέσα από τα πυκνά μουστάκια του κι αφού έδειξε την ευχαρίστησή του μ' ένα ρέψιμο, πέρασε μια ευχάριστη ώρα, διδάσκοντας για την ευλογία της θρησκείας. Στο μεταξύ, έξω, το ρόδινο χρώμα της μέρας έβαφε σιγά - σιγά τους τρεις μικρούς λόφους, που υψώνονταν πάνω απ' την πόλη σαν κίτρινες κοιμισμένες γάτες, και στους δρόμους αντηχούσαν  οι θόρυβοι και τα τριξίματα από τα κάρα που περνούσαν, οι μακρυνές φωνές των καβαλάρηδων, ο θόρυβος και τα σφυρίγματα των τραίνων, τα μουγγανητά των αγελάδων και οι τσιριξιές  των τρομαγμένων γυναικών γύρω απ' το σταθμό.   
   Ο ελληνικός στρατός έφευγε από την πόλη. Ώρα με την ώρα αυξανόταν ο κίνδυνος να γίνουν διαρπαγές, λεηλασίες και πολιτικά αντίποινα και, φυσικά, δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για πνευματική διαφώτιση, αλλά για να ψάξει κανείς να βρει μέρος να κρύψει τη γυναίκα του και να ευχηθεί να επιζήσει. 

Πέμπτη, 19 Μαΐου 2016

[ ΈΝΑΣ ΑΤΑΙΡΙΑΣΤΟΣ ΓΑΜΟΣ ] - Β' ΜΕΡΟΣ

 
    Όλες αυτές τις επισκέψεις τις πληροφορήθηκε κατά κάποιο τρόπο η μητέρα του.  Τον κατηγόρησε ότι παραμελούσε κι αγνοούσε  τη δική του οικογένεια. Αν η Ελένη είχε ανάγκη από παρέα, είχε τη Γκιουλνάρ, τη θεία Εμινέ, ακόμα κι εκείνη την ίδια. Τραβολογώντας την περδικούλα του από το χέρι και κάνοντας παρέλαση στην πόλη, δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να ερεθίζει τους Έλληνες εναντίον τους. Και το πρόσωπό της σκεπασμένο να 'χει, του έλεγε, πάλι θα την καταλάβουν ότι είναι Ελληνίδα. Οι Ελληνίδες περπατάνε τόσο περίεργα. Έπειτα ήταν κι η προφορά της. Αλήθεια, τα είχε σκεφτεί ο Αμπντουλλά όλ' αυτά;
   Και βέβαια ο Αμπντουλά τα είχε σκεφτεί όλ' αυτά κι ακόμα περισσότερα, αλλά η μοναξιά της Ελένης του βάραινε την καρδιά. Γι' αυτό την πήρε κάτω, στο Αλασεχίρ, εκείνο το πρωί. Τη βοήθησε να βάλει τη μαντήλα της και τη συμβούλεψε να μη μιλάει καθόλου. Την πήγε σ' ένα ελληνικό παντοπωλείο όπου θ' άκουγε να μιλάνε τη γλώσσα της, θα έβλεπε και θα αισθανόταν τις μυρωδιές από γνώριμα γι' αυτήν τρόφιμα. Στην αρχή η Ελένη στάθηκε διστακτική κοντά στην πόρτα, μυρίζοντας το σαπούνι και το παστωμένο ψάρι. Κοίταξε στα ράφια κι είδε ένα κομμάτι χαλβά, παστό αρνί με σκόρδο και τυρί φέτα στο βαρέλι. Επιθεώρησε όλα τα προϊόντα, διαβάζοντας τις ετικέτες και τις τιμές, έσκυψε να μυρίσει τις πλεξούδες από τα ξερά κρεμμύδια και τα σκόρδα, έβαλε το χέρι της μέσα στα σακιά με τα ξερά φασόλια και τα ρεβύθια και φαινόταν να το ευχαριστιέται αρκετά. Η συμπεριφορά της ήταν άψογη μέχρι τη στιγμή που ο μπακάλης, ο οποίος ήταν απασχολημένος στον πάγκο, έκοψε με το μαχαίρι του μια άκρη από παστουρμά και της την προσέφερε. 
   - Όχι, όχι, πάρτο από κει, είπε ο Αμπντουλλά. Ακόμα και η μυρωδιά του είναι ένα μαρτύριο. 
   Η Ελένη, όμως, άπλωσε το χέρι της κι ο μπακάλης, μ' ένα συνωμοτικό χαμόγελο, συνέχισε:
   - Ένα κομματάκι για σας, χανούμ εφέντιμ;
   Η Ελένη πήρε τον παστουρμά χωρίς να πει λέξη.
   - Μη φοβάστε, είπε ο μπακάλης. Σίγουρα δεν πρόκειται να πω λέξη σε κανέναν. Ξέρω να κρατάω μυστικά.