Ποίηση

Ποίηση

Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

[ΜΠΛΕΓΜΕΝΗ ΣΤΟΝ ΙΣΤΟ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ] - Γ' ΜΕΡΟΣ

   
   Τρεις μέρες αργότερα, παραμονή Πρωτοχρονιάς του έτους 1494, ο Κάρολος ο Η' και τα στρατεύματά του κατέλαβαν την πόλη. Αν εξαιρέσουμε τα εγκλήματα και τις λεηλασίες που διέπραξαν εις βάρος των Εβραίων, συμπεριφέρθηκαν μάλλον καλά σε σύγκριση με τους Γότθους ή τους Βανδάλους. Παρ' όλ' αυτά, οι ανώτεροι κληρικοί -όπως, δηλαδή, και σχεδόν όλοι οι υπόλοιποι- έτρεξαν να κρυφτούν σε κελάρια, στάβλους και παράσπιτα. Εκείνο το πρωί, ο Κάρολος ήρθε στο Βατικανό. Ο πατέρας τον περίμενε μόνος στο θρόνο του, στα Διαμερίσματα των Βοργιών, ενώ μια χούφτα καρδινάλιοι είχαν κρυφτεί τρέμοντας στο υπνοδωμάτιό του. Στεκόμουν στο πλάι του. Ο Κάρολος μπήκε στην αίθουσα του θρόνου. Ξαφνιάστηκα. Εγώ περίμενα έναν καινούριο Καρλομάγνο, έναν ένδοξο, αλαζονικό στρατηλάτη. Όμως ο Κάρολος ο Η' ήταν ένας κουτσός, παραμορφωμένος νάνος με πρησμένα χείλη, άψυχα μάτια, μύτη γαμψή και χέρια που τινάζονταν νευρικά όλη την ώρα. Είχε ύψος μόνο ενάμισι μέτρο, ωστόσο έδειχνε ακόμη πιο κοντός εξαιτίας της τεράστιας καμπούρας του, που τον έκανε να σκύβει μπροστά. Για να δει οτιδήποτε πέρα από τα παπούτσια του, ήταν αναγκασμένος να τεντώνει τη μέση του προς τα πίσω. Η αποκρουστική μορφή του -τι ιεροσυλία!- έχει αποτυπωθεί για πάντα στην πρώτη σελίδα της κατά τα άλλα θαυμάσιας Βίβλου του Αταβάντε. Πίσω από τον Κάρολο έκανε την εμφάνισή του ο Καίσαρ, ψηλός, ευθυτενής, αρρενωπός, με κόκκινα άμφια και μάτια στο χρώμα του κοβαλτίου. Αυτός ναι, συλλογίστηκα, μοιάζει με Καρλομάγνο. Ο Κάρολος πλησίασε τον Πάπα κουτσαίνοντας. Έπεσε στα γόνατα πάνω στα σκαλιά του θρόνου και φίλησε το πόδι του Πάπα, το οποίο ούτως ή άλλως δεν απείχε παρά ελάχιστα εκατοστά από τη μύτη του. Ο Πάπας σηκώθηκε και βοήθησε τον Κάρολο να σταθεί στα ασταθή ποδάρια του.

Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2016

[ΜΠΛΕΓΜΕΝΗ ΣΤΟΝ ΙΣΤΟ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ] - Β' ΜΕΡΟΣ

   "Ω, Θεέ μου!" ψέλλισα μπροστά στο θέαμα του εσωτερικού της βιβλιοθήκης. Έμοιαζε με τον Ουράνιο Θόλο των Μυστηρίων του ίδιου του Θεού, που ξάφνου είχε ανοιχτεί μπροστά μου.
   "Μικρή Λουκρητία", άκουσα μια φωνή πίσω μου. "Τι γυρεύεις εδώ;"
   "Πατέρα!" Έκανα να κινηθώ ντροπαλά προς το μέρος του -όχι ακριβώς προς το μέρος του, αλλά προς το μέρος των ραφιών και των βιβλίων που με καλούσαν. "Ήθελα..." 
   "Ναι; Τι πράγμα ήθελες;"
   "Ήθελα να διαβάσω τα βιβλία".
   "Είσαι σπάνιο παιδί, Λουκρητία. Ούτε η Τζούλια ούτε η Αντριάνα, ούτε καν η ίδια σου η μάνα, δεν έπιασε ποτέ στα χέρια της βιβλίο. Το ασθενές φύλο δε δείχνει κανένα ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία". 
   "Αλήθεια; Δεν τις ενδιαφέρει;"
   "Όχι. Η γραφή και ο λόγος, ξέρεις, δεν έχουν καμία σχέση με την αγνότητα".
   Ακόμη μια φορά επιστράτευσα όλο το θάρρος μου. "Και πώς το ξέρεις, πατέρα; Ρώτησες ποτέ καμιά τους; Ρώτησες ποτέ τη Βάνιτα αν θα της άρεσε η ανάγνωση;"
   "Δεν ήταν ανάγκη. Ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς, ο Αριστοτέλης, μάς λέει πως δεν είναι στη φύση της γυναίκας η αναζήτηση της αφηρημένης γνώσης. "Το αρσενικό στοιχείο στη φύση", έλεγε, "είναι συνδεδεμένο με ευφυή, διαμορφωμένα και τελειοποιημένα χαρακτηριστικά, ενώ το θηλυκό είναι παθητικό, υλικό και στερημένο, κι επιθυμεί το αρσενικό προκειμένου να επιτύχει την ολοκλήρωσή του". Έτσι έγραφε στα Φυσικά του".
   "Όπως επιθυμούσε εσένα η Βάνιτα;"
   "Περίπου", απάντησε γελώντας. "Αλλά στα ελληνικά". 
   "Και τι λέει για τις γυναίκες ο Αριστοτέλης;"