Ποίηση

Ποίηση

Ποίηση

Ποίηση

Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

[ΜΠΛΕΓΜΕΝΗ ΣΤΟΝ ΙΣΤΟ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ] - Γ' ΜΕΡΟΣ

   
   Τρεις μέρες αργότερα, παραμονή Πρωτοχρονιάς του έτους 1494, ο Κάρολος ο Η' και τα στρατεύματά του κατέλαβαν την πόλη. Αν εξαιρέσουμε τα εγκλήματα και τις λεηλασίες που διέπραξαν εις βάρος των Εβραίων, συμπεριφέρθηκαν μάλλον καλά σε σύγκριση με τους Γότθους ή τους Βανδάλους. Παρ' όλ' αυτά, οι ανώτεροι κληρικοί -όπως, δηλαδή, και σχεδόν όλοι οι υπόλοιποι- έτρεξαν να κρυφτούν σε κελάρια, στάβλους και παράσπιτα. Εκείνο το πρωί, ο Κάρολος ήρθε στο Βατικανό. Ο πατέρας τον περίμενε μόνος στο θρόνο του, στα Διαμερίσματα των Βοργιών, ενώ μια χούφτα καρδινάλιοι είχαν κρυφτεί τρέμοντας στο υπνοδωμάτιό του. Στεκόμουν στο πλάι του. Ο Κάρολος μπήκε στην αίθουσα του θρόνου. Ξαφνιάστηκα. Εγώ περίμενα έναν καινούριο Καρλομάγνο, έναν ένδοξο, αλαζονικό στρατηλάτη. Όμως ο Κάρολος ο Η' ήταν ένας κουτσός, παραμορφωμένος νάνος με πρησμένα χείλη, άψυχα μάτια, μύτη γαμψή και χέρια που τινάζονταν νευρικά όλη την ώρα. Είχε ύψος μόνο ενάμισι μέτρο, ωστόσο έδειχνε ακόμη πιο κοντός εξαιτίας της τεράστιας καμπούρας του, που τον έκανε να σκύβει μπροστά. Για να δει οτιδήποτε πέρα από τα παπούτσια του, ήταν αναγκασμένος να τεντώνει τη μέση του προς τα πίσω. Η αποκρουστική μορφή του -τι ιεροσυλία!- έχει αποτυπωθεί για πάντα στην πρώτη σελίδα της κατά τα άλλα θαυμάσιας Βίβλου του Αταβάντε. Πίσω από τον Κάρολο έκανε την εμφάνισή του ο Καίσαρ, ψηλός, ευθυτενής, αρρενωπός, με κόκκινα άμφια και μάτια στο χρώμα του κοβαλτίου. Αυτός ναι, συλλογίστηκα, μοιάζει με Καρλομάγνο. Ο Κάρολος πλησίασε τον Πάπα κουτσαίνοντας. Έπεσε στα γόνατα πάνω στα σκαλιά του θρόνου και φίλησε το πόδι του Πάπα, το οποίο ούτως ή άλλως δεν απείχε παρά ελάχιστα εκατοστά από τη μύτη του. Ο Πάπας σηκώθηκε και βοήθησε τον Κάρολο να σταθεί στα ασταθή ποδάρια του.
   "Μεγαλειότατε", είπε ο Πάπας. "Η ευγένειά σας Μας ντροπιάζει. Εμείς έπρεπε να φιλάμε τα πόδια σας. Εσείς είστε ο Αλέξανδρος εδώ. Εγερθείτε. Εγερθείτε".
   "Π-Π-Παναγιότατε", ψέλλισε ο Κάρολος, ενώ οι λέξεις έβγαιναν από τα φουσκωμένα χείλη του σαν δύσοσμα αέρια. "Ήρθαμε να προσφέρουμε τις ευχές Μας και να αναφέρουμε πως αποδεχτήκαμε την εντολή σας και μ-μ-μετακινήσαμε τα στρατεύματά Μας από τις πύλες της Ρώμης..."
   "Ναι, εντός της Ρώμης".
   "... όπως και για να σας επιστρέψουμε τον καρδινάλιο Βοργία, τον αγαπημένο γιο σας".
   "Deo gratias. Δόξα τω Θεώ".
   "Π-π-πραγματικά τον απολαύσαμε κι Εμείς οι ίδιοι. Αρκετές ήταν οι φορές που Μας έκανε συντροφιά στο κυνήγι και στις εκστρατείες. Ως ιππότη, τον βρήκαμε γ-γ-γενναίο, δραστήριο και ευγενή. Μια μέρα, μάλιστα, Μας έσωσε τη ζωή από ένα λ-λ-λυσσασμένο αγριογούρουνο, όπως ο Μελέαγρος έσωσε τον Θησέα από τον καλυδώνιο κάπρο".
   "Καίσαρ, γιε μου, μας τιμάς".
   "Π-π-π-παρεμπιπτόντως, βέβαια, δεν τον βρήκαμε τόσο ευγενή ως κληρικό, ιδιαίτερα αν αναλογιστούμε τα ερωτικά του γ-γ-γούστα".
   "Φρίκη", είπε ο πατέρας. "Quelle surprise, τι έκπληξη, όπως λέτε κι εσείς".
   "Ας είναι. Εμείς, πάντως, τον χρίσαμε ιππότη ως αναγνώριση των υπηρεσιών του. Ρ-ρ-ραγίζει η καρδιά Μας που πρέπει να του πούμε αντίο".
   Ο Καίσαρ έλαμπε ολόκληρος.
   Ο Κάρολος σήκωσε τα χέρια, τράβηξε τον Πάπα για να τον φέρει στο επίπεδό του και τον φίλησε στα δυο μάγουλα.
   Ο πατέρας τέντωσε το σώμα του. "Τώρα πρέπει να γευματίσουμε", δήλωσε. "Δε θα είναι ένα γεύμα τόσο εξαιρετικό όσο θα ήταν στο Παρίσι..."
   "C'est la g-g-guerre. Αυτά έχει ο πόλεμος".
   "... αλλά θα είναι ικανοποιητικό, γι' αυτό είμαστε βέβαιοι".
   Κινήσαμε για την τραπεζαρία. Περπατούσα δίπλα στον πατέρα.
   "Φαίνεται πως κάπου χάσαμε τον απεσταλμένο Μας", έλεγε ο Κάρολος. "Μήπως έτυχε να δείτε τον Εξοχότατο του Αλάτρι;"
   "Α, ναι. Είχαμε αρκετές ενδιαφέρουσες συναντήσεις. Μόλις τρεις νύχτες πριν, δειπνήσαμε μαζί".
   "Αυτό το γνωρίζουμε, αλλά αμέσως μετά φαίνεται πως ε-ε-εξαφανίστηκε. Ακούσαμε μια φήμη -αβάσιμη, είμαι σίγουρος- πως τον φιλοξενείτε σε κάποιο από τα δωμάτια του Καστέλο Σαντ' Άντζελο".
   "Αυτό είναι παράλογο. Μάρτυς Μας ο Θεός πως ο επίσκοπος του Αλάτρι δε ζει στο κάστρο. Λουκρητία, εσύ καθόσουν πλάι στον επίσκοπο και τα πηγαίνατε περίφημα. Μήπως είπε πού είχε σκοπό να πάει μετά το τέλος του δείπνου;"
   "Στο σπίτι του, με μια φρουρά από Γάλλους ιππότες", αποκρίθηκα, και ήταν αλήθεια.
   Το ίδιο απόγευμα, ύστερα από ένα γεύμα με σικελικές γεύσεις -γλώσσες με αμύγδαλα και σάλτσα από ελιές και λιαστές ντομάτες- ο Καίσαρ ήρθε να με δει. Με βρήκε στη βιβλιοθήκη.
   "Δεν ήρθες για ανάγνωση, έτσι δεν είναι; Ο πατέρας λέει πως ήδη έχεις διαβάσει κάθε βιβλίο εδώ μέσα".
   Γονάτισε πλάι στην καρέκλα μου και φίλησε το πασούμι μου. Ύστερα πήρε το χέρι μου και φίλησε την παλάμη μου, κι ενώ τα χείλη του ανηφόριζαν στο μπράτσο μου, είπε: "Άκουσα πως έγινες φόνισσα για το χατίρι μου. Ήρθα να σε ευχαριστήσω και να σου πω ότι ο αδερφός σου σε αγαπάει".
   "Πού το άκουσες αυτό;"
   "Πως σε αγαπάω;"
   "Αυτό που είπες για το φόνο".
   "Χτες βράδυ, πήρα στο κρεβάτι μου μια κοκκινομάλλα Ολλανδή ονόματι Χρόσβιτα -φρικαλέο όνομα, ταιριαστό μονάχα σε φράγμα. Αυτή, λοιπόν, ήταν η καλόγρια που είχε για πόρνη ο επίσκοπος, μέχρι πριν από τρία βράδια. Πίστευε, είπε, πως εσύ φαρμάκωσες τον επίσκοπο και εραστή της. "Γεύτηκα αμύγδαλο στα χείλη του", μου είπε".
   "Γλώσσες με αμύγδαλα".
   "Αλλά μπορεί και δηλητήριο, φτιαγμένο από απόσταγμα αμυγδάλου".
   "Τι χρώμα έχει το απόσταγμα των αμυγδάλων;"
   "Δεν έχω προσωπική εμπειρία, βεβαίως. Λέγεται, πάντως, πως είναι γαλαζωπό".
   Πήρα βαθιά ανάσα. "Δε θα το πει σε κανέναν άλλο, έτσι;"
   "Αμφιβάλλω. Για χάρη σου την έπνιξα με μια υφαντή ασημένια στραγγάλη που μου χάρισε Le Roi, ο βασιλιάς".
   Αναστέναξα με ανακούφιση.
   "Τι έγιναν τα σώματα του επισκόπου και της Ολλανδής;" ρώτησα.
   "Ξέρεις τον Τζεμ;"
   "Και βέβαια".
   Ο Τζεμ ήταν ο εικοστός τέταρτος γιος του Μεγάλου Σουλτάνου Βαγιαζήτ. Ήταν ψηλός, γερακομύτης, φιλόπονα απάνθρωπος κατά τρόπο αναμφισβήτητα τουρκικό, όμηρος από κάποια παλιά και ξεχασμένη συνθήκη ανάμεσα στους Τούρκους και στο Βατικανό. Εκτός όλων αυτών, ήταν ο αγαπημένος σύντροφος του Καίσαρα σε κάθε είδους ερωτική κραιπάλη.
   "Ο Τζεμ συμφώνησε να στείλει μερικούς σαρικοφόρους στρατιώτες. Τους είπε να μεταφέρουν τα πτώματα στο Καστέλο Σαντ' Άντζελο, να τα ρίξουν σε κάποιο από τα κελιά της νέας πτέρυγας που χτίζει ο πατέρας για να έχει μια κρυφή οδό διαφυγής κι ύστερα να χτίσουν την πόρτα του κελιού. Έτσι, είναι πια παρελθόν".
   "Και οι Τούρκοι χτίστες;"
   "Νεκροί, επίσης".
   "Επομένως, ο πατέρας είπε την αλήθεια. Ο επίσκοπος του Αλάτρι δε ζει στο κάστρο".
   Για κάμποση ώρα μετά την εξιστόρησή του έμεινα βαθιά συλλογισμένη έτσι όπως καθόμαστε πλάι πλάι κι εκείνος έπινε γλυκό κρασί. Συνειδητοποιούσα πως ελάχιστα κατανοούσα τον κόσμο, κι ακόμη πιο λίγο τον πατέρα και τον Καίσαρα, παρ' όλο που η αγάπη μου γι' αυτούς παρέμενε αμείωτη, ιδιαίτερα εφόσον το έγκλημά μου είχε τη συγκατάθεση του Επουράνιου Πατέρα. Άραγε θα μάθαινα περισσότερα όταν θα διάβαζα όλα αυτά τα βιβλία; Ό,τι κι αν μάθαινα μέσα από τις σελίδες τους, για ένα πράγμα θα ήμουν πάντα βέβαιη: Δεν έπρεπε ποτέ να ξεχάσω ετούτο το μάθημα.

   Αυτό που λέει κατά κόρον ο λαός στην Ιταλία και επαναλαμβάνεται σε πλήθος έγκυρων βιβλίων και λίβελων είναι πως, όσο έζησα, το δαχτυλίδι μου δηλητηρίασε καμιά δεκαριά ακόμη  ανώτερους κληρικούς για χάρη του πατέρα μου. Αυτός είναι ο μύθος μου, αλλά είναι ψέμα. Το δαχτυλίδι μου αφαίρεσε μονάχα μία ζωή ακόμη.
   Το πέρασμα του Καρόλου από την Ιταλία, απεναντίας, τσάκισε ολόκληρη τη χερσόνησο για δεκαετίες. Έφερε μαζί του τους σπόρους αναρίθμητων καταστροφών, τρομερά γεγονότα και αλλαγές που σημάδεψαν κάθε τομέα της ζωής μας: αλλαγές εξουσίας, υπονομεύσεις βασιλείων, ερήμωση πόλεων και κρατών, απάνθρωπες σφαγές, που όμοιές τους δεν είχαμε δει ως τότε. Μα έφερε και νέες μόδες, πρωτόγνωρα ήθη, καινούριες και σαφώς πιο αιματηρές τεχνικές πολέμου, οι οποίες αντικατέστησαν την ιπποτική μορφή που είχαν ως τότε οι μάχες μας και που θύμιζαν παρτίδα σκακιού. Έφεραν, επίσης, νέες, άγνωστες ασθένειες -τη γαλλική αρρώστια, ή σύφιλη- που σκότωσαν μυριάδες Ιταλούς κατά τη διάρκεια της ζωής μου. Αν είχε ζήσει ο επίσκοπος του Αλάτρι, άραγε θα ήταν ακόμη πιο σκληρό το αντίτιμο;

   Ερωτεύτηκα τον Δάντη λίγες μέρες πριν από την εισβολή του Καρόλου. Όχι τον ίδιο τον Αλιγκέρι αλλά τη θεόπεμπτη τριλογία του που ανακάλυψα στη βιβλιοθήκη. Κάθε μετρικός πους και στίχος αυτού του πτολεμαϊκού αρχιτεκτονήματος έκανε τις τρίχες στο πίσω μέρος του λαιμού μου να ορθώνονται σαν πεζικάριοι κάτω από το φεγγαρόφωτο, είτε από τρόμο και φρίκη είτε επειδή αναγνώριζα τη δύναμη του ποιητή να εκθέτει γυμνό το μυστηριώδη πυρήνα της ανθρωπότητας.
   Τα βιβλία του Δάντη, όπως και του αθέατου οδηγού του, του Βιργιλίου, με είχαν φωτίσει με τέτοια εσωτερική φλόγα, ώστε φανταζόμουν πως πράγματι έβλεπα το σκελετό της ψυχής μου να προβάλλει πάνω στο δέρμα. Και το εκπληκτικότερο όλων, ακόμη πιο εντυπωσιακό από την υπόθεση και τους χαρακτήρες -καθένας τους έντονος και ζωντανός σαν τη στιγμή της γέννησης- ήταν πως είχαν γραφτεί στα ιταλικά. Στα ιταλικά! Μπορεί ο νους μου να είχε βουτηχτεί στα λατινικά και στα ελληνικά, αλλά η ψυχή μου δεν είχε πάψει στιγμή να ανασαίνει στα ιταλικά. Ποτέ μέχρι τότε δεν είχε τύχει να βρω βιβλίο στη γλώσσα μας, που την είχα συναντήσει μονάχα σε σύντομες φράσεις και πινακίδες ή σε χυδαίες επιγραφές στους τοίχους. Ακόμη δεν είχα γνωρίσει τον Πετράρχη. Οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει πως πριν από τη Θεία Κωμωδία του Δάντη δεν υπήρχε αυτό που αποκαλούμε "ιταλική γλώσσα". Τα γλωσσικά ιδιώματα της Βενετίας, της Τοσκάνης, της Μπολόνια, μαζί με εκατοντάδες άλλες διαλέκτους λατινικής και ελληνικής προέλευσης μιλιόνταν απ' άκρη σ' άκρη σε όλη τη χώρα, αλλά καμιά δεν είχε δώσει γραπτά κείμενα με λογοτεχνική αξία -πέρα από φράσεις του τύπου "ο Μάρκο Μπάρμπο είναι χοντράνθρωπος" ή "η Βιτόρια Κολόνα έχει μεγάλα βυζιά". Ο Δάντης ήταν αυτός που μέσα από τα τρίστιχά του πρώτος επινόησε μια κοινή γλώσσα, τέτοια ώστε οποιοσδήποτε, από τα ελβετικά σύνορα μέχρι τα πιο απομονωμένα χωριά της Σικελίας, να είναι σε θέση να την κατανοήσει και να τη γράψει. Έτσι, ορκίστηκα να γράψω κι εγώ ένα βιβλίο στα ιταλικά. Πόσες πένες από φτερό χήνας θα χρειαζόταν, άραγε; Λαχταρούσα να γίνω ένας δεύτερος Δάντης. Όχι πως είχα την αξίωση να μιμηθώ την ποιότητά του, αλλά και μόνο το να γεμίσω με μελάνι τόσες σελίδες όσες ήταν απαραίτητες για να φτιάξω ένα βιβλίο το οποίο ίσως κάποτε να έβρισκε έναν αναγνώστη ήταν για μένα πραγματικό θαύμα. Ήθελα να γράψω ένα ιταλικό βιβλίο με το πιο μαύρο μελάνι, πάνω σ' εκείνο το είδος της ιριδίζουσας περγαμηνής που ονομάζεται "εκτρωτική", επειδή είναι φτιαγμένη από δέρμα αγέννητων αμνών, κι ήθελα επίσης να έχει το δικό μου όνομα στο εξώφυλλο. Έτσι, κανένα κορίτσι δε θα ήταν ποτέ αναγκασμένο να ακούσει μέσα στη βιβλιοθήκη του πατέρα του πως η ανάγνωση είναι αμαρτία. Είχα αποφασίσει να καταγράψω κάποτε τη διαδρομή μου σε αυτή τη ζωή, ακριβώς όπως ο Αλιγκέρι είχε καταγράψει τη δική του πεφωτισμένη διαδρομή προς το θάνατο. Quod est demonstrandum. Όπερ έδει δείξαι.
   Ένα βράδυ, είχα φτάσει στο Άσμα XXXIV της Κόλασης, στην κορυφαία σκηνή του Άδη, όπου ο Βιργίλιος και ο Δάντης έρχονται επιτέλους αντιμέτωποι με τον Σατανά στον Ένατο Κύκλο του πάγου, αλλά η αυγή διέκοψε την ανάγνωσή μου κι αναγκάστηκα να επιστρέψω το βιβλίο στο ράφι προτού το τελειώσω. Τώρα που γράφω τα λόγια ετούτα, η ανάμνηση του συγκεκριμένου άσματος, ύστερα από τόσα χρόνια, γεννάει μέσα μου μια παγωνιά που με κάνει να ριγώ από απόγνωση, όπως εκατοντάδες από εμάς τους κατ' ευφημισμόν συγγραφείς ριγούμε μπροστά στο μεγάλο Φλωρεντινό ποιητή. Τρέμουμε επειδή ξέρουμε πως δε θα γίνουμε ποτέ Αλιγκέρι, όσο καλά ξυσμένες κι αν είναι οι γραφίδες μας. Είχε το κουράγιο να γράψει για τον Ένατο Κύκλο, το λάκκο όπου οι προσωπικές δικαιολογίες του Σατανά για την ανομολόγητη φαυλότητά του κείτονται πλάι πλάι με την επίγνωση του απροσμέτρητου πόνου που έχει προκαλέσει στον κόσμο και στον Θεό, τον οποίο κάποτε αγαπούσε, και πιθανότατα αγαπάει ακόμη. Ξέρω καλά πως μου λείπει το κουράγιο να γράψω για τον ύστατο λάκκο του Καίσαρα και του Αλέξανδρου. Αυτό που μαραίνει το θάρρος μου είναι η αγάπη. Αγαπάω τον Καίσαρα, και θα τον αγαπάω για πάντα. Αγαπάω τον Ροδρίγο και Αλέξανδρο, τον πατέρα μου και Άγιο Πατέρα, ακόμη και τώρα. Τους αγαπάω κι επειδή ξέρω πόσο τους αγάπησε και τους αγαπάει η Βάνιτα. Στην είσοδο της κατανόησης του δικού τους Ένατου Κύκλου στέκει ο Φύλακας Διάβολος, τον οποίο εμείς οι λιγότερο χαρισματικοί ποιητές αποκαλούμε Μίσος -μόνο που εγώ τον λέω Αγάπη. Υπόσχομαι, ωστόσο, να συνεχίσω να γράφω ως τη στιγμή που η πένα μου θα γίνει στάχτη μες στην παλάμη μου. Προσεύχομαι στην Αγία Μητέρα να φτάσω τουλάχιστον ως τον όγδοο κύκλο.
   Όλη την επόμενη μέρα αναθεμάτιζα τον εαυτό μου που δεν είχα διαβάσει πρώτα το τέλος -είναι ο λιγότερο τρομακτικός τρόπος για να διαβάσει κανείς ένα αληθινά τρομακτικό βιβλίο. Ύπνο δεν έβρισκα. Έπρεπε πάση θυσία να μάθω πώς τελείωνε η Κόλαση, κι έπρεπε να το μάθω αμέσως, όχι την επομένη. Έτσι, σηκώθηκα και διέσχισα ξυπόλυτη το παγωμένο λιθόστρωτο δάπεδο των διαμερισμάτων μας μέχρι την πόρτα της βιβλιοθήκης. Ήταν ήδη ανοιχτή όταν έφτασα εκεί. Αυτό δεν είχε συμβεί άλλη φορά στο παρελθόν. Προχώρησα στο εσωτερικό της βιβλιοθήκης, τρέμοντας μήπως έπεφτα πάνω σε κάποια άγρυπνη μοναχή που θα μου έβαζε τις φωνές. Μα όταν άρχισα να προχωρώ παράλληλα με τα ράφια, μπόρεσα να διακρίνω καθαρά στη μια άκρη του τεράστιου δρύινου τραπεζιού που βρισκόταν στην απέναντι φεγγαρόλουστη μεριά της απέραντης αίθουσας μια χρυσοντυμένη μορφή, με κόκκινη καλότα, σκυμμένη πάνω από δυο περγαμηνές τυλιγμένες σε ρολά που έφταναν σχεδόν το ανάστημά της σε ύψος. Οι περγαμηνές ήταν ανοιχτές πάνω στο τραπέζι.
   "Καίσαρ;"
   Ο άντρας σήκωσε τα μάτια. "Λουκρητία;" αποκρίθηκε ψιθυρίζοντας. "Τι γυρεύεις εδώ;"
   Πλησίασα στο τραπέζι και κάθισα απέναντί του. "Δε θα με μαρτυρήσεις στις καλόγριες, έτσι δεν είναι;"
   "Δεν επιτρέπονται θηλυκά εδώ μέσα", αντέτεινε, λες και μιλούσε σε αρουραίο, όχι σε άνθρωπο.
   Στο ύφος του διέκρινα τα πρώτα σημάδια μιας κρίσης. Τα ξεσπάσματα οργής δεν του είχαν περάσει ακόμη. Ποτέ δε θα του περνούσαν. Τρομοκρατήθηκα στη σκέψη πως η έκρηξή του θα ξυπνούσε τις μοναχές. Μα όπως τον παρατηρούσα αμίλητη, μες στη σιγαλιά του φεγγαρόλουστου ουρανού, είδα τα μάτια του να γλυκαίνουν. Μου χάρισε ένα από εκείνα τα ξεχωριστά, ακατανίκητα χαμόγελά του, που πάντα έμοιαζαν να κρύβουν από κάτω ένα γελάκι σιγανό και στοργικό. "Σ' αγαπάω, Λουκρητία. Αν διαβάζεις, θα καταλήξεις στην Κόλαση..."
   "Ίσως στον ένατο κύκλο".
   "Αφού είσαι αδερφή μου. Δεν πρόκειται να το πω στις μοναχές".
   Μου είχε κοπεί η ανάσα. Ήταν τόσο ξεκάθαρο, τόσο άμεσο και απροσδόκητο. Δε θα έλεγε ποτέ άσκοπα ένα λόγο τόσο τρυφερό και γεμάτο αθώα αισθήματα, γι' αυτό και υπέθεσα πως μιλούσε αληθινά. Δε θυμόμουν να είχε μιλήσει ποτέ με αυτό τον τρόπο, σ' εμένα ή σε οποιονδήποτε άλλον, παρ' όλο που κάμποσες φορές στο πέρασμα των χρόνων, όταν είχα γενέθλια ή κάτι παρόμοιο, αναγκαζόταν να δηλώσει πως με αγαπούσε, επιδιώκοντας τη δημόσια επιδοκιμασία. Μόλις πρόσφατα μου το είχε πει ευχαριστώντας με που του είχα σώσει τη ζωή, αλλά ποτέ τόσο αβίαστα, δίχως ίχνος εγωκεντρικής σκοπιμότητας. Δε μου είχε μιλήσει ποτέ τόσο αυθόρμητα. Ένιωσα να με κατακλύζει ένα κύμα ευτυχίας και γλυκιάς ζεστασιάς, αισθάνθηκα προστατευμένη. Κοίταξα γύρω μας τις χιλιάδες φεγγαρόφωτες ράχες, στην πλειονότητά τους από λευκή περγαμηνή.
   "Τα έχεις διαβάσει όλα αυτά;" ρώτησα.
   "Δεν ξέρω. Δεν κράτησα ποτέ λογαριασμό".
   Σηκώθηκα και πλησίασα στα ράφια. "Ετούτο εδώ;" έδειξα.
   "Ναι".
   "Ετούτο;"
   "Ναι".
   "Κι αυτό;"
   "Κι αυτό".
   Έδειξα τα άπαντα του Αριστοτέλη, στα ελληνικά.
   "Ναι".
   Μια Ανάβαση και μια μετάφραση των Εβδομήκοντα.
   "Βεβαίως".
   Έτσι συνέχισα, με τον Καίσαρα να απαντάει καταφατικά, για περισσότερα από δέκα ράφια.
   "Eντάξει, το 'πιασα το νόημα. Από το άλφα, "Αχαιοί"..."
   "Ως το ωμέγα, "Ώρες"".
   "Τα διάβασες όλα. Σαν τον πατέρα".
   Τα δικά μου αναγνώσματα, εδώ κι ένα χρόνο, δεν πλησίαζαν ούτε τα εκατό, μήτε και μου είχε περάσει ποτέ από το μυαλό να βάλω στόχο κάτι τέτοιο. Έπιανα στην τύχη όποιο βιβλίο μού τραβούσε το ενδιαφέρον ή με έλκυε τη συγκεκριμένη νύχτα -είχα διαβάσει, παραδείγματος χάριν, πρώτα τον Παράδεισο και στη συνέχεια το Καθαρτήριο- κι έτσι επιλέγω βιβλία μέχρι σήμερα. Ο τρόπος με τον οποίο διάβαζε ο αδερφός μου, σκέφτηκα, πρέπει να απαιτούσε σπαρτιατική πειθαρχία και γεννούσε αληθινή πνευματική ανάταση. Ήξερα πως ο Καίσαρ ήταν έξυπνος και θυμόμουν αμυδρά πως είχαμε διαβάσει το Χρυσό Θρύλο μαζί, αλλά όπως εγώ κι ο πατέρας, έτσι κι εκείνος είχε διαβάσει τα περισσότερα βιβλία του κρυφά. Τουλάχιστον κρυφά από μένα.
   "Τι διαβάζεις τώρα;" πίεσα τον εαυτό μου να ρωτήσει.
   "Κοίτα", είπε κι έσπρωξε τις δυο περγαμηνές προς το μέρος μου. "Τι βλέπεις;"
   "Ένα χάρτη της αρχαίας Ελλάδας κι έναν της σύγχρονης Ιταλίας".
   "Αν τους δεις ξεχωριστά. Τι βλέπεις, όμως, αν τους συλλογιστείς και τους δυο μαζί;"
   "Τι εννοείς;"
   "Λουκρητία, δεν υπάρχει καμιά "Ιταλία", όπως δεν υπήρχε καμιά "Ελλάδα" ως τη στιγμή που ο Φίλιππος ο Μακεδόνας και ο γιος του Αλέξανδρος ο Μέγας δημιούργησαν ένα τέτοιο μέρος. Σαν την κλασική Ελλάδα, έτσι και η Ιταλία είναι τώρα διαιρεμένη σε πολιτικές μονάδες μηδαμινών διαστάσεων -ή, όπως λέει κι ο Ηρόδοτος, σε "νησιά πάνω σε στεριά". Η "Ιταλία" τού σήμερα δεν είναι παρά μια μελαγχολική λέξη που επινόησαν ο Πετράρχης και ο Δάντης".
   Ο Δάντης; Μου έκανε εντύπωση που είχε διαβάσει ακόμη και Δάντη. Δε θα έπρεπε, ωστόσο, να παραξενεύομαι, εφόσον είχε διαβάσει τα πάντα εκεί μέσα. Κοίταξα, και πράγματι είδα πως ο χάρτης της Ιταλίας ήταν ένα συνονθύλευμα ανεξάρτητων, ποικιλόχρωμων περιφερειών διαφορετικών μεγεθών, καθεμία από τις οποίες διοικούνταν από διαφορετική πόλη-κράτος ή δουκική έδρα στο κέντρο κάθε χρώματος. Γαλάζιο του ωκεανού για τη Βενετία, ροζ για τη Φλωρεντία,  βαθύ μπλε για το Έστε, πράσινο για την Μπολόνια και ούτω καθεξής  για καμιά δωδεκαριά ακόμη. Το μεγαλύτερο όλων, βέβαια, ήταν το Παπικό Κράτος, η "Δωρεά του Κωνσταντίνου". Ολοκίτρινο, κυκλωμένο από ένα χρυσό δαχτυλίδι, με πρωτεύουσά του την Πόλη του Βατικανού μέσα στη Ρώμη. Το Παπικό Κράτος, με σύνορα που ταίριαζαν κατά προσέγγιση με αυτά του προκατακλυσμιαίου Λατίου, περιλάμβανε μια δωδεκάδα αρχαίες και σύγχρονες πόλεις και κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος της κεντρικής χερσονήσου. Παρόμοιος ήταν και ο χάρτης της Ελλάδας, της αρχέγονης γης των Αργείων, μοιρασμένος στα κυρίαρχα χρώματα των πόλεων της Κορίνθου, της Αθήνας, της Σπάρτης, των Θηβών και αρκετών άλλων.
   Ο Καίσαρ πέρασε την παλάμη του πάνω από την ελληνική χερσόνησο, από τη Μακεδονία μέχρι την Πελοπόννησο. "Όμως ο βάρβαρος Φίλιππος, ο πατέρας του Αλέξανδρου, μετέτρεψε αυτό το χάος σε Ελλάδα κι ύστερα σε ολάκερη αυτοκρατορία, κάνοντας τα ελληνικά κυρίαρχη γλώσσα ολόκληρου του αρχαίου κόσμου, κάτι που δεν κατάφεραν ποτέ τα λατινικά. Λεπίδα του ξίφους του έγινε η γλώσσα της αυτοκρατορίας του. Η γλώσσα μπορεί να είναι κατάρα αλλά και ευλογία. Μπορεί να είναι απαλή σαν νεογέννητο γατάκι. Αλλά η γλώσσα πάνω απ' όλα είναι δύναμη, και μια αυτοκρατορία, ως υπέρτατη δύναμη, είναι ένα επικό ποίημα γραμμένο στην ισχυρότερη γλώσσα. Διαφορετικά, για ποιο λόγο τα διαβάζουμε όλα αυτά; Το γλωσσικό βασίλειο του Αλέξανδρου ήταν ο προάγγελος της Λατινικής Αυτοκρατορίας, καθώς και το σιβυλλικό βιβλίο της. Αν δε με πιστεύεις, διάβασε το Oratio in Principio sui Studii, του Βάλα, γραμμένο το 1456, όπου αποκαλεί τα λατινικά "Sacramentum Auctoritatis", "Μυστήριο της Εξουσίας". Εκεί πέρα είναι", πρόσθεσε δείχνοντας.
   "Θα το διαβάσω".
   "Βλέπεις αυτή τη βιβλιοθήκη που τόσο αγαπάει ο πατέρας; Ξέρω πως κι εσύ την αγαπάς. Ξέρω πως συχνά τρυπώνεις εδώ μέσα. Έχεις ιδέα, όμως, ποιος τη δημιούργησε; Χάρη σε ποιανού την εξουσία υπάρχει;"
   "Είναι δημιούργημα του πατέρα, που συνέχισε αυτό που άρχισε ο Βονιφάτιος κι έπειτα ο Νικόλαος και πάνω από δέκα ακόμη Πάπες, κι υπάρχει υπό την εξουσία του Χριστού και της Οικουμενικής Εκκλησίας Του".
   Ο Καίσαρ γέλασε σιγανά. "Όχι. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία τη δημιούργησε. Το παπικό αξίωμα είναι το λείψανο της ρωμαϊκής δύναμης. Fasces Romanum (1). Είσαι κι εσύ από τους ευκολόπιστους που θαρρούν πως ένας χωριάτης από τη Γαλιλαία θα μπορούσε ή θα ήθελε να δημιουργήσει μια τόσο τερατώδη επίγεια δύναμη όπως η Αποστολική Εκκλησία;"
   "Ναι".
   Ο Καίσαρ χαμήλωσε κι άλλο τη φωνή του κι έσκυψε πάνω στο τραπέζι, μέχρι που φάνηκε η κορυφή της κόκκινης καλότας του. "Ο Ιησούς έχει τη δύναμη να δημιουργήσει και να διατηρήσει έναν Παράδεισο, μια Αυτοκρατορία του Πνεύματος, μια κηλίδα πάνω στην οποία μπορούν να χορέψουν εκατομμύρια άγγελοι. Ωστόσο, ο Θεός δεν έχει δείξει φανερό ενδιαφέρον για τη γη ούτε κι έχει επέμβει στον ρου της ιστορίας τα τελευταία χίλια πεντακόσια χρόνια. Από το θάνατο του Υιού Του και μετά, έγινε υπέρ το δέον υπερβατικός για να ασχοληθεί με τη χυδαία ύλη εδώ κάτω. Ο Θεός είναι Παντογνώστης, ή, αν μη τι άλλο, με τον καιρό έγινε αυτός ο Θεός που γνωρίζουμε. Την εποχή της Παλαιάς Διαθήκης μπορεί και να μοιραζόταν μια φλεγόμενη βάτο με έναν εκλεκτό πιστό, αλλά αυτά δε γίνονται πλέον".
   "Το Βασίλειο του Πατέρα εκτείνεται σ' όλη τη γη, αλλά οι άνθρωποι δεν το βλέπουν".
   "Από το Ευαγγέλιο του Θωμά. Αλλά η Αγία Μητέρα Εκκλησία έχει αφορίσει αυτό το βιβλίο. Damnatum est, non legitar".
   Η Παρθένος, όμως, και Μητέρα του Ιησού καταδεχόταν να αγγίξει με τα ίδια Της τα χέρια οτιδήποτε ανθρώπινο. Όταν πέθανε ο Ιησούς, Εκείνη έπλυνε το Σώμα Του από το Αίμα".
   "Λουκρητία, κοντεύεις να γίνεις κρυφός θεολόγος. Προτού το καταλάβεις, θα έχεις χάσει τα λογικά σου, όπως η Χίλντεγκαρντ φον Μπίνγκεν. Εν μέρει έχεις δίκιο, βεβαίως, μόνο που η άσπιλος κόρη της Αγίας Άννας δεν ήταν Θεός, δε νομίζεις; Απλώς δούλη Του. Έτσι και σε άκουγε κανένας ιεροεξεταστής, θα σου έπλενε το στόμα με λιωμένο σίδερο μόνο και μόνο επειδή τόλμησες να προφέρεις φωναχτά μια σκέψη αιρετική".
   "Αυτό φαντάζομαι κι εγώ".
   Ήταν δυνατόν, αναρωτιόμουν, να βασανίζει ανθρώπους η Εκκλησία του πατέρα; Από μικρή το ήξερα πως έτσι ήταν, αλλά η σύνδεση ανάμεσα στη δική μου οικογένεια και στον αγωνιώδη θάνατο δεν είχε γίνει ποτέ ως τότε στο μυαλό μου. Και πού οδηγούνταν ο Καίσαρ με όλα αυτά; Αισθάνθηκα το δέρμα μου να ανατριχιάζει.
   "Αυτό που γνωρίζει καλά η εποχή μας, κι ας ήταν ξεχασμένο για χίλια διακόσια χρόνια, είναι πως στη γη οι άνθρωποι είναι αυτοί που δημιουργούν και βασιλεύουν. Ένα πρωί, κάποιο σωτήριο έτος του τέταρτου αιώνα, ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ξύπνησε στο κρεβάτι του. Την ώρα που έπαιρνε πρωινό, ατένισε τον κόσμο πέρα από το δίφυλλο παράθυρο του δωματίου του. Περιεργάστηκε τους δεκάδες ναούς των ρωμαϊκών και των ελληνικών θεών στο Φόρουμ. Και τότε έκανε τη σκέψη πως καθένας απ' όλους αυτούς τους θεούς θα ήταν πολύ ευτυχέστερος αν αναγνωριζόταν ως ο Ένας και ο Μοναδικός Κυρίαρχος του Σύμπαντος, ακριβώς όπως κι ο ίδιος ο Κωνσταντίνος ήταν ευτυχής επειδή οι άνθρωποι τον θεωρούσαν έναν και μοναδικό Απόλυτο Άρχοντα, Θεό Καίσαρα, ο οποίος τύχαινε επίσης να είναι ο Pontifex Maximus (2) του Δία στη Ρώμη. Έψαξε, λοιπόν, στην αχανή βιβλιοθήκη του -πιθανότατα παρόμοια με τούτη 'δω- για να βρει κάποια θεότητα που θα είχε την τότε βλάσφημη δυνατότητα να γίνει η μόνη Άγια Ύπαρξη, μια Ουράνια Αντανάκλαση του Ιmperator  Aυγούστου Καίσαρα, του ίδιου του Κωνσταντίνου. Έτσι, ανακάλυψε τον Θεό των Εβραίων, του οποίου η οξύθυμη ιδιοσυγκρασία και η αμετακίνητη επιμονή για ολοκληρωτική αφοσίωση μόνο στον ίδιο φαίνονταν αρχικά να τον καθιστούν ιδανικό υποψήφιο".
   "Καίσαρ, καρδινάλιος ή μη, κινδυνεύεις να δεις την κοιλιά σου να ανοίγει στα δυο και τα έντερά σου να σκορπίζονται στο χώμα μόνο και μόνο γι' αυτό το σχόλιο".
   "Όλες μου οι απόψεις θα ήταν επικίνδυνες για έναν κοινό θνητό, αλλά ένας άντρας του δικού μου αναστήματος θα είναι πάντοτε αυτός που ξεκοιλιάζει, όχι αυτός που ξεκοιλιάζεται. Στο κάτω κάτω, ο Θεός έγινε άνθρωπος, έτσι ώστε ο άνθρωπος να γίνει Θεός".
   "Ύβρις, αδερφέ μου", ψιθύρισα, δείχνοντας το ράφι με τα έργα του Σοφοκλή.
   "Ύβρις υπάρχει μόνο για τους Έλληνες... Εν πάση περιπτώσει, διαβάζοντας την Τορά, ο Κωνσταντίνος ανακάλυψε ορισμένες διαολεμένα καλές ιστορίες, αλλά όλο αυτό το ιουδαϊκό τόλμημα φάνηκε στον αυτοκράτορα υπερβολικά δύσκολο, υπέρ το δέον περίπλοκο. Άσε κι εκείνο το άλλο ζήτημα, της περιτομής".
   Τι να 'ταν αυτό; αναρωτήθηκα. Ένιωθα ρίγη ανησυχίας και ταυτόχρονα θαυμασμού για την εντυπωσιακή οξύνοια που πρέπει να διέθετε ο αδερφός μου ώστε να είναι σε θέση να διατυπώσει μια τόσο μεγαλοφυή υπόθεση, άσχετα με το πόσο αληθινά ή μη θα αποδεικνύονταν στο τέλος όλα αυτά.
   "Στη συνέχεια, όμως, η μελέτη τον οδήγησε στον ιστορικό Ιώσηπο, κι αυτός με τη σειρά του στον Ιάκωβο τον Αδελφόθεο, για να καταλήξει στα Ευαγγέλια. "Εύρηκα!" θα πρέπει να αναφώνησε".
   "Εύρηκα;"
   "Ακριβώς. Προσπάθησε να θυμηθεί κι ύστερα χτύπησε την παλάμη του στο μέτωπο. "Ώστε αυτό το πράγμα φαινόταν στον ουρανό από τη Μουλβία Γέφυρα του Τίβερη"!"
   "Έτσι, αποφάσισε να συγκαλέσει αυτοκρατορικό συμβούλιο και να ανακοινώσει στη Σύγκλητο πως στο εξής η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία θα ονομαζόταν Ρωμαϊκή και Χριστιανική, πράγμα το οποίο αναμφίβολα τους άφησε όλους ξερούς, αφού ο χριστιανισμός ήταν ακόμη κατά κύριο λόγο η θρησκεία των σκλάβων και των πονόψυχων υποστηρικτών τους".
   "Καίσαρ... είναι εκπληκτικά όλα αυτά. Δώσε μου να διαβάσω το βιβλίο όπου τα βρήκες".
   "Δε βρίσκονται σε κανένα βιβλίο. Είναι δικά μου".
   Ο Καίσαρ κούνησε το κεφάλι προς τη μεριά του χάρτη της Ιταλίας. "Οι αρχαίοι Ρωμαίοι κατέκτησαν την Ιταλία όπως ο Φίλιππος κατέκτησε την Ελλάδα, καταλαμβάνοντας τη μία πόλη μετά την άλλη. Κι από τη Ρώμη δημιούργησαν τη χρυσή αυτοκρατορία τους, αντικαθιστώντας τα ελληνικά με τα λατινικά. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Κωνσταντίνου χτίστηκε πάνω στην κατάκτηση της Ιταλίας".
   "Ναι; Επομένως;"
   "Το παρελθόν θα γίνει μέλλον, Λουκρητία. Ο πατέρας κι εγώ θα κάνουμε το ίδιο πράγμα. Από τη "Δωρεά του Κωνσταντίνου", αυτές τις περιοχές της Κεντρικής Ιταλίας τις οποίες ο αυτοκράτορας μεταβίβασε στον Βικάριο του Χριστού, τον Σύλβεστρο τον Α', επειδή τον θεράπευσε από τη λέπρα -α, τι θαυμαστά γλυκιά συμφωνία!- και οι οποίες τώρα είναι γνωστές ως Παπικό Κράτος, θα βάψουμε ολάκερη την Ιταλία κίτρινη. Εγώ ο ίδιος θα λουστράρω αυτή τη χερσόνησο που μοιάζει με μπότα μέχρι να λάμψει σαν χρυσαφένια. Έτσι, μια μέρα όλος ο κόσμος θα μάθει να μιλάει τα ιταλικά του Δάντη για να καταλαβαίνει τον καινούριο του Καίσαρα. Ο Καίσαρας είναι Ρωμαίος, δεν είναι Φράγκος ούτε Τεύτονας. Είναι Maximus, όχι Maximilian. Μήτε είναι σωστό να ζει ο "Άγιος Ρωμαίος Αυτοκράτορας" στην κοιλάδα κάποιου άγριου βουνού, στη χώρα του σνίτσελ. Ο κόσμος λέει πως η δική μας εποχή θα είναι η εποχή του Αυγούστου. Πώς μπορεί να γίνει αυτό δίχως καινούριο Αύγουστο;"
   "Εσύ; Καίσαρ, έλα στα συγκαλά σου. Θέλει ο πατέρας να πάρει μέρος σε όλα αυτά; Εξάλλου, η "Δωρεά του Κωνσταντίνου" δεν είναι παρά μια πλαστογραφία του όγδοου αιώνα, όπως απέδειξε ο Βάλα στην Πραγματεία του".
   Τον είδα να χαμογελάει, αυτή τη φορά με απόλυτη αυτοπεποίθηση. "Θα δούμε", είπε. "Η κατοχή, όπως λένε..."
   Μήτε με αυτό τον τρόπο μου είχε μιλήσει ως τότε. Για μένα εκείνος ο Καίσαρ ήταν ολότελα πρωτόγνωρος και γεμάτος εκπλήξεις, ένας άνθρωπος ο οποίος θεωρούσε τον εαυτό του ισάξιο ενός Ιουλίου Καίσαρα ή ενός Μπαρμπαρόσα. Τον κοίταξα εξεταστικά. Μόλις που είχε ενηλικιωθεί. Ποιος άλλος στην ηλικία του θα μου είχε κάνει ένα τόσο εντυπωσιακό και πειστικό μάθημα ιστορίας, σκορπίζοντας μία προς μία τις υποκριτικά θεοσεβείς αλήθειες με τις οποίες είχαμε μεγαλώσει -αυτές που έκαιγαν μες στην καρδιά μας από τα γεννοφάσκια μας- σαν να ήταν στάχτη μέσα σε ανεμοθύελλα; Μα ούτε άντρας ήταν, παρ' όλο που φορούσε την καλότα ενός Άρχοντα της Εκκλησίας. Τι θα γινόταν στα είκοσι πέντε, στα σαράντα του, αν από τώρα σκεφτόταν έτσι; Στην ηλικία του, ο Μέγας Αλέξανδρος είχε ήδη αρχίσει να υποδουλώνει πόλεις. Αν αυτός ο επηρμένος, χαμηλόφωνος -και αναμφισβήτητα εντυπωσιακός- μονόλογος είχε βγει από τα χείλη ενός νεαρού αγοριού, απλώς θα είχε προκαλέσει ιλαρότητα, κι αυτό θα ήταν όλο. Τι γινόταν, όμως, στην περίπτωση που μιλούσε ένας πλήρως συνειδητοποιημένος και ολοκληρωμένος άντρας; Τι ήταν αυτός ο άντρας; Ένα αναιδές παλιόπαιδο ή ένας αυτοκράτορας εν τη γενέσει του; Με τα μάτια της φαντασίας μου είδα έναν κολοσσιαίο Καίσαρα -μια ολόκληρη χρυσή σελίδα σε κάποιο πεφωτισμένο χειρόγραφο- με τα πόδια ανοιχτά μπροστά σε έναν καταγάλανο ορίζοντα, να μπήγει το ατσάλινο ξίφος της ιδιοφυΐας του μες στις παλάμες ενός κόσμου με ακάνθινο στεφάνι στο κεφάλι, σωριασμένου μπρούμυτα στα πόδια του. Θυμάμαι πως άθελά μου ρίγησα, όπως τότε που διάβασα για πρώτη φορά το Άσμα XXXIV.
           

Faunce John, Εγώ, η Λουκρητία, (μετφ. Μαρία Ρόζα Τραϊκόγλου), εκδ. BELL, Αθήνα 2004

Σημειώσεις:
(1) Στην αρχαία Ρώμη, οι Fasces ήταν μια δέσμη ράβδων που κύκλωνε ένα τσεκούρι, έμβλημα της εξουσίας της Ρώμης. Οι ράβδοι αντιπροσώπευαν τη δύναμη της τιμωρίας, το τσεκούρι τη δύναμη του θανάτου.
(2) Αρχιερέας, το αρχαιότερο και πιο σεβαστό αξίωμα στην ιεραρχία της αρχαίας Ρώμης και επίσημος τίτλος του Πάπα. Οι Ρωμαίοι θεώρησαν τον Βρούτο εγκληματία όχι επειδή σκότωσε ένα δικτάτορα -αυτό ήταν έντιμο- αλλά επειδή σκότωσε τον Ιούλιο Καίσαρα, τον Pontifex Maximus.

Δεν υπάρχουν σχόλια: