Ποίηση

Ποίηση
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Waltari Mika - Ο εκλεκτός των αγγέλων 1. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Waltari Mika - Ο εκλεκτός των αγγέλων 1. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 17 Απριλίου 2020

[ Ο ΕΚΛΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ] - Α' ΜΕΡΟΣ

12 Δεκεμβρίου  1452

   Σε είδα για πρώτη φορά και σου μίλησα.
   Ήταν σαν να με συγκλόνισε σεισμός. Όλα μέσα μου αναστατώθηκαν, οι τάφοι της καρδιάς μου άνοιξαν, ένιωθα σαν να μην αναγνώριζα τον ίδιο μου τον εαυτό.
   Ήμουν σαράντα χρόνων και νόμιζα ότι είχα φτάσει στο φθινόπωρο της ζωής μου.
   Είχα περιπλανηθεί, είχα γνωρίσει εμπειρίες, είχα ζήσει πολλές ζωές.
   Ο Θεός μού είχε μιλήσει με πολλές μορφές. Οι άγγελοι μου είχαν αποκαλυφθεί και δεν τους είχα πιστέψει.
   Αλλά, όταν σε είδα, πίστεψα, γιατί αυτό που μου συνέβη ήταν θαύμα.
   Σε είδα μπροστά στο ναό της Αγίας Σοφίας, κοντά στις χάλκινες πύλες. Έβγαιναν όλοι από την εκκλησία. Μόλις είχε τελειώσει η τελετή όπου ο καρδινάλιος Ισίδωρος είχε διαβάσει μέσα σε νεκρική σιγή τη διακήρυξη της ένωσης των Εκκλησιών στην ελληνική  και στη λατινική γλώσσα. Κατά τη διάρκεια της πανηγυρικής λειτουργίας απήγγειλε και το «Πιστεύω». Όταν έφτασε στην προσθήκη «και εκ του Υιού», πολλοί σκέπασαν το πρόσωπό τους με τα χέρια τους κι από το γυναικωνίτη ακούστηκαν οι θρήνοι των γυναικών. Στεκόμουν στο πλαϊνό κλίτος, ανάμεσα στο πλήθος, δίπλα σε μια γκρίζα κολόνα. Καθώς την άγγιξα με το χέρι μου ένιωσα πως ήταν υγρή. Λες και είχε ιδρώσει και εκείνη από την αγωνία.
   Βγήκαν όλοι από την εκκλησία με την τάξη που είχε οριστεί εδώ και πολλούς αιώνες και στη μέση ο βασιλιάς, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος, σοβαρός και στητός, με τα μαλλιά του ήδη γκρίζα κάτω από το χρυσό στέμμα. Φορούσαν τα ρούχα και τα διακριτικά που απαιτούσε η περίσταση: οι επίσημοι του παλατιού των Βλαχερνών, οι μάγιστροι, οι λογοθέτες, οι ανθύπατοι, η Σύγκλητος, και πίσω τους οι άρχοντες της Κωνσταντινούπολης, η μια οικογένεια πίσω από την άλλη. Κανείς δεν είχε τολμήσει να λείψει  για να δείξει τη δυσαρέσκειά του. Στα δεξιά τού αυτοκράτορα επιτηρούσε το πλήθος με τα ψυχρά γαλάζια μάτια του ο μέγας λογοθέτης Σφραντζής, που τον ήξερα καλά. Ανάμεσα στους Λατίνους αναγνώρισα τον Βενετσιάνο βάιλο και πολλούς άλλους.
   Όμως το μεγάλο δούκα Λουκά Νοταρά, διοικητή του αυτοκρατορικού στόλου, τον έβλεπα για πρώτη φορά. Ήταν ένα κεφάλι ψηλότερος από τους άλλους, ένας αγέρωχος μελαμψός άντρας. Η ματιά του ήταν περήφανη και συνάμα ειρωνική, αλλά στο πρόσωπό του καθρεφτιζόταν εκείνη η μελαγχολία που ήταν κοινό χαρακτηριστικό σ' όλα τα μέλη των παλαιών ελληνικών οικογενειών. Όταν βγήκε έξω από την εκκλησία ήταν θυμωμένος και οργισμένος σαν να μη μπορούσε ν' αντέξει τη φοβερή καταισχύνη που είχε πέσει στην Εκκλησία του και στο λαό του.