Ποίηση

Ποίηση

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2019

[ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΧΡΩΜΑΤΩΝ ] - Α' ΜΕΡΟΣ

1664   
   Η μητέρα δεν μου είχε πει πως θα έρχονταν.
   Μετά μου εξήγησε πως δεν ήθελε να δείχνω σφιγμένη. Ξαφνιάστηκα, γιατί νόμιζα πως με ήξερε καλύτερα. Όχι, δεν έκλαψα σαν μωρό, κάθε άλλο· ένας τρίτος θα νόμιζε πως ήμουν απόλυτα ήρεμη. Μόνο η μητέρα θα πρόσεχε το σφιγμένο σαγόνι και τα ορθάνοιχτα αλλά έτσι κι αλλιώς μεγάλα μάτια μου.
   Έκοβα λαχανικά στην κουζίνα όταν άκουσα φωνές στην εξώπορτα -μια γυναικεία, καθαρή και ψηλή σαν το φρεσκογυαλισμένο μπρούντζο, και μια αντρική, χαμηλή και βαριά σαν το παλιό τραπέζι της κουζίνας όπου στεκόμουν και δούλευα. Τέτοιες φωνές ακούγονταν πολύ σπάνια στο σπίτι μας. Στον ήχο τους μπορούσα εύκολα να διακρίνω πλούσια χαλιά, βιβλία, μαργαριτάρια και γούνες.
   Ευτυχώς που είχα τρίψει καλά τα σκαλιά της εξώπορτας πριν από λίγο.
   Η φωνή της μητέρας μου -βαθιά σαν χύτρα ή σαν μεγάλη καράφα κρασιού- ακούστηκε από το μπροστινό δωμάτιο. Προχωρούσαν προς την κουζίνα. Έσπρωξα τα πράσα που έκοβα και τα 'βαλα στη θέση τους, ακούμπησα το μαχαίρι στο τραπέζι, σκούπισα τα χέρια στην ποδιά μου και δάγκωσα τα χείλη μου για να πάρουν χρώμα.
   Πρώτα εμφανίστηκε στο άνοιγμα της πόρτας η μητέρα -τα μάτια της, μια διπλή προειδοποίηση. Η γυναίκα που ερχόταν πίσω της χρειάστηκε να σκύψει για να μπει από την πόρτα. Ήταν πολύ ψηλή, ψηλότερη από τον άντρα που την ακολουθούσε.
   Όλοι στην οικογένειά μας, ακόμα κι ο πατέρας κι ο αδερφός μου, ήμασταν μικροκαμωμένοι.
   Η ψηλή γυναίκα έδειχνε σαν να την είχε χτυπήσει δυνατός αέρας, παρ' όλο που η μέρα ήταν ήρεμη και καλή. Το καπέλο της είχε πέσει προς τα πίσω και μερικές ξανθές μπούκλες τής έπεφταν στο μέτωπο, σαν μέλισσες που προσπαθούσε ανυπόμονα κάθε τόσο να τις διώξει. Ο γιακάς της ήθελε στρώσιμο και δεν έδειχνε κολλαρισμένος σωστά. Όταν έσπρωξε την γκρίζα κάπα της στο πλάι, είδα αμέσως ότι περιμένει παιδί -μέχρι το τέλος του χρόνου, ή κι ακόμα νωρίτερα, σκέφτηκα.
   Το πρόσωπό της ήταν πλατύ σαν δίσκος για το σερβίρισμα, κι άλλοτε έλαμπε, άλλοτε έδειχνε θαμπό. Τα μάτια της δυο ανοιχτοκάστανα κουμπιά, σχεδόν μελιά, ένας συνδυασμός που σπάνια συναντάει κανείς σε ξανθές γυναίκες. Προσπάθησε να με κοιτάξει επίμονα και αυστηρά, μα της ήταν αδύνατο να κρατήσει σταθερό το βλέμμα, η ματιά της χοροπηδούσε πέρα δώθε μες στο δωμάτιο.

Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2018

[ ΦΩΣ ΚΑΙ ΣΚΙΑ ]

  
    Ο μπαμπάς μου περπατούσε πλάι μου για να μου δώσει κουράγιο και με την παλάμη του άγγιζε απαλά την πλάτη μου, στο σημείο που έδεναν τα κορδόνια του μπούστου μου. Πάνω από το Τορ ντι Νόνα, το παπικό δικαστήριο, η θηλιά στην αγχόνη του Ιεροεξεταστή έριχνε στον τοίχο μια σκιά που θύμιζε δάκρυ, έτσι όπως διαγραφόταν αφύσικη και ακίνητη στις πρώτες ηλιαχτίδες που ήδη έψηναν τις πλάκες της πλατείας και το πάνω μέρος του κεφαλιού μου.
   "Μια δυσάρεστη στιγμή θα είναι μόνο, Αρτεμισία", είπε ο μπαμπάς, κοιτάζοντας ίσια μπροστά του. "Μια μικρή πίεση, τίποτα παραπάνω".
   Εννοούσε τις σίβυλλες (1).
   Αν, με τα χέρια δεμένα, επέμενα στην κατάθεση που είχα δώσει τις προηγούμενες βδομάδες, θα πείθονταν ότι έλεγα την αλήθεια και η δίκη θα τελείωνε. Όχι η δική μου δίκη. Αυτό σκεφτόμουν συνέχεια: δεν δικαζόμουν εγώ. Δικαζόταν ο Αγκοστίνο Τάσι.
   Το κείμενο της καταγγελίας που είχε στείλει ο μπαμπάς μου στον πάπα Παύλο Ε' αντηχούσε ακόμα στ' αυτιά μου: "Ο Αγκοστίνο Τάσι διακόρευσε την κόρη μου Αρτεμισία, αφού ήλθε επανειλημμένως και δια της βίας σε σαρκική επαφή μαζί της, αδίκημα το οποίο προκάλεσε σοβαρή και τεράστια ζημιά σε εμένα, τον φτωχό ενάγοντα Οράτιο Τζεντιλέσκι, ζωγράφο και Ρωμαίο πολίτη, καθότι δεν μπορώ πια να αποκομίσω το ίδιο υψηλό τίμημα από το ταλέντο της στη ζωγραφική".
   Εγώ δεν ήθελα να το μάθει κανείς. Δεν ήθελα να το πω ούτε καν σ' αυτόν. Αλλά με είχε ακούσει να κλαίω και με είχε αναγκάσει να του το ομολογήσω. Εξάλλου υπήρχε και ο πίνακας που είχε εξαφανιστεί, εκείνος που θαύμαζε ο Αγκοστίνο. Κι έτσι ο μπαμπάς μου υπέβαλε μήνυση.
   "Πόση πίεση;" ρώτησα.
   "Μια ενόχληση είναι μόνο και θα κρατήσει λίγο".
   Δεν κοίταξα τα πρόσωπα στο πλήθος που είχε αρχίσει να συγκεντρώνεται στην είσοδο του Τορ. Ήξερα ήδη τι θα έδειχναν -χυδαία περιέργεια, αποδοκιμασία, περιφρόνηση. Προτίμησα να κοιτάξω το κίτρινο αγιόκλημα που άνθιζε με φόντο τον τοίχο στο χρώμα της ώχρας. Το ένα χρώμα τόνιζε το άλλο. Αυτό μου το είχε μάθει ο μπαμπάς μου.

Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2018

[ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΚΟΣΜΟΥΣ ]

   
  
   Το γράμμα του μοναστηριού δεν εξηγούσε γιατί η αδελφή Λουκία δεν πήγε αμέσως στο Κογκό. Την προόριζε να υπηρετήσει για ένα άγνωστο διάστημα σ' ένα νοσοκομείο ψυχοπαθών, στο νότιο Βέλγιο.
   Η αδελφή Λουκία σκέφτηκε πως το δίπλωμά της ως νοσοκόμος - ψυχίατρος δικαιολογούσε την τοποθέτησή της: πως η ηγουμένη της ήθελε ν' αποκτήσει λίγη πρακτική στην ψυχιατρική κατά κάποιο τρόπο ώστε να είναι ακόμη πιο χρήσιμη στο Κογκό. Ξαναδιάβαζε το ιατρικό σύγγραμμα σχετικά με τη νευρασθένεια των τροπικών και των ψυχικών διαταραχών εξαιτίας της λέπρας. Είχαν, λοιπόν, δίκιο που την έστελναν στο ψυχιατρείο για εξάσκηση πριν πάει στο Κογκό.
   Στο τελευταίο διάλειμμα δεν μπόρεσε να κρατηθεί και να μη ρωτήσει την αδελφή Παυλίνα, αν οι ψυχικές ασθένειες ήταν κάτι το συνηθισμένο στο Κογκό. Η αδελφή Παυλίνα, από τη μέρα που η αδελφή Λουκία πήρε το δίπλωμά της, είχε γίνει άλλος άνθρωπος απέναντί της. Όλη εκείνη η σκληρότητα είχε εξαφανιστεί από το πρόσωπό της. 
   "Όλοι, λίγο πολύ, έχουν αντιμετωπίσει κάποια ψυχική διαταραχή στο Κογκό, αδελφή μου", είπε. "Σ' αυτή τη χώρα υπάρχει κάτι που σε κάνει να χάνεις το νου σου. Η απεραντοσύνη της... οι αχανείς της ορίζοντες... Αχ, αυτοί οι ορίζοντες!"
   Η αδελφή Λουκία, ακούγοντάς την να μιλά για τη χώρα στην οποία σύντομα επρόκειτο να επιστρέψει, σκεφτόταν μια σειρά από φωτογραφίες που είχε δει στο μικρό περιοδικό του μοναστηριού κι έδειχναν τις μοναχές έτοιμες να φύγουν για τη δεύτερη ή την τρίτη αποστολή τους σ' εκείνα τα μέρη. Πόζαραν ανά ομάδες και κάτω από τις φωτογραφίες υπήρχαν λεζάντες: «Δεύτερη αποστολή», «Τρίτη αποστολή». Και τα πρόσωπά τους ακτινοβολούσαν τόσο που, βλέποντάς τα,  θα νόμιζε κανείς πως ήταν ολοζώντανες και το χαμόγελό τους έδειχνε την εσωτερική τους ικανοποίηση.

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2018

[ ΑΦΟΣΙΩΣΗ ]

  
    Όλα τα παντζούρια των σπιτιών στο Καμίνο Σα Εγκλέσια ήταν κλειστά, προσπαθώντας να αναχαιτίσουν τη ζέστη. Κανένα παιδί δεν έπαιζε έξω στο δρόμο, οι γάτες είχαν αποτραβηχτεί στα σκιερά κατώφλια και κοιμούνταν. Τα λουλούδια που είχαν φυτέψει οι χωρικοί για να στολίσουν τους κήπους και τα περβάζια τους, μαραίνονταν κάτω από το λαμπρό φως. Πίσω από τα σπίτια υπήρχαν ξύλινοι πάγκοι, κάτω απ' τις νεραντζιές, κάτω απ' τις κληματαριές. Άλλες μέρες πολλοί ήταν αυτοί που έπαιρναν εκεί έξω το μεσημεριανό τους υπνάκο, αγναντεύοντας τα ψηλώματα, ενώ έφταναν σιγανές και τους χάιδευαν οι δροσερές ανάσες του βουνού. Σήμερα όμως δεν καθόταν κανένας στα πίσω περιβόλια. Ακόμα και τα λεπτά δάχτυλα του ήλιου που κατάφερναν να τρυπώσουν στο εσωτερικό των σπιτιών απ' τα σφαλιστά παντζούρια, ακόμα κι αυτά ζεματούσαν. Σε ολόκληρη τη μικρή πόλη της Σαντάνια μόνο μία γυναίκα ήταν ακόμα έξω, στο πόδι: η Χοσέφα, η θυγατέρα του Ταντέο Άρτα, του παπουτσή. Κι αυτή, μισοτυφλωμένη από τον ιδρώτα που κυλούσε ποτάμι στο μέτωπό της κάτω απ' το πλατύγυρο καπέλο της, τσάπιζε τις βραγιές με τα μαρούλια κι έριχνε κοπριά απ' το στάβλο του γαϊδουριού που ήταν στο βάθος του κήπου, έξω από την προστατευτική σκιά των δέντρων.
   Όταν τελείωσε, τράβηξε νερό με την αντλία, μούσκεψε το φλογισμένο πρόσωπό της, έπλυνε τα χέρια της, έβγαλε τα πέδιλά της και μπήκε στο σπίτι όσο πιο αθόρυβα μπορούσε αλλά κάποιο αφτί την άκουσε. Η Μαργκαλίδα αμέσως τη φώναξε: "Χοσέφα; Σου είπα να τσαπίσεις τα μαρούλια!"
   "Τέλειωσα, Μαργκαλίδα", είπε η Χοσέφα.
   "Φέρε μου ένα ποτήρι νερό!" είπε η Μαργκαλίδα.
   Η Χοσέφα ξαναγύρισε στην αντλία. Γέμισε ένα κανάτι και το πήγε στην κουζίνα. Εκεί γέμισε ένα ποτήρι και αργά, κατσούφικα, ανέβηκε τα σκαλιά κρατώντας το στα χέρια της. Μπήκε απρόθυμα στην κρεβατοκάμαρα. Η Μαργκαλίδα ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι φορώντας μόνο μια λεπτή πουκαμίσα, ανοιχτή στο λαιμό. Τα μαλλιά της χύνονταν πλούσια στα μαξιλάρια, τα ίδια εκείνα μαξιλάρια όπου μόλις ένα χρόνο νωρίτερα η μάνα της Χοσέφα έβηχε και ψηνόταν από τον πυρετό. Το μικρό εικονισματάκι της Σάντα Καταλίδα που ήταν ακουμπισμένο στο κομοδίνο της μητέρας της, από τότε που θυμόταν η Χοσέφα τον εαυτό της, είχε φύγει· και τη θέση του είχαν πάρει μπουκαλάκια με αρώματα και μια μικρή κοσμηματοθήκη.

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2018

[ ΤO ΔΩΡΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ]

  
    Όποιους ο Θεός θέλει να καταστρέψει, τους οδηγεί πρώτα στην παραφροσύνη. Η αδελφή Λουθία, η νεαρή δόκιμη, είχε καθυστερήσει να φύγει για την πόλη και πάνω στη βιασύνη της να πάει στο αυτοκίνητο πρόσεξε την παλιά βαλίτσα μόνο όταν έφτασε στη βάση της σκάλας. Ήταν μια δερμάτινη βαλίτσα με μπρούντζινες γωνίες, ξύλινη λαβή, σκουριασμένες κλειδαριές και στο σκέπασμα, ανάμεσα στα σημάδια μιας άμοιρης ζωής που είχε ξοδευτεί ανώφελα γυρίζοντας τον κόσμο, κάποιος είχε ανοίξει μια σειρά από μεγάλες στρογγυλές τρύπες. Στην αρχή η μοναχή νόμισε πως ήταν γεμάτη με ρούχα για τους φτωχούς, που δώριζε ο κόσμος συχνά στη μονή, μα όταν κοίταξε μέσα από μια τρύπα, τρόμαξε τόσο πολύ που έβγαλε μια κραυγή και γύρισε τρέχοντας στο μοναστήρι.
   Εκείνη την ώρα η αδελφή Μαρία Ινές, η ηγουμένη της μονής της Παναγίας του Ελέους, είχε τελειώσει την αλληλογραφία της και καθόταν στο γραφείο με τα μάτια κλειστά για να εξαγνίσει το μυαλό της από πεζές σκέψεις. Ακόμα και μια τέτοια ηλιόλουστη μέρα τα παράθυρα άφηναν ελάχιστο φως να μπει στο δωμάτιο, ο χώρος όπου όχι μόνο εργαζόταν αλλά και ζούσε. Σε μία γωνία ήταν ένα στενό κρεβάτι με πολύ λεπτό στρώμα και ένα μικρό τραπέζι όπου πάνω του έκαιγε ένα καντήλι. Μερικές εικόνες κρέμονταν στον τοίχο ανάμεσα στον ξεφλουδισμένο σοβά, ενώ σε μια εσοχή στεκόταν το άγαλμα της Παρθένου σε στάση προσευχής. Ο υπόλοιπος χώρος ήταν γεμάτος καρέκλες, ερμάρια και έπιπλα χωρίς κανένα πρακτικό σκοπό: η αδελφή Μαρία Ινές είχε λίγα υπάρχοντα και ακόμα λιγότερους επισκέπτες. Όταν η νεαρή δόκιμη μπήκε στο δωμάτιο, η ηγουμένη άνοιξε τα μάτια και την κοίταξε με απογοήτευση.
   Μερικές φορές θα ήθελε να ανήκε στο τάγμα των Καρθουσιανών ώστε να μη χρειάζεται να μιλάει. Είχε προσπαθήσει να πείσει τις μοναχές της να αφοσιωθούν στην απομόνωση και στη σιωπή, αλλά δεν τα είχε καταφέρει όσο θα ήθελε. Η ίδια είχε δώσει τον όρκο της στις αρχές του αιώνα, όταν δεν είχαν εφευρεθεί ούτε το τηλέφωνο ούτε το ραδιόφωνο και ήταν ευκολότερο να αφιερωθεί κάποιος στο Θεό. Από τότε είχε δει τη ζωή να γίνεται όλο και λιγότερο ήρεμη και στοχαστική, ακόμα και εκεί στη μονή, παρά το γεγονός ότι ο μοναδικός τρόπος επικοινωνίας με τον έξω κόσμο ήταν το ταξίδι με αυτοκίνητο στην πόλη, πολλά χιλιόμετρα μακριά, μια φορά την εβδομάδα. Η αδελφή Μαρία Ινές δεν αμφισβητούσε την αξία της προόδου, αλλά πίστευε πως το ανθρώπινο γένος ήταν ίσως προικισμένο με περισσότερη ευφυΐα από όση ήταν απαραίτητη. Κοίταξε τη δόκιμη με μια δόση αυστηρότητας και ρώτησε: "Πάλι ο Περιπλανώμενος Ιουδαίος, Λουθία;"

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2018

[ ΤΟ ΥΛΙΚΟ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ ]


  
    Ποτέ δεν έγινε γνωστό πώς κατέληξε ο μαρκήσιος σε τέτοια κατάσταση εγκατάλειψης, ούτε γιατί διατήρησε ένα γάμο τόσο αταίριαστο, όταν είχε αποφασίσει να περάσει μια ήρεμη χηρεία. Θα μπορούσε να είχε γίνει ό,τι ήθελε, λόγω της απεριόριστης εξουσίας του πρώτου μαρκήσιου, του πατέρα του, ιππότη της Τάξης του Σαντιάγο, δουλέμπορα του σκοινιού και του παλουκιού κι αφέντη άκαρδου των κάμπων, στον οποίο ο βασιλιάς και κύριός του δεν τσιγκουνεύτηκε τιμές κι ευεργεσίες, ούτε τον τιμώρησε για αδικίες.
   Ο Ιγνάσιο, ο μοναδικός κληρονόμος, δεν έδειχνε πως θα γίνει κάτι. Μεγάλωσε με ορισμένες ενδείξεις πνευματικής καθυστέρησης, ήταν αγράμματος μέχρι την ενηλικίωσή του και δεν αγαπούσε κανέναν. Στα είκοσί του χρόνια, έδειξε το πρώτο σύμπτωμα ζωής: ήταν ερωτευμένος και διατεθειμένος να παντρευτεί μια από τις έγκλειστες της Διβίνα Παστόρα, που τα τραγούδια και οι φωνές τους τον νανούριζαν στα παιδικά του χρόνια. Ονομαζόταν Ντούλσε Ολίβια. Ήταν μοναχοκόρη μιας οικογένειας βασιλικών σελοποιών και είχε αναγκαστεί να μάθει την τέχνη να φτιάχνει σέλες, για να μη χαθεί μαζί της και μια παράδοση σχεδόν δύο αιώνων. Σ' εκείνη την παράξενη παρείσφρηση σε μια αντρική εργασία είχαν αποδώσει το χάσιμο των λογικών της και τόσο πολύ που με μεγάλο κόπο της έμαθαν να μην τρώει τις ίδιες τις ακαθαρσίες της. Εκτός από εκείνο, θα ήταν εξαιρετική νύφη για έναν κρεολό μαρκήσιο με τόση λίγη εξυπνάδα.
   Η Ντούλσε Ολίβια είχε ζωηρό πνεύμα και καλό χαρακτήρα και δεν ήταν εύκολο να καταλάβει κανείς πως ήταν τρελή. Από την πρώτη φορά που την είδε ο Ιγνάσιο την ξεχώρισε μες στη φασαρία του μπαλκονιού κι εκείνη την ίδια μέρα επικοινώνησαν με νοήματα. Αυτή, γνωστή για τη φλυαρία της, του έστελνε μηνύματα με χάρτινα βελάκια. Αυτός έμαθε να διαβάζει και να γράφει, για να αλληλογραφεί μαζί της, κι αυτό ήταν η αρχή ενός αληθινού πάθους που κανένας δεν μπόρεσε να κατανοήσει. Σκανδαλισμένος, ο πρώτος μαρκήσιος φοβέρισε το γιο του και του συνέστησε να κάνει μια δημόσια διάψευση.
   "Όχι μόνο είναι αλήθεια", απάντησε ο Ιγνάσιο, "αλλά έχω και την άδειά της για να ζητήσω το χέρι της". Και μπροστά στο επιχείρημα της τρέλας απάντησε με το δικό του:
   "Κανένας τρελός δεν είναι τρελός, εάν προσαρμόζεται κανείς στη λογική του".

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2018

[ΟΙ ΜΝΗΜΕΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ]

  
   Η Κλάρα ήταν δέκα χρονών, όταν αποφάσισε πως δεν άξιζε τον κόπο να μιλάει κανείς και βουβάθηκε. Η ζωή της άλλαξε σημαντικά. Ο χοντρός και γλυκομίλητος οικογενειακός γιατρός Κουέβας προσπάθησε να γιάνει τη σιωπή της με χάπια δικιάς του εφεύρεσης, με βιταμίνες σε σιρόπι και επαλείψεις με μέλι τετραβορικού νατρίου στο λαιμό, αλλά χωρίς κανένα εμφανές αποτέλεσμα. Κατάλαβε πως τα φάρμακά του ήταν ανεπαρκή και πως η παρουσία του τρομοκρατούσε τη μικρή. Μόλις τον έβλεπε, η Κλάρα άρχιζε να τσιρίζει κι έβρισκε καταφύγιο στην πιο απομακρυσμένη γωνιά, μαζεμένη σαν φοβισμένο ζώο, κι έτσι παράτησε τα γιατροσόφια του και πρότεινε στο Σεβέρο και στη Νίβεα να την πάνε σ' ένα Ρουμάνο που λεγόταν Ροστίποφ, που είχε κάνει μεγάλο ντόρο εκείνη την εποχή. Ο Ροστίποφ κέρδιζε τη ζωή του κάνοντας κόλπα σαν ταχυδακτυλουργός σε θέατρα ποικιλιών κι είχε καταφέρει το απίστευτο κατόρθωμα να τεντώσει ένα σύρμα από την κορυφή του καθεδρικού ναού μέχρι τον τρούλο της Γαλικιανής Αδελφότητας, στην άλλη άκρη της πλατείας, και να τη διασχίσει περπατώντας στον αέρα με μοναδικό στήριγμα ένα μακρύ κοντάρι. Παρά την επιπόλαια πλευρά του, ο Ροστίποφ είχε προκαλέσει αναστάτωση στους επιστημονικούς κύκλους, γιατί τις ελεύθερες ώρες του θεράπευε την υστερία με μαγνητικά ραβδάκια και υπνωτισμό. Η Νίβεα και ο Σεβέρο πήγαν την Κλάρα στο ιατρείο που είχε αυτοσχεδιάσει στο ξενοδοχείο ο Ρουμάνος. Ο Ροστίποφ την εξέτασε με προσοχή και δήλωσε πως η περίπτωση δεν ανήκε στη δικαιοδοσία του, γιατί η μικρή δε μιλούσε επειδή δεν ήθελε κι όχι επειδή δεν μπορούσε. Όμως μπροστά στην επιμονή των γονιών έφτιαξε κάτι χαπάκια από ζάχαρη βαμμένα με βιολετί χρώμα και της τα έδωσε, προειδοποιώντας την πως ήταν ένα σιβηρικό φάρμακο για τους κωφάλαλους. Αλλά η δύναμη της υποβολής δε λειτούργησε σ' αυτή την περίπτωση κι ο Μπαραμπάς, από μια απροσεξία, καταβρόχθισε το δεύτερο βάζο χωρίς να του προκαλέσει καμιάν αντίδραση. Ο Σεβέρο και η Νίβεα προσπάθησαν να την κάνουν να μιλήσει με σπιτικούς τρόπους, με απειλές και παρακάλια, και μέχρι που την άφησαν νηστικιά για να δουν αν η πείνα θα την ανάγκαζε να ζητήσει το φαγητό της, αλλά ούτε κι αυτά είχαν αποτέλεσμα.

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2018

[ΑΝΕΞΙΤΗΛΑ ΣΗΜΑΔΙΑ]

Νοέμβριος 1803 - Φεβρουάριος 1805

Χέτι Σκοτούρα Γκριμκέ
   Ήταν κάποτε μια εποχή στην Αφρική που οι άνθρωποι μπορούσαν να πετάνε. Μου το είπε η μαμά μια νύχτα όταν ήμουν δέκα χρονών. Μου είπε: "Η γιαγιούλα σου το είχε δει με τα μάτια της, Σκοτούρα. Πετούσαν, λέει, πάνω από τα δέντρα και τα σύννεφα. Πετούσαν σαν τους κότσυφες, τα μαυροπούλια. Όταν ήρθαμε εδώ, αφήσαμε αυτή τη μαγεία πίσω μας".
   Η μαμά μου ήταν τετραπέρατη. Δεν έμαθε γραφή κι ανάγνωση όπως εγώ. Όλα όσα ήξερε τα έμαθε μέσα από τις κλεφτές στιγμές οίκτου που γνώρισε στη ζωή της. Κοίταξε το πρόσωπό μου, πώς πλημμύρισε με θλίψη και αμφιβολία, και μου είπε: "Δε με πιστεύεις; Και πού λες ότι τις βρήκες αυτές τις πεταχτές ωμοπλάτες, ε;"
   Και είναι αλήθεια ότι αυτά τα λιπόσαρκα κόκαλα εξείχαν από την πλάτη μου σαν καρουμπαλάκια. Τα χτύπησε με το χέρι της και είπε: "Αυτό είναι ό,τι απέμεινε απ' τις φτερούγες σου. Τώρα σου φαίνονται δυο επίπεδα κόκαλα, αλλά να δεις που θα σου ξαναφυτρώσουν μια μέρα".
   Αλλά είχα κληρονομήσει κι εγώ την εξυπνάδα της μαμάς. Από δέκα χρονών ακόμα ήξερα ότι αυτή η ιστορία για τους ιπτάμενους ανθρώπους ήταν σκέτα φούμαρα. Δεν ήμασταν ξεχωριστά πλάσματα που χάσαμε τη μαγεία μας. Ήμασταν σκλάβοι και δεν θα πηγαίναμε πουθενά. Μόνο αργότερα κατάλαβα τι εννοούσε. Μπορούσαμε στ' αλήθεια να πετάξουμε, αλλά δεν υπήρχε καμιά μαγεία σ' αυτό

   Η καθημερινή ζωή εξελίχτηκε σε κάτι που δεν είχε τρόπο να διορθώσει αυτός ο κόσμος· δούλευα στην πίσω αυλή βράζοντας τα στρωσίδια των σκλάβων, διατηρώντας τη φωτιά κάτω από το καζάνι, με τα μάτια μου να καίνε από τις στάχτες της αλισίβας που σήκωνε ο αέρας. Το πρωινό ήταν κρύο, ο ήλιος έμοιαζε σαν μικρό άσπρο κουμπί ραμμένο σφιχτά στον ουρανό. Τα καλοκαίρια φοράγαμε βαμβακερά ρούχα υφασμένα στο σπίτι πάνω από τα βρακιά μας, αλλά όταν έφτανε ο χειμώνας του Τσάρλεστον, άλλοτε το Νοέμβρη κι άλλοτε το Γενάρη, σαν τεμπέλικο κορίτσι, βάζαμε τους «σάκους» μας -αυτές τις βαριές ποδιές με μανίκια που ήταν φτιαγμένες από χοντρό μαλλί. Τις λέγαμε «σάκους» επειδή έτσι έμοιαζαν, σαν τσουβάλια με μανίκια. Ο δικός μου ήταν αποφόρι και κρεμόταν ως τους αστραγάλους μου. Δε θα μπορούσα να μετρήσω πόσα άπλυτα κορμιά τον είχαν φορέσει πριν από μένα, αλλά κανένα δεν παρέλειψε να τον ποτίσει με τη μυρωδιά του.

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2018

[Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ}

  
    Το 124 ήταν όλο μίσος. Γεμάτο φαρμάκι βρέφους. Οι γυναίκες του σπιτιού το ήξεραν, το ίδιο και τα παιδιά. Για χρόνια, καθένας έβρισκε τον τρόπο του ν' αντέξει το μίσος, όμως μέχρι το 1873, η Σηθ κι η κόρη της Ντένβερ ήταν τα μόνα του θύματα. Η γιαγιά, η Μπέμπα Σαγκς, είχε πεθάνει και οι γιοι, ο Χάουαρντ και ο Μπάγκλαρ, το είχαν σκάσει μόλις έγιναν δεκατριώ χρονώ -μόλις ένας καθρέφτης θρυμματίστηκε στο κοίταγμά του (αυτό ήταν το σινιάλο για τον Μπάγκλαρ)· μόλις δύο αποτυπώματα από μικροσκοπικά χέρια φάνηκαν στο γλυκό (αυτό ήταν για τον Χάουαρντ). Κανένα απ' τ' αγόρια δεν περίμενε να δει περισσότερα· ακόμα μια χύτρα μπιζέλια αδειασμένα σωρό πάνω στο πάτωμα ν' αχνίζουν· τα μπισκότα της σόδας κομματάκια στρωμένα σε γραμμή στο κατώφλι της πόρτας. Δεν περίμεναν καν την εποχή της ανακωχής: τις εβδομάδες, ή ακόμα και μήνες, που όλα ήταν ήρεμα. Όχι. Και οι δύο έφυγαν αμέσως -τη στιγμή που το σπίτι τους χτύπησε με τη μοναδική ύβρι που δεν μπορούσαν ν' αντέξουν ή να παρακολουθήσουν για άλλη μία φορά. Μέσα σε δύο μήνες, στην καρδιά του χειμώνα, αφήνοντας τη γιαγιά τους, την Μπέμπα Σαγκς· τη μητέρα τους Σηθ· και τη μικρή αδερφή τους Ντένβερ, ολομόναχες στο γκριζόλευκο σπίτι της οδού Μπλούστοουν. Τότε δεν είχε αριθμό, το Σινσινάτι δεν είχε φτάσει τόσο μακριά. Στην πραγματικότητα, το Οχάιο αποκαλούνταν πολιτεία από εβδομήντα μόνον χρόνια, όταν πρώτα ο ένας αδερφός κι ύστερα ο άλλος γέμισαν τζίβα τα καπέλα τους, άρπαξαν τα παπούτσια τους και γλίστρησαν μακριά απ' το ζωηρό μίσος που ένιωθε γι' αυτούς το σπίτι.
   Η Μπέμπα Σαγκς δεν σήκωσε καν το κεφάλι. Κατάκοιτη τούς άκουσε να φεύγουν, όμως δεν ήταν αυτός ο λόγος που έμεινε ακίνητη. Απορούσε που άργησαν τόσο οι εγγονοί της να καταλάβουν ότι δεν ήταν όλα τα σπίτια σαν το σπίτι της οδού Μπλούστοουν. Μετέωρη ανάμεσα στη βρομιά της ζωής και την κακία των νεκρών, αδιαφορούσε για το αν θ' άφηνε τη ζωή ή θα τη ζούσε, πόσο μάλλον για το φόβο των δύο αγοριών που νυχοπερπατούσαν. Το παρελθόν ήταν σαν το παρόν της -αβάσταχτο- και καθώς ήξερε ότι ο θάνατος ήταν κάθε άλλο παρά λήθη, έβαλε τη λίγη δύναμη που της απέμενε για να στοχαστεί το χρώμα.
   "Φέρε μου λίγο βιολετί, αν έχεις. Ή, αν δεν έχεις, ροζ".
   Και η Σηθ τής έκανε τη χάρη με οτιδήποτε, από ένα πανί ως την ίδια της τη γλώσσα. Ο χειμώνας στο Οχάιο ήταν πιο σκληρός όταν σου άρεσαν τα χρώματα. Η μόνη συγκίνηση ήταν ο ουρανός κι ήταν πράγματι παράτολμο να βασιστείς στον ορίζοντα του Σινσινάτι για τη μεγάλη απόλαυση της ζωής. Έτσι, η Σηθ και το κορίτσι, η Ντένβερ, έκαναν ό,τι μπορούσαν και ό,τι επέτρεπε το σπίτι. Μαζί ξεκίνησαν έναν απρόθυμο αγώνα στην εξωφρενική συμπεριφορά του χώρου· στ' αναποδογυρισμένα δοχεία με τ' αποπλύματα, στα χτυπήματα στον πισινό, και στις ριπές ξινισμένου αέρα. Γιατί ήξεραν την πηγή της προσβολής, τόσο καλά όσο και την πηγή του φωτός.
   Η Μπέμπα Σαγκς πέθανε λίγο καιρό αφότου έφυγαν τ' αγόρια, χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον για τη δική τους ή τη δική της αναχώρηση, και αμέσως μετά, η Σηθ κι η Ντένβερ αποφάσισαν να σταματήσουν την καταδίωξη και να καλέσουν το φάντασμα που τόσο τις βασάνιζε. Ίσως μια συζήτηση, σκέφτηκαν, ή μια ανταλλαγή απόψεων, ή κάτι να βοηθούσε.

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2018

[ΤΟ ΨΗΛΩΜΑ ΤΟΥ ΝΟΥ]

   
   Μισοπλαγιασμένη κοντά εις την εστίαν, με σφαλιστά τα όμματα, την κεφαλήν ακουμβώσα εις το κράσπεδον της εστίας, το λεγόμενον «φουγοπόδαρον», η θεια-Χαδούλα, η κοινώς Γιαννού η Φράγκισσα, δεν εκοιμάτο, αλλ' εθυσίαζε τον ύπνο πλησίον εις το λίκνον της ασθενούσης μικράς εγγονής της. Όσον δια την λεχώ, την μητέρα του πάσχοντος βρέφους, αύτη προ ολίγου είχεν αποκοιμηθή επί της χθαμαλής, πενιχράς κλίνης της.
   Ο μικρός λύχνος, κρεμαστός, ετρεμόσβηνε κάτω του φατνώματος της εστίας. Έρριπτε σκιάν αντί φωτός εις τα ολίγα πενιχρά έπιπλα, τα οποία εφαίνοντο καθαριώτερα και κοσμιώτερα την νύκτα. Οι τρεις μισοκαϋμένοι δαυλοί, και το μέγα ορθόν κούτσουρον της εστίας, έρριπτον πολλήν στάκτην, ολίγην ανθρακιάν και σπανίως βρέμουσαν φλόγα, κάμνουσαν την γραίαν να ενθυμήται μέσα εις την νύσταν της την απούσαν μικροτέραν κόρην της, την Κρινιώ, ήτις αν ευρίσκετο τώρα εντός του δωματίου, θα υπεψιθύριζε με τόνον λογαοιδικόν: "Αν είναι φίλος, να χαρεί, αν είν' εχθρός, να σκάσει..."
   Η Χαδούλα, η λεγόμενη Φράγκισσα, ή άλλως Φραγκογιαννού, ήτο γυνή σχεδόν εξηκοντούτις, καλοκαμωμένη, με αδρούς χαρακτήρας, με ήθος ανδρικόν, και με δύο μικράς άκρας μύστακος άνω των χειλέων της. Εις τους λογισμούς της, συγκεφαλαιούσα όλην την ζωήν της, έβλεπεν ότι ποτέ δεν είχε κάμει άλλο τίποτε ειμή να υπηρετή τους άλλους. Όταν ήτο παιδίσκη, υπηρέτει τους γονείς της. Όταν υπανδρεύθη, έγινε σκλάβα του συζύγου της -και όμως, ως εκ του χαρακτήρος της και της αδυναμίας εκείνου, ήτο συγχρόνως και κηδεμών αυτού· όταν απέκτησε τέκνα, έγινε δούλα των τέκνων της· όταν τα τέκνα της απέκτησαν τέκνα, έγινε πάλιν δουλεύτρια των εγγόνων της.
   Το νεογνόν είχε γεννηθή προ δύο εβδομάδων. Η μητέρα του είχε κάμει βαρεία λεχωσιά. Ήτο αύτη η κοιμωμένη επί της κλίνης, η πρωτότοκος κόρη της Φραγκογιαννούς, η Δελχαρώ η Τραχήλαινα. Είχαν βιασθεί να το βαπτίσουν την δεκάτην ημέραν επειδή έπασχε δεινώς· είχε κακόν βήχα, κοκκίτην, συνοδευόμενον με σπασμωδικά σχεδόν συμπτώματα. Καθώς εβαπτίσθη, το νήπιον εφάνη να καλυτερεύει ολίγον, την πρώτην βραδιάν, και ο βήχας εκόπασεν επ' ολίγον. Επί πολλάς νύκτας, η Φραγκογιαννού δεν είχε δώσει ύπνον εις τους οφθαλμούς της, ουδέ εις τα βλέφαρά της νυσταγμόν, αγρυπνούσα πλησίον του μικρού πλάσματος, το οποίον ουδ' εφαντάζετο ποίους κόπους επροξένει εις τους άλλους, ουδέ πόσα βάσανα έμελλε να υποφέρη, εάν επέζη, και αυτό. Και δεν ήτο ικανόν να αισθανθή καν την απορίαν, την οποίαν μόνη η μάμμη διετύπωνε κρυφίως μέσα της: "Θε μου, γιατί να έλθη στον κόσμο κι αυτό;"
   Η γραία το ενανούριζε, και θα ήτον ικανή να είπη «τα πάθη της τραγούδια» αποπάνω από την κούνιαν του μικρού. Κατά τας προλαβούσας νύκτας, πράγματι, είχε «παραλογίσει» αναπολούσα όλ' αυτά τα πάθη της εις το πεζόν. Εις εικόνας, εις σκηνάς και εις οράματα, της είχεν επανέλθει εις τον νουν όλος ο βίος της, ο ανωφελής και μάταιος και βαρύς.