Ποίηση

Ποίηση

Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2017

[ ΣΤΗΝ ΆΛΛΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ ΑΤΛΑΝΤΙΚΟΥ ]

   1845 - 1846
Απελεύθερος
   Η αυγή ξεκλείδωσε το πρωινό προσθέτοντας γκρίζο στο γκρίζο. Το σχοινί τεντώθηκε στη δέστρα. Το νερό πάφλαζε στα πλευρά του Κίνγκσταουν Πίερ. Κατέβηκε από τη σανιδόσκαλα. Είκοσι επτά χρονών. Με μαύρο πανωφόρι και μακρύ γκρίζο κασκόλ. Τα μαλλιά του φουντωτά, με χωρίστρα στη μέση.
   Το λιθόστρωτο υγρό. Τα χνότα των αλόγων άχνιζαν στη σεπτεμβριάτικη καταχνιά. Ο Ντάγκλας κουβάλησε μόνος το δερμάτινο μπαούλο του στην άμαξα που περίμενε: δεν είχε ακόμη συνηθίσει να τον περιμένουν.

   Είχε έρθει στην πατρίδα του Ιρλανδού εκδότη του, του Γουέμπ. Ένα τριώροφο σπίτι στην Οδό Γκρέιτ Μπράνσγουικ, έναν από τους καλύτερους δρόμους του Δουβλίνου. Παρέδωσε το μπαούλο του. Είδε έναν βαλέ να παλεύει με το βάρος του. Στην είσοδο οι υπηρέτες στέκονταν στη σειρά για να τον υποδεχτούν. 
   Κοιμήθηκε όλο το πρωί και το απομεσήμερο. Μια καμαριέρα ετοίμασε ζεστό μπάνιο σε μια βαθιά μεταλλική μπανιέρα. Το γέμισε με μια σκόνη που ανάδινε άρωμα κίτρου. Αποκοιμήθηκε και πάλι, ξύπνησε πανικόβλητος, δεν ήξερε πού βρισκόταν. Πετάχτηκε αστραπιαία από το νερό. Το χνάρι των υγρών του ποδιών στο κρύο πάτωμα. Η πετσέτα τραχιά στο σβέρκο του. Σκούπισε το ανάγλυφο του κορμιού του. Ήταν ευρύστερνος, μυώδης, με ύψος πάνω από ένα και ογδόντα πέντε.
   Κουδούνισμα μακρινής καμπάνας. Μυρωδιά τύρφης στην ατμόσφαιρα. Δουβλίνο. Τι παράξενο που βρισκόταν εδώ: υγρασία, χωματίλα, κρύο.
   Ένα γκονγκ ήχησε από τον κάτω όροφο. Ώρα για το δείπνο. Όρθιος μπροστά στο λαβομάνο, μπροστά στον καθρέφτη, ξυρίστηκε προσεκτικά, ίσιωσε τις ζάρες στο σακάκι του, έσφιξε τη γραβάτα του.
   Στο τελευταίο σκαλί, στην άκρη του διαδρόμου, στάθηκε για μια στιγμή λες κι είχε χάσει τον προσανατολισμό του, αβέβαιος ποια πόρτα να δρασκελίσει. Έσπρωξε μια ν' ανοίξει. Η κουζίνα ήταν γεμάτη ατμούς. Μια καμαριέρα αράδιαζε πιατέλες σ' ένα δίσκο. Τόσο ωχρή. Η εγγύτητά της του προκάλεσε ρίγος.

Σάββατο, 28 Οκτωβρίου 2017

[ Η ΜΕΤΑΝΑΣΤΡΙΑ ]

 
 Η Ιρίνα Μπαζίλι έπιασε δουλειά στο Σπίτι του Κορυδαλλού, στα περίχωρα του Μπέρκλεϊ, το 2010, έχοντας κλείσει τα είκοσι τρία της χρόνια και διατηρώντας ελάχιστες ψευδαισθήσεις, αφού από τα δεκαπέντε της άλλαζε τη μια δουλειά μετά την άλλη, μετακινούμενη από πόλη σε πόλη. Δε φανταζόταν πως θα έβρισκε την τέλεια θέση εργασίας σ' εκείνη την πανσιόν για ηλικιωμένους κι ότι τα τρία χρόνια που θ' ακολουθούσαν θα έφτανε να νιώσει και πάλι τόσο ευτυχισμένη όσο υπήρξε όταν ήταν παιδί, πριν πάρει η μοίρα της αλλιώτικες στροφές. Το Σπίτι του Κορυδαλλού, που είχε ιδρυθεί στα μέσα του 1900 προκειμένου να φιλοξενήσει αξιοπρεπώς γέροντες με χαμηλά εισοδήματα, προσέλκυσε εξαρχής, για άγνωστους λόγους, προοδευτικούς διανοούμενους, αποφασισμένους οπαδούς του εσωτερισμού και καλλιτέχνες μικρού βεληνεκούς. Με τον καιρό άλλαξε από πολλές απόψεις, αλλά εξακολουθούσε να χρεώνει ποσά αντίστοιχα με τα έσοδα κάθε τροφίμου, με σκοπό να ενθαρρύνει, θεωρητικά, κάποια κοινωνική και φυλετική πολυμορφία. Στην πράξη, όμως, όλοι κατέληξαν να είναι λευκοί μικροαστοί και η ποικιλομορφία περιορίστηκε σε λεπτές διαφορές μεταξύ εκείνων που ήταν ελεύθεροι στοχαστές, των άλλων που αναζητούσαν λύσεις σε πνευματικό επίπεδο, των κοινωνικών ακτιβιστών και των οικολόγων, των μηδενιστών και κάποιων από τους λίγους χίπηδες που παρέμεναν εν ζωή στην περιοχή του Κόλπου του Σαν Φρανσίσκο.
   Στην πρώτη συνέντευξη, ο διευθυντής αυτής της κοινότητας, ο Χανς Βόιτ, έδωσε στην Ιρίνα να καταλάβει ότι ήταν πολύ νέα για μια τόσο υπεύθυνη θέση, αλλά καθώς έπρεπε να καλύψουν επειγόντως ένα κενό στον τομέα της διοίκησης και της γενικής υποστήριξης, μπορούσε να εργαστεί εκεί προσωρινά, ώσπου να βρουν το κατάλληλο πρόσωπο. Η Ιρίνα σκέφτηκε ότι το ίδιο ακριβώς μπορούσε να ειπωθεί και για κείνον· έμοιαζε με στρουμπουλό αγοράκι με πρόωρη φαλάκρα και σίγουρα το καθήκον της διεύθυνσης εκείνου του ιδρύματος έπεφτε πολύ βαρύ στους ώμους του. Με τον καιρό η κοπέλα θα διαπίστωνε ότι η εμφάνιση του Βόιτ σε ξεγελούσε αν τον έβλεπες από κάποια απόσταση και με κακό φωτισμό, αφού στην πραγματικότητα είχε κλείσει τα πενήντα τέσσερα και είχε αποδείξει πως ήταν ένας εξαίρετος διευθυντής. Η Ιρίνα τον διαβεβαίωσε ότι στην περίπτωσή της η έλλειψη σπουδών αντισταθμιζόταν από την εμπειρία που είχε αποκτήσει στη φροντίδα ηλικιωμένων στη Μολδαβία, τη χώρα καταγωγής της.

Κυριακή, 8 Οκτωβρίου 2017

[ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΗΣ ]


   Το να κρύβεσαι ήταν το παν. Το 1905, αμέσως μετά που κλέφτηκαν η Τζίνα και ο Χάρι, η Τζίνα με δυσκολία μπορούσε να κρυφτεί από τον εαυτό της, αλλά ένιωθε μια μικρή παρηγοριά που ήταν άγνωστη μεταξύ αγνώστων. Δεν ήθελε να της κάνουν ερωτήσεις στις οποίες δε θα μπορούσε ν' απαντήσει, ούτε στο Λόρενς αλλά ούτε και στη Βοστόνη.
   Γιατί δε γύρισες στο κολέγιο; Γιατί δε δουλεύει αυτός; Γιατί δεν παντρεύτηκες κανονικά; Πού είναι η οικογένειά του; Τι απόγιναν τα χρήματά του; Μα εκείνος δεν επρόκειτο να παντρευτεί κάποια άλλη;
   Όταν πήγε να συναντήσει τη Βέριτι, μια παλιά της φίλη, δε μίλησαν σχεδόν καθόλου για το παρελθόν γιατί η Βέριτι πνιγόταν στη δουλειά και αδυνατούσε να δει το χαοτικό παρόν που επικρατούσε. 
   Τον περισσότερο καιρό η Τζίνα κρυβόταν από τα απαίσια πράγματα.
   Όχι όμως απ' όλα τα απαίσια πράγματα.
   Η Τζίνα προκειμένου να πείσει τη Βέριτι να βγει από το στενάχωρο διαμέρισμά της στον πέμπτο όροφο του μουντού Μπακ Μπέι και ν' αφήσει τα τέσσερα παιδιά της στον άντρα της, της είπε ότι χρειαζόταν βοήθεια στις αποστολές Αλληλεγγύης όπου δούλευε εθελοντικά τα Σαββατοκύριακα. Μαζί με τη Βέριτι πήγαν στο Γενικό Νοσοκομείο της Μασαχουσέτης στο θάλαμο με τις ετοιμοθάνατες και μετά στη Βιβλιοθήκη της Βοστόνης όπου και ταξινόμησαν κατά είδος τα βιβλία που προέρχονταν από δωρεές. Μετά πήγαν σ' ένα παγωτατζίδικο και κατέληξαν στον Άγιο Λάζαρο, στο Κλάρεντον. Μια κουζίνα είχε στηθεί πρόσφατα στο υπόγειο και τα απογεύματα του Σαββάτου, πριν τον εσπερινό, η Τζίνα βοηθούσε στο συσσίτιο των φτωχών. Της άρεσε να το κάνει πριν μεταλάβει.

Σάββατο, 30 Σεπτεμβρίου 2017

[ ΔΙΑΨΕΥΣΕΙΣ ]

      Ο βυθός διαδέχτηκε τη Γραμμή του Άδη. Η Γραμμή του Άδη ήταν μια σειρά από καλαμοσκέπαστες εξογκωμένες παράγκες που είχαν χτιστεί πλάι στο ρυάκι, στο Γκρίνχιλ Λέιν. Εκεί μέσα ζούσαν οι ανθρακωρύχοι που εργάζονταν στα μικρά ορυχεία διακόσια μέτρα πιο πέρα. Το ρυάκι περνούσε κάτω από τις σκλήθρες, σχεδόν αμόλυντο από αυτά τα ορυχεία, το κάρβουνο των οποίων ανέβαζαν στην επιφάνεια γαϊδουράκια που έκαναν κουρασμένους κύκλους γύρω από ένα λάκκο. Ίδιους λάκκους είχε όλη η περιοχή και μερικοί από αυτούς είχαν ανοιχτεί από την εποχή του Καρόλου Β', με τους λιγοστούς ανθρακωρύχους και τα γαϊδουράκια τους να χώνονται στο χώμα σαν μυρμήγκια, φτιάχνοντας αλλόκοτα λοφάκια και μαύρα στίγματα ανάμεσα σε σταροχώραφα και πράσινα λιβάδια. Οι παράγκες αυτών των ανθρακωρύχων, ζευγαρωμένες εδώ κι εκεί, μαζί με τα σκόρπια κτήματα και σπίτια των κτηνοτρόφων, που απλώνονταν σε όλη την ενορία, συγκροτούσαν το χωριό Μπέστγουντ.
   Και ξαφνικά, πριν από καμιά εξηνταριά χρόνια, τα πράγματα άλλαξαν. Οι λάκκοι παραμερίστηκαν από τα μεγάλα ορυχεία των κεφαλαιούχων. Ανακαλύφθηκαν απέραντες εκτάσεις με άνθρακα και σίδηρο στο Νοτινχαμσάιρ και στο Νταρμπισάιρ. Έκαναν την εμφάνισή τους οι Κάρστον, Ουέιτ & Σία. Έγινε χαλασμός κόσμου και ο λόρδος Πάλμερστον εγκαινίασε επίσημα το πρώτο ορυχείο της εταιρείας στο Σπίνι Παρκ, στις παρυφές του δάσους του Σέργουντ.
   Περίπου την ίδια εποχή η περιβόητη γραμμή του Άδη, που όσο περνούσε ο καιρός αποκτούσε και χειρότερο όνομα, κάηκε σε μια μεγάλη πυρκαγιά κι ένα μεγάλο μέρος της βρωμιάς χάθηκε μαζί με τους καπνούς.
   Οι Κάρστον, Ουέιτ & Σία διαπίστωσαν ότι είχαν πιάσει την τύχη από τα μαλλιά κι έτσι, κάτω στις κοιλάδες των μικρών ποταμιών από το Σέλμπι και το Νάτολ, ανοίχτηκαν νέα ορυχεία, με αποτέλεσμα να λειτουργούν έξι μέσα σε λίγο καιρό. Ο σιδηρόδρομος ξεκινούσε από το Νάτολ, ψηλά στην αμμόπετρα ανάμεσα στο δάσος, περνούσε μπροστά από την ερειπωμένη μονή των Καρθουσιανών και το πηγάδι του Ρομπέν των Δασών, κατηφόριζε μέχρι το Σπίνι Παρκ, από κει συνέχιζε για το Μίντον, ένα μεγάλο ορυχείο ανάμεσα σε σταροχώραφα, από το Μίντον διέσχιζε τους καλλιεργημένους αγρούς της κοιλάδας δίπλα στο Μπάνκερς Χιλ, σε κείνο το σημείο διακλαδωνόταν και προχωρούσε βόρεια προς το Μπέγκαρλι και το Σέλμπι, που κοιτάζει από ψηλά το Κριτς και τους λόφους του Νταρμπισάιρ. Έξι ορυχεία σαν μαύρα κουμπιά δεμένα με μια ψιλή αλυσίδα, τη γραμμή του τρένου.

Πέμπτη, 31 Αυγούστου 2017

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ ΜΑΛΤΕΖΟΥ

   Στο Κατάκωλο εζούσε ένας Μαλτέζος. Είχε έρθει ψαροναύτης σε μια μαλτέζικη ανεμότρατα, που 'κανε τότε ταχτικά κάθε χρόνο αυτό το ταξίδι για ψάρεμα μαζί με τρεις άλλες, την εποχή των αφθόνων μπαρμπουνιών, που τα παχαίνουν τα νερά του Αλφειού, τα ξεχυνόμενα στις αμμώδεις ακρογιαλιές της Ηλείας και της Ολυμπίας -κι απόμεινε εκεί. 
   Όταν έφτασε ο καιρός να ξαναγυρίσουνε οι σύντροφοί του στη Μάλτα, αυτός ήταν πεσμένος στο κρεβάτι από βαριά αρρώστια -πνευμονία- σε μια μικρή μπαράκα, που βρισκόταν στο ύψωμα της ρίζας του μώλου. Δε μπορούσε να τους ακολουθήσει, αν και βρισκόταν τότε κάπως σε ανάρρωση. Αλλά την ημέρα που εκείνοι μπαρκάρανε, είχε ανασηκωθεί στο κρεβάτι, λογαριάζοντας την ώρα, κι από το παραθυράκι της μπαράκας κοίταζε προς το ανοιχτό πέλαγος, όπου έπλεαν οι τέσσερις μεγάλες βάρκες. Όσες τις χτυπούσε ο άνεμος και τα κεραμιδιά πανιά τους έγερναν μπροστά, έμοιαζαν πελώρια θαλασσοπούλια που εράμφιζαν το κύμα. Τις έβλεπε δυο ολόκληρες ώρες, όσο χρειάσθηκε για να εξαφανισθούν στον ορίζοντα. Και όταν το τελευταίο τους σημάδι χάθηκε κι έμεινε στην ήσυχη γαλάζια θάλασσα μόνο η ασημένια φιδωτή γραμμή του δρόμου τους, τα μάτια του ανθρώπου που απόμεινε πίσω βούρκωσαν. Πρώτη φορά του 'τυχε να βρεθεί μόνος, σε ξένη στεριά. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το είχε περάσει στα νερά ξένων τόπων, στα παράλια της Μεσογείου, όπου αλητεύουν οι ψαρόβαρκες, αλλά ποτέ δεν είχε νιώσει καμιά νοσταλγία. Γιατί πατρίδα του ήταν κάθε βάρκα που δούλευε μαζί με άλλους συμπατριώτες του.

Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

[ ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ ΤΗΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ]

  
   Δεν γινόμαστε ποτέ καλά από αυτό που μας λείπει. Ζούμε με τη νοσταλγία του. Συνηθίζουμε στο τέλος την έλλειψη και μαθαίνουμε να συμβιώνουμε μαζί της. Η Κοραλία Τζάβαλου δεν ανήκε σε εκείνες τις γυναίκες οι οποίες χύνουν μαύρα δάκρυα μπροστά σε μια τέτοια επίγνωση, που, βέβαια, δίχως αυτήν η ζωή θα ήταν μια κόλαση -να λέγεται! Προπαντός τη συγκεκριμένη εποχή κατά την οποία την απασχολούσαν δύο εξίσου σοβαρά θέματα: ο δίχως ανταπόκριση έρωτάς της για τον ξένο που ήρθε από τη θάλασσα και η αναπάντεχη εισβολή της Πιπίνας Μπιμπίκου, της μοιχαλίδας, στη ζωή της.
   Η Πιπίνα είχε γεννηθεί στο πλάτωμα του Ψυρρή ένα καταμεσήμερο του Αυγούστου, που ο ήλιος έψηνε τις πέτρες, η γη έβγαζε ατμούς απ' τα σωθικά της, τα πουλιά βουβαίνονταν πάνω στα δέντρα και οι αδέσποτοι σκύλοι, σκελετωμένοι απ' την πείνα και αφυδατωμένοι απ' τη δίψα, δεν είχαν ούτε τη δύναμη να σηκώσουν το πόδι για να κατουρήσουν και ψοφούσαν στις ρούγες της Αθήνας με τις γλώσσες έξω.
   Το πλάτωμα του Ψυρρή, περιοχή η οποία σύμφωνα με τις ενδείξεις συμπίπτει με τον αρχαίο δήμο του Κολλυτού, από πολύ πριν από την Επανάσταση του '21 ήταν η πιο πυκνοκατοικημένη γειτονιά της Αθήνας και μόνο από γηγενείς Αθηναίους. Καλύβες, χαμοκέλες, τρώγλες, κάποια λαϊκά νεοκλασικά και κάποια υπόγεια σπίτια, δίχως εξωτερικά παράθυρα αλλά με εσωτερικές αυλές, αποτελούσαν τον λαϊκό μαχαλά, ο οποίος ήταν γεμάτος παλιές μεσαιωνικές εκκλησίες, βιοτεχνίες κι εργαστήρια, τα περισσότερα υπαίθρια, πλανόδιους μάστορες και γυρολόγους κι ένα συρφετό από ανθρώπους και κτήνη,  που κινούνταν ολημερίς απ' τη μια άκρη του μαχαλά στην άλλη, σε δουλειά να βρίσκονται.
   Σύμφωνα με όσα θυμόνταν για χρόνια οι γεροντότεροι και διηγούνταν στους καφενέδες αλλά και σαν παραμύθι στα εγγόνια τους τις χειμωνιάτικες νύχτες γύρω απ' τη φωτιά, εκείνη την αποφράδα ημέρα του Αυγούστου του 1799, τρεις ρακένδυτοι κατσίβελοι, πλανόδιοι μουζικάντηδες, είχαν καταφθάσει στο πλάτωμα του Ψυρρή απ' τη Στράτα του Μοριά. Έφερναν μαζί τους τρία ψωραλέα υποζύγια, φορτωμένα μπόγους με λογής λογής κουρελαρίες και μισή ντουζίνα πουτάνες σεινάμενες κουνάμενες, μια από τις οποίες ήταν κι ετοιμόγεννη. Οι Ψυρριώτες ευθύς ένιωσαν στο στήθος κάτι δυνατό και μπερδεμένο να τους κόβει την ανάσα και στον καβάλο μια ανάγκη να χώσουν μέσα το χέρι τους, ενώ οι θεούσες μιλούσαν για το τέλος του κόσμου και άναβαν κεριά στο ναό του Αγίου Αθανασίου (1). Οι κατσίβελοι, ερχόμενοι απ' τη Σπάρτη, είχαν αφήσει στο πέρασμά τους απ' την ελληνική ύπαιθρο μονάχα σκουπιδαριό και βρομερές ακαθαρσίες. Καθώς κατευθύνονταν προς τη Θεσσαλία, ζήτησαν από το λαϊκό πλήθος και τους Τούρκους ζαπτιέδες να τους επιτρέψουν να στήσουν τις σκηνές τους και να ξαποστάσουν στο μαχαλά για μια μέρα. Συγκεκριμένα, στον αυλόγυρο της εκκλησίας του Αγίου Αθανασίου, που είχε και βρύση να νιφτούν και να ξεδιψάσουν. Μέσα στο σαματά που δημιούργησε το σπάνιο θέαμα των ξετσίπωτων γυναικών, των οποίων η σκέψη και μόνο θα συντρόφευε για χρόνια τις νύχτες των Αθηναίων, η ετοιμόγεννη κατσιβέλα, δίχως θόρυβο, δίχως ένα "αχ, βαχ" να ξεφύγει απ΄ τα χείλη της, σύρθηκε πίσω από μια συστάδα από κουτσουπιές στον αυλόγυρο του ναού και ξεψυχώντας μέσα σε ωδίνες, ιδρώτα και βλαστήμιες μιας μελοδραματικής τσιγγάνικης ιστορίας έφερε στον κόσμο ένα κατάξανθο κοριτσάκι με γαλάζια μάτια, αγνώστου πατρός.

Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

[ ΤΟ ΣΗΜΑΔΙ ΤΗΣ ΝΤΡΟΠΗΣ ]

  
     Ένα πλήθος από γενειοφόρους άντρες, ντυμένοι με μουντά ρούχα και με γκρίζα μυτερά καπέλα στα κεφάλια τους, ανακατωμένοι με πολλές γυναίκες, που άλλες φορούσαν κουκούλες και άλλες είχαν τα κεφάλια τους ακάλυπτα, είχε συγκεντρωθεί μπροστά από ένα ξύλινο κτίριο, με μια βαριά δρύινη πόρτα με πολλά σιδερένια καρφιά.
   Οι ιδρυτές κάθε νέας αποικίας, οποιαδήποτε ουτοπία ανθρώπινης αρετής και ευτυχίας και αν έχουν κατά νου να δημιουργήσουν αρχικά, πιστεύουν πάντα, δίχως καμία απολύτως εξαίρεση, ότι ένα από τα πρώτα πράγματα που πρέπει αναγκαστικά να κάνουν είναι να καθορίσουν ένα μέρος του καινούργιου τόπου για νεκροταφείο και ένα ακόμα για φυλακή. Βάσει αυτού του κανόνα, θα μπορούσαμε να πούμε με απόλυτη βεβαιότητα ότι οι πρόγονοι της Βοστώνης έφτιαξαν σε κοντινή απόσταση από το Κόρνχιλ την πρώτη φυλακή, όταν περίπου έβαζαν τα όρια του πρώτου νεκροταφείου στον κλήρο του Ισαάκ Τζόνσον και τριγύρω από τον τάφο του, που αποτέλεσε και έναν πυρήνα γύρω από τον οποίο συγκεντρώθηκαν σταδιακά όλοι οι τάφοι του παλιού νεκροταφείου του Βασιλικού Παρεκκλησίου. Το σίγουρο είναι ότι, περίπου δεκαπέντε ή είκοσι χρόνια μετά την ίδρυση της πόλης, η ξύλινη φυλακή είχε ήδη πολλά σημάδια των στοιχείων της φύσης και του χρόνου, τα οποία έκαναν ακόμα πιο σκυθρωπή την ήδη ζοφερή και μουντή της πρόσοψη. Η σκουριά που είχε καλύψει τα δεσίματα της βαριάς δρύινης πόρτας φαινόταν να είναι το πιο παλιό πράγμα που υπήρχε στο νέο κόσμο. Όπως όλα τα πράγματα που έχουν να κάνουν με το έγκλημα, έτσι κι αυτή η φυλακή έμοιαζε να μην υπήρξε ποτέ της νέα. Μπροστά σ' αυτό το άσχημο κτίσμα και ανάμεσα σ' αυτό και στο δρόμο, που ήταν αυλακωμένος από τους τροχούς των κάρων, υπήρχε μια πρασιά γεμάτη από κολλιτσίδες, αμάραντους, φυσαλίδες και διάφορα άλλα τέτοια παρασιτικά φυτά, που σίγουρα είχαν ανακαλύψει κάτι συγγενικό στο χώμα το οποίο τόσο νωρίς είχε βγάλει από μέσα του το ζοφερό άνθος της πολιτισμένης κοινωνίας, τη φυλακή. Ωστόσο, στη μια πλευρά της εισόδου, ριζωμένη σχεδόν στο κατώφλι του κτιρίου, υπήρχε μια άγρια τριανταφυλλιά, γεμάτη -καθώς ήταν πια Ιούνιος- με τα λεπτεπίλεπτα στολίδια της, που θα μπορούσε να πει κανείς ότι χάριζαν το άρωμά τους και την τόσο ευαίσθητη ομορφιά τους σε όλους τους φυλακισμένους, καθώς έμπαιναν μέσα στη φυλακή, και σε όλους τους κατάδικους, καθώς έβγαιναν από κει για να βρεθούν με το πεπρωμένο τους -ένα σημάδι ότι η Φύση μπορούσε να φανεί συμπονετική απέναντί τους και να τους αντιμετωπίζει με καλοσύνη.

Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017

ΈΝΑΣ ΜΙΚΡΟΣ ΑΘΩΟΣ ΔΗΜΙΟΣ

  
    Ένα νέο πρόσωπο άρχισε ν' ανεβαίνει τη σκάλα. Φορούσε ασιδέρωτα παραμελημένα ρούχα κι έσερνε ξοπίσω τα πόδια του σαν ουρές. Δεν είχε ούτε χαρά ούτε βιασύνη. Ο επόπτης τσεκάρισε τ' όνομά του. Φίλιπ Στόκερ.
   Κανένας δεν τον έφερε. Ήρθε ολομόναχος με άδεια χέρια, χωρίς αποσκευές, σαν να βγήκε στο διπλανό καπνοπωλείο για ν' αγοράσει τσιγάρα. 
   Έφτανε όμως να του ρίξεις μια πιο προσεχτική ματιά για να καταλάβεις ότι κείνο που 'λειπε από κείνον τον ταξιδιώτη δεν ήταν η βαλίτσα. Ήταν κάτι άλλο, άγνωστο, που τ' άφησε σ' έναν επίσης άγνωστο τόπο.
   Όχι μια αποσκευή. Του 'λειπε η ίδια η δύναμη να δεχτεί τη ζωή... Απουσίαζε από πάνω του ως κι η απλή νοημοσύνη ενός ζώου.
   Ανέβηκε τη σκάλα σαν υπνοβάτης ψάχνοντας με το χέρι του να βρει τα κάγκελα για να στηριχτεί. Ήταν ένα τραγικό, ακυβέρνητο πλάσμα...
   Ο ελεγκτής τον κοίταξε παραξενεμένος κι έξυσε με το μολύβι το τσουλούφι του. Μια ξανθιά συνοδός τον οδήγησε προσεχτικά στη θέση του. Κείνος κάθισε, έκλεισε τα μάτια και παραδόθηκε στην ανυπαρξία του. Δεν ήταν ούτε είκοσι πέντε χρονών, καστανός, με ισκιερά γκριζωπά μάτια. Οι τσέπες του ήταν άδειες. Μια φωτογραφία μιας ηλικιωμένης γυναίκας ήταν όλη κι όλη η περιουσία του. Ήταν μια γριούλα με μπαμπακένια μαλλιά, που σε κοιτούσε με κάτι παρακαλεστικά μάτια...
   Η συνοδός τον τοποθέτησε με υπηρεσιακή απάθεια κι απομακρύνθηκε.
   Δεν ήταν δική της δουλειά να εμβαθύνει στου ενός και του άλλου τα αισθήματα. Τα κορίτσια αυτής της δουλειάς σιγά σιγά αποχτούν την απάθεια που 'χουν οι νοσοκόμες. Τούτη, όμως, τη φορά η συνοδός με τα ξανθά μαλλιά δεν μπόρεσε να μείνει ως το τέλος αδιάφορη. Είχε τέτοιον αφανισμό κείνος ο νέος, τόσην ερημιά, που, και πέτρινος να 'σουν, θ' αναρωτιόσουν τι έχει. Μα ποιος τάχα να ήταν ο προορισμός του ταξιδιού ενός τόσο απελπισμένου ανθρώπου; Και ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος; Τώρα τίποτα, κανένας. Πριν από λίγα χρόνια ήταν ο Φιλ Στόκερ, ένα καλοχτενισμένο παλικάρι, γελαστό και ήσυχο από μιαν ανατολική γειτονιά του Σαν Φρανσίσκο. Καθόταν με τη μητέρα του σ' ένα χαρωπό σπιτάκι γεμάτο λουλούδια και στοργή. Ο Φιλ αγαπούσε τα γλυκά, τα μπαλόνια που πετούσαν στον αέρα και τα χρωματιστά μικρά μπουκάλια -προπάντων τα γαλάζια. Αυτό έγινε από τότε που ο πατέρας του τού έφερε μέσα σ' ένα απ' αυτά ένα πηχτό σιρόπι που μοσκοβολούσε τριαντάφυλλα. Ο πατέρας δεν έμενε πολύν καιρό στο σπίτι. Τριγύριζε τον κόσμο μ' ένα βαπόρι που ζήτημα ήταν αν έπιανε τρεις φορές το χρόνο στο λιμάνι τους. Φορούσε μαύρα ρούχα με κίτρινα χρωματιστά κουμπιά, που μύριζαν πάντα ναφθαλίνη. Αυτή η μυρουδιά του έμεινε από τότε και, κάθε φορά που τύχαινε να τη νιώσει, βουρκώναν τα μάτια του. Θυμάται πως τον ζηλεύανε όλα τα παιδιά γι' αυτόν τον πατέρα. Ήταν λιγνός, καλομίλητος σ' όλους, με κυματιστά μαύρα μαλλιά. Πνίγηκε στον πόλεμο, στη μέση του ωκεανού, και κανείς πια δεν έμαθε τίποτα γι' αυτόν. Μια μέρα, λέει, το βαπόρι τους συναπαντήθηκε μ' ένα υποβρύχιο στ' ανοιχτά της Καραϊβικής που, χωρίς καμιά προειδοποίηση, τους έστειλε μια τορπίλα. Ήταν ίσα ίσα, στον ωκεανό. Κι όλοι έλεγαν πως ήταν τόσο βαθιά τα νερά εκεί, που μπορεί, κι ως αυτή την ώρα που μιλάμε, ο πατέρας να μην έχει φτάσει στον πάτο. 

Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

[ ΤΟ ΣΤΟΙΧΗΜΑ ]

   
   Η οικογένεια της Ελίζας Σόμερς και του Τάο Τσι΄έν έμενε σ' ένα ευρύχωρο και άνετο σπίτι, πιο στέρεο και καλύτερης κατασκευής από τα υπόλοιπα στην Τσάιναταουν. Τριγύρω όλοι μιλούσαν κυρίως καντονέζικα και όλα, από το φαγητό μέχρι τις εφημερίδες, ήταν κενέζικα. Σε αρκετά τετράγωνα απόσταση βρισκόταν η ισπανική συνοικία, όπου η Ελίζα Σόμερς συνήθιζε να τριγυρίζει για την ευχαρίστηση να μιλάει ισπανικά, αλλά η μέρα της περνούσε ανάμεσα σε Αμερικανούς γύρω από την Πλατεία της Ένωσης, όπου βρισκόταν το κομψό τεϊοποτείο της. Με τα γλυκά της είχε από την αρχή βοηθήσει στη συντήρηση της οικογένειας, γιατί μεγάλο μέρος από το εισόδημα του Τάο Τσι΄έν κατέληγε σε ξένα χέρια· τα χρήματα που δεν πήγαιναν στη βοήθεια των φτωχών Κινέζων εργατών όταν αρρώσταιναν ή δυστυχούσαν, μπορούσαν να καταλήξουν στους παράνομους πλειστηριασμούς των σκλαβωμένων κοριτσιών. Η διάσωση αυτών των κοριτσιών από μια ζωή ατίμωσης είχε γίνει ιερή αποστολή του Τάο Τσι΄έν -έτσι το έβλεπε η Ελίζα Σόμερς από την αρχή και το δέχτηκε σαν άλλο ένα χαρακτηριστικό του άντρα της, άλλο ένα λόγο από τους πολλούς που την έκαναν να τον αγαπάει. Έφτιαξε την επιχείρηση του ζαχαροπλαστείου για να μην τον βασανίζει με απαιτήσεις για χρήματα· χρειαζόταν ανεξαρτησία για να δώσει στα παιδιά της την καλύτερη αμερικάνικη μόρφωση, αφού ήθελε ν' αφομοιωθούν εντελώς στις Ηνωμένες Πολιτείες και να ζήσουν χωρίς τους περιορισμούς που υπήρχαν για τους Κινέζους και τους Ισπανόφωνους. Με τη Λυν τα είχε καταφέρει, αλλά με τον Λάκυ τα σχέδιά της απέτυχαν, γιατί ο νεαρός ήταν περήφανος για την καταγωγή του και δεν ήθελε να φύγει από την Τσάιναταουν.
   Η Λυν λάτρευε τον πατέρα της - ήταν αδύνατο να μην αγαπάει κανείς αυτόν τον γλυκό και γεναιόδωρο άνθρωπο- αλλά ντρεπόταν για τη ράτσα της. Συνειδητοποίησε πολύ γρήγορα πως ο μόνος τόπος για τους Κινέζους ήταν η συνοικία τους, γιατί στην υπόλοιπη πόλη τούς σιχαίνονταν. Το αγαπημένο άθλημα των λευκών νεαρών ήταν να πετροβολούν τους Ουράνιους ή να τους κόβουν την κοτσίδα, αφού τους έσπαζαν στο ξύλο. Η Λυν, όπως και η μητέρα της, ζούσε με το ένα πόδι στην Κίνα και με το άλλο στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι δυο τους μιλούσαν μόνο αγγλικά και χτενίζονταν και ντύνονταν με την αμερικάνικη μόδα, αν και μέσα στο σπίτι συνήθιζαν να φοράνε πουκαμίσα και μεταξωτό παντελόνι. Η Λυν, εκτός από τα μακριά κόκαλα και τα σχιστά μάτια, είχε πάρει πολύ λίγα από τον πατέρα της, κι ακόμα πιο λίγα από τη μητέρα της· κανείς δεν ήξερε από πού προερχόταν η σπάνια ομορφιά της. Ποτέ δεν της είχαν επιτρέψει να παίξει στο δρόμο, όπως έκανε ο αδελφός της Λάκυ, γιατί στην Τσάιναταουν οι ενάρετες γυναίκες και οι κοπέλες από καλές οικογένειες ζούσαν εντελώς απομονωμένες. Στις λίγες περιστάσεις που έβγαινε στη συνοικία, κρατούσε το χέρι του πατέρα της και είχε το βλέμμα καρφωμένο καταγής, για να μην προκαλεί το σχεδόν ολοκληρωτικά αρσενικό πλήθος. Και οι δυο τραβούσαν την προσοχή, εκείνη με την ομορφιά της κι εκείνος επειδή ντυνόταν όπως οι Γιάνκηδες. Ο Τάο Τσι΄έν είχε εγκαταλείψει πριν από πολλά χρόνια την παραδοσιακή κοτσίδα των δικών του και είχε κοντά μαλλιά χτενισμένα με μπριγιαντίνη προς τα πίσω, φορούσε άψογο μαύρο κοστούμι, πουκάμισο με κολλαρισμένο γιακά και ψηλό καπέλο. Έξω από την Τσάιναταουν, ωστόσο, η Λυν κυκλοφορούσε εντελώς ελεύθερα, σαν οποιαδήποτε λευκή κοπέλα. Είχε μορφωθεί σ' ένα σχολείο πρεσβυτεριανών, όπου είχε μάθει τα βασικά στοιχεία του χριστιανισμού, που μαζί με την άσκηση του βουδισμού από τον πατέρα της κατέληξαν να την πείσουν πως ο Χριστός είναι μετενσάρκωση του Βούδα. Πήγαινε μόνη για ψώνια, για τα μαθήματα του πιάνου και στα σπίτια των συμμαθητριών της. Τα απογεύματα καθόταν στο τεϊοποτείο της μητέρας της, όπου μελετούσε τα μαθήματά της και διασκέδαζε ξαναδιαβάζοντας τα ρομαντικά μυθιστορήματα που αγόραζε για μερικά σεντς ή που της έστελνε η μεγάλη θεία της Ρόουζ από το Λονδίνο. Άδικα πήγαν οι προσπάθειες της Ελίζας Σόμερς να την κάνει να ενδιαφερθεί για την κουζίνα ή για κάποια άλλη οικιακή δραστηριότητα· η κόρη της δεν έμοιαζε να είναι φτιαγμένη για τις καθημερινές δουλειές.

Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

ΣΤΟΝ ΑΦΡΟ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ


   Αμίλητη και λευκή σα φάντασμα, με το κεφάλι σκυμμένο, τον συντρόφεψε η Ουρανίτσα ως την αυλόπορτα, φέγγοντάς του με το λυχνάρι, ανάμεσα στ' ανθισμένα δένδρα. Βαστούσε το λυχνάρι ψηλά, σαν να ήθελε να κρύψει το πρόσωπό της μες στο σκοτάδι.
   "Αφήνομε υγεία!" είπε ο Γιαννιός. "Να μη στενοχωριέσαι. Απ' το πρώτο λιμάνι θα σας κάνω γράμμα. Και πάλε εδώ είμαστε..."
   Έσκυψε και τη φίλησε κρυφά στο σκοτάδι, ντροπαλός σαν κορίτσι.
   "Καληνύχτα!" είπε η Ουρανίτσα ξερά-ξερά.
   Ήθελε να του πει κατευόδιο, καλή αντάμωση, χίλια λόγια ήθελε να του πει.
   "Καληνύχτα!" ξαναείπε.
   Στάθηκε και τον κοίταξε ως που έστριψε το σοκάκι. Τα βαριά του υποδήματα κτυπούσαν απάνω στα καλντερίμια. Σε λίγο δεν άκουγε τίποτε, μα στεκότανε ακόμα φέγγοντας με το λυχνάρι στον έρημο δρόμο. Έπειτα σήκωσε την ποδιά της στα μάτια, πέρασε στην αυλή ανάμεσ' από τα δένδρα και γύρισε στο σπίτι.
   Δεν είχε περάσει μια βδομάδα που άλλαξαν δαχτυλίδια. Ακόμα δεν τον είχε καλογνωρίσει τον αρραβωνιαστικό της, μα της φαινότανε πως τον γνώριζε χρόνια, τώρα που τον έχανε. 
   "Αυτά έχουνε οι γυναίκες των θαλασσινών" της το είχε ειπεί η μάνα της. Και με όλα αυτά θαλασσινόν ήθελε η Ουρανίτσα. Ήταν παιδί της θάλασσας. Το σόι της ένα σόι μαρινάρων. Πες πως είχε αναστηθεί μες στη θάλασσα. Το σπίτι τους μύριζε κατράμι. Δεν ήταν σπίτι, ήταν καράβι· μόνο τ' άρμενα που του 'λειπαν. Καθώς ήταν απάνω στο γιαλό, όταν έπαιρνε η σοροκάδα, σάλευε αλάκερο σαν να ταξίδευε καταμεσής του πελάγου. Τα κύματα που έσπαζαν στο μώλο, ξέπλεναν τα τζάμια του και θαλάσσωναν το πάτωμα, σαν κουβέρτα καραβιού. Μόνο τ' άρμενα που του 'λειπαν.
   Η νύχτα δεν περνούσε από την ώρα που άφησε υγεία ο Γιαννιός. Τα μεσάνυχτα η σοροκάδα είχε δυναμώσει, χαλούσε κόσμο. Η Ουρανίτσα συντρόφευε τον πατέρα της στο νυχτέρι.
   "Δεν πας να γύρεις, βρε κορίτσι; Για μένα κάθεσαι;"
   "Σ' αφήνει να κοιμηθείς κι αυτή η τρελονοτιά; Λες και θα γκρεμιστεί το σπίτι!" είπε η Ουρανίτσα.
   Ο καπετάν Λαλεχός, ο πατέρας της, δεν καταλάβαινε από γυναίκειους καημούς.