Ποίηση

Ποίηση

Κυριακή, 7 Ιανουαρίου 2018

[ Η ΠΟΛΥΦΕΡΝΗ ΝΥΦΗ ]

  
   Το Φλεβάρη του 1880 η Κοστάντσα, που δεν είχε κλείσει καλά καλά τα είκοσι ένα, πήγαινε στο Παλέρμο δυστυχισμένη και με βαριά καρδιά. Μπροστά της είχε μια πολύ συγκεκριμένη αποστολή: να βρει σύζυγο.
   Την προηγούμενη χρονιά, ο πατέρας την είχε πάρει μαζί του στη Νάπολη -το πρώτο της μακρύ ταξίδι. "Δεν πήγες ποτέ στο θέατρο", της είχε πει. Ανέβαζαν τη Λουτσία Ντε Λαμερμούρ. "Ο Ντονιτσέτι τη συνέθεσε εδώ ακριβώς", της είχε υπενθυμίσει ο πατέρας, "σχεδόν πριν από πενήντα χρόνια. Και, το νου σου, ε, να βάλεις το φουστάνι που είχες ψωνίσει μαζί με τη θεία Μαρία Άννα".

   Ο μαέστρος χαμήλωσε την μπαγκέτα: η μουσική πλημμύρισε το θέατρο. Η Κοστάντσα ήταν όλη αυτιά, με το βλέμμα καρφωμένο στην πανύψηλη κι επιβλητική αυλαία από κρεμεζί βελούδο, με τα σιρίτια της και τα χρυσά κεντίδια της. Ένα ελαφρό τρεμούλιασμα έκανε τις πτυχές να σαλέψουν. Η Κοστάντσα περίμενε, με κομμένη την ανάσα. Όταν η αυλαία άνοιξε διάπλατα, αποκαλύφθηκε ένα δάσος, όπως εκείνη δε θα το φανταζόταν ποτέ της: το φόντο ήταν δέντρα με κορμούς ψηλούς και ογκώδεις και με πυκνά φυλλώματα, σε διάφορες σκουροπράσινες αποχρώσεις, που έσβηναν προοπτικά προς το βάθος της σκηνής -αυτό ήταν το δάσος του Ράβενσγουντ- και είχαν αιχμαλωτίσει το βλέμμα της Κοστάντσα. Το φως, ασθενικό στην αρχή, δυνάμωσε σταδιακά· η χορωδία, παραταγμένη και χαμένη ανάμεσα στις κουίντες και το απέραντο φόντο -με κοστούμια στο ίδιο χρώμα με τους κορμούς- αποκτούσε οντότητα, τα πρόσωπα ήταν ωχρά σαν πυγολαμπίδες στο φως του φεγγαριού. Οι νότες ανέβαιναν από τον μυστηριώδη κόλπο και μπλέκονταν με τις φωνές των τραγουδιστών στη σκηνή. Η Κοστάντσα ξεκόλλησε από τη ράχη της καρέκλας κι έμεινε στην άκρη του καθίσματος, εκστατική: εκείνος ήταν ένας άλλος κόσμος, ήταν η Χώρα των Θαυμάτων.

Τετάρτη, 27 Δεκεμβρίου 2017

[ ΘΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟΥ ]

   Τάιτα, 13 Ιουλίου 1939
   Η Σιμπίλια ένιωθε σαν μεθυσμένη εκείνο το πρωί που ταξίδευε για την Τάιτα από το σπίτι της στην Τσιορίνια. Δε λυπάμαι ούτε φοβάμαι, προσπαθούσε να παρηγορήσει τον εαυτό της. Τι έχω να φοβηθώ; Ήταν αδύνατο να συμβαίνουν όλα αυτά σ' εκείνη, τη Σιμπίλια Σιλβάνι, αγαπημένη των καλογραιών στο μοναστήρι, αριστούχο, σολίστα της χορωδίας, πρώτη στο μάθημα των αγγλικών, ηλικίας δεκαέξι χρονών και δύο μηνών. Α όχι, το εφιαλτικό ταξίδι στη ράχη του ράθυμου μουλαριού δεν ήταν παρά ένα κακό όνειρο. Η αίσθηση του εξωπραγματικού την τύλιγε σ' ένα προστατευτικό κουκούλι. 
   Κοιτούσε δεξιά ζερβά, σαν σε όνειρο, καθώς περνούσαν μέσα από το δάσος Τέρι. Οι εικόνες ήταν συγκεχυμένες και θολές γιατί φορούσε βέλο -ηλιαχτίδες διαπερνούσαν το αχνό πούσι, πυκνά φυλλώματα αιωνόβιων δέντρων σκοτείνιαζαν το δρόμο τους, μερικά καλοθρεμμένα γουρούνια μασουλούσαν καρύδια και βατόμουρα και κυλιόνταν σε μια λιμνούλα λάσπης. 
   Άνθρωποι φώναζαν και γελούσαν. Ανάμεσα στις φωνές ξεχώριζε εκείνη του πατέρα της που, κατά τα φαινόμενα, μην έχοντας τίποτε καλύτερο να κάνει, αστειευόταν με τους φίλους του. 
   "Βόηθα με, Παναγιά μου, κάνε να είναι όλα ένα κακό όνειρο".
   Πριν από μια βδομάδα μόλις, ούτε που υποπτευόταν ότι ο κόσμος της θα γυρίσει τα πάνω κάτω. Θα πήγαινε άλλον ένα χρόνο στο σχολείο, η μητέρα της επέμενε πάνω σε αυτό. Ωστόσο, την περασμένη βδομάδα,  ο μπαμπάς τούς ανακοίνωσε τα σχέδιά του. Η μαμά έκλαψε αλλά η Σιμπίλια δεν έχυσε δάκρυ. Ήταν τόση η κατάπληξή της που δεν μπορούσε ούτε να κλάψει. Μέχρι τότε πίστευε ότι ο πατέρας της την αγαπούσε. Εκείνη τη μέρα, όμως, ορκίστηκε να μην του ξαναμιλήσει ποτέ στη ζωή της.
   Όσο για τον Μισέλ, τον μέλλοντα σύζυγό της, δεν ήξερε καν πώς είναι. Το πρωί, που τον συνάντησε για πρώτη φορά, ένιωθε τόσο τρόμο, τόση συστολή, ώστε δεν τόλμησε να σηκώσει τα μάτια πάνω του. Ήξερε όμως πως βάδιζε πίσω της, στη γελοία νυφιάτικη πομπή, μαζί με τη μητέρα της, τους τέσσερις αδερφούς της κι έξι θειάδες της με τους συζύγους και τα παιδιά τους, που ο καθένας κρατούσε κι ένα μέρος των προικιών της.
   Δεν πρέπει να κλάψω. Δεν είναι αλήθεια. Όνειρο βλέπω και θα ξυπνήσω.
   Σε λίγο το στριφογυριστό δρομάκι τούς οδήγησε έξω από το δάσος κι άρχισαν ν' ανηφορίζουν στα βουνά. Στο μεγάλο υψόμετρο το πούσι άρχισε να διαλύεται επιτέλους. Καθώς κόντευε μεσημέρι, η ζέστη έγινε αφόρητη. Σταμάτησαν τα καλαμπούρια και τα πειράγματα, δίνοντας τη θέση τους σε λαχανιασμένες ανάσες και πνιχτές βλαστήμιες κάθε που κάποιος γλιστρούσε ή σκόνταφτε στις πέτρες. Κι οι γυναίκες με τα τριζάτα μαύρα κυριακάτικα φουστάνια βάδιζαν σιωπηλές, με τα μάτια καρφωμένα στο επικίνδυνο μονοπάτι, ενώ μέσα τους έκλαιγαν τα καλά παπούτσια τους που θα έβγαιναν άχρηστα.

Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017

[ AΠΟΛΥΤΟΙ ΠΡΩΤΑΡΗΔΕΣ ]

   
    Ήταν και οι δύο νέοι, μορφωμένοι και παρθένοι εκείνη την πρώτη νύχτα του γάμου τους και, στην εποχή που ζούσαν, μια συζήτηση για σεξουαλικές δυσκολίες ήταν απλώς αδύνατη. Μα ποτέ δεν είναι εύκολο. Είχαν μόλις καθίσει για να δειπνήσουν σ' ένα μικροσκοπικό καθιστικό στον πρώτο όροφο ενός γεωργιανού πανδοχείου. Στο διπλανό δωμάτιο, ορατό μέσα από την ανοιχτή πόρτα, βρισκόταν ένα κρεβάτι με ουρανό, μάλλον στενό, του οποίου το κάλυμμα ήταν ολόλευκο και τόσο αψεγάδιαστα τεντωμένο, σαν να μην το είχε στρώσει ανθρώπινο χέρι. Ο Έντουαρντ δεν ανέφερε ότι δεν είχε μείνει ποτέ πριν σε ξενοδοχείο, δεδομένου ότι η Φλόρενς, που είχε κάνει πολλά ταξίδια με τον πατέρα της ως παιδί, ήταν παλιά καραβάνα. Επιφανειακά, η διάθεσή τους ήταν πολύ καλή. Ο γάμος τους, στην εκκλησία Σεντ Μαίρη στην Οξφόρδη είχε πάει καλά· η τελετή ήταν σεμνή, η δεξίωση κεφάτη, το κατευόδωμα των φίλων από το σχολείο και το κολέγιο ήταν θορυβώδες και εμψυχωτικό. Οι γονείς της δεν ήταν συγκαταβατικοί με τους δικούς του, όπως είχαν φοβηθεί, και η μητέρα του δεν είχε κάνει καμιά σημαντική απρέπεια ούτε είχε ξεχάσει ολωσδιόλου το σκοπό της περίστασης. Το ζευγάρι είχε φύγει με το μικρό αυτοκίνητο της μητέρας της Φλόρενς και είχε φτάσει νωρίς το απόβραδο στο ξενοδοχείο του στην ακτή του Ντόρσετ όπου ο καιρός μπορεί να μην ήταν τέλειος για τα μέσα Ιουλίου ή για τις περιστάσεις, αλλά ήταν πλήρως ικανοποιητικός: δεν έβρεχε, δεν ήταν όμως και αρκετά ζεστά, σύμφωνα με τη Φλόρενς, ώστε να φάνε έξω στη βεράντα όπως είχαν ελπίσει. Ο Έντουαρντ δεν συμμεριζόταν τη γνώμη της, αλλά ευγενικός μέχρι υπερβολής, ούτε του περνούσε απ' το μυαλό να την αντικρούσει μια τέτοια νύχτα.
   Έτρωγαν λοιπόν στα δωμάτιά τους μπροστά στις μισάνοιχτες μπαλκονόπορτες που έβγαζαν στη βεράντα και επέτρεπαν τη θέα ενός τμήματος του Στενού της Μάγχης και της Παραλίας Τσέσιλ με την απέραντη βοτσαλωτή έκταση. Δυο νεαροί με σμόκιν τους σερβίριζαν το φαγητό τους από ένα κυλιόμενο τραπεζάκι παρκαρισμένο έξω στο διάδρομο και το πηγαινέλα τους μέσα σ' αυτή που ήταν γενικώς γνωστή ως η γαμήλια σουίτα έκανε τις στιλβωμένες δρύινες σανίδες να τρίζουν κωμικά μέσα στη σιωπή. Περήφανος και προστατευτικός, ο νεαρός σύζυγος είχε το νου του για οποιαδήποτε χειρονομία ή έκφραση μπορεί να έμοιαζε ειρωνική. Δεν θα είχε ανεχτεί ούτε το παραμικρό κρυφό γελάκι. Όμως τα παλικάρια από το κοντινό χωριό έκαναν τη δουλειά τους με γερτή ράχη και ανέκφραστο πρόσωπο και οι τρόποι τους ήταν αβέβαιοι, τα χέρια τους έτρεμαν όπως τοποθετούσαν διάφορα αντικείμενα πάνω στο κολλαρισμένο λινό τραπεζομάντιλο. Είχαν κι αυτοί τρακ.

Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

[ ΈΝΑ ΑΣΗΜΑΝΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ]

  
   Αναρωτιέμαι τι θα 'ταν σήμερα η ζωή μου, αν η κυρία Βαν Χόπερ δεν ήταν σνομπ.
   Είναι αστείο να σκέφτεται κανείς πως η τύχη μου είχε κρεμαστεί, σαν από μια κλωστή, σ' αυτή της την ιδιότητα. Στην αρχή είχα πειραχτεί και βρισκόμουν σε τρομερά δύσκολη θέση. Όταν έβλεπα τους ανθρώπους να γελούν κοροϊδευτικά πίσω από τη ράχη της ή να βγαίνουν με βιάση από την αίθουσα όπου έμπαινε ή και να χάνονται ακόμα στον αντικρινό διάδρομο, πίσω από καμιά πόρτα υπηρεσίας, αισθανόμουνα σαν το παιδί που το δέρνει το αφεντικό του κι είναι ωστόσο υποχρεωμένο να τις τρώει χωρίς να βγάνει μιλιά. Χρόνια τώρα ερχόταν στο ξενοδοχείο της «Κυανής Ακτής» κι εκτός από το μπριτζ, η μόνη της διασκέδαση, πασίγνωστη πια σ' όλο το Μόντε Κάρλο, ήταν να ισχυρίζεται πως ο κάθε εκλεκτός επισκέπτης ήταν φίλος της κι ας μην τον είχε δει παρά μια φορά μόνο στην άλλη άκρη του ταχυδρομείου. Πάντα κατάφερνε να πιάνει γνωριμία και, προτού ακόμη το θύμα της καταλάβει τον κίνδυνο, του πάσερνε μια πρόσκληση για το διαμέρισμά της. Η μεθοδική της επίθεση γινόταν τόσο άμεσα, τόσο απότομα, που σπάνια δινόταν στον άλλο η ευκαιρία να ξεφύγει. Στην «Κυανή Ακτή» είχε αξιώσει την αποκλειστική χρήση ενός καναπέ, στο μακρόστενο σαλονάκι προς την τραπεζαρία. Έπαιρνε εκεί τον καφέ της, ύστερ' από το γεύμα και το δείπνο, και κάθε άνθρωπος που κυκλοφορούσε ήταν υποχρεωμένος να περάσει από μπροστά της. Καμιά φορά με χρησιμοποιούσε σα δόλωμα για να τραβήξει τη λεία της. Κι εγώ, μ' όλο που σιχαινόμουν αυτό το ρόλο, πήγαινα στην άλλη άκρη του σαλονιού να πω να της δανείσουν ένα βιβλίο, μια εφημερίδα ή να της δώσουν τη διεύθυνση ενός καταστήματος ή να καλέσω κάποιον που ανακάλυπτε άξαφνα πως ήταν φίλος κάποιου γνωστού της. Ένιωθε την ανάγκη, μπορεί να πει κανείς, να της σερβίρουν τις προσωπικότητες όπως σερβίρουν στους αρρώστους τη σούπα τους και, μ' όλο που προτιμούσε τους τίτλους, της έφτανε κι όποιος είχε φιγουράρει, έστω και μόνο μια φορά, στην κοσμική κίνηση μιας εφημερίδας, ό,τι και να 'ταν, συγγραφέας, ηθοποιός, καλλιτέχνης ή και πιο παρακατιανός. Φτάνει να 'χε γίνει λόγος γι' αυτόν στη στήλη ενός κουτσομπολιού, φτάνει να 'χε δει τυπωμένο τ' όνομά του.

Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

[ ΌΝΕΙΡΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ ]

   
   Η προοπτική μιας δουλειάς χωρίς προβλήματα, που η πρώτη μου ήρεμη επαφή με το περιβάλλον του Θόρνφιλντ Χολ έδειχνε να υπόσχεται, επιβεβαιώθηκε από την καλύτερη γνωριμία με το μέρος και τους κατοίκους του. Η κυρία Φέαρφαξ αποδείχτηκε ότι ήταν ακριβώς αυτό που φαινόταν, μια ήρεμη και ευγενική γυναίκα, με ικανοποιητική μόρφωση και μέτρια εξυπνάδα. Η μαθήτριά μου ήταν ένα ζωηρό παιδί, που το είχαν κακομάθει λιγάκι με το να του κάνουν όλα τα χατίρια και γι' αυτό μερικές φορές ήταν πεισματάρα. Καθώς όμως ήταν εξολοκλήρου αφημένη στη φροντίδα μου και κανενός οι άκριτες επεμβάσεις δεν εμπόδιζαν τα σχέδιά μου για τη βελτίωσή της, ξέχασε σύντομα τις ιδιοτροπίες της και έγινε υπάκουη και εύκολη στη διδασκαλία. Δεν είχε κανένα μεγάλο ταλέντο ούτε κάτι εξαιρετικό στο χαρακτήρα της ούτε ανεπτυγμένα συναισθήματα ή καλαισθησία, τίποτα τέλος πάντων που να την ξεχωρίζει κάπως από τον μέσο όρο των παιδιών της ηλικίας της. Ούτε όμως είχε και καμιά ιδιαίτερη ανικανότητα ή ελάττωμα που να τη ρίχνουν κάτω από το μέσο όρο. Προόδευε φυσιολογικά, μου έδειχνε ζωηρή, αν και όχι πολύ βαθιά, στοργή και με την απλοϊκότητά της, τη χαρούμενη φλυαρία της και τις προσπάθειες που έκανε να με ευχαριστήσει, με έκανε να δεθώ μαζί της, στο βαθμό που χρειαζόταν για να είμαστε ευχαριστημένες όταν βρισκόμασταν μαζί.
   Παρενθετικά θα πω ότι οι άνθρωποι που πιστεύουν σε θεωρίες για την αγγελική φύση των παιδιών και θεωρούν ότι το καθήκον εκείνων που αναλαμβάνουν την διαπαιδαγώγησή τους είναι να τα λατρεύουν σαν είδωλα, ίσως βρουν ότι μιλάω πολύ ψυχρά. Αλλά εγώ δεν γράφω για να ικανοποιήσω τον εγωισμό των γονιών, να αναπαραγάγω υποκριτικές θέσεις και να στηρίξω την απάτη. Απλώς θέλω να πω την αλήθεια. Ένιωθα ένα ευσυνείδητο ενδιαφέρον για την ευτυχία και την πρόοδο της Αντέλ και μια ήρεμη αγάπη για το κοριτσάκι αυτό, όπως ένιωθα ευγνωμοσύνη για την κυρία Φέαρφαξ, για την καλοσύνη της, και η συντροφιά της μου ήταν ευχάριστη, αντίστοιχες με την εκτίμηση που είχε για μένα εκείνη και με τη μετριοπάθεια του μυαλού και του χαρακτήρα της.

Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2017

[ ΣΤΗΝ ΆΛΛΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ ΑΤΛΑΝΤΙΚΟΥ ]

   1845 - 1846
Απελεύθερος
   Η αυγή ξεκλείδωσε το πρωινό προσθέτοντας γκρίζο στο γκρίζο. Το σχοινί τεντώθηκε στη δέστρα. Το νερό πάφλαζε στα πλευρά του Κίνγκσταουν Πίερ. Κατέβηκε από τη σανιδόσκαλα. Είκοσι επτά χρονών. Με μαύρο πανωφόρι και μακρύ γκρίζο κασκόλ. Τα μαλλιά του φουντωτά, με χωρίστρα στη μέση.
   Το λιθόστρωτο υγρό. Τα χνότα των αλόγων άχνιζαν στη σεπτεμβριάτικη καταχνιά. Ο Ντάγκλας κουβάλησε μόνος το δερμάτινο μπαούλο του στην άμαξα που περίμενε: δεν είχε ακόμη συνηθίσει να τον περιμένουν.

   Είχε έρθει στην πατρίδα του Ιρλανδού εκδότη του, του Γουέμπ. Ένα τριώροφο σπίτι στην Οδό Γκρέιτ Μπράνσγουικ, έναν από τους καλύτερους δρόμους του Δουβλίνου. Παρέδωσε το μπαούλο του. Είδε έναν βαλέ να παλεύει με το βάρος του. Στην είσοδο οι υπηρέτες στέκονταν στη σειρά για να τον υποδεχτούν. 
   Κοιμήθηκε όλο το πρωί και το απομεσήμερο. Μια καμαριέρα ετοίμασε ζεστό μπάνιο σε μια βαθιά μεταλλική μπανιέρα. Το γέμισε με μια σκόνη που ανάδινε άρωμα κίτρου. Αποκοιμήθηκε και πάλι, ξύπνησε πανικόβλητος, δεν ήξερε πού βρισκόταν. Πετάχτηκε αστραπιαία από το νερό. Το χνάρι των υγρών του ποδιών στο κρύο πάτωμα. Η πετσέτα τραχιά στο σβέρκο του. Σκούπισε το ανάγλυφο του κορμιού του. Ήταν ευρύστερνος, μυώδης, με ύψος πάνω από ένα και ογδόντα πέντε.
   Κουδούνισμα μακρινής καμπάνας. Μυρωδιά τύρφης στην ατμόσφαιρα. Δουβλίνο. Τι παράξενο που βρισκόταν εδώ: υγρασία, χωματίλα, κρύο.
   Ένα γκονγκ ήχησε από τον κάτω όροφο. Ώρα για το δείπνο. Όρθιος μπροστά στο λαβομάνο, μπροστά στον καθρέφτη, ξυρίστηκε προσεκτικά, ίσιωσε τις ζάρες στο σακάκι του, έσφιξε τη γραβάτα του.
   Στο τελευταίο σκαλί, στην άκρη του διαδρόμου, στάθηκε για μια στιγμή λες κι είχε χάσει τον προσανατολισμό του, αβέβαιος ποια πόρτα να δρασκελίσει. Έσπρωξε μια ν' ανοίξει. Η κουζίνα ήταν γεμάτη ατμούς. Μια καμαριέρα αράδιαζε πιατέλες σ' ένα δίσκο. Τόσο ωχρή. Η εγγύτητά της του προκάλεσε ρίγος.

Σάββατο, 28 Οκτωβρίου 2017

[ Η ΜΕΤΑΝΑΣΤΡΙΑ ]

 
 Η Ιρίνα Μπαζίλι έπιασε δουλειά στο Σπίτι του Κορυδαλλού, στα περίχωρα του Μπέρκλεϊ, το 2010, έχοντας κλείσει τα είκοσι τρία της χρόνια και διατηρώντας ελάχιστες ψευδαισθήσεις, αφού από τα δεκαπέντε της άλλαζε τη μια δουλειά μετά την άλλη, μετακινούμενη από πόλη σε πόλη. Δε φανταζόταν πως θα έβρισκε την τέλεια θέση εργασίας σ' εκείνη την πανσιόν για ηλικιωμένους κι ότι τα τρία χρόνια που θ' ακολουθούσαν θα έφτανε να νιώσει και πάλι τόσο ευτυχισμένη όσο υπήρξε όταν ήταν παιδί, πριν πάρει η μοίρα της αλλιώτικες στροφές. Το Σπίτι του Κορυδαλλού, που είχε ιδρυθεί στα μέσα του 1900 προκειμένου να φιλοξενήσει αξιοπρεπώς γέροντες με χαμηλά εισοδήματα, προσέλκυσε εξαρχής, για άγνωστους λόγους, προοδευτικούς διανοούμενους, αποφασισμένους οπαδούς του εσωτερισμού και καλλιτέχνες μικρού βεληνεκούς. Με τον καιρό άλλαξε από πολλές απόψεις, αλλά εξακολουθούσε να χρεώνει ποσά αντίστοιχα με τα έσοδα κάθε τροφίμου, με σκοπό να ενθαρρύνει, θεωρητικά, κάποια κοινωνική και φυλετική πολυμορφία. Στην πράξη, όμως, όλοι κατέληξαν να είναι λευκοί μικροαστοί και η ποικιλομορφία περιορίστηκε σε λεπτές διαφορές μεταξύ εκείνων που ήταν ελεύθεροι στοχαστές, των άλλων που αναζητούσαν λύσεις σε πνευματικό επίπεδο, των κοινωνικών ακτιβιστών και των οικολόγων, των μηδενιστών και κάποιων από τους λίγους χίπηδες που παρέμεναν εν ζωή στην περιοχή του Κόλπου του Σαν Φρανσίσκο.
   Στην πρώτη συνέντευξη, ο διευθυντής αυτής της κοινότητας, ο Χανς Βόιτ, έδωσε στην Ιρίνα να καταλάβει ότι ήταν πολύ νέα για μια τόσο υπεύθυνη θέση, αλλά καθώς έπρεπε να καλύψουν επειγόντως ένα κενό στον τομέα της διοίκησης και της γενικής υποστήριξης, μπορούσε να εργαστεί εκεί προσωρινά, ώσπου να βρουν το κατάλληλο πρόσωπο. Η Ιρίνα σκέφτηκε ότι το ίδιο ακριβώς μπορούσε να ειπωθεί και για κείνον· έμοιαζε με στρουμπουλό αγοράκι με πρόωρη φαλάκρα και σίγουρα το καθήκον της διεύθυνσης εκείνου του ιδρύματος έπεφτε πολύ βαρύ στους ώμους του. Με τον καιρό η κοπέλα θα διαπίστωνε ότι η εμφάνιση του Βόιτ σε ξεγελούσε αν τον έβλεπες από κάποια απόσταση και με κακό φωτισμό, αφού στην πραγματικότητα είχε κλείσει τα πενήντα τέσσερα και είχε αποδείξει πως ήταν ένας εξαίρετος διευθυντής. Η Ιρίνα τον διαβεβαίωσε ότι στην περίπτωσή της η έλλειψη σπουδών αντισταθμιζόταν από την εμπειρία που είχε αποκτήσει στη φροντίδα ηλικιωμένων στη Μολδαβία, τη χώρα καταγωγής της.

Κυριακή, 8 Οκτωβρίου 2017

[ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΗΣ ]


   Το να κρύβεσαι ήταν το παν. Το 1905, αμέσως μετά που κλέφτηκαν η Τζίνα και ο Χάρι, η Τζίνα με δυσκολία μπορούσε να κρυφτεί από τον εαυτό της, αλλά ένιωθε μια μικρή παρηγοριά που ήταν άγνωστη μεταξύ αγνώστων. Δεν ήθελε να της κάνουν ερωτήσεις στις οποίες δε θα μπορούσε ν' απαντήσει, ούτε στο Λόρενς αλλά ούτε και στη Βοστόνη.
   Γιατί δε γύρισες στο κολέγιο; Γιατί δε δουλεύει αυτός; Γιατί δεν παντρεύτηκες κανονικά; Πού είναι η οικογένειά του; Τι απόγιναν τα χρήματά του; Μα εκείνος δεν επρόκειτο να παντρευτεί κάποια άλλη;
   Όταν πήγε να συναντήσει τη Βέριτι, μια παλιά της φίλη, δε μίλησαν σχεδόν καθόλου για το παρελθόν γιατί η Βέριτι πνιγόταν στη δουλειά και αδυνατούσε να δει το χαοτικό παρόν που επικρατούσε. 
   Τον περισσότερο καιρό η Τζίνα κρυβόταν από τα απαίσια πράγματα.
   Όχι όμως απ' όλα τα απαίσια πράγματα.
   Η Τζίνα προκειμένου να πείσει τη Βέριτι να βγει από το στενάχωρο διαμέρισμά της στον πέμπτο όροφο του μουντού Μπακ Μπέι και ν' αφήσει τα τέσσερα παιδιά της στον άντρα της, της είπε ότι χρειαζόταν βοήθεια στις αποστολές Αλληλεγγύης όπου δούλευε εθελοντικά τα Σαββατοκύριακα. Μαζί με τη Βέριτι πήγαν στο Γενικό Νοσοκομείο της Μασαχουσέτης στο θάλαμο με τις ετοιμοθάνατες και μετά στη Βιβλιοθήκη της Βοστόνης όπου και ταξινόμησαν κατά είδος τα βιβλία που προέρχονταν από δωρεές. Μετά πήγαν σ' ένα παγωτατζίδικο και κατέληξαν στον Άγιο Λάζαρο, στο Κλάρεντον. Μια κουζίνα είχε στηθεί πρόσφατα στο υπόγειο και τα απογεύματα του Σαββάτου, πριν τον εσπερινό, η Τζίνα βοηθούσε στο συσσίτιο των φτωχών. Της άρεσε να το κάνει πριν μεταλάβει.

Σάββατο, 30 Σεπτεμβρίου 2017

[ ΔΙΑΨΕΥΣΕΙΣ ]

      Ο βυθός διαδέχτηκε τη Γραμμή του Άδη. Η Γραμμή του Άδη ήταν μια σειρά από καλαμοσκέπαστες εξογκωμένες παράγκες που είχαν χτιστεί πλάι στο ρυάκι, στο Γκρίνχιλ Λέιν. Εκεί μέσα ζούσαν οι ανθρακωρύχοι που εργάζονταν στα μικρά ορυχεία διακόσια μέτρα πιο πέρα. Το ρυάκι περνούσε κάτω από τις σκλήθρες, σχεδόν αμόλυντο από αυτά τα ορυχεία, το κάρβουνο των οποίων ανέβαζαν στην επιφάνεια γαϊδουράκια που έκαναν κουρασμένους κύκλους γύρω από ένα λάκκο. Ίδιους λάκκους είχε όλη η περιοχή και μερικοί από αυτούς είχαν ανοιχτεί από την εποχή του Καρόλου Β', με τους λιγοστούς ανθρακωρύχους και τα γαϊδουράκια τους να χώνονται στο χώμα σαν μυρμήγκια, φτιάχνοντας αλλόκοτα λοφάκια και μαύρα στίγματα ανάμεσα σε σταροχώραφα και πράσινα λιβάδια. Οι παράγκες αυτών των ανθρακωρύχων, ζευγαρωμένες εδώ κι εκεί, μαζί με τα σκόρπια κτήματα και σπίτια των κτηνοτρόφων, που απλώνονταν σε όλη την ενορία, συγκροτούσαν το χωριό Μπέστγουντ.
   Και ξαφνικά, πριν από καμιά εξηνταριά χρόνια, τα πράγματα άλλαξαν. Οι λάκκοι παραμερίστηκαν από τα μεγάλα ορυχεία των κεφαλαιούχων. Ανακαλύφθηκαν απέραντες εκτάσεις με άνθρακα και σίδηρο στο Νοτινχαμσάιρ και στο Νταρμπισάιρ. Έκαναν την εμφάνισή τους οι Κάρστον, Ουέιτ & Σία. Έγινε χαλασμός κόσμου και ο λόρδος Πάλμερστον εγκαινίασε επίσημα το πρώτο ορυχείο της εταιρείας στο Σπίνι Παρκ, στις παρυφές του δάσους του Σέργουντ.
   Περίπου την ίδια εποχή η περιβόητη γραμμή του Άδη, που όσο περνούσε ο καιρός αποκτούσε και χειρότερο όνομα, κάηκε σε μια μεγάλη πυρκαγιά κι ένα μεγάλο μέρος της βρωμιάς χάθηκε μαζί με τους καπνούς.
   Οι Κάρστον, Ουέιτ & Σία διαπίστωσαν ότι είχαν πιάσει την τύχη από τα μαλλιά κι έτσι, κάτω στις κοιλάδες των μικρών ποταμιών από το Σέλμπι και το Νάτολ, ανοίχτηκαν νέα ορυχεία, με αποτέλεσμα να λειτουργούν έξι μέσα σε λίγο καιρό. Ο σιδηρόδρομος ξεκινούσε από το Νάτολ, ψηλά στην αμμόπετρα ανάμεσα στο δάσος, περνούσε μπροστά από την ερειπωμένη μονή των Καρθουσιανών και το πηγάδι του Ρομπέν των Δασών, κατηφόριζε μέχρι το Σπίνι Παρκ, από κει συνέχιζε για το Μίντον, ένα μεγάλο ορυχείο ανάμεσα σε σταροχώραφα, από το Μίντον διέσχιζε τους καλλιεργημένους αγρούς της κοιλάδας δίπλα στο Μπάνκερς Χιλ, σε κείνο το σημείο διακλαδωνόταν και προχωρούσε βόρεια προς το Μπέγκαρλι και το Σέλμπι, που κοιτάζει από ψηλά το Κριτς και τους λόφους του Νταρμπισάιρ. Έξι ορυχεία σαν μαύρα κουμπιά δεμένα με μια ψιλή αλυσίδα, τη γραμμή του τρένου.

Πέμπτη, 31 Αυγούστου 2017

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ ΜΑΛΤΕΖΟΥ

   Στο Κατάκωλο εζούσε ένας Μαλτέζος. Είχε έρθει ψαροναύτης σε μια μαλτέζικη ανεμότρατα, που 'κανε τότε ταχτικά κάθε χρόνο αυτό το ταξίδι για ψάρεμα μαζί με τρεις άλλες, την εποχή των αφθόνων μπαρμπουνιών, που τα παχαίνουν τα νερά του Αλφειού, τα ξεχυνόμενα στις αμμώδεις ακρογιαλιές της Ηλείας και της Ολυμπίας -κι απόμεινε εκεί. 
   Όταν έφτασε ο καιρός να ξαναγυρίσουνε οι σύντροφοί του στη Μάλτα, αυτός ήταν πεσμένος στο κρεβάτι από βαριά αρρώστια -πνευμονία- σε μια μικρή μπαράκα, που βρισκόταν στο ύψωμα της ρίζας του μώλου. Δε μπορούσε να τους ακολουθήσει, αν και βρισκόταν τότε κάπως σε ανάρρωση. Αλλά την ημέρα που εκείνοι μπαρκάρανε, είχε ανασηκωθεί στο κρεβάτι, λογαριάζοντας την ώρα, κι από το παραθυράκι της μπαράκας κοίταζε προς το ανοιχτό πέλαγος, όπου έπλεαν οι τέσσερις μεγάλες βάρκες. Όσες τις χτυπούσε ο άνεμος και τα κεραμιδιά πανιά τους έγερναν μπροστά, έμοιαζαν πελώρια θαλασσοπούλια που εράμφιζαν το κύμα. Τις έβλεπε δυο ολόκληρες ώρες, όσο χρειάσθηκε για να εξαφανισθούν στον ορίζοντα. Και όταν το τελευταίο τους σημάδι χάθηκε κι έμεινε στην ήσυχη γαλάζια θάλασσα μόνο η ασημένια φιδωτή γραμμή του δρόμου τους, τα μάτια του ανθρώπου που απόμεινε πίσω βούρκωσαν. Πρώτη φορά του 'τυχε να βρεθεί μόνος, σε ξένη στεριά. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το είχε περάσει στα νερά ξένων τόπων, στα παράλια της Μεσογείου, όπου αλητεύουν οι ψαρόβαρκες, αλλά ποτέ δεν είχε νιώσει καμιά νοσταλγία. Γιατί πατρίδα του ήταν κάθε βάρκα που δούλευε μαζί με άλλους συμπατριώτες του.