Ποίηση

Ποίηση

Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

[ ΤΟ ΣΗΜΑΔΙ ΤΗΣ ΝΤΡΟΠΗΣ ]

  
     Ένα πλήθος από γενειοφόρους άντρες, ντυμένοι με μουντά ρούχα και με γκρίζα μυτερά καπέλα στα κεφάλια τους, ανακατωμένοι με πολλές γυναίκες, που άλλες φορούσαν κουκούλες και άλλες είχαν τα κεφάλια τους ακάλυπτα, είχε συγκεντρωθεί μπροστά από ένα ξύλινο κτίριο, με μια βαριά δρύινη πόρτα με πολλά σιδερένια καρφιά.
   Οι ιδρυτές κάθε νέας αποικίας, οποιαδήποτε ουτοπία ανθρώπινης αρετής και ευτυχίας και αν έχουν κατά νου να δημιουργήσουν αρχικά, πιστεύουν πάντα, δίχως καμία απολύτως εξαίρεση, ότι ένα από τα πρώτα πράγματα που πρέπει αναγκαστικά να κάνουν είναι να καθορίσουν ένα μέρος του καινούργιου τόπου για νεκροταφείο και ένα ακόμα για φυλακή. Βάσει αυτού του κανόνα, θα μπορούσαμε να πούμε με απόλυτη βεβαιότητα ότι οι πρόγονοι της Βοστώνης έφτιαξαν σε κοντινή απόσταση από το Κόρνχιλ την πρώτη φυλακή, όταν περίπου έβαζαν τα όρια του πρώτου νεκροταφείου στον κλήρο του Ισαάκ Τζόνσον και τριγύρω από τον τάφο του, που αποτέλεσε και έναν πυρήνα γύρω από τον οποίο συγκεντρώθηκαν σταδιακά όλοι οι τάφοι του παλιού νεκροταφείου του Βασιλικού Παρεκκλησίου. Το σίγουρο είναι ότι, περίπου δεκαπέντε ή είκοσι χρόνια μετά την ίδρυση της πόλης, η ξύλινη φυλακή είχε ήδη πολλά σημάδια των στοιχείων της φύσης και του χρόνου, τα οποία έκαναν ακόμα πιο σκυθρωπή την ήδη ζοφερή και μουντή της πρόσοψη. Η σκουριά που είχε καλύψει τα δεσίματα της βαριάς δρύινης πόρτας φαινόταν να είναι το πιο παλιό πράγμα που υπήρχε στο νέο κόσμο. Όπως όλα τα πράγματα που έχουν να κάνουν με το έγκλημα, έτσι κι αυτή η φυλακή έμοιαζε να μην υπήρξε ποτέ της νέα. Μπροστά σ' αυτό το άσχημο κτίσμα και ανάμεσα σ' αυτό και στο δρόμο, που ήταν αυλακωμένος από τους τροχούς των κάρων, υπήρχε μια πρασιά γεμάτη από κολλιτσίδες, αμάραντους, φυσαλίδες και διάφορα άλλα τέτοια παρασιτικά φυτά, που σίγουρα είχαν ανακαλύψει κάτι συγγενικό στο χώμα το οποίο τόσο νωρίς είχε βγάλει από μέσα του το ζοφερό άνθος της πολιτισμένης κοινωνίας, τη φυλακή. Ωστόσο, στη μια πλευρά της εισόδου, ριζωμένη σχεδόν στο κατώφλι του κτιρίου, υπήρχε μια άγρια τριανταφυλλιά, γεμάτη -καθώς ήταν πια Ιούνιος- με τα λεπτεπίλεπτα στολίδια της, που θα μπορούσε να πει κανείς ότι χάριζαν το άρωμά τους και την τόσο ευαίσθητη ομορφιά τους σε όλους τους φυλακισμένους, καθώς έμπαιναν μέσα στη φυλακή, και σε όλους τους κατάδικους, καθώς έβγαιναν από κει για να βρεθούν με το πεπρωμένο τους -ένα σημάδι ότι η Φύση μπορούσε να φανεί συμπονετική απέναντί τους και να τους αντιμετωπίζει με καλοσύνη.

Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017

ΈΝΑΣ ΜΙΚΡΟΣ ΑΘΩΟΣ ΔΗΜΙΟΣ

  
    Ένα νέο πρόσωπο άρχισε ν' ανεβαίνει τη σκάλα. Φορούσε ασιδέρωτα παραμελημένα ρούχα κι έσερνε ξοπίσω τα πόδια του σαν ουρές. Δεν είχε ούτε χαρά ούτε βιασύνη. Ο επόπτης τσεκάρισε τ' όνομά του. Φίλιπ Στόκερ.
   Κανένας δεν τον έφερε. Ήρθε ολομόναχος με άδεια χέρια, χωρίς αποσκευές, σαν να βγήκε στο διπλανό καπνοπωλείο για ν' αγοράσει τσιγάρα. 
   Έφτανε όμως να του ρίξεις μια πιο προσεχτική ματιά για να καταλάβεις ότι κείνο που 'λειπε από κείνον τον ταξιδιώτη δεν ήταν η βαλίτσα. Ήταν κάτι άλλο, άγνωστο, που τ' άφησε σ' έναν επίσης άγνωστο τόπο.
   Όχι μια αποσκευή. Του 'λειπε η ίδια η δύναμη να δεχτεί τη ζωή... Απουσίαζε από πάνω του ως κι η απλή νοημοσύνη ενός ζώου.
   Ανέβηκε τη σκάλα σαν υπνοβάτης ψάχνοντας με το χέρι του να βρει τα κάγκελα για να στηριχτεί. Ήταν ένα τραγικό, ακυβέρνητο πλάσμα...
   Ο ελεγκτής τον κοίταξε παραξενεμένος κι έξυσε με το μολύβι το τσουλούφι του. Μια ξανθιά συνοδός τον οδήγησε προσεχτικά στη θέση του. Κείνος κάθισε, έκλεισε τα μάτια και παραδόθηκε στην ανυπαρξία του. Δεν ήταν ούτε είκοσι πέντε χρονών, καστανός, με ισκιερά γκριζωπά μάτια. Οι τσέπες του ήταν άδειες. Μια φωτογραφία μιας ηλικιωμένης γυναίκας ήταν όλη κι όλη η περιουσία του. Ήταν μια γριούλα με μπαμπακένια μαλλιά, που σε κοιτούσε με κάτι παρακαλεστικά μάτια...
   Η συνοδός τον τοποθέτησε με υπηρεσιακή απάθεια κι απομακρύνθηκε.
   Δεν ήταν δική της δουλειά να εμβαθύνει στου ενός και του άλλου τα αισθήματα. Τα κορίτσια αυτής της δουλειάς σιγά σιγά αποχτούν την απάθεια που 'χουν οι νοσοκόμες. Τούτη, όμως, τη φορά η συνοδός με τα ξανθά μαλλιά δεν μπόρεσε να μείνει ως το τέλος αδιάφορη. Είχε τέτοιον αφανισμό κείνος ο νέος, τόσην ερημιά, που, και πέτρινος να 'σουν, θ' αναρωτιόσουν τι έχει. Μα ποιος τάχα να ήταν ο προορισμός του ταξιδιού ενός τόσο απελπισμένου ανθρώπου; Και ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος; Τώρα τίποτα, κανένας. Πριν από λίγα χρόνια ήταν ο Φιλ Στόκερ, ένα καλοχτενισμένο παλικάρι, γελαστό και ήσυχο από μιαν ανατολική γειτονιά του Σαν Φρανσίσκο. Καθόταν με τη μητέρα του σ' ένα χαρωπό σπιτάκι γεμάτο λουλούδια και στοργή. Ο Φιλ αγαπούσε τα γλυκά, τα μπαλόνια που πετούσαν στον αέρα και τα χρωματιστά μικρά μπουκάλια -προπάντων τα γαλάζια. Αυτό έγινε από τότε που ο πατέρας του τού έφερε μέσα σ' ένα απ' αυτά ένα πηχτό σιρόπι που μοσκοβολούσε τριαντάφυλλα. Ο πατέρας δεν έμενε πολύν καιρό στο σπίτι. Τριγύριζε τον κόσμο μ' ένα βαπόρι που ζήτημα ήταν αν έπιανε τρεις φορές το χρόνο στο λιμάνι τους. Φορούσε μαύρα ρούχα με κίτρινα χρωματιστά κουμπιά, που μύριζαν πάντα ναφθαλίνη. Αυτή η μυρουδιά του έμεινε από τότε και, κάθε φορά που τύχαινε να τη νιώσει, βουρκώναν τα μάτια του. Θυμάται πως τον ζηλεύανε όλα τα παιδιά γι' αυτόν τον πατέρα. Ήταν λιγνός, καλομίλητος σ' όλους, με κυματιστά μαύρα μαλλιά. Πνίγηκε στον πόλεμο, στη μέση του ωκεανού, και κανείς πια δεν έμαθε τίποτα γι' αυτόν. Μια μέρα, λέει, το βαπόρι τους συναπαντήθηκε μ' ένα υποβρύχιο στ' ανοιχτά της Καραϊβικής που, χωρίς καμιά προειδοποίηση, τους έστειλε μια τορπίλα. Ήταν ίσα ίσα, στον ωκεανό. Κι όλοι έλεγαν πως ήταν τόσο βαθιά τα νερά εκεί, που μπορεί, κι ως αυτή την ώρα που μιλάμε, ο πατέρας να μην έχει φτάσει στον πάτο. 

Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

[ ΤΟ ΣΤΟΙΧΗΜΑ ]

   
   Η οικογένεια της Ελίζας Σόμερς και του Τάο Τσι΄έν έμενε σ' ένα ευρύχωρο και άνετο σπίτι, πιο στέρεο και καλύτερης κατασκευής από τα υπόλοιπα στην Τσάιναταουν. Τριγύρω όλοι μιλούσαν κυρίως καντονέζικα και όλα, από το φαγητό μέχρι τις εφημερίδες, ήταν κενέζικα. Σε αρκετά τετράγωνα απόσταση βρισκόταν η ισπανική συνοικία, όπου η Ελίζα Σόμερς συνήθιζε να τριγυρίζει για την ευχαρίστηση να μιλάει ισπανικά, αλλά η μέρα της περνούσε ανάμεσα σε Αμερικανούς γύρω από την Πλατεία της Ένωσης, όπου βρισκόταν το κομψό τεϊοποτείο της. Με τα γλυκά της είχε από την αρχή βοηθήσει στη συντήρηση της οικογένειας, γιατί μεγάλο μέρος από το εισόδημα του Τάο Τσι΄έν κατέληγε σε ξένα χέρια· τα χρήματα που δεν πήγαιναν στη βοήθεια των φτωχών Κινέζων εργατών όταν αρρώσταιναν ή δυστυχούσαν, μπορούσαν να καταλήξουν στους παράνομους πλειστηριασμούς των σκλαβωμένων κοριτσιών. Η διάσωση αυτών των κοριτσιών από μια ζωή ατίμωσης είχε γίνει ιερή αποστολή του Τάο Τσι΄έν -έτσι το έβλεπε η Ελίζα Σόμερς από την αρχή και το δέχτηκε σαν άλλο ένα χαρακτηριστικό του άντρα της, άλλο ένα λόγο από τους πολλούς που την έκαναν να τον αγαπάει. Έφτιαξε την επιχείρηση του ζαχαροπλαστείου για να μην τον βασανίζει με απαιτήσεις για χρήματα· χρειαζόταν ανεξαρτησία για να δώσει στα παιδιά της την καλύτερη αμερικάνικη μόρφωση, αφού ήθελε ν' αφομοιωθούν εντελώς στις Ηνωμένες Πολιτείες και να ζήσουν χωρίς τους περιορισμούς που υπήρχαν για τους Κινέζους και τους Ισπανόφωνους. Με τη Λυν τα είχε καταφέρει, αλλά με τον Λάκυ τα σχέδιά της απέτυχαν, γιατί ο νεαρός ήταν περήφανος για την καταγωγή του και δεν ήθελε να φύγει από την Τσάιναταουν.
   Η Λυν λάτρευε τον πατέρα της - ήταν αδύνατο να μην αγαπάει κανείς αυτόν τον γλυκό και γεναιόδωρο άνθρωπο- αλλά ντρεπόταν για τη ράτσα της. Συνειδητοποίησε πολύ γρήγορα πως ο μόνος τόπος για τους Κινέζους ήταν η συνοικία τους, γιατί στην υπόλοιπη πόλη τούς σιχαίνονταν. Το αγαπημένο άθλημα των λευκών νεαρών ήταν να πετροβολούν τους Ουράνιους ή να τους κόβουν την κοτσίδα, αφού τους έσπαζαν στο ξύλο. Η Λυν, όπως και η μητέρα της, ζούσε με το ένα πόδι στην Κίνα και με το άλλο στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι δυο τους μιλούσαν μόνο αγγλικά και χτενίζονταν και ντύνονταν με την αμερικάνικη μόδα, αν και μέσα στο σπίτι συνήθιζαν να φοράνε πουκαμίσα και μεταξωτό παντελόνι. Η Λυν, εκτός από τα μακριά κόκαλα και τα σχιστά μάτια, είχε πάρει πολύ λίγα από τον πατέρα της, κι ακόμα πιο λίγα από τη μητέρα της· κανείς δεν ήξερε από πού προερχόταν η σπάνια ομορφιά της. Ποτέ δεν της είχαν επιτρέψει να παίξει στο δρόμο, όπως έκανε ο αδελφός της Λάκυ, γιατί στην Τσάιναταουν οι ενάρετες γυναίκες και οι κοπέλες από καλές οικογένειες ζούσαν εντελώς απομονωμένες. Στις λίγες περιστάσεις που έβγαινε στη συνοικία, κρατούσε το χέρι του πατέρα της και είχε το βλέμμα καρφωμένο καταγής, για να μην προκαλεί το σχεδόν ολοκληρωτικά αρσενικό πλήθος. Και οι δυο τραβούσαν την προσοχή, εκείνη με την ομορφιά της κι εκείνος επειδή ντυνόταν όπως οι Γιάνκηδες. Ο Τάο Τσι΄έν είχε εγκαταλείψει πριν από πολλά χρόνια την παραδοσιακή κοτσίδα των δικών του και είχε κοντά μαλλιά χτενισμένα με μπριγιαντίνη προς τα πίσω, φορούσε άψογο μαύρο κοστούμι, πουκάμισο με κολλαρισμένο γιακά και ψηλό καπέλο. Έξω από την Τσάιναταουν, ωστόσο, η Λυν κυκλοφορούσε εντελώς ελεύθερα, σαν οποιαδήποτε λευκή κοπέλα. Είχε μορφωθεί σ' ένα σχολείο πρεσβυτεριανών, όπου είχε μάθει τα βασικά στοιχεία του χριστιανισμού, που μαζί με την άσκηση του βουδισμού από τον πατέρα της κατέληξαν να την πείσουν πως ο Χριστός είναι μετενσάρκωση του Βούδα. Πήγαινε μόνη για ψώνια, για τα μαθήματα του πιάνου και στα σπίτια των συμμαθητριών της. Τα απογεύματα καθόταν στο τεϊοποτείο της μητέρας της, όπου μελετούσε τα μαθήματά της και διασκέδαζε ξαναδιαβάζοντας τα ρομαντικά μυθιστορήματα που αγόραζε για μερικά σεντς ή που της έστελνε η μεγάλη θεία της Ρόουζ από το Λονδίνο. Άδικα πήγαν οι προσπάθειες της Ελίζας Σόμερς να την κάνει να ενδιαφερθεί για την κουζίνα ή για κάποια άλλη οικιακή δραστηριότητα· η κόρη της δεν έμοιαζε να είναι φτιαγμένη για τις καθημερινές δουλειές.

Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

ΣΤΟΝ ΑΦΡΟ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ


   Αμίλητη και λευκή σα φάντασμα, με το κεφάλι σκυμμένο, τον συντρόφεψε η Ουρανίτσα ως την αυλόπορτα, φέγγοντάς του με το λυχνάρι, ανάμεσα στ' ανθισμένα δένδρα. Βαστούσε το λυχνάρι ψηλά, σαν να ήθελε να κρύψει το πρόσωπό της μες στο σκοτάδι.
   "Αφήνομε υγεία!" είπε ο Γιαννιός. "Να μη στενοχωριέσαι. Απ' το πρώτο λιμάνι θα σας κάνω γράμμα. Και πάλε εδώ είμαστε..."
   Έσκυψε και τη φίλησε κρυφά στο σκοτάδι, ντροπαλός σαν κορίτσι.
   "Καληνύχτα!" είπε η Ουρανίτσα ξερά-ξερά.
   Ήθελε να του πει κατευόδιο, καλή αντάμωση, χίλια λόγια ήθελε να του πει.
   "Καληνύχτα!" ξαναείπε.
   Στάθηκε και τον κοίταξε ως που έστριψε το σοκάκι. Τα βαριά του υποδήματα κτυπούσαν απάνω στα καλντερίμια. Σε λίγο δεν άκουγε τίποτε, μα στεκότανε ακόμα φέγγοντας με το λυχνάρι στον έρημο δρόμο. Έπειτα σήκωσε την ποδιά της στα μάτια, πέρασε στην αυλή ανάμεσ' από τα δένδρα και γύρισε στο σπίτι.
   Δεν είχε περάσει μια βδομάδα που άλλαξαν δαχτυλίδια. Ακόμα δεν τον είχε καλογνωρίσει τον αρραβωνιαστικό της, μα της φαινότανε πως τον γνώριζε χρόνια, τώρα που τον έχανε. 
   "Αυτά έχουνε οι γυναίκες των θαλασσινών" της το είχε ειπεί η μάνα της. Και με όλα αυτά θαλασσινόν ήθελε η Ουρανίτσα. Ήταν παιδί της θάλασσας. Το σόι της ένα σόι μαρινάρων. Πες πως είχε αναστηθεί μες στη θάλασσα. Το σπίτι τους μύριζε κατράμι. Δεν ήταν σπίτι, ήταν καράβι· μόνο τ' άρμενα που του 'λειπαν. Καθώς ήταν απάνω στο γιαλό, όταν έπαιρνε η σοροκάδα, σάλευε αλάκερο σαν να ταξίδευε καταμεσής του πελάγου. Τα κύματα που έσπαζαν στο μώλο, ξέπλεναν τα τζάμια του και θαλάσσωναν το πάτωμα, σαν κουβέρτα καραβιού. Μόνο τ' άρμενα που του 'λειπαν.
   Η νύχτα δεν περνούσε από την ώρα που άφησε υγεία ο Γιαννιός. Τα μεσάνυχτα η σοροκάδα είχε δυναμώσει, χαλούσε κόσμο. Η Ουρανίτσα συντρόφευε τον πατέρα της στο νυχτέρι.
   "Δεν πας να γύρεις, βρε κορίτσι; Για μένα κάθεσαι;"
   "Σ' αφήνει να κοιμηθείς κι αυτή η τρελονοτιά; Λες και θα γκρεμιστεί το σπίτι!" είπε η Ουρανίτσα.
   Ο καπετάν Λαλεχός, ο πατέρας της, δεν καταλάβαινε από γυναίκειους καημούς. 

Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

[ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΓΟΡΓΟΝΑΣ ]

   "Τα μάτια της Γοργόνας! Τα μάτια της Γοργόνας, Παναγιά μου!" έβαλα φωνή γεμάτη έξαψη και ταραχή μόλις πρωταντίκρισα το νεογέννητο ανιψάκι μου. Κορίτσι.
   Αυτό με κοίταζε ήρεμο και σκεπτικό, σαν σοφός ενήλικας, με μάτια ομιλητικά μα και βουβά. Δεν ξέρω πώς, αλλά μου φάνηκε πως εκείνα τα μάτια φύλαγαν κάποια μυστικά. Επτασφράγιστα. Άλλωστε και της άλλης τα μάτια πέρα στην παραλία γεμάτα κρυφές εικόνες και ανάκουστες φωνές έδειχναν. Το νεογνό χορτάτο, φρεσκοπλυμένο, φρεσκοαλλαγμένο, μοσχοβόλαγε. Βύζαγμα και ταλκ, καινούργιας προφανώς κι άγνωστής μου οσμής, κι εκείνη τη μυρωδιά που αναδίνουν όλα τα μωρά και που όταν την οσφραίνεσαι μισονυστάζεις από τη γλύκα και την πραότητα. Η λεχώνα και αδελφή μου είχε ήδη αποκοιμηθεί, με απλωμένα τα ξέπλεκα μαλλιά στα μαξιλάρια και μόλις ακουμπισμένο το δεξιό της χέρι επάνω στο κουβερτάκι του.
   "Τα μάτια της Γοργόνας!" μίλησα χαμηλόφωνα τώρα, απευθυνόμενη στη μητέρα μου που καταγινόταν με κάτι ασπρόρουχα στην άλλη άκρη της κρεβατοκάμαρας.
   Εκείνη με κοίταξε με όψη εμφανώς πιο νεανική και πιο χαρμόσυνη. Μύριζε γλυκό του κουταλιού και σαπούνι "Μασσαλία",  μα μετά τους πρώτους ενθουσιασμούς και τα συχαρίκια άρχισε να με παρατηρεί που δεν ήμουν παρούσα, ως ώφειλα, στον τοκετό της αδελφής μου και πως προς το παρόν παράβλεπε το ατόπημά μου για χάρη του ευτυχούς γεγονότος. Έπειτα με έστειλε στην τραπεζαρία να κεραστώ για τα καλορίζικα. Έτσι καταντροπιασμένη, σαν βρεγμένη γάτα, εγκατέλειψα λεχώνα και νεογέννητο.
   Η αλήθεια είναι ότι είχα όλη την καλή διάθεση να παρασταθώ, κάπως να φανώ χρήσιμη στα γεννητούρια, που τα περίμενα αδημονώντας μέρες. Για το φύλο του μωρού ήμασταν σίγουροι, η κοιλιά της αδελφής μου κοίταζε χαμηλά, προς τα κάτω, χώρια που ξάφνου της είχαν φυτρώσει μια δυο πανάδες στο μέχρι τότε ολοκάθαρο πρόσωπο, και επιπλέον η γιαγιά είχε δοκιμάσει το κόλπο με τα σπόρια από πορτοκάλι: είχε ανάψει φωτιά, την είχε αφήσει να κάψει καλά, να χωνέψει, κι εκεί μέσα έριξε τα κουκούτσια μήπως σκάσουν, οπότε θα είχαμε τον γιο, αλλά αυτά παρέμειναν κλειστά, και τα έξι, και τότε γύρισε κοίταξε την αδελφή μου: 
   "Της καλομάνας το παιδί το πρώτο είναι κορίτσι", της θύμισε τη γνωστή παροιμία, μα είχε μια χροιά στωικότητας η πάντοτε ήσυχη φωνή.

Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

[ ΈΛΛΕΙΨΗ ΣΥΝΕΝΝΟΗΣΗΣ ] - Ε' ΜΕΡΟΣ

   Είχε έρθει μια νοσοκόμα που θα έμενε μέχρι να διαφύγει η Μέγκι εντελώς τον κίνδυνο. Ο γιατρός κι η μαμή έφυγαν, ενώ η Ανν, ο Λούντυ κι ο Αρχιεπίσκοπος πήγαν να δουν τη Μέγκι.
   Έμοιαζε τόσο μικρούλα και εξαντλημένη στο διπλό κρεβάτι που ο Αρχιεπίσκοπος Ραλφ αναγκάστηκε ν' αποθηκεύσει έναν ακόμα ξεχωριστό πόνο στα βάθη του νου του, που θα τον ξεχώνιαζε αργότερα, να τον μελετήσει και να τον αντέξει. Μέγκι, κουρελιασμένη και νικημένη μου Μέγκι... θα σ' αγαπώ πάντα, όμως δεν μπορώ να σου δώσω αυτό που σου έδωσε ο Λιουκ Ο' Νηλ, έστω και με τόση απροθυμία.
   Το ανθρώπινο πλασματάκι που ήταν υπεύθυνο για όλ' αυτά βρισκόταν σ' ένα καλάθι στη γωνιά της κάμαρας και διόλου δε φαινόταν να εκτιμάει την προσοχή που του έδειχναν όσο στέκονταν ολόγυρα κοιτώντας το. Ούρλιαζε γεμάτο θυμό και νεύρα και συνέχιζε να ουρλιάζει δίχως σταματημό. Τέλος, η νοσοκόμα το πήρε μαζί με την κούνια του κι όλα του τα συμπράγκαλα και το πήγε στο δωματιάκι που του είχαν ετοιμάσει για δικό του. 
   "Πάντως τα πνευμόνια της είναι σίγουρα μια χαρά", είπε χαμογελώντας ο Αρχιεπίσκοπος Ραλφ, ενώ καθόταν στην άκρη του κρεβατιού κι έπαιρνε το λευκό χέρι της Μέγκι στα δικά του.
   "Μου φαίνεται πως δεν της αρέσει και πολύ ο κόσμος μας", αποκρίθηκε η Μέγκι αντιγυρίζοντάς του το χαμόγελο. Πόσο μεγαλύτερος φαινόταν! Λυγερός και καλοφτιαγμένος όπως πάντα, μα απίστευτα μεγαλύτερος συνάμα. Στράφηκε στην Ανν και στον Λούντυ και τους άπλωσε το άλλο της χέρι. "Αγαπημένοι μου, καλοί μου φίλοι! Τι θα γινόμουν χωρίς εσάς; Είχαμε κανένα νέο από τον Λιουκ;"
   "Έστειλε ένα τηλεγράφημα και λέει πως έχει πολλή δουλειά και δεν μπορεί να 'ρθει, μα σου εύχεται καλή τύχη".
   "Μεγάλη του καλοσύνη!" είπε η Μέγκι. 

Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

[ ΈΛΛΕΙΨΗ ΣΥΝΕΝΝΟΗΣΗΣ ] - Δ' ΜΕΡΟΣ

  
   Το κομποσκοίνι του και η Σύνοψη βρίσκονταν σ' ένα πλαϊνό τραπεζάκι. Ο Επίσκοπος Ραλφ άπλωσε να πιάσει το κομποσκοίνι κι έτσι που έτρεμαν τα χέρια του έριξε κατά λάθος χάμω τη Σύνοψη. Άνοιξε στη μέση πέφτοντας. Ο Αρχιεπίσκοπος, που ήταν πιο κοντά, τη σήκωσε και κοίταξε με περιέργεια το καφετί ξεραμένο λουλούδι που κάποτε ήταν τριαντάφυλλο.
   "Καταπληκτικό! Γιατί το κρατάς αυτό το πράγμα; Είναι κάποιο ενθύμιο από το σπίτι σου; Από τη μητέρα σου ίσως;"
   Τα μάτια που έβλεπαν πίσω από τις πανουργίες, τις ψευτιές και τις απάτες ήταν καρφωμένα ίσια στα δικά του κι εκείνος δεν πρόφταινε να κρύψει τη συγκίνησή του ή το φόβο του. "Όχι". Έκανε μια γκριμάτσα. "Δεν έχω αναμνηστικά από τη μητέρα μου".
   "Θα πρέπει όμως να σημαίνει πολλά για σένα για να το φυλάς μέσα στις σελίδες του πιο αγαπημένου σου βιβλίου. Πού το βρήκες; Για ποιο πράγμα μιλάει στην καρδιά σου;"
   "Για μια αγάπη τόσο αγνή σαν κι αυτή που έχω για το Θεό μου. Δε μολύνει το βιβλίο μου, Βιτόριο, το τιμάει".
   "Αυτό το υπέθεσα γιατί σε ξέρω. Μα μήπως είναι μια αγάπη που βάζει σε κίνδυνο την αγάπη σου για την Εκκλησία;"
   "Όχι. Ήταν για την Εκκλησία που την απαρνήθηκα, που θα την απαρνιέμαι πάντα. Την έχω ξεπεράσει, έχω προχωρήσει πολύ πιο πέρα απ' όλα αυτά και δεν μπορώ πια να κάνω πίσω".
   "Επιτέλους καταλαβαίνω τη θλίψη σου! Αγαπητέ μου Ραλφ, δεν είναι τόσο άσχημο όσο νομίζεις, πίστεψέ με. Θα κάνεις στη ζωή σου καλό σε πολλούς ανθρώπους, θ' αγαπηθείς από πολλούς ανθρώπους. Κι η κοπέλα, έχοντας τη σιγουριά της αγάπης που υποδηλώνει αυτό το παλιό ενθύμιο, δε θα νιώσει στερημένη ποτέ στη ζωή της. Γιατί κράτησες και την αγάπη μαζί με το τριαντάφυλλο".
   "Φοβάμαι πως δε με καταλαβαίνει καθόλου".
   "Α, όχι, αν την έχεις αγαπήσει έτσι, τότε θα πρόκειται για μια γυναίκα ικανή να καταλάβει. Αλλιώς θα την είχες ξεχάσει και θα 'χες πετάξει από πολύ καιρό το ενθύμιό της".
   "Ήταν κάποιες φορές που γονάτιζα με τις ώρες και προσευχόμουν για να βρω τη δύναμη να μην αφήσω τη θέση μου, να μην τρέξω κοντά της".
   Ο Αρχιεπίσκοπος άφησε την πολύθρόνα κι ήρθε να γονατίσει πλάι στο φίλο του. Εκτός από το Θεό και την Εκκλησία, που τα 'βλεπε σαν δύο έννοιες αξεχώριστες, λίγα πράγματα είχε αγαπήσει τόσο όσο τον όμορφο αυτόν άντρα.
   "Δε θα τα παρατήσεις, Ραλφ, και το ξέρεις πολύ καλά. Ανήκεις στην Εκκλησία, πάντα της ανήκες και πάντα θα της ανήκεις. Για σένα έχει πραγματικά νόημα η αποστολή σου, είσαι φτιαγμένος γι' αυτήν. Έλα να προσευχηθούμε τώρα και να το ξέρεις πως όσο ζω θ' αναφέρω  και το ρόδο σου στις προσευχές μου από δω και πέρα. Ο Αγαπημένος μας Θεός μάς στέλνει πολλές πίκρες και πολλές οδύνες, που πρέπει να μάθουμε να τις αντέχουμε για να κατακτήσουμε την αιωνιότητα, τόσο εσύ όσο κι εγώ".   

Παρασκευή, 12 Μαΐου 2017

[ ΈΛΛΕΙΨΗ ΣΥΝΕΝΝΟΗΣΗΣ] - Γ' ΜΕΡΟΣ

 
    Τον Ιούνη του 1936, κάποια Κυριακή, εμφανίστηκαν μαζί ο Λιουκ κι ο Αρν, μοιάζοντας πολύ ευχαριστημένοι με τον εαυτό τους. Είχαν έρθει, είπαν, να πάρουν τη Μέγκι και να την πάνε να διασκεδάσει στ' αλήθεια, σε μια σκοτσέζικη λαϊκή γιορτή, το "κέιλι". 
   Αντίθετα με τη γενική τάση των εθνικών μειονοτήτων της Αυστραλίας να σκορπίζουν και ν' αφομοιώνονται από τους ντόπιους με τα χρόνια, στη χερσόνησο του Βόρειου Κουήνσλαντ οι μειονότητες διατηρούσαν με πάθος τις παραδόσεις τους -κι οι μειονότητες αυτές ήταν βασικά οι Κινέζοι, οι Ιταλοί, οι Γερμανοί κι οι Σκοτσέζοι-Ιρλανδοί, που αποτελούσαν και το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Έτσι, όταν γινόταν κάποιο κέιλι, κατέφταναν όλοι οι Σκοτσέζοι που ζούσαν στην περιοχή. 
   Για μεγάλη έκπληξη της Μέγκι, ο Λιουκ κι ο Αρν φορούσαν κιλτ, τη λαϊκή σκοτσέζικη φορεσιά, κι ήταν, συλλογίστηκε μόλις κατάφερε να πάρει ξανά μια ανάσα, πανένορφοι κι οι δυο τους. Τίποτε δε φαντάζει πιο αρρενωπό πάνω σ' έναν αρρενωπό άντρα από το κιλτ, γιατί η πλούσια πλισαρισμένη φούστα κυματίζει πίσω και στέκει ολόισια στο μπροστινό φύλλο και το τσαντάκι, που κρέμεται από τη μέση, μοιάζει σαν να βρίσκεται εκεί για να προστατέψει τα λαγόνια τους και κάτω από το μέχρι το γόνατο στρίφωμα προβάλλουν δυνατά, καλοφτιαγμένα πόδια με κάλτσες καρό και παπούτσια με αγκράφες. Έκανε πολύ ζέστη για να βάλουν τις ζακέτες και το σάλι της φορεσιάς κι έτσι είχαν βολευτεί με άσπρα πουκάμισα ανοιχτά στο στήθος, με τα μανίκια ανασηκωμένα μέχρι τους αγκώνες.
   "Τι είν' αυτό το κέιλι;" ρώτησε η Μέγκι την ώρα που ξεκινούσαν.
   "Έτσι λέγεται στα κέλτικα ο μαζωμός, το πανηγύρι".  
    "Κι εσείς γιατί στο καλό φοράτε κιλτ;"
  "Γιατί αλλιώς δε θα μας άφηναν να μπούμε και πηγαίνουμε πάντα έτσι σ' όλα τα κέιλι που γίνονται από το Μπρις ως το Καιρνς".
   "Έτσι, ε; Φαντάζομαι πως θα πρέπει να γίνονται αρκετά, γιατί αλλιώς ο Λιουκ δε θα 'δινε ποτέ τα χρήματα που χρειάζονται για ν' αγοράσει ένα κιλτ. Δεν έχω δίκιο, Αρν;"
   "Κάπου κάπου πρέπει να λασκάρω κι εγώ λιγάκι", έκανε ο Λιουκ με ύφος αμυντικό.