Ποίηση

Ποίηση

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2018

[ΑΝΕΞΙΤΗΛΑ ΣΗΜΑΔΙΑ]

Νοέμβριος 1803 - Φεβρουάριος 1805

Χέτι Σκοτούρα Γκριμκέ
   Ήταν κάποτε μια εποχή στην Αφρική που οι άνθρωποι μπορούσαν να πετάνε. Μου το είπε η μαμά μια νύχτα όταν ήμουν δέκα χρονών. Μου είπε: "Η γιαγιούλα σου το είχε δει με τα μάτια της, Σκοτούρα. Πετούσαν, λέει, πάνω από τα δέντρα και τα σύννεφα. Πετούσαν σαν τους κότσυφες, τα μαυροπούλια. Όταν ήρθαμε εδώ, αφήσαμε αυτή τη μαγεία πίσω μας".
   Η μαμά μου ήταν τετραπέρατη. Δεν έμαθε γραφή κι ανάγνωση όπως εγώ. Όλα όσα ήξερε τα έμαθε μέσα από τις κλεφτές στιγμές οίκτου που γνώρισε στη ζωή της. Κοίταξε το πρόσωπό μου, πώς πλημμύρισε με θλίψη και αμφιβολία, και μου είπε: "Δε με πιστεύεις; Και πού λες ότι τις βρήκες αυτές τις πεταχτές ωμοπλάτες, ε;"
   Και είναι αλήθεια ότι αυτά τα λιπόσαρκα κόκαλα εξείχαν από την πλάτη μου σαν καρουμπαλάκια. Τα χτύπησε με το χέρι της και είπε: "Αυτό είναι ό,τι απέμεινε απ' τις φτερούγες σου. Τώρα σου φαίνονται δυο επίπεδα κόκαλα, αλλά να δεις που θα σου ξαναφυτρώσουν μια μέρα".
   Αλλά είχα κληρονομήσει κι εγώ την εξυπνάδα της μαμάς. Από δέκα χρονών ακόμα ήξερα ότι αυτή η ιστορία για τους ιπτάμενους ανθρώπους ήταν σκέτα φούμαρα. Δεν ήμασταν ξεχωριστά πλάσματα που χάσαμε τη μαγεία μας. Ήμασταν σκλάβοι και δεν θα πηγαίναμε πουθενά. Μόνο αργότερα κατάλαβα τι εννοούσε. Μπορούσαμε στ' αλήθεια να πετάξουμε, αλλά δεν υπήρχε καμιά μαγεία σ' αυτό

   Η καθημερινή ζωή εξελίχτηκε σε κάτι που δεν είχε τρόπο να διορθώσει αυτός ο κόσμος· δούλευα στην πίσω αυλή βράζοντας τα στρωσίδια των σκλάβων, διατηρώντας τη φωτιά κάτω από το καζάνι, με τα μάτια μου να καίνε από τις στάχτες της αλισίβας που σήκωνε ο αέρας. Το πρωινό ήταν κρύο, ο ήλιος έμοιαζε σαν μικρό άσπρο κουμπί ραμμένο σφιχτά στον ουρανό. Τα καλοκαίρια φοράγαμε βαμβακερά ρούχα υφασμένα στο σπίτι πάνω από τα βρακιά μας, αλλά όταν έφτανε ο χειμώνας του Τσάρλεστον, άλλοτε το Νοέμβρη κι άλλοτε το Γενάρη, σαν τεμπέλικο κορίτσι, βάζαμε τους «σάκους» μας -αυτές τις βαριές ποδιές με μανίκια που ήταν φτιαγμένες από χοντρό μαλλί. Τις λέγαμε «σάκους» επειδή έτσι έμοιαζαν, σαν τσουβάλια με μανίκια. Ο δικός μου ήταν αποφόρι και κρεμόταν ως τους αστραγάλους μου. Δε θα μπορούσα να μετρήσω πόσα άπλυτα κορμιά τον είχαν φορέσει πριν από μένα, αλλά κανένα δεν παρέλειψε να τον ποτίσει με τη μυρωδιά του.

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2018

[Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ}

  
    Το 124 ήταν όλο μίσος. Γεμάτο φαρμάκι βρέφους. Οι γυναίκες του σπιτιού το ήξεραν, το ίδιο και τα παιδιά. Για χρόνια, καθένας έβρισκε τον τρόπο του ν' αντέξει το μίσος, όμως μέχρι το 1873, η Σηθ κι η κόρη της Ντένβερ ήταν τα μόνα του θύματα. Η γιαγιά, η Μπέμπα Σαγκς, είχε πεθάνει και οι γιοι, ο Χάουαρντ και ο Μπάγκλαρ, το είχαν σκάσει μόλις έγιναν δεκατριώ χρονώ -μόλις ένας καθρέφτης θρυμματίστηκε στο κοίταγμά του (αυτό ήταν το σινιάλο για τον Μπάγκλαρ)· μόλις δύο αποτυπώματα από μικροσκοπικά χέρια φάνηκαν στο γλυκό (αυτό ήταν για τον Χάουαρντ). Κανένα απ' τ' αγόρια δεν περίμενε να δει περισσότερα· ακόμα μια χύτρα μπιζέλια αδειασμένα σωρό πάνω στο πάτωμα ν' αχνίζουν· τα μπισκότα της σόδας κομματάκια στρωμένα σε γραμμή στο κατώφλι της πόρτας. Δεν περίμεναν καν την εποχή της ανακωχής: τις εβδομάδες, ή ακόμα και μήνες, που όλα ήταν ήρεμα. Όχι. Και οι δύο έφυγαν αμέσως -τη στιγμή που το σπίτι τους χτύπησε με τη μοναδική ύβρι που δεν μπορούσαν ν' αντέξουν ή να παρακολουθήσουν για άλλη μία φορά. Μέσα σε δύο μήνες, στην καρδιά του χειμώνα, αφήνοντας τη γιαγιά τους, την Μπέμπα Σαγκς· τη μητέρα τους Σηθ· και τη μικρή αδερφή τους Ντένβερ, ολομόναχες στο γκριζόλευκο σπίτι της οδού Μπλούστοουν. Τότε δεν είχε αριθμό, το Σινσινάτι δεν είχε φτάσει τόσο μακριά. Στην πραγματικότητα, το Οχάιο αποκαλούνταν πολιτεία από εβδομήντα μόνον χρόνια, όταν πρώτα ο ένας αδερφός κι ύστερα ο άλλος γέμισαν τζίβα τα καπέλα τους, άρπαξαν τα παπούτσια τους και γλίστρησαν μακριά απ' το ζωηρό μίσος που ένιωθε γι' αυτούς το σπίτι.
   Η Μπέμπα Σαγκς δεν σήκωσε καν το κεφάλι. Κατάκοιτη τούς άκουσε να φεύγουν, όμως δεν ήταν αυτός ο λόγος που έμεινε ακίνητη. Απορούσε που άργησαν τόσο οι εγγονοί της να καταλάβουν ότι δεν ήταν όλα τα σπίτια σαν το σπίτι της οδού Μπλούστοουν. Μετέωρη ανάμεσα στη βρομιά της ζωής και την κακία των νεκρών, αδιαφορούσε για το αν θ' άφηνε τη ζωή ή θα τη ζούσε, πόσο μάλλον για το φόβο των δύο αγοριών που νυχοπερπατούσαν. Το παρελθόν ήταν σαν το παρόν της -αβάσταχτο- και καθώς ήξερε ότι ο θάνατος ήταν κάθε άλλο παρά λήθη, έβαλε τη λίγη δύναμη που της απέμενε για να στοχαστεί το χρώμα.
   "Φέρε μου λίγο βιολετί, αν έχεις. Ή, αν δεν έχεις, ροζ".
   Και η Σηθ τής έκανε τη χάρη με οτιδήποτε, από ένα πανί ως την ίδια της τη γλώσσα. Ο χειμώνας στο Οχάιο ήταν πιο σκληρός όταν σου άρεσαν τα χρώματα. Η μόνη συγκίνηση ήταν ο ουρανός κι ήταν πράγματι παράτολμο να βασιστείς στον ορίζοντα του Σινσινάτι για τη μεγάλη απόλαυση της ζωής. Έτσι, η Σηθ και το κορίτσι, η Ντένβερ, έκαναν ό,τι μπορούσαν και ό,τι επέτρεπε το σπίτι. Μαζί ξεκίνησαν έναν απρόθυμο αγώνα στην εξωφρενική συμπεριφορά του χώρου· στ' αναποδογυρισμένα δοχεία με τ' αποπλύματα, στα χτυπήματα στον πισινό, και στις ριπές ξινισμένου αέρα. Γιατί ήξεραν την πηγή της προσβολής, τόσο καλά όσο και την πηγή του φωτός.
   Η Μπέμπα Σαγκς πέθανε λίγο καιρό αφότου έφυγαν τ' αγόρια, χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον για τη δική τους ή τη δική της αναχώρηση, και αμέσως μετά, η Σηθ κι η Ντένβερ αποφάσισαν να σταματήσουν την καταδίωξη και να καλέσουν το φάντασμα που τόσο τις βασάνιζε. Ίσως μια συζήτηση, σκέφτηκαν, ή μια ανταλλαγή απόψεων, ή κάτι να βοηθούσε.

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2018

[ΤΟ ΨΗΛΩΜΑ ΤΟΥ ΝΟΥ]

   
   Μισοπλαγιασμένη κοντά εις την εστίαν, με σφαλιστά τα όμματα, την κεφαλήν ακουμβώσα εις το κράσπεδον της εστίας, το λεγόμενον «φουγοπόδαρον», η θεια-Χαδούλα, η κοινώς Γιαννού η Φράγκισσα, δεν εκοιμάτο, αλλ' εθυσίαζε τον ύπνο πλησίον εις το λίκνον της ασθενούσης μικράς εγγονής της. Όσον δια την λεχώ, την μητέρα του πάσχοντος βρέφους, αύτη προ ολίγου είχεν αποκοιμηθή επί της χθαμαλής, πενιχράς κλίνης της.
   Ο μικρός λύχνος, κρεμαστός, ετρεμόσβηνε κάτω του φατνώματος της εστίας. Έρριπτε σκιάν αντί φωτός εις τα ολίγα πενιχρά έπιπλα, τα οποία εφαίνοντο καθαριώτερα και κοσμιώτερα την νύκτα. Οι τρεις μισοκαϋμένοι δαυλοί, και το μέγα ορθόν κούτσουρον της εστίας, έρριπτον πολλήν στάκτην, ολίγην ανθρακιάν και σπανίως βρέμουσαν φλόγα, κάμνουσαν την γραίαν να ενθυμήται μέσα εις την νύσταν της την απούσαν μικροτέραν κόρην της, την Κρινιώ, ήτις αν ευρίσκετο τώρα εντός του δωματίου, θα υπεψιθύριζε με τόνον λογαοιδικόν: "Αν είναι φίλος, να χαρεί, αν είν' εχθρός, να σκάσει..."
   Η Χαδούλα, η λεγόμενη Φράγκισσα, ή άλλως Φραγκογιαννού, ήτο γυνή σχεδόν εξηκοντούτις, καλοκαμωμένη, με αδρούς χαρακτήρας, με ήθος ανδρικόν, και με δύο μικράς άκρας μύστακος άνω των χειλέων της. Εις τους λογισμούς της, συγκεφαλαιούσα όλην την ζωήν της, έβλεπεν ότι ποτέ δεν είχε κάμει άλλο τίποτε ειμή να υπηρετή τους άλλους. Όταν ήτο παιδίσκη, υπηρέτει τους γονείς της. Όταν υπανδρεύθη, έγινε σκλάβα του συζύγου της -και όμως, ως εκ του χαρακτήρος της και της αδυναμίας εκείνου, ήτο συγχρόνως και κηδεμών αυτού· όταν απέκτησε τέκνα, έγινε δούλα των τέκνων της· όταν τα τέκνα της απέκτησαν τέκνα, έγινε πάλιν δουλεύτρια των εγγόνων της.
   Το νεογνόν είχε γεννηθή προ δύο εβδομάδων. Η μητέρα του είχε κάμει βαρεία λεχωσιά. Ήτο αύτη η κοιμωμένη επί της κλίνης, η πρωτότοκος κόρη της Φραγκογιαννούς, η Δελχαρώ η Τραχήλαινα. Είχαν βιασθεί να το βαπτίσουν την δεκάτην ημέραν επειδή έπασχε δεινώς· είχε κακόν βήχα, κοκκίτην, συνοδευόμενον με σπασμωδικά σχεδόν συμπτώματα. Καθώς εβαπτίσθη, το νήπιον εφάνη να καλυτερεύει ολίγον, την πρώτην βραδιάν, και ο βήχας εκόπασεν επ' ολίγον. Επί πολλάς νύκτας, η Φραγκογιαννού δεν είχε δώσει ύπνον εις τους οφθαλμούς της, ουδέ εις τα βλέφαρά της νυσταγμόν, αγρυπνούσα πλησίον του μικρού πλάσματος, το οποίον ουδ' εφαντάζετο ποίους κόπους επροξένει εις τους άλλους, ουδέ πόσα βάσανα έμελλε να υποφέρη, εάν επέζη, και αυτό. Και δεν ήτο ικανόν να αισθανθή καν την απορίαν, την οποίαν μόνη η μάμμη διετύπωνε κρυφίως μέσα της: "Θε μου, γιατί να έλθη στον κόσμο κι αυτό;"
   Η γραία το ενανούριζε, και θα ήτον ικανή να είπη «τα πάθη της τραγούδια» αποπάνω από την κούνιαν του μικρού. Κατά τας προλαβούσας νύκτας, πράγματι, είχε «παραλογίσει» αναπολούσα όλ' αυτά τα πάθη της εις το πεζόν. Εις εικόνας, εις σκηνάς και εις οράματα, της είχεν επανέλθει εις τον νουν όλος ο βίος της, ο ανωφελής και μάταιος και βαρύς.

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2018

[ ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥ]

   
Το συναπάντημα
   Το Νυχτερέμι δεν είναι και από τα μεγάλα χωριά της Θεσσαλίας. Ριχμένο εκεί, κατά τις εκβολές του Πηνειού, στο γούπατο του πολύκαρπου κάμπου -του κάμπου που απλώνεται τριγωνικός από τις δασωμένες ρίζες του Κισσάβου, έως τα χαμοβούνια του Ολύμπου- μοιάζει με το γειτονικό του Λασποχώρι, δίδυμα νεροστοιχειά, σωστοί Γήταυροι, παραχορτασμένοι με την παχιά χλωροσά κι αποκαρωμένοι από τις μιασματικές αναθυμιάσεις των βάλτων.
   Με τα χαμόσπιτά του, όπου συζούν αρμονικά ζώα και άνθρωποι, με τα βεργοπλεγμένα κιουτσέκια, όπου αποθηκεύεται χειμωνοκαλόκαιρα το αραποσίτι, με το κονάκι του μπέη ψηλό και αγέρωχο στη μέση και την μικρή και περιφρονημένην εκκλησούλα σε μιαν άκρη, έχει την φτωχικήν εκείνη και φοβισμένην έκφραση που έχουν όλα του κάμπου τα χωριά, τα δουλωμένα και τ' ανάξια υπάρξεως.
   Ήταν Κυριακή. Όλοι σχεδόν οι άντρες του χωριού, από τα σύθαμπα που ετελείωσεν η λειτουργία, ήσαν συναγμένοι έξω από το σπιτομάγαζο του Μαγουλά κι έπιασαν ζωηρή ομιλία. Τα γιαπιά -οι χωμάτινες κρεβατωσές, όπου συνήθως περνά τη ζωή του κάθε χωριάτης Θεσσαλός- εψήλωναν ζερβόδεξα στην χαμηλή πόρτα, φρεσκαλειμμένα κι εχρησίμευαν για κάθισμα και για στρώμα τους. Εκεί ξαπλωμένος ο Παπαρρίζος, μικρό κι αδύνατο γεροντάκι με σαγακιένιες σκάλτσες, ατλαζωτή πουκαμίσα κατεβατή έως το γόνα, μαυρομάλλινο καπότο και σκούφια ξεθωριασμένη στο κεφάλι, εκρατούσεν ένα κομμάτι χαρτί κι εδιάβαζε συλλαβιστά και δυνατά καθεμία λέξη του, συντροφεύοντάς την και με κίνημα εξηγηματικό του χεριού του.
   Ο Ραντζάκος ο πάρεδρος, εξηνταχρονίτης, μεγαλόσωμος, με ψαρά μαλλιά και γένεια, με την βράκα και τα πισιλιά, πλαγιασμένος κοντά του, εβοηθούσε τον παπά στο διάβασμα κι εφιλονικούσε πολλές φορές μαζί του, για την πιστήν εξήγηση των λέξεων. Ο Μαγουλάς, σαρανταχρονίτης, καλοδέματος, με την αλατζένια ποδιά εμπρός, όχι τόσο για να προφυλάξει τη μισότριβη βράκα του, όσο για να δειχθεί πως είναι του χωριού ο μοναδικός μπακάλης, με το ένα πόδι επάνω στο γιαπί κι επάνω στο πόδι το χέρι και στο χέρι ακουμπισμένο το κεφάλι, άκουε με προσοχή μεγάλη και γυρίζοντας έλεγε καμμιά λέξη και αυτός εξηγηματική στους άλλους.
   Και οι άλλοι, ο Χαδούλης, ο Μπιρμπίλης, ο Τζουμάς, ο Κράπας και λοιποί, νέοι και γερόντοι, περίγυρα στα χείλη του γιαπιού γονατιστοί, μισοκαθισμένοι, σκυφτοί είτε ολόρθοι, ακουμπισμένοι στα χοντρά τους ραβδιά, με τα μακριά και αχτένιστα μαλλιά πεσμένα γύρω στα χλωμά και κατάξερα πρόσωπά τους, με τις λερές και ξεσκλισμένες από τον ιδρώτα και την πολυκαιρία τραχηλιές, ανοιχτές έως τη μέση, με το στήθος μαύρο, τραχύ, δασωμένο, σαν αδούλευτο χωράφι γεμάτο αγριάγκαθα, με τα βρακιά ξεθωριασμένα και μυριομπαλωμένα, τα πόδια τυλιγμένα στα χοντρά μάλλινα προπόδια και ποδεμένα μ' ένα κομμάτι γουρνοπέτσι, αιώνια υγρό, άκουαν προσεχτικοί και, κατά το άκουσμα, καθενός το πρόσωπον άλλαζε έκφραση και τα μέλη του σώματος θέση.

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2018

[ ΣΕ ΜΙΑ ΝΕΑ ΠΑΤΡΙΔΑ ]

    Ήταν ένας άντρας ως πενήντα χρόνων, ένας κολοσσός. Το ύψος του έφτανε τα δυο μέτρα. Πλάτες φαρδιές, πόδια και χέρια πελώρια, αναλογίες αρμονικές -ούτ' ένα δράμι ξύγκι περιττό. Ξανθός και ροδοκόκκινος, δεν είχε ακόμα δοκιμάσει το ηλιόκαμμα του ελληνικού ουρανού. Παρουσιάστηκε στη Σχολή με στολή εκστρατείας συνταγματάρχη του ποτέ ρωσικού τσαρικού στρατού, πολύ κακοπαθιασμένη. Μια πανάθλια βαλίτσα κρεμόταν απ' το φοβερό χέρι του. Μπαίνοντας στο γραφείο του κ. Διευθυντού στάθηκε προσοχή χτυπώντας τα σπιρούνια, χαιρέτησε στρατιωτικά και αυτοπαρουσιάστηκε:
   "Comte David Borissitch Liapkine, ex colonel de reserve de l' Armée Russe, ex propriétaire foncier!"
   Μιλούσε τα γαλλικά με τη γνωστή τραγουδιστή προφορά των Ρώσων. Τα σταχτιά του μάτια, αγαθά και διαπεραστικά μαζί, κοιτούσαν τον κ. Διευθυντή με ειλικρίνεια. Το αράδιασμα τόσων τίτλων αντήχησε παράξενα μεσ' στους γυμνούς τοίχους του μισοσκότεινου γραφείου· ιδιαίτερα τα δύο «ex», που ειπώθηκαν με έμφαση για τις πρώην καταστάσεις που δηλούσαν. Ύστερ' από πολύμηνη παραμονή στην Αθήνα, στο άδροσο και βουνίσιο πλαίσιο της Αττικής, ο Λιάπκιν ανάσαινε κάποιον αλλιώτικον αέρα στο θεσσαλικό κάμπο, πιο γνώριμο κι αγαπητό. Είδε χωράφια ισόπεδα, απέραντα, σκεπασμένα με βλαστερά δημητριακά· αντίκρυσε ένα ποτάμι πλατύ, που κυλούσε άφθονο νερό ανάμεσα σε δασωμένους όχτους· οσμίστηκε το αψύ πρωινό νότισμα του νιόφυτου σταριού. Και μέσα σε τούτο τον μεγάλο και γόνιμο κάμπο, το καλοστεκούμενο συγκρότημα της Γεωργικής Σχολής του 'φερε στη μνήμη εικόνες της πατρίδας. Κάποια φωνή του 'λεγε μέσα του πως εδώ, στη Θεσσαλία, θα περνούσε ζωή ήσυχη, εργατική κι αμέριμνη, παρόμοια περίπου μ' εκείνη που 'ζησε στη Ρωσία. Έτσι, ξαφνιάστηκε πολύ ευχάριστα όταν άκουσε τον κ. Διευθυντή να του απαντάει ρωσικά.
   Αμέσως, ένα ρεύμα συμπάθειας γεννήθηκε ανάμεσα στους δυο αυτούς ανθρώπους. Ο Λιάπκιν ακούμπησε τη βαλίτσα του, έβγαλε το πηλίκιό του και κάθησε σε μια βαθιά πολυθρόνα. Έλαμπε από ευχαρίστηση η αυστηρά αγαθή μορφή του. Και μέσα στη μισόφωτη και δροσερή κάμαρα -ένα γραφείο προχειροβαλμένο, ανθρώπων που ζουν πιότερο στο ύπαιθρο- ο κ. Διευθυντής κι ο νέος Επιστάτης συνομίλησαν.

Κυριακή, 27 Μαΐου 2018

[ ΛΙΠΟΤΑΚΤΕΣ ]

 Σταυρός, στον Στρυμονικό Κόλπο, 24 Δεκεμβρίου 1918

   Τα σύννεφα ήταν κατεβασμένα κι ένα γλαυκό αμάλγαμα, κάτι ανάμεσα σε ομίχλη και χαμηλή νέφωση, σκέπαζε την κορυφή της δασωμένης πλαγιάς. Αυτή κατέβαινε κάπως απότομα ως την ακτή, εκεί στα πλατάνια που από πάνω τα έβρεχαν τα ρυάκια του βουνού κι από κάτω τα έγλειφαν τα κύματα. Η παραλία του Σταυρού είχε όλο κι όλο ένα κτίριο, διώροφο, που έμοιαζε με παλιό τελωνείο ή φυλάκιο των Οθωμανών. Τα υπόλοιπα ήταν παράγκες, σκέπαστρα για τις βάρκες και χαμηλές αποθήκες με δίχτυα κι όλα τα σκουριάρικα των καραβιών -πίρους, άγκυρες...
   Είχαν ξεκινήσει στοιχισμένοι απ' το χωριό Βρασνά, και απ' την ακτή του βάδιζαν δίπλα στη θάλασσα για το Λιμάνι του Σταυρού. Ένας ολόκληρος κόσμος σε μετακίνηση, το 34ο Σύνταγμα Πεζικού με την πυροβολαρχία του, τα μουλάρια, τα φορτώματα και τους άντρες σιωπηλούς κάτω απ' τη βροχή. Παραμονή Χριστουγέννων του 1918 με το φως του χειμώνα να είναι λιγοστό. Απ' το πρωί ψιλόβρεχε και το κρύο του βουνού, ανάκατο με την αλμύρα της ακτής, κοκκίνιζε τα ξυρισμένα μάγουλα των αντρών.
   Όσο πλησίαζαν στον Σταυρό, η δασωμένη πλαγιά ερχόταν κι αυτή πιο κοντά, όπως κι άλλες παρόμοιες πίσω απ' αυτήν, συνεχόμενες, φύλλα δασωμένου βουνού το ένα πίσω απ' τ' άλλο. Στο μέσο της πρώτης πλαγιάς ξεχώριζαν λίγα σπίτια, ένας πέτρινος τρούλος εκκλησίας, δίπλα του το καμπαναριό, κι αυτό απ' την ίδια πέτρα, που ήταν σαν φάρος στο βουνό. Ένας δρόμος όλος κι όλος ξεκινούσε ανηφορίζοντας απ' τη θάλασσα, διέσχιζε το χωριό κι έφτανε ως τα τελευταία σπίτια στην κορυφή.
   Όσο πλησίαζαν απ' τα Βρασνά στο φυσικό λιμάνι του Σταυρού, η βροχή δυνάμωνε, και αίφνης η εικόνα του μικρού χωριού που σκαρφάλωνε στην πλαγιά έγινε πιο αμυδρή, θάμπωσε, σαν να είχε πρόθεση αυτός ο μικρός οικισμός, σύσσωμος, σύψυχος, με το καμπαναριό, τις πέτρινες στέρνες, τους μαυροντυμένους χωρικούς, τα γελάδια, να αναληφθεί και να χαθεί στα σύννεφα.
   "Κρατάτε βήμα, ρε!" ακούστηκε η φωνή ενός λοχία έξω απ' τον σχηματισμό. "Άντε, λεβέντες μου, να δείξουμε στους Τζόνηδες ότι είμαστε κι εμείς στρατός κι ας έχουν εκείνοι τις λίρες. Εμπρός, ρε, το κεφάλι ψηλά! Κι η βροχούλα καλή είναι, θα σας γυαλίσει το κράνος!"

Σάββατο, 19 Μαΐου 2018

[ ΑΠΩΛΕΙΕΣ]

  
    Μεγάλος -μεγάλος και τρομερός- ήταν αυτός ο χρόνος, χίλια εννιακόσια δεκαοχτώ μετά Χριστόν και ο δεύτερος αφ' ότου άρχισε η Επανάσταση. Το καλοκαίρι πλημμύρισε ήλιο, ο χειμώνας θάφτηκε κάτω από το χιόνι και στον ουρανό, σε ύψος απίστευτο, κρέμονταν δυο αστέρια: ο Αποσπερίτης -η εσπέρια Αφροδίτη- και η κόκκινη τρεμουλιαστή λάμψη του Άρη. 
   Στα χρόνια όμως της ειρήνης, όπως και στα ματωμένα χρόνια, οι μέρες περνούν σα βέλη, κι οι νεαροί Τουρμπίν δεν είδαν μέσα στην αυστηρή παγωνιά που σκλήραινε τη γη να φτάνει ο ασπρομάλλης γερο-Δεκέμβρης. Ω, χριστουγεννιάτικο έλατο, πανάρχαιε πρόγονέ μας, που λάμπεις από χιόνι και ευτυχία! Μάνα, ακτινοβόλα βασίλισσα, πού είσαι;
   Ένα χρόνο από τότε που η Έλενα παντρεύτηκε τον λοχαγό Σέργιο Ιβάνοβιτς Τάλμπεργκ και την ίδια εβδομάδα που ο μεγάλος γιος, ο Αλέξης Βασίλιεβιτς Τουρμπίν, ύστερα από σκληρά χρόνια θητείας, με εκστρατείες και φτώχεια, γύριζε στην Ουκρανία και ξανάβρισκε την Πόλη (1) και το πατρικό σπίτι, ένα άσπρο φέρετρο με τη σωρό της μητέρας κατέβαινε με τραντάγματα την απότομη κατηφοριά της οδού Αλεξέγιεφσκι, προς το Ποντόλ, ως τη μικρή εκκλησία του Καλού Άη-Νικόλα, που είναι πάνω στον Φζβόζα.
   Η κηδεία έγινε τον Μάιο μήνα. Φυλλώματα από κερασιές και ακακίες έκρυβαν σα βαριά κουρτίνα τ' αψιδωτά παράθυρα. Ο πάτερ Αλέξανδρος, ταραγμένος από θλίψη, τραύλιζε πότε χλωμός, πότε κατακόκκινος στο χρυσαφί χρώμα των κεριών, ενώ ο διάκος, με μελανιασμένο πρόσωπο και σβέρκο, αλλά φορτωμένος χρυσάφι ως την άκρη των παπουτσιών του, μουρμούριζε με πένθιμο τόνο το «αιωνία η μνήμη» στη μητέρα που άφηνε τα παιδιά της.

Τρίτη, 1 Μαΐου 2018

[ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ]


 
   Η Βασιλίσα Μαλίγκινα ήταν μια εικοσιοχτάχρονη εργάτρια, που δούλευε σ' ένα πλεκτήριο. Ήταν ένα πραγματικό κορίτσι της πόλης, αδύνατο και με όψη υποσιτιζόμενης, με σγουρά μαλλιά που της τα 'χανε κόψει ύστερα από μια προσβολή τύφου. Με την απλή ρώσικη μπλούζα της και το επίπεδο στήθος της θα την έπαιρνες από μακριά γι' αγόρι.
   Δεν ήταν ακριβώς όμορφη, αλλά είχε τα πιο υπέροχα, εκφραστικά καστανά μάτια: και μόνο να κοίταζαν οι άνθρωποι μέσα σε κείνα τα τρυφερά της μάτια ένιωθαν πιο χαρούμενοι.
   Η Βασιλίσα ήταν κομμουνίστρια κι είχε προσχωρήσει στους μπολσεβίκους όταν είχε ξεσπάσει ο πόλεμος. Απεχθανόταν τον πόλεμο κι, ενώ όλες οι άλλες εργάτριες έφτιαχναν με ζήλο ρούχα για το μέτωπο δουλεύοντας φουριόζικα πέρα απ' το κανονικό ωράριο για τη νίκη της Ρωσίας, η Βασιλίσα τσακωνόταν πεισματάρικα μαζί τους. Ο πόλεμος ήταν μια ματοβαμμένη υπόθεση, έλεγε -ποιος τον χρειαζόταν; Δεν ήταν παρά μόνο βάρος για τους ανθρώπους. Και για όλους εκείνους τους νεαρούς στρατιώτες που πήγαιναν σαν πρόβατα στη σφαγή ήταν μια τέλεια τραγωδία!
   Όσες φορές συναντούσε στους δρόμους ομάδες στρατιωτών να προχωράνε στοιχημένοι στη γραμμή, θα τους γύριζε την πλάτη. Πώς μπορούσαν να βαδίζουν έτσι καμαρωτοί, τραγουδώντας και φωνάζοντας μ' όλη τους τη δύναμη, τραβώντας για το θάνατο σα να 'φευγαν διακοπές! Δεν ήταν αναγκασμένοι να πάνε, θα μπορούσαν εύκολα να το 'χανε αρνηθεί. Και μόνο αν είχαν πει πως δεν ήταν διατεθειμένοι να πάνε να σκοτωθούν ή να σκοτώσουν άλλους ανθρώπους σαν εμάς, δε θα υπήρχε καθόλου πόλεμος.
   Η Βασιλίσα ήτανε διαβασμένη· ο πατέρας της ήταν στοιχειοθέτης και της είχε μάθει να διαβάζει από νωρίς. Αγαπούσε τον Τολστόι, ιδιαίτερα τους θρύλους του.
   Ήταν η μοναδική ειρηνίστρια στο εργαστήριο και θα 'χε χάσει τη δουλειά της, αν δεν είχαν τόσο μεγάλη ανάγκη από εργάτες. Ήδη ο αρχιεργάτης άνοιγε το στόμα του μόνο για να την κατσαδιάσει. Σύντομα έμαθαν όλοι για τις ειρηνιστικές αντιλήψεις της και της έβγαλαν το παρατσούκλι «Τολστοϊκή». Όλες οι άλλες συναδέλφισσές της προσπαθούσαν να την κρατήσουν σε απόσταση, γιατί, στο κάτω - κάτω, μήπως δεν είχε απαρνηθεί την πατρίδα της και προδώσει τη Ρωσία; «Μια χαμένη υπόθεση!» αναστέναζαν κάθε φορά που αναφερόταν τ' όνομά της.
   Δεν είχε περάσει πολύς καιρός όταν η φήμη της έφτασε στ' αυτιά του τοπικού μπολσεβίκου οργανωτή, που έψαξε να τη βρει. Σύντομα ανακάλυψε πως αυτό το κορίτσι ήταν θετικό, σίγουρο για τις ιδέες του και κατάλληλο για κομματική δουλειά. Έτσι σιγά - σιγά η Βασιλίσσα προσέγγισε τους μπολσεβίκους. Όχι βέβαια αμέσως, ούτε αβασάνιστα. Στην αρχή τα τσούγκρισε με τα μέλη της επιτροπής, κάνοντας την μια ερώτηση πάνω στην άλλη και εγκαταλείποντας συνέχεια τις συνελεύσεις εξοργισμένη. Αλλά σιγά - σιγά άρχισε να αντιλαμβάνεται καθαρότερα τη θέση τους και, στο τέλος, ήταν αυτή που πρότεινε ν' αρχίσει να δουλεύει κανονικά γι' αυτούς. Έτσι έγινε μπολσεβίκα η Βασιλίσα.

Σάββατο, 14 Απριλίου 2018

[ OI ΚΥΚΛΟΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ]

   "Σαν τα τρελά πουλιά τον κάνανε τον κόσμο οι καταραμένοι. Σαν τα τρελά πουλιά".
   Για την κυρία Κλειώ καταραμένοι ήταν ο Κάιζερ και η νύφη της η φραντσέζα. Ο Κάιζερ γιατί έκανε τον πόλεμο, η φραντσέζα η νύφη της γιατί έγινε αιτία να βρεθεί εκείνη την εποχή η Αννούλα της στη Ρωσία, να αποκλειστεί από τον πόλεμο και την επανάσταση εκεί, και να τυραννιστεί το παιδί ώσπου να κατορθώσει να γυρίσει πίσω στο σπίτι του, στην Πόλη. Και τώρα που γύρισε, τι να κάνει, που βρήκε το σπίτι τους διαλυμένο, τη γιαγιά της νεκρή, το γραφείο του θειού της κλειστό, και την Πόλη γεμάτη Ρώσους πρόσφυγες; Καταστροφή. Τι θα φάνε; Και πού δουλειά;
   Κάθεται κουλουριασμένη η κυρία Κλειώ στην κόχη του μιντεριού με τη Μαλβίνα στην αγκαλιά της για ζεστασιά. Η χόβολη του μαγκαλιού δεν είναι αρκετή για να ζεστάνει το δωμάτιο. Χώνει τα χέρια της κάτω απ' την κοιλιά της γάτας για να τα ζεστάνει. Πρέπει πάλι να πουλήσουν κάτι για ν' αγοράσουν κάρβουνα. 
   Στην κόχη του μιντεριού κάθεται η μεγαλύτερη αδερφή της Κλειώς, η Αγαθώ, με τον Ασλάν στην αγκαλιά της. Γκρίζος μαλλιαρός γάταρος ο Ασλάν. Ωραίο ζώο. Μάτια σμαράγδια. Χαϊδεύει τον Ασλάν και ο νους της είναι στα παιδιά της. Δυο γιους τους έχει, και οι δυο λείπουν στο εξωτερικό, στο Γιοχάνεσμπουργκ. Τους φευγάτισε τότες το '14 απ' την Πόλη για να γλιτώσουν από το τούρκικο στρατιωτικό, και να τώρα που πήρε γράμμα τους από τη Νότια Αφρική και ετοιμάζεται να πάει να τους ανταμώσει. Σαν τα τρελά πουλιά τους κάναν τους ανθρώπους, ο ένας στη μια άκρη του κόσμου βρέθηκε, ο άλλος στην άλλη. Πρώτα δε σκορπιόταν έτσι ο κόσμος. Έπειτα, οι πόλεμοι γίνουνταν στα βουνά και στα λαγκάδια, όχι μέσα στις πολιτείες.
   "Θυμάσαι, βρε Κλειώ, τότε στο ρωσοτουρκικό, που είδες ένα ρώσο στρατιώτη καθισμένο ανακούρκουδα πίσω από ένα θάμνο έξω στα τσαΐρια που είχες πάει για χόρτα;"
   "Μπρε πού τον θυμήθηκες, Αγαθώ, και με κάνεις τώρα να γελάσω;"
   "Αμ τον Επαμεινώντα, που έφυγε τότες απ' την Πόλη το '97 στον ελληνοτουρκικό, να πάει να πολεμήσει, κι ώσπου να πάει στην Αθήνα να καταχτεί οι Τούρκοι είχαν φτάσει στη Λαμία;"
   "Ναι, μπρε. Οι πόλεμοι τότες γίνουνταν εκεί που ανταμώνουν οι στρατοί. Δεν πέφταν μπόμπες απ' τον ουρανό μέσα στα σπίτια του κόσμου. Δεν ξεσπιτώνουνταν ο κοσμάκης έτσι εύκολα".

Τρίτη, 10 Απριλίου 2018

[ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΑΡΧΟΝΤΙΑΣ ]

   Η Κατίνα άνοιξε τα παράθυρά της. Τι θέα η θέα της θάλασσας! Ποτέ δεν κουράζεσαι να τη θωρείς. Ποτέ δε σε απογοητεύει. Το καραμαναίικο σπίτι ήταν πάνω στο Και, στην προκυμαία, μαζί με όλα τα πλουσιόσπιτα. Οι Σμυρνιοί συναγωνίζονταν μεταξύ τους ποιος θα φτιάξει το καλύτερο σπίτι.
   Είχε χώρους για τους μπάλους, χώρους για τις βεγγέρες, μια τραπεζαρία για το πρωί, άλλη για το βράδυ. Άτρια εσωτερικά, με νερά και λουλούδια. Γκαλερία για τα ζώα και τις άμαξες. Σαν πέρναγες από την πόρτα, έμπαινες στην αυλή. Στα δεξιά και τ' αριστερά της, δυο μαρκίζες Μπουλ στόλιζαν την είσοδο. Δίπλα τους ήταν τοποθετημένα δυο τεράστια καντηλέρια, στηριγμένα σε βαριές χρυσές βάσεις. Σαν είχανε βεγγέρα ή σουαρέ ντανσάντ, βραδιές χορού, τα καντηλέρια ολοφώτιστα, τα κρατούσαν δυο λακέδες όρθιοι. Σαν πέρναγες την αυλή (1) ξεχυνόταν μια σκάλα που χώριζε στα δύο κι ανέβαινε από δεξιά κι από αριστερά στις κάμαρες. Και μπροστά σου, ήταν τα σαλόνια. Το πράσινο αριστερά, με καναπέδες και χρυσά κρόσια στις μπορντούρες των πολυθρονών. Το κόκκινο δεξιά. Μπροστά, μια γκαλερία με αρκάδες, έβγαζε στο εσωτερικό προαύλιο. Οι πόρτες οδηγούσαν στα δωμάτια. Του χορού, της μουσικής, της βιβλιοθήκης, στο ιδιαίτερο του Κωνσταντίνου, του Σύριου, του Δημοσθένη.
   "Το δικό σου ιδιαίτερο πού είναι;" ρώτησε ειρωνικά η Λευκοθέα για να τη θίξει, καθώς η Κατίνα την ξεναγούσε στο αρχοντικό.
   "Μη σκας κι όλα λογάριαζέ τα δικά μου", απάντησε η άλλη, που έπιασε τον υπαινιγμό. 
   Κι άλλες πόρτες κι άλλα δωμάτια. Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι πολτρέτα και κάδρα με θέματα, που άλλα ήθελες να τα βλέπεις, άλλα σε τρόμαζαν. Οι Καραμαναίοι είπαν σε κάποια στιγμή πως τα τρομακτικά ήταν πιο ακριβά. Ένας χτυπημένος γυμνός κατάκοιτος με αίματα στα στήθια κι ένα σάβανο στα γοφά του να παρακαλάει έντρομος έναν όρθιο με φουστίτσα και σπαθί να μην τον ξεκοιλιάσει. Άλλος με δέκα νοματαίους, με τριγωνικά μουσάκια, κατάμαυρα ρούχα και κολαρογιακάδες φραμπαλαδέ ν' ακουμπάνε σε ένα τραπέζι τα χέρια τους σταυρωτά.
   "Να μου λείπει" σκεφτόταν η Κατίνα. "Εγώ, μάτια μου, το βλέπω αυτό κι ανατριχιάζομαι. Να μου το χαρίζανε στο μαχαλά δε θα το έπαιρνα. Όχι και να δώκω του κόσμου τσι παράδες αποπάνω".
   Ή το άλλο, με τον Εσταυρωμένο όρθιο και σκελετωμένο, με κάτι μούτρα μαυριδερά και δωσ' του πάλι ένα τριγωνικό μουσάκι.
   "Μα αν είχε τέτοια μούτρα, μάνα, ο Χριστός, μόλις έσκαγε μύτη στις γειτονιές θα 'τρεχαν όλοι να κρυφτούν. Χα χα χα. Και τον λέγανε Ιησού, όχι Γκρέκο, άκου Γκρέκο! Για πέρδικα (2) τον περάσανε; Χα χα χα".