Ποίηση

Ποίηση

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2018

[ ΣΕ ΜΙΑ ΝΕΑ ΠΑΤΡΙΔΑ ]

    Ήταν ένας άντρας ως πενήντα χρόνων, ένας κολοσσός. Το ύψος του έφτανε τα δυο μέτρα. Πλάτες φαρδιές, πόδια και χέρια πελώρια, αναλογίες αρμονικές -ούτ' ένα δράμι ξύγκι περιττό. Ξανθός και ροδοκόκκινος, δεν είχε ακόμα δοκιμάσει το ηλιόκαμμα του ελληνικού ουρανού. Παρουσιάστηκε στη Σχολή με στολή εκστρατείας συνταγματάρχη του ποτέ ρωσικού τσαρικού στρατού, πολύ κακοπαθιασμένη. Μια πανάθλια βαλίτσα κρεμόταν απ' το φοβερό χέρι του. Μπαίνοντας στο γραφείο του κ. Διευθυντού στάθηκε προσοχή χτυπώντας τα σπιρούνια, χαιρέτησε στρατιωτικά και αυτοπαρουσιάστηκε:
   "Comte David Borissitch Liapkine, ex colonel de reserve de l' Armée Russe, ex propriétaire foncier!"
   Μιλούσε τα γαλλικά με τη γνωστή τραγουδιστή προφορά των Ρώσων. Τα σταχτιά του μάτια, αγαθά και διαπεραστικά μαζί, κοιτούσαν τον κ. Διευθυντή με ειλικρίνεια. Το αράδιασμα τόσων τίτλων αντήχησε παράξενα μεσ' στους γυμνούς τοίχους του μισοσκότεινου γραφείου· ιδιαίτερα τα δύο «ex», που ειπώθηκαν με έμφαση για τις πρώην καταστάσεις που δηλούσαν. Ύστερ' από πολύμηνη παραμονή στην Αθήνα, στο άδροσο και βουνίσιο πλαίσιο της Αττικής, ο Λιάπκιν ανάσαινε κάποιον αλλιώτικον αέρα στο θεσσαλικό κάμπο, πιο γνώριμο κι αγαπητό. Είδε χωράφια ισόπεδα, απέραντα, σκεπασμένα με βλαστερά δημητριακά· αντίκρυσε ένα ποτάμι πλατύ, που κυλούσε άφθονο νερό ανάμεσα σε δασωμένους όχτους· οσμίστηκε το αψύ πρωινό νότισμα του νιόφυτου σταριού. Και μέσα σε τούτο τον μεγάλο και γόνιμο κάμπο, το καλοστεκούμενο συγκρότημα της Γεωργικής Σχολής του 'φερε στη μνήμη εικόνες της πατρίδας. Κάποια φωνή του 'λεγε μέσα του πως εδώ, στη Θεσσαλία, θα περνούσε ζωή ήσυχη, εργατική κι αμέριμνη, παρόμοια περίπου μ' εκείνη που 'ζησε στη Ρωσία. Έτσι, ξαφνιάστηκε πολύ ευχάριστα όταν άκουσε τον κ. Διευθυντή να του απαντάει ρωσικά.
   Αμέσως, ένα ρεύμα συμπάθειας γεννήθηκε ανάμεσα στους δυο αυτούς ανθρώπους. Ο Λιάπκιν ακούμπησε τη βαλίτσα του, έβγαλε το πηλίκιό του και κάθησε σε μια βαθιά πολυθρόνα. Έλαμπε από ευχαρίστηση η αυστηρά αγαθή μορφή του. Και μέσα στη μισόφωτη και δροσερή κάμαρα -ένα γραφείο προχειροβαλμένο, ανθρώπων που ζουν πιότερο στο ύπαιθρο- ο κ. Διευθυντής κι ο νέος Επιστάτης συνομίλησαν.

Κυριακή, 27 Μαΐου 2018

[ ΛΙΠΟΤΑΚΤΕΣ ]

 Σταυρός, στον Στρυμονικό Κόλπο, 24 Δεκεμβρίου 1918

   Τα σύννεφα ήταν κατεβασμένα κι ένα γλαυκό αμάλγαμα, κάτι ανάμεσα σε ομίχλη και χαμηλή νέφωση, σκέπαζε την κορυφή της δασωμένης πλαγιάς. Αυτή κατέβαινε κάπως απότομα ως την ακτή, εκεί στα πλατάνια που από πάνω τα έβρεχαν τα ρυάκια του βουνού κι από κάτω τα έγλειφαν τα κύματα. Η παραλία του Σταυρού είχε όλο κι όλο ένα κτίριο, διώροφο, που έμοιαζε με παλιό τελωνείο ή φυλάκιο των Οθωμανών. Τα υπόλοιπα ήταν παράγκες, σκέπαστρα για τις βάρκες και χαμηλές αποθήκες με δίχτυα κι όλα τα σκουριάρικα των καραβιών -πίρους, άγκυρες...
   Είχαν ξεκινήσει στοιχισμένοι απ' το χωριό Βρασνά, και απ' την ακτή του βάδιζαν δίπλα στη θάλασσα για το Λιμάνι του Σταυρού. Ένας ολόκληρος κόσμος σε μετακίνηση, το 34ο Σύνταγμα Πεζικού με την πυροβολαρχία του, τα μουλάρια, τα φορτώματα και τους άντρες σιωπηλούς κάτω απ' τη βροχή. Παραμονή Χριστουγέννων του 1918 με το φως του χειμώνα να είναι λιγοστό. Απ' το πρωί ψιλόβρεχε και το κρύο του βουνού, ανάκατο με την αλμύρα της ακτής, κοκκίνιζε τα ξυρισμένα μάγουλα των αντρών.
   Όσο πλησίαζαν στον Σταυρό, η δασωμένη πλαγιά ερχόταν κι αυτή πιο κοντά, όπως κι άλλες παρόμοιες πίσω απ' αυτήν, συνεχόμενες, φύλλα δασωμένου βουνού το ένα πίσω απ' τ' άλλο. Στο μέσο της πρώτης πλαγιάς ξεχώριζαν λίγα σπίτια, ένας πέτρινος τρούλος εκκλησίας, δίπλα του το καμπαναριό, κι αυτό απ' την ίδια πέτρα, που ήταν σαν φάρος στο βουνό. Ένας δρόμος όλος κι όλος ξεκινούσε ανηφορίζοντας απ' τη θάλασσα, διέσχιζε το χωριό κι έφτανε ως τα τελευταία σπίτια στην κορυφή.
   Όσο πλησίαζαν απ' τα Βρασνά στο φυσικό λιμάνι του Σταυρού, η βροχή δυνάμωνε, και αίφνης η εικόνα του μικρού χωριού που σκαρφάλωνε στην πλαγιά έγινε πιο αμυδρή, θάμπωσε, σαν να είχε πρόθεση αυτός ο μικρός οικισμός, σύσσωμος, σύψυχος, με το καμπαναριό, τις πέτρινες στέρνες, τους μαυροντυμένους χωρικούς, τα γελάδια, να αναληφθεί και να χαθεί στα σύννεφα.
   "Κρατάτε βήμα, ρε!" ακούστηκε η φωνή ενός λοχία έξω απ' τον σχηματισμό. "Άντε, λεβέντες μου, να δείξουμε στους Τζόνηδες ότι είμαστε κι εμείς στρατός κι ας έχουν εκείνοι τις λίρες. Εμπρός, ρε, το κεφάλι ψηλά! Κι η βροχούλα καλή είναι, θα σας γυαλίσει το κράνος!"

Σάββατο, 19 Μαΐου 2018

[ ΑΠΩΛΕΙΕΣ]

  
    Μεγάλος -μεγάλος και τρομερός- ήταν αυτός ο χρόνος, χίλια εννιακόσια δεκαοχτώ μετά Χριστόν και ο δεύτερος αφ' ότου άρχισε η Επανάσταση. Το καλοκαίρι πλημμύρισε ήλιο, ο χειμώνας θάφτηκε κάτω από το χιόνι και στον ουρανό, σε ύψος απίστευτο, κρέμονταν δυο αστέρια: ο Αποσπερίτης -η εσπέρια Αφροδίτη- και η κόκκινη τρεμουλιαστή λάμψη του Άρη. 
   Στα χρόνια όμως της ειρήνης, όπως και στα ματωμένα χρόνια, οι μέρες περνούν σα βέλη, κι οι νεαροί Τουρμπίν δεν είδαν μέσα στην αυστηρή παγωνιά που σκλήραινε τη γη να φτάνει ο ασπρομάλλης γερο-Δεκέμβρης. Ω, χριστουγεννιάτικο έλατο, πανάρχαιε πρόγονέ μας, που λάμπεις από χιόνι και ευτυχία! Μάνα, ακτινοβόλα βασίλισσα, πού είσαι;
   Ένα χρόνο από τότε που η Έλενα παντρεύτηκε τον λοχαγό Σέργιο Ιβάνοβιτς Τάλμπεργκ και την ίδια εβδομάδα που ο μεγάλος γιος, ο Αλέξης Βασίλιεβιτς Τουρμπίν, ύστερα από σκληρά χρόνια θητείας, με εκστρατείες και φτώχεια, γύριζε στην Ουκρανία και ξανάβρισκε την Πόλη (1) και το πατρικό σπίτι, ένα άσπρο φέρετρο με τη σωρό της μητέρας κατέβαινε με τραντάγματα την απότομη κατηφοριά της οδού Αλεξέγιεφσκι, προς το Ποντόλ, ως τη μικρή εκκλησία του Καλού Άη-Νικόλα, που είναι πάνω στον Φζβόζα.
   Η κηδεία έγινε τον Μάιο μήνα. Φυλλώματα από κερασιές και ακακίες έκρυβαν σα βαριά κουρτίνα τ' αψιδωτά παράθυρα. Ο πάτερ Αλέξανδρος, ταραγμένος από θλίψη, τραύλιζε πότε χλωμός, πότε κατακόκκινος στο χρυσαφί χρώμα των κεριών, ενώ ο διάκος, με μελανιασμένο πρόσωπο και σβέρκο, αλλά φορτωμένος χρυσάφι ως την άκρη των παπουτσιών του, μουρμούριζε με πένθιμο τόνο το «αιωνία η μνήμη» στη μητέρα που άφηνε τα παιδιά της.

Τρίτη, 1 Μαΐου 2018

[ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ]


 
   Η Βασιλίσα Μαλίγκινα ήταν μια εικοσιοχτάχρονη εργάτρια, που δούλευε σ' ένα πλεκτήριο. Ήταν ένα πραγματικό κορίτσι της πόλης, αδύνατο και με όψη υποσιτιζόμενης, με σγουρά μαλλιά που της τα 'χανε κόψει ύστερα από μια προσβολή τύφου. Με την απλή ρώσικη μπλούζα της και το επίπεδο στήθος της θα την έπαιρνες από μακριά γι' αγόρι.
   Δεν ήταν ακριβώς όμορφη, αλλά είχε τα πιο υπέροχα, εκφραστικά καστανά μάτια: και μόνο να κοίταζαν οι άνθρωποι μέσα σε κείνα τα τρυφερά της μάτια ένιωθαν πιο χαρούμενοι.
   Η Βασιλίσα ήταν κομμουνίστρια κι είχε προσχωρήσει στους μπολσεβίκους όταν είχε ξεσπάσει ο πόλεμος. Απεχθανόταν τον πόλεμο κι, ενώ όλες οι άλλες εργάτριες έφτιαχναν με ζήλο ρούχα για το μέτωπο δουλεύοντας φουριόζικα πέρα απ' το κανονικό ωράριο για τη νίκη της Ρωσίας, η Βασιλίσα τσακωνόταν πεισματάρικα μαζί τους. Ο πόλεμος ήταν μια ματοβαμμένη υπόθεση, έλεγε -ποιος τον χρειαζόταν; Δεν ήταν παρά μόνο βάρος για τους ανθρώπους. Και για όλους εκείνους τους νεαρούς στρατιώτες που πήγαιναν σαν πρόβατα στη σφαγή ήταν μια τέλεια τραγωδία!
   Όσες φορές συναντούσε στους δρόμους ομάδες στρατιωτών να προχωράνε στοιχημένοι στη γραμμή, θα τους γύριζε την πλάτη. Πώς μπορούσαν να βαδίζουν έτσι καμαρωτοί, τραγουδώντας και φωνάζοντας μ' όλη τους τη δύναμη, τραβώντας για το θάνατο σα να 'φευγαν διακοπές! Δεν ήταν αναγκασμένοι να πάνε, θα μπορούσαν εύκολα να το 'χανε αρνηθεί. Και μόνο αν είχαν πει πως δεν ήταν διατεθειμένοι να πάνε να σκοτωθούν ή να σκοτώσουν άλλους ανθρώπους σαν εμάς, δε θα υπήρχε καθόλου πόλεμος.
   Η Βασιλίσα ήτανε διαβασμένη· ο πατέρας της ήταν στοιχειοθέτης και της είχε μάθει να διαβάζει από νωρίς. Αγαπούσε τον Τολστόι, ιδιαίτερα τους θρύλους του.
   Ήταν η μοναδική ειρηνίστρια στο εργαστήριο και θα 'χε χάσει τη δουλειά της, αν δεν είχαν τόσο μεγάλη ανάγκη από εργάτες. Ήδη ο αρχιεργάτης άνοιγε το στόμα του μόνο για να την κατσαδιάσει. Σύντομα έμαθαν όλοι για τις ειρηνιστικές αντιλήψεις της και της έβγαλαν το παρατσούκλι «Τολστοϊκή». Όλες οι άλλες συναδέλφισσές της προσπαθούσαν να την κρατήσουν σε απόσταση, γιατί, στο κάτω - κάτω, μήπως δεν είχε απαρνηθεί την πατρίδα της και προδώσει τη Ρωσία; «Μια χαμένη υπόθεση!» αναστέναζαν κάθε φορά που αναφερόταν τ' όνομά της.
   Δεν είχε περάσει πολύς καιρός όταν η φήμη της έφτασε στ' αυτιά του τοπικού μπολσεβίκου οργανωτή, που έψαξε να τη βρει. Σύντομα ανακάλυψε πως αυτό το κορίτσι ήταν θετικό, σίγουρο για τις ιδέες του και κατάλληλο για κομματική δουλειά. Έτσι σιγά - σιγά η Βασιλίσσα προσέγγισε τους μπολσεβίκους. Όχι βέβαια αμέσως, ούτε αβασάνιστα. Στην αρχή τα τσούγκρισε με τα μέλη της επιτροπής, κάνοντας την μια ερώτηση πάνω στην άλλη και εγκαταλείποντας συνέχεια τις συνελεύσεις εξοργισμένη. Αλλά σιγά - σιγά άρχισε να αντιλαμβάνεται καθαρότερα τη θέση τους και, στο τέλος, ήταν αυτή που πρότεινε ν' αρχίσει να δουλεύει κανονικά γι' αυτούς. Έτσι έγινε μπολσεβίκα η Βασιλίσα.

Σάββατο, 14 Απριλίου 2018

[ OI ΚΥΚΛΟΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ]

   "Σαν τα τρελά πουλιά τον κάνανε τον κόσμο οι καταραμένοι. Σαν τα τρελά πουλιά".
   Για την κυρία Κλειώ καταραμένοι ήταν ο Κάιζερ και η νύφη της η φραντσέζα. Ο Κάιζερ γιατί έκανε τον πόλεμο, η φραντσέζα η νύφη της γιατί έγινε αιτία να βρεθεί εκείνη την εποχή η Αννούλα της στη Ρωσία, να αποκλειστεί από τον πόλεμο και την επανάσταση εκεί, και να τυραννιστεί το παιδί ώσπου να κατορθώσει να γυρίσει πίσω στο σπίτι του, στην Πόλη. Και τώρα που γύρισε, τι να κάνει, που βρήκε το σπίτι τους διαλυμένο, τη γιαγιά της νεκρή, το γραφείο του θειού της κλειστό, και την Πόλη γεμάτη Ρώσους πρόσφυγες; Καταστροφή. Τι θα φάνε; Και πού δουλειά;
   Κάθεται κουλουριασμένη η κυρία Κλειώ στην κόχη του μιντεριού με τη Μαλβίνα στην αγκαλιά της για ζεστασιά. Η χόβολη του μαγκαλιού δεν είναι αρκετή για να ζεστάνει το δωμάτιο. Χώνει τα χέρια της κάτω απ' την κοιλιά της γάτας για να τα ζεστάνει. Πρέπει πάλι να πουλήσουν κάτι για ν' αγοράσουν κάρβουνα. 
   Στην κόχη του μιντεριού κάθεται η μεγαλύτερη αδερφή της Κλειώς, η Αγαθώ, με τον Ασλάν στην αγκαλιά της. Γκρίζος μαλλιαρός γάταρος ο Ασλάν. Ωραίο ζώο. Μάτια σμαράγδια. Χαϊδεύει τον Ασλάν και ο νους της είναι στα παιδιά της. Δυο γιους τους έχει, και οι δυο λείπουν στο εξωτερικό, στο Γιοχάνεσμπουργκ. Τους φευγάτισε τότες το '14 απ' την Πόλη για να γλιτώσουν από το τούρκικο στρατιωτικό, και να τώρα που πήρε γράμμα τους από τη Νότια Αφρική και ετοιμάζεται να πάει να τους ανταμώσει. Σαν τα τρελά πουλιά τους κάναν τους ανθρώπους, ο ένας στη μια άκρη του κόσμου βρέθηκε, ο άλλος στην άλλη. Πρώτα δε σκορπιόταν έτσι ο κόσμος. Έπειτα, οι πόλεμοι γίνουνταν στα βουνά και στα λαγκάδια, όχι μέσα στις πολιτείες.
   "Θυμάσαι, βρε Κλειώ, τότε στο ρωσοτουρκικό, που είδες ένα ρώσο στρατιώτη καθισμένο ανακούρκουδα πίσω από ένα θάμνο έξω στα τσαΐρια που είχες πάει για χόρτα;"
   "Μπρε πού τον θυμήθηκες, Αγαθώ, και με κάνεις τώρα να γελάσω;"
   "Αμ τον Επαμεινώντα, που έφυγε τότες απ' την Πόλη το '97 στον ελληνοτουρκικό, να πάει να πολεμήσει, κι ώσπου να πάει στην Αθήνα να καταχτεί οι Τούρκοι είχαν φτάσει στη Λαμία;"
   "Ναι, μπρε. Οι πόλεμοι τότες γίνουνταν εκεί που ανταμώνουν οι στρατοί. Δεν πέφταν μπόμπες απ' τον ουρανό μέσα στα σπίτια του κόσμου. Δεν ξεσπιτώνουνταν ο κοσμάκης έτσι εύκολα".

Τρίτη, 10 Απριλίου 2018

[ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΑΡΧΟΝΤΙΑΣ ]

   Η Κατίνα άνοιξε τα παράθυρά της. Τι θέα η θέα της θάλασσας! Ποτέ δεν κουράζεσαι να τη θωρείς. Ποτέ δε σε απογοητεύει. Το καραμαναίικο σπίτι ήταν πάνω στο Και, στην προκυμαία, μαζί με όλα τα πλουσιόσπιτα. Οι Σμυρνιοί συναγωνίζονταν μεταξύ τους ποιος θα φτιάξει το καλύτερο σπίτι.
   Είχε χώρους για τους μπάλους, χώρους για τις βεγγέρες, μια τραπεζαρία για το πρωί, άλλη για το βράδυ. Άτρια εσωτερικά, με νερά και λουλούδια. Γκαλερία για τα ζώα και τις άμαξες. Σαν πέρναγες από την πόρτα, έμπαινες στην αυλή. Στα δεξιά και τ' αριστερά της, δυο μαρκίζες Μπουλ στόλιζαν την είσοδο. Δίπλα τους ήταν τοποθετημένα δυο τεράστια καντηλέρια, στηριγμένα σε βαριές χρυσές βάσεις. Σαν είχανε βεγγέρα ή σουαρέ ντανσάντ, βραδιές χορού, τα καντηλέρια ολοφώτιστα, τα κρατούσαν δυο λακέδες όρθιοι. Σαν πέρναγες την αυλή (1) ξεχυνόταν μια σκάλα που χώριζε στα δύο κι ανέβαινε από δεξιά κι από αριστερά στις κάμαρες. Και μπροστά σου, ήταν τα σαλόνια. Το πράσινο αριστερά, με καναπέδες και χρυσά κρόσια στις μπορντούρες των πολυθρονών. Το κόκκινο δεξιά. Μπροστά, μια γκαλερία με αρκάδες, έβγαζε στο εσωτερικό προαύλιο. Οι πόρτες οδηγούσαν στα δωμάτια. Του χορού, της μουσικής, της βιβλιοθήκης, στο ιδιαίτερο του Κωνσταντίνου, του Σύριου, του Δημοσθένη.
   "Το δικό σου ιδιαίτερο πού είναι;" ρώτησε ειρωνικά η Λευκοθέα για να τη θίξει, καθώς η Κατίνα την ξεναγούσε στο αρχοντικό.
   "Μη σκας κι όλα λογάριαζέ τα δικά μου", απάντησε η άλλη, που έπιασε τον υπαινιγμό. 
   Κι άλλες πόρτες κι άλλα δωμάτια. Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι πολτρέτα και κάδρα με θέματα, που άλλα ήθελες να τα βλέπεις, άλλα σε τρόμαζαν. Οι Καραμαναίοι είπαν σε κάποια στιγμή πως τα τρομακτικά ήταν πιο ακριβά. Ένας χτυπημένος γυμνός κατάκοιτος με αίματα στα στήθια κι ένα σάβανο στα γοφά του να παρακαλάει έντρομος έναν όρθιο με φουστίτσα και σπαθί να μην τον ξεκοιλιάσει. Άλλος με δέκα νοματαίους, με τριγωνικά μουσάκια, κατάμαυρα ρούχα και κολαρογιακάδες φραμπαλαδέ ν' ακουμπάνε σε ένα τραπέζι τα χέρια τους σταυρωτά.
   "Να μου λείπει" σκεφτόταν η Κατίνα. "Εγώ, μάτια μου, το βλέπω αυτό κι ανατριχιάζομαι. Να μου το χαρίζανε στο μαχαλά δε θα το έπαιρνα. Όχι και να δώκω του κόσμου τσι παράδες αποπάνω".
   Ή το άλλο, με τον Εσταυρωμένο όρθιο και σκελετωμένο, με κάτι μούτρα μαυριδερά και δωσ' του πάλι ένα τριγωνικό μουσάκι.
   "Μα αν είχε τέτοια μούτρα, μάνα, ο Χριστός, μόλις έσκαγε μύτη στις γειτονιές θα 'τρεχαν όλοι να κρυφτούν. Χα χα χα. Και τον λέγανε Ιησού, όχι Γκρέκο, άκου Γκρέκο! Για πέρδικα (2) τον περάσανε; Χα χα χα".

Τρίτη, 3 Απριλίου 2018

[ ΖΩΗ ΧΑΡΙΣΑΜΕΝΗ ]

   Ως τα δεκάξι μου χρόνια παπούτσι δε φόρεσα, μήτε καινούργιο ρούχο. Ο πατέρας μου μιαν έγνοια είχε, ν' αποχτήσει πολλά χωράφια, λιόδεντρα και συκοπερίβολα. Η μάνα μου έκανε δεκατέσσερις γέννες, μα της ζήσαν μόνο εφτά παιδιά κι από τούτα τα τέσσερα της τα φάγαν οι πόλεμοι.
   Δε θυμούμαι να μου 'δωκε ποτέ ο πατέρας μου κανένα μεταλλίκι ν' αγοράσω σαν παιδί καραμέλα ή κουλούρι. Μια μέρα που ήτανε να μεταλάβω μαζί με τα δυο μικρότερα αδέρφια μου, πήγαμε και του ζητήσαμε συχώρεση, με την κρυφή ελπίδα πως θα 'βγαζε να μας δώσει κάτι. Κείνος όμως, σαν πήρε είδηση πως περιμέναμε λεφτά, αγρίεψε και γύρεψε να μας δείρει. Κινήσαμε τότες και πήγαμε να φιλήσουμε το χέρι των νουνών μας, μήπως κι έβγαινε από κει τίποτα. Όταν μας δώσαν από ένα γρόσι στον καθένα ξετρελαθήκαμε! Ο πιο μικρός, ο Σταμάτης, έτρεξε ίσια στο μπακάλικο του κυρ Θόδωρου, που 'χε κάτι χρωματιστά κάντια, μεγάλα σαν λιθάρια και χόρτασε μ' αυτά τη λίμα του. Ο Γιώργης κι εγώ είχαμε άλλο μεράκι, λαχταρούσαμε να πιάσουμε παιχνίδι στο χέρι μας. Ο Γιώργης αγόρασε την πρώτη τρουμπέτα που του 'λαχε. Εγώ συγκράτησα τη βιασύνη μου, έψαχνα για το καλύτερο. Όταν πέτυχα ένα σταχτί τενεκεδένιο ποντικάκι μ' ελατήριο, τ' άρπαξα και δε δίστασα να δώσω ολόκληρο το χαρτζιλίκι μου.
   Γυρίσαμε στο σπίτι να κάνουμε το κομμάτι μας. Ο αδερφός μου κορδωμένος παράσταινε τον σαλπιγκτή και δεν έλεγε να βγάλει την τσαμπούνα απ' το στόμα του. Εγώ έπεσα φαρδύς πλατύς χάμου, ακούμπησα προσεχτικά το ποντίκι στο πάτωμα, τράβηξα ένα λαστιχάκι από την κοιλιά του και σαν το είδα να τρέχει πέρα δώθε, άρχισα να ξεφωνίζω:
   "Σαλεύει! Είναι ζωντανό!"

Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2018

[ ΏΡΕΣ ΑΓΩΝΙΑΣ ]

 «Περιέσχον με ὠδῖνες θανάτου. Ὠδῖνες ᾅδου περιεκύκλωσάν με.» (1)
   1922. Η Ανατολή γλυκύτατη πάντα, για σονέτο — κάτι τέτοιο. Όλα ήταν ήμερα και αβρά εκείνο το φθινόπωρο. Ο εχτρός είχε κατεβεί στην πόλη μας, το Αϊβαλί. Και στο λιμάνι είχαν αράξει βαπόρια με αμερικάνικες παντιέρες. Διαταγή: Το σάπιο εμπόρευμα —τα παιδάκια κ' οι γυναίκες— θα μπαρκέρναν για την Ελλάδα. Μα οι άντρες, από δεκαοχτώ ίσαμε σαράντα πέντε χρονώ, θα φεύγαν για το εσωτερικό, σκλάβοι στα εργατικά τάγματα.
   Η είδηση έφερε ένα δυνατό τίναγμα στους δικούς μας. Τα εργατικά τάγματα ήταν ένα μακρινό παρελθόν απ' τον Μεγάλο Πόλεμο. Είχαν γίνει θρύλος. Χιλιάδες χριστιανοί είχαν αφήσει στα κάτεργα αυτά τα κόκαλά τους. Τα δάκρυα στις μητέρες δεν είχαν στερέψει ακόμα.
   Γι' αυτό, στην αρχή, κανένας απ' τα νιάτα δεν έβρισκε το κουράγιο να παραδοθεί. Μα σιγά σιγά το πήραν απόφαση. Έναν μπόγο στο χέρι. Σα μαζεύουνταν διακόσοι- τρακόσοι άνθρωποι, τους στέλναν με συνοδεία για το εσωτερικό. Απ' την άλλη, τα βαπόρια, αραιά αραιά στην αρχή, ύστερα ολοένα πιο γεμάτα, άρχισαν να βιάζουνται. Σφύριζαν. Πολλοί καπνοί. Οι γυναίκες ξεπροβόδιζαν τους άντρες τους, που οι Τούρκοι τους σέρναν στο εσωτερικό της Ασίας, μα να μπαρκάρουν οι ίδιες με τ' αμερικάνικα δεν το αποφάσιζαν. Μια μέρα, δυο μέρες. Φοβούνταν πως έτσι τους εγκαταλείπουν. Όμως τα βαπόρια βγάζαν πολύν καπνό. Είχαν διορία, λίγες μέρες. Όποιος έμεινε, έμεινε. Σφυρίγματα, φωνές. Σιγά σιγά η θερμή ανάσα ξαπλώθηκε, χίμηξε, αλάλιασε σ' όλες τις καρδιές. Όλοι άρχισαν να βιάζουνται.
   Αυτό είναι ο πανικός;
   Ήμουν δεκαοχτώ χρονώ. Δεν ήμουν εμπόρευμα για την Ελλάδα, μήτε μια οκά· μήτε λίγο σάπιο πράμα — τίποτα.

Τρίτη, 6 Μαρτίου 2018

[ ΤΟ ΘΥΜΑ ]


   Ήτανε Μάρτης. Το μεσημέρι είχε περάσει από δύο ώρες κι ο ήλιος έφεγγε λαμπρός και καυτερός ακόμη μέσα στον καθαρό γαλάζιο ουρανό, όπου κάποια σύννεφα άσπρα και σταχτιά ανάλαφρα εταξίδευαν. Όλοι οι χωριάτες ήταν στον κάμπο· εδούλευαν παντού τα χωράφια: έσκαφταν την γη, ξερίζωναν το πράσινο χόρτο, έσπερναν την οψιμιά και, κείνη την ώρα μάλιστα, η εργασία ήταν σ' όλην την άναψή της, σα να βιαζότουν καθένας εκείνο το απομεσήμερο ή να τελειώσει το έργο του ή ν' αφήσει λιγότερη δουλειά για την ημέρα που θα ξημέρωνε.
   Κι ο Γιώργης Αράθυμος επιστατούσε τ' όργωμα του χωραφιού του. Είχε δουλέψει κι ο ίδιος όλη μέρα κι εκαθότουν τώρα δίπλα στη μικρή πόρτα του αχυρένιου καλυβιού του, απάνου σ' ένα χονδρό μακρύ ξύλο, στον ίσκιο πώρριχνε το ίδιο το καλύβι. Ήταν ένας άντρας σαραντάρης, μέτριος στο ανάστημα και λιγνός, με γαλάζια μάτια, με ξανθά μακριά μουστάκια που του 'πεφταν ως το λαιμό, με αξύριστα γένεια. Εφορούσε μίαν ψάθα στο κεφάλι, είχε ριχτή τη ζακέτα του πάνου στις πλάτες, ήταν ξυπόλυτος κι εκάπνιζε ένα χοντρό τσιγάρο. Ένας άσκημος σκύλος μαύρος κι άσπρος ήταν κουλουριασμένος στα πόδια του.
   Μπροστά του απλωνότουν το μεγάλο χωράφι του, τριών μουτζουριών γη, ίσιο όλο, ημερωμένο, με καρποφόρα τριγύρω, και με μία μεγάλη συκιά σιμά στο καλύβι· κι ο Αράθυμος, όλο καπνίζοντας το χοντρό του τσιγάρο, εκαμάρωνε τη γη του, κι ελογάριαζε με το νου του τα γεννήματα που θα συνέμπαζε από το σπόρο.

Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018

[ ΆΝΘΡΩΠΟΙ ΚΙ ΑΝΘΡΩΠΑΚΙΑ ]

    Κάθεται ο Αγάς της Λυκόβρυσης στο μπαλκόνι του απάνω από την πλατεία του χωριού, καπνίζει το τσιμπούκι του και πίνει ρακή. Ψιχαλίζει ήσυχα, τρυφερά, και στα γερτά χοντρά μουστάκια του, τα φρεσκοβαμμένα με καραμπογιά, κρέμουνται λαμπυρίζοντας μερικές ψιχάλες· κι ο Αγάς, ξαναμμένος από τη ρακή, τις αναγλείφει να δροσερέψει. Δεξά του στέκεται όρθιος ο σεΐζης, ένας θεόρατος άγριος ανατολίτης, αλλήθωρος και κακομούτσουνος, με την τρουμπέτα του· ζερβά του κάθεται διπλοπόδι, απάνω σε βελουδένιο μαξιλάρι, ένα όμορφο στρουμπουλό τουρκόπουλο, που του ανάβει κάθε τόσο το τσιμπούκι και του γεμίζει ακατάπαυτα την κούπα του ρακή.
   Μισοσφαλνάει τα μαχμουρλίδικα μάτια και χαίρεται ο Αγάς τον απάνω κόσμο· όλα τα 'καμε καλά ο Θεός, συλλογιέται, πετυχεμένο πράμα είναι ο κόσμος τούτος, τίποτα δεν του λείπει: αν πεινάσεις, έχει ψωμί και κρέας κοκκινιστό και πιλάφι με κανέλα· αν διψάσεις, έχει το αθάνατο νερό, τη ρακή· αν νυστάξεις, έχει κάμει ο Θεός τον ύπνο, ένα κι ένα για τη νύστα· αν θυμώσεις, έχει κάμει το βούρδουλα και τα πισινά του ραγιά· αν σε πιάσουν τα μεράκια σου, έχει κάμει τον αμανέ. Κι αν θες να ξεχάσεις τα ντέρτια και τα βάσανα του κόσμου, έχει κάμει το Γιουσουφάκι.
   "Μεγάλος μάστορας είναι ο Αλλάχ", μουρμούρισε συγκινημένος, "μεγάλος μάστορας, μερακλής· κόβει το μυαλό του· πώς του ήρθε τώρα κι έκαμε τη ρακή και το Γιουσουφάκι!"
   Βουρκώνουν τα μάτια του Αγά από τη θρησκευτική κατάνυξη κι από το πολύ ρακοπότι. Σκύβει από το μπαλκόνι και καμαρώνει τους ραγιάδες του να σουλατσέρνουν στην πλατεία φρεσκοξουρισμένοι, γιορτοντυμένοι, με τα κόκκινα φαρδιά ζωνάρια, με τα νιοπλυμένα κοντοβράκια, με τα γαλάζια τουζλούκια. Άλλοι φορούν φέσι, άλλοι σαρίκι, άλλοι σκούφο από αρνίσια προβιά. Οι πιο ασίκηδες έχουν και στο αυτί τους ένα κλωνί βασιλικό ή ένα τσιγάρο.