«Ξυπνήστε κύριε! Ο κύριος Ιωάννης σας καλεί στα τείχη!» είπε ο στρατιώτης που 'τρεχε μέσα στο σκοτάδι.
«Τι τρέχει πάλι;» ρώτησε ο Γιόχαν Γκραντ, στριφογυρίζοντας κάτω απ' την κουβέρτα του. «Κι άλλη τουρκική νάρκη βρήκατε; Υπομονή, σε λίγο ξημερώνει!»
«Κάτι πολύ χειρότερο συμβαίνει, αλλά πρέπει να 'ρθετε να το δείτε με τα ίδια σας τα μάτια».
Ο μηχανικός σηκώθηκε απρόθυμα. Φόρεσε τις μπότες που 'χε παρατήσει δίπλα στο κρεβάτι του και παραπατώντας πήγε να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό του. Μπροστά του είδε ένα σκούρο σύννεφο και μια ντουζίνα ανθρώπους με μουτζουρωμένα πρόσωπα να κινούνται ανάμεσα στα δέντρα. Ανέβηκε στο πιο ψηλό σημείο, έτριψε τα χέρια του και προσπάθησε να συνέλθει. Λίγο παρακάτω, κοντά στον επόμενο πύργο, νόμισε πως είδε μια παρέα να μαλώνει.
Όταν πλησίασε, ο Γκραντ αναγνώρισε τη μορφή του Ιουστινιάνη και πολλών άλλων αξιωματικών. Ακουμπισμένοι στις πολεμίστρες, προσπαθούσαν να επιλύσουν κάποιο πολύ σημαντικό θέμα που 'χε προκύψει. Απ' το ύφος τους συμπέρανε ότι κάτι κακό συνέβαινε.
«Τι τρέχει; Τι συμβαίνει;» ρώτησε σχεδόν αμέσως.
«Αυτό εκεί συμβαίνει...» απάντησε ο Γενουάτης δείχνοντας προς τη μεριά που 'χε καθίσει το σύννεφο. «Κοιτάξτε καλά και θα δείτε».
Ο Γιόχαν Γκραντ κοίταξε προς τη μεριά που του 'δειχναν. Για μια στιγμή, του φάνηκε ότι έβλεπε μια πελώρια σκοτεινή μορφή, αλλά ο καπνός ήταν τόσο πυκνός που δε μπορούσε να καταλάβει τι γινόταν, αφού είχε ορατότητα μόλις λίγων μέτρων. Ξαφνικά, φύσηξε αέρας και το τοπίο καθάρισε. Έμεινε μ' ανοιχτό το στόμα. Μπροστά του πρόβαλε ένας αλλόκοτος και μοναδικός πολιορκητικός πύργος στο χείλος της τάφρου. Ήταν τόσο ψηλός, που ξεπερνούσε κατά μερικά μέτρα τους πύργους του τρίτου τείχους.
«Θεέ και Κύριε! Τι είναι αυτό το πράγμα!»
