Ποίηση

Ποίηση

Ποίηση

Ποίηση

Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

[ ΣΧΕΔΙΑΖΟΝΤΑΣ ΜΙΑΝ ΑΠΟΔΡΑΣΗ ΣΤΙΣ ΘΑΛΑΣΣΕΣ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ]


 - Εμείς οι ιδιωτικοί ντετέκτιβ είμαστε τα θερμόμετρα της κατεστημένης ηθικής Μπισκουτέρ. Εγώ σου λέω πως αυτή η κοινωνία είναι σάπια. Δεν πιστεύει σε τίποτα.

   - Ναι, αφεντικό.
   Ο Μπισκουτέρ δεν έδινε δίκιο στον Καρβάλιο μόνο επειδή μάντευε πως ήταν μεθυσμένος, αλλά και γιατί ήταν πάντα διατεθειμένος να αποδέχεται τις καταστροφές.
   - Τρεις μήνες τώρα και δεν σταυρώσαμε πελάτη. Ούτε ένας σύζυγος που να ψάχνει για τη γυναίκα του. Ούτε ένας πατέρας που να ψάχνει για την κόρη του. Ούτε ένας κερατάς που να θέλει αποδείξεις για την απιστία της γυναίκας του. Τάχα δεν το σκάνε πια οι γυναίκες από τα σπίτια τους; Ούτε τα κορίτσια; Ναι, Μπισκουτέρ. Όσο ποτέ άλλοτε. Σήμερα όμως οι σύζυγοί τους και οι πατεράδες τους στα παπάρια τους κι αν το σκάνε. Έχουν χαθεί οι παραδοσιακές αξίες. Δημοκρατία δεν θέλατε;
   - Εμένα το ίδιο μου έκανε, αφεντικό.
   Όμως ο Καρβάλιο δεν μιλούσε με τον Μπισκουτέρ. Ρωτούσε τους πράσινους τοίχους του δωματίου ή κάποιον που, υποθετικά, καθόταν λίγο πιο πέρα από το τραπέζι του γραφείου του· ήταν ένα τραπέζι σε στιλ της δεκαετίας του 1940, με βερνίκια απαλά, που είχαν σκουρύνει ύστερα από τριάντα χρόνια, λες και βρίσκονταν πάντα στο μούσκιο εκείνου του ημίφωτος του γραφείου της κεντρικής λεωφόρου. Στράγγιξε ένα ακόμα ποτήρι παγωμένο ρακί και συσπάστηκε από την ανατριχίλα που διαπέρασε τη ράχη του. Δεν είχε καλά καλά ακουμπήσει το ποτήρι στο τραπέζι και ο Μπισκουτέρ τού το ξαναγέμισε. 
   - Φτάνει, Μπισκουτέρ. Πάω να πάρω λίγο αέρα.


   Βγήκε στο πλατύσκαλο, όπου του επιτέθηκαν οι θόρυβοι και οι μυρωδιές του παλιού κτιρίου. Το χτύπημα των τακουνιών και ο ήχος από τις καστανιέτες της σχολής χορού, τα σχολαστικά χτυπήματα του γέρου γλύπτη, οι αναθυμιάσεις από τα σκουπίδια που είχαν κατακαθίσει έπειτα από τριάντα χρόνια ανακατεμένες με τα ξεθωριασμένα βερνίκια και τη συμπαγή σκόνη που είχε απαγκιάσει στις χαραμάδες των κουφωμάτων, μια σκόνη που προερχόταν από τους πυργωτούς φεγγίτες που κρέμονταν πάνω από το κενό της σκάλας με τα ρομβοειδή και θολά τους μάτια. Κατέβηκε χοροπηδώντας τα σκαλοπάτια με τη βοήθεια ή την ώθηση που του έδινε το αλκοόλ και απόλαυσε την έφοδο του αέρα της Ράμπλα. Η άνοιξη είχε τρελαθεί. Ο καιρός ήταν κρύος και συννεφιασμένος εκείνο το δειλινό του Μάρτη. Λίγο περπάτημα και μερικές βαθιές ανάσες ωφέλησαν το θολωμένο μυαλό και το δηλητηριασμένο συκώτι του Καρβάλιο.
   Είχε ένα εκατομμύριο διακόσιες χιλιάδες πεσέτες στο Ταμιευτήριο, που του απέδιδαν ένα σταθερό πέντε τοις εκατό. Με αυτόν τον ρυθμό δεν θα κατάφερνε να εξασφαλίσει στα πενήντα ή πενήντα πέντε του χρόνια το αναγκαίο κεφάλαιο για να αποσυρθεί και να ζήσει από τους τόκους. Η κρίση. Η κρίση των αξιών, παραμίλησε ο Καρβάλιο, με ξεροκεφαλιά αλκοολικού. Είχε διαβάσει στις εφημερίδες ότι οι δικηγόροι που χειρίζονται τα εργατικά θέματα περνούσαν κι αυτοί κρίση, γιατί οι εργάτες προσέτρεχαν στους νομικούς συμβούλους των συνδικάτων. Θύματα κι οι δυο της δημοκρατίας. Και οι γιατροί και οι συμβολαιογράφοι ήταν θύματα της δημοκρατίας. Έπρεπε να πληρώνουν φόρους κι άρχισαν να σκέφτονται ότι οι καλύτερες πολιτικές συνθήκες για έναν επαγγελματία είναι να ζει σε φασιστικό καθεστώς αλλά να προβάλλει, σε κάποιο βαθμό, μια φιλελεύθερη αντίσταση. 
   - Οι ιδιωτικοί ντετέκτιβ χρησιμεύουμε όσο και οι παλιατζήδες. Περισώζουμε από τα σκουπίδια ό,τι δεν είναι ακόμη σκουπίδι. Ή ό,τι, αν το καλοδεί κανείς, θα μπορούσε να πάψει να θεωρείται σκουπίδι.
   Κανείς δεν άκουγε το παραμιλητό. Οι στάλες της βροχής τον ανάγκασαν να τρέξει ως την οδό Φερνάντο ψάχνοντας για κάποια σκεπαστή βιτρίνα του Μπεριστάιν. Εκεί έπεσε πάνω σε τρεις πουτάνες, ταλαιπωρημένες από το πεζοδρόμιο, που συζητούσαν σοβαρά για το αν και πόσο ωφέλιμες είναι οι έτοιμες σούπες. Από το μαγαζί βγήκε ένα μικροκαμωμένο παιδάκι μ' ένα τεράστιο μπαστούνι του χόκεϊ. Στο πλάι του, ο πατέρας του το ρωτούσε ξανά και ξανά: "Θέλεις να πεις ότι θα σου κάνει;". "Ναι, άνθρωπέ μου, ναι" απαντούσε το παιδάκι, φουρκισμένο από την πατρική δυσπιστία. Ο Καρβάλιο σταμάτησε να τους παρατηρεί κι επιτάχυνε το βήμα του, ανηφόρισε το πεζοδρόμιο γυρεύοντας το μπακάλικο από όπου συνήθιζε να ψωνίζει τυριά και αλλαντικά. Κοντοστάθηκε πάλι, συγκινημένος από το κάλεσμα των κουταβιών που ήταν στοιβαγμένα σε μια στρώση ροκανίδια, πίσω από την τζαμαρία που τα χώριζε από τον δρόμο. Με ένα του δάχτυλο έπαιξε με το αυθάδικο μουσουδάκι ενός γερμανικού ποιμενικού κουταβιού, που δυο βρετανικά κουταβάκια τού δάγκωναν τα πισινά του πόδια. Άνοιξε την παλάμη του πάνω στην τζαμαρία σαν για να μεταδώσει στο ζωάκι ζεστασιά κι επικοινωνία. Από την άλλη πλευρά της διάφανης αυλαίας το σκυλί έγλειψε το κρύσταλλο προσπαθώντας να φτάσει το χέρι του Καρβάλιο. Ο Πέπε τραβήχτηκε απότομα και κάλυψε τρέχοντας τη μικρή απόσταση που τον χώριζε από το μπακάλικο.
   - Τα συνηθισμένα.
   - Έφτασαν τα δοχεία με το παστό χοιρινό και τα καταλανικά λουκάνικα.
   - Βάλε μου δύο.
   Ο υπάλληλος εκτέλεσε την παραγγελία με ρουτινιάρικη σχολαστικότητα.
   - Αυτό το χοιρομέρι της Σαλαμάνκα δεν είναι πια όπως παλιά. 
   - Όλα τα λένε χοιρομέρι της Σαλαμάνκα. Όποια δεν είναι χοιρομέρια του Χαμπούγκο ή του Τρεβέλεθ, τα βαφτίζουν της Σαλαμάνκα. Είναι ενοχλητικό. Κι έτσι δεν ξέρεις πια αν τρως χοιρομέρι της Σαλαμάνκα ή χοιρομέρι της Τοτάνα.
   - Φαίνεται η διαφορά.
   - Εσείς την καταλαβαίνετε, επειδή είστε γνώστης. Όμως εγώ έχω δει να πουλάνε χοιρομέρια του Γκρανογέρς σαν να ήταν του Χαμπούγκο. Τα βλέπετε.
   Ο Καρβάλιο βγήκε με ένα πακέτο που είχε μέσα τυριά Κάσαρ, Καμπράλες και Ιδεαθάμπαλ, λουκάνικα του Χαμπούγκο, χοιρομέρι της Σαλαμάνκα, με σκοπό να τα φάει αμέσως μετά, και μια μικρή μερίδα χοιρομέρι του Χαμπούγκο για τις δύσκολες ώρες.
   Ήταν σε καλύτερη διάθεση όταν έφτασε στο ύψος του μαγαζιού με τα σκυλιά. Εκείνη την ώρα ο ιδιοκτήτης ετοιμαζόταν να κλείσει.
   - Κι ο σκύλος;
   - Ποιος σκύλος;
   - Αυτός που ήταν στη βιτρίνα.
   - Ήταν γεμάτη σκυλιά.
   - Το λυκόσκυλο.
   - Σκύλα ήταν. Τα κρατάω όλα μέσα. Τη νύχτα τα βάζω μέσα, σε κλουβιά, δεν θα 'θελα να μου σπάσουν τη βιτρίνα. Και δεν φοβάμαι τόσο μήπως μου τα πάρουν, όσο μήπως τα βασανίσουν. Υπάρχουν πολλοί με άγρια ένστικτα.
   - Θέλω να αγοράσω τη σκύλα.
   - Τώρα;
   - Τώρα.
   - Κοστίζει οκτώ χιλιάδες πεσέτες, είπε ο ιδιοκτήτης δίχως να ξανανοίξει την πόρτα.
   - Σ' αυτή την τιμή δεν μπορεί να μου πουλάτε έναν καλό ποιμενικό.
   - Δεν κρατάει από καλή γενιά. Είναι όμως υγιέστατο σκυλί. Θα το διαπιστώσετε αν το κρατήσετε. Πολύ γενναίο. Γνωρίζω τον πατέρα του, και τη μάνα του την έχει ο κουνιάδος μου. 
   - Καρφί δεν μου καίγεται αν είναι από καλή γενιά.
   - 'Οπως νομίζετε.
   Το σκυλί μάλαζε το λυγισμένο μπράτσο του Καρβάλιο. Από το άλλο του χέρι κρεμόταν μια τσάντα γεμάτη τυριά, αλλαντικά, κονσέρβες με σκυλοτροφές, λαστιχένια κόκαλα, εντομοκτόνο, απολυμαντικό, βούρτσα, όλα όσα χρειάζονται ένας άνθρωπος κι ένας σκύλος για να είναι ευτυχισμένοι. Ο Μπισκουτέρ ένιωσε αμηχανία μπροστά στην άνεση της σκυλίτσας, που είχε στρογγυλοκαθίσει στα πισινά της πόδια, με τη γλώσσα της να κρέμεται μισό μέτρο και με δυο τεράστια αυτιά που έμοιαζαν με πτυσσόμενα φτερά αεροπλάνου σε κάθετη εφόρμηση.
   - Μοιάζει με κουνέλι, αφεντικό. Θα μείνει εδώ μαζί μου;
   - Θα την πάρω στη Βαλβιδρέρα. Θα σου γέμιζε τον τόπο σκατά εδώ.
   - Να μην το ξεχάσω, κάποιος σας τηλεφώνησε. Έχω σημειώσει το όνομα στο σημειωματάριο.
   Χάιμε Βιλαδεκάνς Ριουτόρτ, δικηγόρος. Καθώς σχημάτιζε τον αριθμό του τηλεφώνου, φώναξε στον Μπισκουτέρ να του ζεστάνει κάτι για να δειπνήσει. Άκουσε το πηγαινέλα στο αυτοσχέδιο κουζινάκι, που ο Μπισκουτέρ είχε σκαρώσει μπροστά στον νεροχύτη. Ο Μπισκουτέρ σιγοτραγουδούσε ευχαριστημένος με το έργο που είχε αναλάβει, ενώ η σκυλίτσα προσπαθούσε να δαγκώσει το καλώδιο του τηλεφώνου. Δύο γραμματείς τόνισαν την απόσταση και το κύρος του συνομιλητή του. Επιτέλους στο τηλέφωνο απάντησε μια φωνή εγγλέζου λόρδου με ύφος ψιλομαλάκα καλής οικογενείας.
   - Πρόκειται για πολύ λεπτό ζήτημα. Θα πρέπει να συζητήσουμε από κοντά.
   Κανόνισε το ραντεβού, έκλεισε το τηλέφωνο και θρονιάστηκε στην περιστρεφόμενη πολυθρόνα νιώθοντας κάποια σωματική ικανοποίηση. Ο Μπισκουτέρ έστρωσε μπροστά του μια πετσέτα, όπου ακούμπησε ένα αχνιστό πιάτο με πνευμόνι μαγειρεμένο με ντομάτα και λαχανικά. Η σκυλίτσα προσπάθησε να μοιραστεί το φαγητό. Ο Καρβάλιο την ακούμπησε απαλά στο πάτωμα και της έβαλε ένα κομματάκι πνευμόνι σε μια λευκή κόλλα.
   - Σωστά λέει η παροιμία: Αν έχεις τύχη, διάβαινε.

   Ο Βιλαδεκάνς φορούσε χρυσή καρφίτσα στη γραβάτα του και πλατινένια μανικετόκουμπα. Ήταν άψογος από τα νύχια ως τη φαλάκρα του, που είχε μεταβληθεί σε μια στεγνή και στιλπνή κοίτη ποταμού, στριμωγμένη ανάμεσα σε δυο όχθες από λευκά μαλλιά κουρεμένα από τον καλύτερο κομμωτή της πόλης κι ίσως ολόκληρου του ημισφαιρίου, κρίνοντας από τη φροντίδα με την οποία ξανά και ξανά το χέρι του δικηγόρου έλεγχε την αντοχή των χαμόκλαδων που είχαν απομείνει, ενώ μια γλωσσίτσα υπογράμμιζε την ικανοποίησή του γλείφοντας τα σχεδόν κλειστά του χείλη.
   - Έχετε ακούσει να γίνεται λόγος για τον Στούαρτ Πεδρέλ;
   - Γνωστό όνομα μου φαίνεται.
   - Μπορεί να σας φαίνεται γνωστό για πολλούς λόγους. Πρόκειται για διακεκριμένη οικογένεια. Η μητέρα ήταν περίφημη σολίστ, παρόλο που αποτραβήχτηκε μετά τον γάμο της και ξανάπαιξε πιάνο μόνο για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Ο πατέρας ήταν ένας σημαντικός εργοστασιάρχης σκοτσέζικης καταγωγής, διάσημος πριν από τον πόλεμο. Κάθε γιος ή κόρη είναι και μια προσωπικότητα. Εσείς μπορεί να έχετε ακούσει να γίνεται λόγος για τον διαφημιστή, για τον βιοχημικό, για την παιδαγωγό ή για τον κατασκευαστή.
   - Πολύ πιθανόν.
   - Εγώ θέλω να σας μιλήσω για τον κατασκευαστή.
   Ακούμπησε μπροστά στον Καρβάλιο μια σειρά από χοντρά χαρτιά όπου είχαν κολλήσει αποκόμματα από εφημερίδες: "Το σώμα ενός αγνώστου βρέθηκε σε ένα γιαπί στην Τρινιδάδ". "Διαπιστώθηκε πως ανήκει στον Κάρλος Στούαρτ Πεδρέλ". "Είχε αποχαιρετήσει πριν από ένα χρόνο την οικογένειά του προφασιζόμενος ένα ταξίδι στην Πολυνησία".
   - Προφασιζόμενος; Είχε ανάγκη από προφάσεις;
   - Γνωρίζετε τι είναι η γλώσσα των εφημερίδων. Η ανακρίβεια προσωποποιημένη. 
   Ο Καρβάλιο προσπάθησε με τον νου του να προσωποποιήσει την ανακρίβεια, δίχως να το κατορθώσει, όμως ήδη ο Βιλαδεκάνς συνόψιζε την κατάσταση, σταυρώνοντας τα χέρια του που τα είχε περιποιηθεί η καλύτερη μανικιουρίστα του καπιταλιστικού μπλοκ.
   - Έτσι έχει το θέμα. Ο φίλος μου, ο στενός μου φίλος, γνωριζόμασταν από τότε που σπουδάζαμε μαζί στους ιησουίτες, πέρασε μια περίοδο κρίσης. Μερικοί άντρες, κυρίως άντρες τόσο ευαίσθητοι όπως ο Κάρλος, υποφέρουν όταν κόβουν το νήμα των σαράντα, των σαράντα πέντε και αχ! όταν πλησιάζουν τα πενήντα. Μόνο έτσι εξηγείται το γεγονός ότι για τόσους μήνες κλωθογύριζε στο μυαλό του την ιδέα να τα παρατήσει όλα και να πάει σ' ένα οποιοδήποτε νησί της Πολυνησίας. Πήρε μια βεβιασμένη απόφαση. Ρύθμισε τα πάντα, όσον αφορά τις επιχειρήσεις, κι εξαφανίστηκε. Όλοι υποθέσαμε ότι είχε φύγει για το Μπαλί ή την Ταϊτή ή τη Χαβάη, ούτε κι εγώ δεν ξέρω, κι ύστερα φτάσαμε να υποθέσουμε πως ίσως επρόκειτο για καμιά περαστική κρίση. Πέρασαν οι μήνες και βρεθήκαμε αντιμέτωποι με μια κατάσταση που έμοιαζε αμετάκλητη, σε τέτοιο βαθμό που σήμερα η κυρία Στούαρτ Πεδρέλ είναι αυτή που διοικεί τις επιχειρήσεις και, τελικά, τον Ιανουάριο έσκασε αυτή η είδηση: το σώμα του Στούαρτ Πεδρέλ βρέθηκε σ' ένα γιαπί στην Τρινιδάδ, μαχαιρωμένο, και σήμερα γνωρίζουμε με βεβαιότητα πως δεν έφτασε ποτέ στην Πολυνησία. Δεν ξέρουμε ούτε πού βρισκόταν ούτε τι έκανε όλον αυτό τον καιρό και πρέπει να το μάθουμε.
   - Θυμάμαι την περίπτωση. Δεν βρέθηκε ο δολοφόνος. Θέλετε και τον δολοφόνο;
   - Εντάξει. Αν αποκαλυφθεί ο δολοφόνος, καλώς να ορίσει. Αλλά αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να μάθουμε τι έκανε όλο αυτό το διάστημα. Καταλαβαίνετε ότι παίζονται πολλά συμφέροντα.
   Από το μεγάφωνο του ανήγγειλαν την άφιξη της κυρίας Στούαρτ Πεδρέλ. Σχεδόν αμέσως, η πόρτα άνοιξε και μπήκε στο γραφείο μια γυναίκα σαράντα πέντε χρόνων που έκανε ζημιά στην καρδιά του Καρβάλιο. Μπήκε δίχως να τον κοιτάξει και επέβαλε την ώριμη κορμοστασιά της σαν τη μοναδική άξια προσοχής παρουσία. Οι συστάσεις του Βιλαδεκάνς χρησίμευσαν μόνο ώστε η μελαχρινή γυναίκα, με τα έντονα χαρακτηριστικά που είχαν αρχίσει να σιτεύουν, να τονίσει την απόσταση που τη χώριζε από τον Καρβάλιο. Ένα φευγαλέο "χαίρω πολύ" ήταν όλο κι όλο ό,τι αξιώθηκε να λάβει από αυτήν ο ντετέκτιβ, και ο Καρβάλιο της απάντησε κοιτάζοντας επίμονα τα στήθη της, ώσπου εκείνη ένιωσε υποχρεωμένη να τα ψηλαφίσει ψάχνοντας για κάποια πιθανή αδιακρισία στο ντύσιμό της.
   - Μόλις τώρα ενημέρωνα τον κύριο Καρβάλιο για τα πάντα.
   - Πολύ σωστά. Ο Βιλαδεκάνς θα σας είπε πως πάνω απ' όλα απαιτώ διακριτικότητα.
   - Την ίδια διακριτικότητα με την οποία δημοσιοποιήθηκε το συμβάν. Γι' αυτό, καθώς βλέπω σ' αυτά τα αποκόμματα, δεν δημοσιεύτηκε καμία φωτογραφία του συζύγου σας.
   - Καμία.
   - Γιατί;
   - Ο σύζυγός μου έφυγε πάνω στην έξαρση μιας κρίσης. Δεν έστεκε πολύ καλά. Όταν ήταν γαλήνιος, κάτι τόσο σπάνιο όσο κι ένα θαύμα, άρπαζε όποιον έβρισκε μπροστά του για να του διηγηθεί την ιστορία του Γκωγκέν. Ήθελε να κάνει ό,τι και ο Γκωγκέν. Να τα παρατήσει όλα και να φύγει για τις θάλασσες του Νότου. Δηλαδή, να παρατήσει εμένα, τα παιδιά του, τις επιχειρήσεις του, το κοινωνικό του περιβάλλον, ό,τι περικλείεται στο όλα. Ένας άνθρωπος σε τέτοια κατάσταση αποτελεί εύκολη λεία για τον καθένα, κι αν είχε δοθεί μεγάλη δημοσιότητα στο θέμα, μπορεί να είχαμε βρεθεί αντιμέτωποι με χιλιάδες ασυνείδητους.
   - Το αποφασίσατε μαζί με την αστυνομία;
   - Αυτοί έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους. Το ίδιο και το Υπουργείο Εξωτερικών.
   - Το Υπουργείο Εξωτερικών;
   - Υπήρχε η πιθανότητα να είχε πάει πράγματι στις θάλασσες του Νότου.
   - Δεν πήγε.
   - Όχι. Δεν πήγε, είπε με κάποια ικανοποίηση.
   - Σας χαροποιεί αυτό. 
   - Λίγο. Είχα απαυδήσει μ' αυτή την ιστορία. "Αμάν πια, πήγαινε επιτέλους!" του είπα πολλές φορές. Η καλοπέραση τον έκανε να ασφυκτιά.
   - Μίμα...
   Ο Βιλαδεκάνς προσπάθησε να τη διακόψει.
   - Όλος ο κόσμος νιώθει να ασφυκτιά. Ή για να είμαι πιο ακριβής, όλος ο κόσμος εκτός από μένα. Από τότε που έφυγε, μπόρεσα να αναπνεύσω ελεύθερα. Δούλεψα. Έκανα τη δουλειά του τόσο καλά όσο κι εκείνος, καλύτερα από εκείνον, γιατί την έκανα χωρίς να βαρυγκομώ.
   - Θα ήθελα να σου υπενθυμίσω, Μίμα, πως βρισκόμαστε εδώ για άλλο θέμα.
   Όμως ο Καρβάλιο και η χήρα αντάλλασσαν διερευνητικές ματιές, λες και ήθελαν να εκτιμήσουν ο ένας τις επιθετικές διαθέσεις του άλλου.
   - Αυτό σημαίνει πως νιώθατε μια κάποια αγάπη γι' αυτόν.
   - Γελάστε αν θέλετε. Μια κάποια αγάπη. Πολύ λίγη όμως. Αυτή η ιστορία μού χρησίμευσε για να αποδείξω στον εαυτό μου ότι κανείς δεν είναι αναντικατάστατος. Και κάτι χειρότερο: ότι πάντα τη θέση που κατέχουμε την έχουμε σφετεριστεί.
   Τον Καρβάλιο τον σάστισε το σκοτεινό πάθος που ανάβλυζε από εκείνα τα μαύρα μάτια, από εκείνες τις δυο ελλειπτικές ρυτίδες που πλαισίωναν ένα στόμα ώριμο και σοφό.
   - Τι θέλετε να μάθετε ακριβώς;
   - Τι έκανε ο άντρας μου για ένα χρόνο, εκείνο τον χρόνο που εμείς νομίζαμε πως ήταν στις θάλασσες του Νότου, ενώ βρισκόταν ποιος ξέρει πού και ποιος ξέρει τι βλακείες έκανε. Έχω έναν γιο μεγάλο που έχει μοιάσει του πατέρα του, επιπλέον θα κληρονομήσει περισσότερα χρήματα απ' όσα βρήκε ο πατέρας του. Έχω άλλους δύο που αυτή τη στιγμή μάλλον κάνουν αγώνες μοτοσικλέτας σ' ένα από εκείνα τα βουνά της μόδας. Μια κόρη που υποφέρει από τα νεύρα της από τότε που βρέθηκε το πτώμα του πατέρα της, κι ένα αγοράκι που θα το αποβάλουν οι ιησουίτες... Έχω ανάγκη να τα ελέγχω όλα και να τα ελέγχω καλά.
   - Τι έχετε μάθει ως τώρα;
   Ο Βιλαδεκάνς και η χήρα κοιτάχτηκαν. Απάντησε ο δικηγόρος.
   - Ό,τι κι εσείς.
   - Ο νεκρός δεν είχε πάνω του κανένα στοιχείο που να διευκολύνει τις έρευνες;
   - Του είχαν αδειάσει τις τσέπες.
   - Βρήκαν μόνο αυτό.
   Η χήρα έβγαλε από το τσαντάκι της ένα φθαρμένο χαρτί ημερολογίου, χιλιοτσαλακωμένο. Κάποιος είχε γράψει με μαρκαδόρο στα ιταλικά:
   "Κανείς πια δεν θα με πάει στον Νότο".

   - Εγώ εσάς ούτε που σας γνωρίζω.
   Είχε κοντά μαλλιά, φορούσε ένα σκούρο κουστούμι χωρίς γραβάτα, πολύ σκούρα γυαλιά ηλίου που αναδείκνυαν ακόμα περισσότερο τη γυαλιστερή ωχρότητα του εφηβικού προσώπου. Παρότι ήταν αδύνατος, είχε κάτι λιπαρό στους τρόπους του, λες και είχε λαδώσει τις αρθρώσεις ενός σώματος αθόρυβου.
   - Αν μαθευτεί ότι σας έδωσα αυτή την πληροφορία, θα με διώξουν απ' το Σώμα.
   - Ο κύριος Βιλαδεκάνς έχει μεγάλη επιρροή. 
   - Όση επιρροή κι αν είχε, δεν θα με έσωζε. Εξάλλου με έχουνε βάλει στο μάτι. Για πολιτικούς λόγους. Εκεί έχει ένα σωρό υποκριτές. Στα λόγια, όλοι είναι τσαντισμένοι με την κατάσταση, όταν όμως έρθει η ώρα να κάνουν κάτι, τίποτα. Όλοι κρέμονται από τα συμφέροντά τους και νοιάζονται μην τυχόν τους γαμήσουν για τη δεύτερη δουλειά τους.
   - Μήπως είστε κομμουνιστής αστυνομικός;
   - Τίποτα τέτοιο. Είμαι πατριώτης αστυνομικός.
   - Καταλαβαίνω. Πήρατε μέρος στις έρευνες για τον Στούαρτ Πεδρέλ; Πέστε μου όλα όσα ξέρετε.
   - Ξέρω λίγα πράγματα. Στην αρχή σκεφτήκαμε πως ήταν κανένα μπλέξιμο ανάμεσα σε πούστηδες. Είναι πολύ ασυνήθιστο να χάνεται ένας λεφτάς κι ένα χρόνο αργότερα να βρίσκεται μαχαιρωμένος. Φαινόταν σαν καθαρή κωλομπαράδικη περίπτωση. Όμως, από τη μια μεριά ο ιατροδικαστής μάς είπε πως από τον κώλο ήταν παρθένος και, από την άλλη, καμιά αδελφή δεν τον γνώριζε. Έπειτα, τα ρούχα. Δεν ήταν δικά του. Τον είχαν ντύσει με ρούχα από δεύτερο ή και τρίτο χέρι, πολύ φθαρμένα, με την προφανή πρόθεση να μην αφήσουν κάποιο ίχνος.
   - Τότε γιατί άφησαν το σημείωμα;
   - Για να θολώσουν τα νερά, υποθέτω. Εσείς καταλαβαίνετε τι σημαίνει;
   - "Κανείς πια δεν θα με πάει στον Νότο".
   - Ναι, αυτό το πληροφορηθήκαμε. Όμως τι ήθελε να πει;
   - Ο νεκρός σχεδίαζε να ταξιδέψει στις θάλασσες του Νότου, στην Ωκεανία.
   - Όμως, διαβάστε καλά το σημείωμα. Κανείς... πια... δεν... θα... με πάει στο Νότο. Αναφέρεται σε κάποιον που, αν και μπορούσε να τον πάει, δεν θα τον πάει. Εδώ σκοντάφτουμε. Γιατί στα ιταλικά;
   - Ήταν ο γραφικός του χαρακτήρας; 
   - Ναι. Ήταν ο γραφικός του χαρακτήρας.
   - Συμπέρασμα...
   - Πρέπει να έπασχε από αμνησία ή κάτι τέτοιο. Πήγε γυρεύοντας στις κακόφημες γειτονιές και τον μαχαίρωσαν. Εκτός κι αν επρόκειτο για απαγωγή που αποσιωπήθηκε από την οικογένεια. Δεν θέλησαν να αποχωριστούν τα φράγκα και οι άλλοι τον ξεπάστρεψαν. Μπορεί να είναι και κανένα επιχειρηματικό μπλέξιμο, αλλά μάλλον δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο. Οι πιο επίφοβες δουλειές που έκανε ήταν οι κατασκευαστικές, αλλά δεν πρέπει να ήταν μπλεγμένος, δηλαδή, χρησιμοποιούσε αχυράνθρωπους. Λοιπόν, φίλε, δεν θέλω να πω περισσότερα γι' αυτό το θέμα. Εδώ σας αφήνω τον κατάλογο όλων των προσώπων που έχουμε ζαλίσει: συνεταίρους, φίλους, γκόμενες και δεν συμμαζεύεται. Το είπα κιόλας στον Βιλαδεκάνς ότι δεν θα έβγαινε κάτι παραπάνω.
   - Η αστυνομία συνεχίζει;
   - Όχι. Η οικογένεια έκανε τα αδύνατα δυνατά για να μην συνεχίσει. Άφησε να περάσει ένα διάστημα, για λόγους ασφαλείας, κι ύστερα έκανε τα πάντα για να μπλοκάρει την έρευνα. Το οικογενειακό γόητρο κι όλα αυτά τα παραμύθια.
   Ο νεαρός αστυνομικός έκανε έναν παράξενο θόρυβο με τη γλώσσα του μέσα από το μάγουλό του κι ο Καρβάλιο το ερμήνευσε σαν σήμα αποχαιρετισμού, γιατί στη συνέχεια σηκώθηκε για να κατευθυνθεί προς την πόρτα. Καθώς προχωρούσε, υπέστη την επίθεση της σκυλίτσας που προσπαθούσε να του δαγκώσει τα τακούνια.
   - Ουστ, κοπρόσκυλο!
   - Σκύλα είναι. 
   - Κακό αυτό. Θα τη στειρώσετε;
   Ο Καρβάλιο συνοφρυώθηκε και ο αστυνομικός έφυγε επιτέλους. Φουρκισμένη από εκείνη την προσβολή, η σκυλίτσα έγερνε το κεφάλι της πότε από τη μια μεριά, πότε από την άλλη, λες κι ήθελε να δει την καλή και την κακή πλευρά της πραγματικότητας.
   - Ήσουν πολύ νερόβραστη.
   - Σαν μαλακό παντζάρι, σχολίασε ο Μπισκουτέρ βγαίνοντας πίσω από την κουρτίνα. 
   - Αυτό είναι. Θα σε φωνάζουμε Παντζαρούλα, γιατί μαλακώνεις αμέσως. 
   - Και χέζει όπου βρει, σχολίασε ο Μπισκουτέρ με μνησικακία.
   Η διαφορά που υπήρχε ανάμεσα στον Μπισκουτέρ και την Παντζαρούλα ήταν πως λίγο πολύ, κουτσά στραβά, η Παντζαρούλα ήταν κάποιας ράτσας, ενώ ο Μπισκουτέρ όχι. Στον παλιό συγκρατούμενο του Καρβάλιο η φύση είχε κάνει το θαύμα της γνήσιας ασχήμιας: ένα ασχημομούρικο πλάσμα ξανθό και νευρικό, καταδικασμένο να μείνει φαλακρό. Αντιλήφθηκε τον θόρυβο από τα τακούνια της Τσάρο στη σκάλα· στο πλατύσκαλο η πόρτα άνοιξε. Η κούραση και η οργή μοιράζονταν το πρόσωπο της Τσάρο.
   - Ώστε είσαι ζωντανός. Μην μου πεις "Να, ακριβώς αυτή τη στιγμή ετοιμαζόμουν να σου τηλεφωνήσω".
   - Όχι. Δεν θα σου το πω.
   Ο Καρβάλιο έβγαλε από ένα επάργυρο δοχείο ένα μπουκάλι λευκό κρασί. Το σκούπισε με μια πετσετούλα και γέμισε τα τρία ποτήρια που ο Μπισκουτέρ είχε ακουμπήσει στο τραπέζι.
   - Δοκίμασέ το, Τσάρο. Οι Καταλανοί αρχίζουν να μαθαίνουν να κάνουν κρασί. Είναι Μπλαν ντε μπλαν (1). Εξαιρετικό. Κυρίως για κάτι τέτοιες ώρες.
   - Τι ώρες δηλαδή;
   - Αυτές τις ώρες. Τις ώρες ανάμεσα στο μεσημεριανό επιδόρπιο και το πρώτο πιάτο του δείπνου.
   Η Τσάρο είχε πέσει στην παγίδα, είχε καθίσει με τα πόδια ανοιχτά κάτω από τα γόνατα που τα κρατούσε ενωμένα κι έπινε το κρασί μιμούμενη τις παύσεις γευσιγνωσίας του Καρβάλιο. Ο Μπισκουτέρ προσπαθούσε να κάνει το ίδιο, αλλά πλατάγιζε υπερβολικά τη γλώσσα του.
   - Αμάν! Τι είναι αυτό;
   - Ένας σκύλος. Για την ακρίβεια, μια σκύλα.
   Η Τσάρο είχε τιναχτεί όρθια θορυβημένη από την ανάσα της Παντζαρούλας.
   - Είναι η νέα σου παρέα;
   - Νεότατη. Την αγόρασα χτες.
   - Δεν είναι τίποτα φοβερό. Πώς τη λένε;
   - Παντζαρούλα.
   - Σαν το παντζάρι που τρώγεται δηλαδή;
   - Στα καταλανικά "παντζάρι" δεν σημαίνει μόνο τεύτλο, σημαίνει και "μαλακός", "λαπάς".
   Ο Μπισκουτέρ κόμισε την ευρυμάθειά του και έβαλε πλώρη για την κουζίνα.
   Με τη σκυλίτσα στην ποδιά της, η οποία προσπαθούσε να της γλείψει το πρόσωπο, η Τσάρο τα 'ψαλε στον Καρβάλιο. Ο ντετέκτιβ ήταν απορροφημένος στις σκέψεις του ενώ γέμιζε τα ποτήρια που άδειαζαν από δίψα και βαρεμάρα. Η φρέσκια και όξινη γεύση του κρασιού τού προκαλούσε ένα γαργαλητό πίσω από τα αυτιά και, για να το μετριάσει, έσφιγγε δυνατά τα δόντια και τα μάγουλά του. Ένιωθε ανακουφισμένος, λες και μέσα του λυτρωνόταν μια γωνιά της πατρίδας.
   - Λυπάμαι, Τσάρο, ήμουν όμως κουρασμένος. Είμαι κουρασμένος. Πώς πάνε οι δουλειές;
   - Άσχημα. Υπάρχει τέτοιος ανταγωνισμός που σπάει κόκαλα. Με αυτή την ιστορία της οικονομικής κρίσης άρχισαν να γαμιούνται ως κι οι καλόγριες.
   - Τσάρο, μην γίνεσαι χυδαία. Εσύ όμως είχες εκλεκτή πελατεία.
   - Γιατί δεν λέμε τίποτ' άλλο, γλυκέ μου;
   Ο Πέπε είχε ξεχάσει πως δεν της άρεσε να συζητάει μαζί του το θέμα του επαγγέλματός της. Ή μήπως δεν το είχε ξεχάσει; Ήθελε να φύγει η Τσάρο, αλλά δίχως να την προσβάλει. Την είδε να φέρνει το ποτήρι στα χείλη της, με τα γόνατα ενωμένα, να νιώθει άβολα σαν κάποιος που έχει πάει επίσκεψη. Ο Καρβάλιο χαμογέλασε μυστηριωδώς στην Τσάρο. Ξαφνικά είχε συνειδητοποιήσει ότι ενώ επιδίωκε να μην αποκτά δεσμεύσεις, αυτή τη στιγμή είχε τη συναισθηματική και ηθική ευθύνη τριών ανθρώπων και μιας σκύλας: του εαυτού του, της Τσάρο, του Μπισκουτέρ, της Παντζαρούλας.
   - Τσάρο, πάμε για φαγητό.
   Πλησίασε στην πόρτα που πίσω της πηγαινοερχόταν ο Μπισκουτέρ. 
   - Έλα κι εσύ, Μπισκουτέρ. Κερνάει το μαγαζί.

   Πήγαν να δειπνήσουν στο Τούνελ, όπου ο Μπισκουτέρ τα 'χασε βλέποντας το πιάτο με τα φασόλια και τα στρείδια που παράγγειλε ο Καρβάλιο.
   - Και τι δεν σκαρφίζονται, αφεντικό.
   - Αυτό είναι πιο παλιό κι από τις πέτρες. Πριν φτάσει η πατάτα στην Ευρώπη, με κάτι έπρεπε να συνοδεύουν οι άνθρωποι το κρέας, το ψάρι ή τα θαλασσινά.
   - Τίποτα δεν σου ξεφεύγει, αφεντικό...
   Η Τσάρο είχε καταφύγει σε μια χορτόσουπα και σε μια μερίδα φρέσκο τόνο στη σχάρα. Ο Καρβάλιο διακατεχόταν ακόμη από την οινομανία του, λες και του γινόταν μετάγγιση λευκού και κρύου αίματος.
   - Με τι ασχολείσαι τώρα;
   - Μ' έναν εξαφανισμένο νεκρό.
   - Κλέψανε κάποιο πτώμα;
   - Όχι. Ένας άντρας εξαφανίζεται, κι ένα χρόνο αργότερα τον βρίσκουν νεκρό. Θέλησε να αλλάξει ζωή, χώρα, ήπειρο κόσμο και στο τέλος τον βρήκαν μαχαιρωμένο ανάμεσα σε μπάζα και παλιοσίδερα. Ένας αποτυχημένος. Ένας αποτυχημένος πλούσιος.
   - Πλούσιος;
   - Πλουσιότατος.

   Ο Καρβάλιο έβγαλε από την τσέπη του την ατζέντα κι άρχισε να απαγγέλει:
   - Ανώνυμη Εταιρεία Τάμπλεξ, με δραστηριότητα στην παραγωγή κόντρα πλακέ. Βιομηχανία γαλακτοκομικών προϊόντων Αργκουμόσα, Ιβηρικές Κατασκευές Α.Ε., σύμβουλος της Ατλαντικής Τράπεζας, μέλος του συμβουλίου του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου, σύμβουλος των Κατασκευών και Κατεδαφίσεων Πριβάσα... Και σε δεκαπέντε εταιρείες ακόμα. Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι δύο απ' αυτές είναι εκδοτικοί οίκοι της συμφοράς: ο ένας εκδίδει ποιητικές συλλογές και ο άλλος ένα αριστερό καλλιτεχνικό περιοδικό. Καθώς φαίνεται, του άρεσαν τα φιλανθρωπικά έργα.
   - Να πετάει τα λεφτά του, θα έλεγα εγώ. Με τόσα περιοδικά που υπάρχουν, αφεντικό. Και με τόσα βιβλία. Πας στο περίπτερο και δεν βρίσκεις άκρη. Ο περιπτεράς τραβάει τα μαλλιά του όταν είναι να ψάξει κάτι.
   - Κι όλα είναι σκουπίδια, είπε αποφθεγματικά η Τσάρο, ενώ έβαζε στο στόμα της μια μπουκιά τόνο με σκόρδο και μαϊντανό.
   - Είναι όλα γεμάτα με ολοτσίτσιδους άντρες και γυναίκες. 
   Ο Μπισκουτέρ σηκώθηκε να φύγει αμέσως μόλις τελείωσε το φαγητό του. Νύσταζε κι έπρεπε να ξυπνήσει πρωί, να συγυρίσει το γραφείο και να πάει στην αγορά. Ο Καρβάλιο τον φαντάστηκε μερικά λεπτά αργότερα να κοιμάται μες στη μοναξιά του στο πτυσσόμενο κρεβάτι του γραφείου. [...]

   Τον υποδέχτηκε μια γραμματέας μεταμφιεσμένη σε πρώην μαθήτρια σχολείου καλογριών που ετοιμάζεται να παντρευτεί το αγόρι με το οποίο διατηρούσε σχέσεις εδώ και δώδεκα χρόνια. 
   - Η κυρία Στούαρτ Πεδρέλ με ενημέρωσε για την επίσκεψή σας.
   Βρίσκονταν στο άβατο του νεκρού. Το ιδιαίτερο γραφείο όπου πήγαινε να στοχαστεί, το γραφείο το οποίο προτιμούσε ανάμεσα σε άλλα δεκαπέντε που τον περίμεναν σε ισάριθμες επιχειρήσεις. Ένα διακριτικό βόρειο στιλ που είχε γίνει της μόδας στα μέσα της δεκαετίας του 1960, και το οποίο μετρίαζαν γύψινες διακοσμήσεις πάνω από τη σκούρα μπεζ ταπετσαρία του τοίχου. Χάρτινα φωτιστικά από περγαμηνή με κάποιον ανατολίτικο αέρα, μάλλινη μπεζ μοκέτα, στο βάθος ένας παράξενος σηματοδότης στην πόρτα του γραφείου. Βρισκόταν εκεί σβησμένος: ένα φτερωτό ρομπότ κρεμασμένο στον τοίχο όπως οι διακοσμητικές πεταλούδες. Μπροστά στην απορημένη έκφραση του Καρβάλιο, η πρώην μαθήτρια των καλογριών εξήγησε:
   - Ο κύριος Στούαρτ Πεδρέλ τον χρησιμοποιούσε για να επιτρέπει ή να απαγορεύει την είσοδο σε όσους βρισκόμασταν στο γραφείο αλλά και στους επισκέπτες.
   Ο Καρβάλιο προχώρησε προς τον σηματοδότη αναμένοντας το θαύμα της ανάστασής του και κοντοστάθηκε πριν σπρώξει την πόρτα που οδηγούσε στο άβατο. Ο σηματοδότης και ο άντρας κοιτάχτηκαν χωρίς κανένας να αντιδράσει. Στο τέλος, ο άντρας ήταν εκείνος που έσπρωξε την πόρτα και εισέβαλε στο γραφείο, ενώ η γραμματέας τραβούσε το κορδονάκι για να ανοίξει τις λεπτές γρίλιες.
   - Να μας συγχωρείτε, όμως τώρα το γραφείο είναι κλειστό κι είναι όλα μες στη σκόνη. Καθαρίζεται μόνο μία φορά τον μήνα. 
   - Εσείς ήσασταν η γραμματέας του κυρίου Στούαρτ Πεδρέλ;
   - Ναι. Εδώ ήμουν εγώ.
   - Σε τι χρησίμευε αυτό το γραφείο;
   - Για να ακούει μουσική. Να διαβάζει. Να δέχεται τους διανοούμενους φίλους του και καλλιτέχνες.
   Ο Καρβάλιο ετοιμάστηκε να ξεκινήσει την επιθεώρηση των βιβλίων που ήταν επιμελώς τακτοποιημένα σε ράφια, τους πίνακες διάσημων ζωγράφων που κρέμονταν στους τοίχους, το έπιπλο-μπαρ με το ενσωματωμένο ψυγείο, ένα ανάκλιντρο Charles Eames, την κορωνίδα των ανάκλιντρων της αριστοκρατικής σύγχρονης κοινωνίας.
   - Αφήστε με μόνο.
   Η γραμματέας βγήκε, ικανοποιημένη που τη διέταζαν με τόση ενεργητικότητα. Ο Καρβάλιο εξέτασε τα βιβλία. Πολλά απ' αυτά ήταν στα αγγλικά. Οι εκδοτικοί οίκοι αμερικάνικοι. Τα παραδείγματα της επιστήμης του Κουνγκ. Η έρημη χώρα του Έλιοτ, Μέλβιλ, γερμανοί θεολόγοι, Ρίλκε, αμερικάνικη αντικουλτούρα, μια πλήρης έκδοση των έργων του Χάξλεϋ στα αγγλικά, Μαριταίν, Εμανουέλ Μουνιέ, Για μία ανάγνωση του Μαρξ. Καρφιτσωμένα στα ράφια με χρωματιστές πινέζες αποκόμματα από μουμιοποιημένες εφημερίδες. Κάποια αφορούσαν λογοτεχνικές ειδήσεις των λογοτεχνικών Times. Άλλα ειδήσεις παράξενες, παράξενες τουλάχιστον για τον Στούαρτ Πεδρέλ. Για παράδειγμα, τις δηλώσεις του Καρίγιο (2) για την εγκατάλειψη του λενινισμού από το Ισπανικό Κομμουνιστικό Κόμμα ή την είδηση για τον γάμο της δούκισσας δε Άλμπα με τον Χεσούς Αγκίρε, γενικό διευθυντή του Υπουργείου Πολιτισμού σε θέματα μουσικής. Εδώ και κει, καρφιτσωμένες πάνω στα στηρίγματα της βιβλιοθήκης, καρτ ποστάλ με αντίγραφα του Γκωγκέν. Και στους τοίχους, εναλλάξ με τους διάσημους πίνακες, ωκεανογραφικοί χάρτες, ένας απέραντος Ειρηνικός γεμάτος καρφιτσωμένα σημαιάκια που σηματοδοτούσαν μια ονειρεμένη πορεία. Πάνω στο τραπέζι από ξύλο παλίσαντρου, ένα ποτήρι από ανάγλυφο ελεφαντόδοντο, γεμάτο με όλων των ειδών τα μολύβια, στιλό, μαρκαδόρους. Πάνω σε ένα παλιό μπρούτζινο γραφείο, ένας παράδεισος σχολικού "μαστορέματος": πολύχρωμες γομολάστιχες, πενάκια, πένες με φτερά, πινέλα, κοπίδια, κόκκινα και μπλε μολύβια Ισπάνια, ένα κουτί με μπογιές Φάμπερ, καθώς επίσης και πένες για γοτθικά ή καλλιγραφικά στοιχεία, λες κι ο Στούαρτ Πεδρέλ αφοσιωνόταν σε καλλιγραφικές ασκήσεις ή εικονογραφούσε σχολικές εργασίες. Στα συρτάρια, αποκόμματα από άρθρα εφημερίδων κι ανάμεσά τους ένα ποίημα κομμένο από μια ποιητική επιθεώρηση· ο τίτλος του, Γκωγκέν (3). Διηγείται σε ελεύθερο στίχο την πορεία του Γκωγκέν από τότε που εγκαταλείπει τη ζωή τού αστού τραπεζικού υπαλλήλου ως το θάνατό του στα νησιά Μαρκέσας (4), περιτριγυρισμένος από τον αισθησιακό κόσμο που αναπαρήγαγε στους πίνακές του:
   "Αυτοεξόριστος στα νησιά Μαρκέσας
   γνώρισε τη φυλακή εξαιτίας της καχυποψίας του
   ότι αλλιώς μπορούσε να εγείρει υποψίες στο Παρίσι
   τον είχαν για αμετανόητο σνομπ
   μόνο μερικές αυτόχθονες γνώρισαν την παροδική του ανημποριά
   και πως l' or de ses corps ήταν μια πρόφαση
   για να λησμονήσει τους μαύρους θώκους των χρηματιστηρίων,
   τον κούκο του ρολογιού μιας τραπεζαρίας στην Κοπεγχάγη,
   ένα ταξίδι στη Λίμα με μια θλιμμένη μάνα, 
   τις κούφιες φλυαρίες του καφέ Βολταίρ,
   και, πάνω απ' όλα, τους ακατάληπτους στίχους
   του Στεφάν Μαλλαρμέ".
   Έτσι τελείωνε το ποίημα ενός δημιουργού το όνομα του οποίου δεν έλεγε τίποτα στον Καρβάλιο. Άνοιξε τον χαρτοφύλακα από λεπτό μενεξεδένιο δέρμα, που ήταν τοποθετημένος σαν δίσκος σερβιρίσματος στο ύψος του στήθους εκείνου που καθόταν στο γραφείο. Χειρόγραφες σημειώσεις για οικονομικά ζητήματα. Πληροφορίες για αγορές προσωπικών αντικειμένων παρμένες από διαφημιστικά έντυπα για κρέμες ξυρίσματος. Μια πρόταση στα αγγλικά τράβηξε την προσοχή του Καρβάλιο:
   "I read, much of the night, and go south in the winter".
   Κι αποκάτω:
   "Ma quando gli dico
   ch' egli è tra i fortunati che han visto l' aurora
   sulle isole più belle della terra
   al ricordo sorride e risponde che quando il sole
   si levava il giorno era gia vecchio per loro".
   Και στο τέλος,
   "più nessuno mi portera nel sud".
   O Καρβάλιο μετέφρασε από μέσα του:
   "Διαβάζω, σχεδόν όλη νύχτα και πηγαίνω τον χειμώνα στον Νότο"
....................................................................................................
   "Μα όταν του λέω 
   ότι είναι ανάμεσα στους τυχερούς που είδαν την αυγή
   στα πιο όμορφα νησιά του κόσμου,
   όταν θυμάται, χαμογελάει κι απαντάει πως σαν ο ήλιος σηκωνόταν,
   η μέρα ήταν ήδη γριά γι' αυτούς τους τυχερούς".
....................................................................................................
   "κανείς πια δεν θα με πάει στον Νότο" (5).
   Βάλθηκε να εξιχνιάσει μια πιθανή καβαλιστική σημασία των τριών διαφορετικών αποσπασμάτων κι έκανε βουτιά στη φιλόξενη αγκαλιά τού Charles Eames, αφού άνοιξε πρώτα το έπιπλο-μπαρ και γέμισε ένα ποτήρι με πορτό. Φονσέκα δέκα χρόνων. Αυτός ο Στούαρτ Πεδρέλ δεν είχε κακό γούστο. Ο Καρβάλιο κλωθογύρισε στο μυαλό του τους στίχους. Ο συνδυασμός μπορεί να σήμαινε μια απλή απογοήτευση ή ίσως να επρόκειτο για το κλειδί ενός σχεδίου που ναυάγησε με τον θάνατο του επιχειρηματία. Έβαλε το σημείωμα στην τσέπη του. Επιθεώρησε και την τελευταία κρυψώνα, ούτε λίγο ούτε πολύ έψαξε ως και τα μαξιλάρια του καναπέ, και πλησίασε πάλι στον τοίχο όπου στρατοπέδευε ο ωκεανογραφικός χάρτης του Ειρηνικού. Ακολούθησε την πορεία των σημαιών: Άμπου Ντάμπι, Κεϋλάνη, Μπανγκόκ, Σουμάτρα, Ιάβα, Μπαλί, νησιά Μαρκέσας...
   Ταξίδι φανταστικό. Ταξίδι πραγματικό. Έπειτα εξέτασε τις οπτικοακουστικές συσκευές που ήταν τοποθετημένες σε μια γωνιά του γραφείου, στο τραπέζι δεξιά τού Στούαρτ Πεδρέλ. Ηχοσύστημα υψηλής πιστότητας. Μια μικρή επιτραπέζια τηλεόραση ενσωματωμένη σε ένα αμερικάνικο ραδιοκασετόφωνο. Άκουσε όλες τις κασέτες μην τυχόν και υπήρχε κάτι μαγνητοφωνημένο. Τίποτα. Επιθεώρησε τις κασέτες της κλασικής μουσικής και της μοντέρνας συμφωνικής ροκ εμπνευσμένης από τους Πινκ Φλόιντ. Κανένα ίχνος. Φώναξε την πρώην μαθήτρια των καλογριών, που μπήκε στο δωμάτιο με μικρά βηματάκια, λες και φοβόταν μήπως απολέσει το προνόμιο της πρόσβασης στον ναό.
   - Ο κύριος Στούαρτ Πεδρέλ πρόλαβε να κανονίσει κάποιο ταξίδι πριν πεθάνει;
   - Ναι. Ένα ταξίδι στην Ταϊτή.
   - Απευθείας;
   - Όχι. Μέσω της Αεροτζέτ, ενός πρακτορείου.
   - Είχε προλάβει να δώσει προκαταβολή;
   - Ναι. Και είχε ζητήσει επίσης ταξιδιωτικές επιταγές για ένα πολύ σημαντικό ποσό.
   - Πόσα;
   - Δεν ξέρω. Κάλυπτε όμως τα έξοδα για ένα χρόνο, ή και για περισσότερο, έξω από τη χώρα.
   Ο Καρβάλιο ξανακοίταξε τους κρεμασμένους πίνακες. Αυστηρά σύγχρονοι διάσημοι ζωγράφοι. Ο πιο ηλικιωμένος, ο Τάπιες, γύρω στα πενήντα, ο νεότερος, ο Βιλαδεκάνς, γύρω στα τριάντα. Μια υπογραφή τού ήταν γνωστή: Αρτιμπάου. Τον είχε γνωρίσει την περίοδο του αντιφρανκισμού, πριν διαφύγει στις Ηνωμένες Πολιτείες.
   - Αυτοί οι ζωγράφοι έρχονταν εδώ;
   - Έρχονταν πολλοί σημαντικοί άνθρωποι.
   - Τους γνωρίζετε προσωπικά;
   - Μερικούς, ναι.
   - Αυτόν τον Αρτιμπάου;
   - Ήταν ο πιο συμπαθητικός. Ερχόταν συχνά. Ο κύριος Στούαρτ Πεδρέλ ήθελε να του αναθέσει μια πολύ σπουδαία τοιχογραφία στο εξοχικό του, στη Γιτέρας. Ένα τεράστιο τοίχωμα χάλαγε το τοπίο και ο κύριος Στούαρτ Πεδρέλ ήθελε να το ζωγραφίσει ο κύριος Αρτιμπάου.

   Το ατελιέ του Αρτιμπάου βρισκόταν στην οδό Μπάχα δε Σαν Πέδρο. Περνώντας μπροστά από την Αστυνομική Διοίκηση της οδού Λαγετάνα, ο Καρβάλιο ένιωσε τον συνηθισμένο εκνευρισμό. Από εκείνο το παλιό μέγαρο διατηρούσε μόνο κακές αναμνήσεις και, παρά το πλούσιο δημοκρατικό βάπτισμα που του έκαναν, θα ήταν πάντα ο ζοφερός πύργος της καταστολής. Εντελώς διαφορετικά συναισθήματα του ξυπνούσε η όψη της οδού Λαγετάνα, που βρισκόταν στα πρώτα κι αβέβαια βήματα προς τη δημιουργία ενός βαρκελωνέζικου Μανχάταν, το οποίο έμελλε να μην ολοκληρωθεί ποτέ. Ήταν ένας δρόμος του Μεσοπολέμου, με το λιμάνι στη μια άκρη και τη βιοτεχνική Βαρκελώνη της Γκράθια στην άλλη, που είχαν διανοίξει ώστε να μετριαστεί η εμπορική ένταση της μητρόπολης και που με τον καιρό είχε μεταβληθεί σε δρόμο εργατικών και εργοδοτικών συνδικαλιστικών οργανώσεων, αστυνομικών και των θυμάτων τους. Στον ίδιο δρόμο υπήρχε επίσης ένα ταμιευτήριο και, ανάμεσα σε κήπους κι ένα φόντο γοτθικού στιλ, το μνημείο ενός από τους ισχυρότερους κόμητες της Καταλονίας. Ο Καρβάλιο ακολούθησε την Μπάχα δε Σαν Πέδρο και, μόλις έφτασε σε μια πύλη με θυρωρείο, απ' όπου διακρινόταν το αίθριο στο βάθος, μπήκε κι άρχισε να ανεβαίνει την πλατιά και σαπισμένη σκάλα που συνέδεε ανισοϋψείς ορόφους, όπου βρίσκονταν τα εργαστήρια νεόκοπων αρχιτεκτόνων, βιοτεχνών στα πρόθυρα της συνταξιοδότησης, συνηθισμένες αποθήκες δερμάτων ή χαρτιών περιτυλίγματος, που επωφελούνταν από τους γενναιόδωρους χώρους εκείνων των κατακερματισμένων ορόφων των παλιών πολυκατοικιών και μεγάρων. Μπροστά σε μια πόρτα ζωγραφισμένη με χαρωπά φυλλώματα πράσινα και βιολετιά ο Καρβάλιο σταμάτησε για να χτυπήσει και περίμενε να του ανοίξει ένας γεράκος αργός και σιωπηλός, με μια μπροστέλα μες στη μαρμαρόσκονη. Του άνοιξε διάπλατα την πόρτα και του έγνεψε να περάσει μέσα.
   - Ξέρετε ποιον ζητάω;
   - Τον Φρανθέσκ μάλλον. Εμένα δεν έρχεται κανείς να με δει. 
   Ο γεράκος μπήκε στο δωματιάκι του, που δεν ήταν παρά ένα μέρος του τεράστιου στούντιο, με τοίχους τέσσερα μέτρα ψηλούς, το οποίο είχε καταπατήσει. Ο Καρβάλιο προχώρησε ώσπου διέκρινε τον Αρτιμπάου έτοιμο να ζωγραφίσει μια κοπέλα ενώ έβγαζε το πουλόβερ της. Ο ζωγράφος στράφηκε έκπληκτος κι άργησε να διαβάσει το παρελθόν στο πρόσωπο του Καρβάλιο:
   - Ρε μαλάκα! Εσύ είσαι;
   Το πρόσωπο μελαχρινού παιδιού πλαισιωμένο από πυκνά μαλλιά και μαύρα γένια έμοιαζε να έχει βγει από τη σήραγγα του χρόνου. Το μοντέλο είχε κατεβάσει το πουλόβερ για να καλύψει δυο στήθια λευκά, εύπλαστα, δυο ημισφαίρια γεροφτιαγμένα και στητά.
   - Τελειώσαμε για σήμερα, Ρεμέι.
   Ο ζωγράφος άγγιζε τον Καρβάλιο, τον χτυπούσε στην πλάτη λες και είχε ανακτήσει ένα κομμάτι του εαυτού του. 
   - Θα μείνεις για φαΐ. Αν σου αρέσει αυτό που μαγειρεύω. 
   Του έδειξε μια κουζίνα γκαζιού πάνω στην οποία άχνιζε μια σκεπασμένη πήλινη κατσαρόλα. Ο Καρβάλιο σήκωσε το καπάκι και του επιτέθηκε το άρωμα από ένα παράξενο ραγού χωρίς πατάτες, όπου τα χορταρικά συναγωνίζονταν το κρέας.
   -Πρέπει να προσέχω το βάρος μου, γι' αυτό δεν βάζω πατάτες, ενώ το λάδι είναι ελάχιστο. Το αποτέλεσμα όμως είναι καλό. 
   Ο ζωγράφος άγγιζε μια τουρλωτή κοιλιά πάνω σε ένα σωματικό σύμπλεγμα όχι πολύ παχύ. Το μοντέλο αποχώρησε, αφού πρώτα μουρμούρισε ένα γεια και στύλωσε για μια στιγμή το βλέμμα του στον Καρβάλιο.
   - Πώς θα ήθελα να ήμουν ικανός να ζωγραφίσω εκείνη τη ματιά, είπε ο Αρτιμπάου όταν το μοντέλο είχε γίνει άφαντο. Τώρα ζωγραφίζω εκφράσεις. Κινήσεις του κορμιού. Γυναίκες να ντύνονται, να γδύνονται. Επιστρέφω στο ανθρώπινο σώμα μετά την ενασχόλησή μου με την κοινωνία. Δηλαδή, μετά την ενασχόλησή μου ως ζωγράφος, εννοείται. Εγώ είμαι ακόμη μέλος του κόμματος. Βγαίνω και ζωγραφίζω τοίχους πριν από τις εκλογές. Πρόσφατα ζωγράφισα έναν στου Κλοτ. Εσύ τι κάνεις; 
   - Εγώ δεν ζωγραφίζω.
   - Αυτό το ξέρω. Σε ρωτάω αν είσαι στο κόμμα.
   - Όχι. Εγώ δεν έχω κόμμα. Ούτε καν γάτα δεν έχω.
   Ήταν μια φτιαχτή απάντηση που ίσως στο παρελθόν να απεικόνιζε την πραγματικότητα. Τώρα όμως όχι. Ο Καρβάλιο συλλογίστηκε: Έχω μια σκύλα, από κάτι αρχίζει κανείς. Λες να καταλήξω έχοντας πολλά όπως οι άλλοι; Ο Αρτιμπάου είχε διάφορα: ήταν παντρεμένος, είχε δύο παιδιά. Ίσως ερχόταν η γυναίκα του να φάει μαζί τους, αν και δεν έπαιρνε όρκο. Του έδειξε τους πίνακές του κι ένα άλμπουμ με τα σχέδια από το ψυχορράγημα του Φράνκο. Όχι. Το ήξερε πως ακόμη δεν ήταν δυνατόν να εκτεθεί. Δοκίμασε να κάνει τον Καρβάλιο να του εκμυστηρευτεί κάτι, να του δώσει κάποια πληροφορία για τη ζωή του. Ο Καρβάλιο συνόψισε είκοσι χρόνια σε μια πρόταση. Είχε ζήσει στις Ηνωμένες Πολιτείες και εργαζόταν ως ιδιωτικός ντετέκτιβ.
   - Είναι το τελευταίο που θα περνούσε από το μυαλό μου. Άκου ιδιωτικός ντετέκτιβ!
   - Γι' αυτό ακριβώς ήρθα να σε βρω, έχω αναλάβει μια υπόθεση. Για έναν πελάτη σου.
   - Ανακάλυψε κανέναν πλαστό πίνακά μου;
   - Όχι. Πέθανε. Δολοφονήθηκε.
   - Ο Στούαρτ Πεδρέλ.
   Ο Καρβάλιο συγκατένευσε και στρώθηκε να ακούσει την πολυλογία του Αρτιμπάου. Εκείνος, αντίθετα, έμοιαζε σαν να κρατούσε κάποιες επιφυλάξεις. Τοποθέτησε τα πιάτα σε ένα μαρμάρινο τραπεζάκι με σιδερένια πόδια. Ένα μπουκάλι Μπερμπεράνα Γκραν Ρεζέρβα -για να το γιορτάσουν- έκανε καλή εντύπωση στον Καρβάλιο, ο οποίος ευχαριστιόταν κάθε φορά που ανακάλυπτε μια καινούργια ευκαιρία γαστρονομικής διαφθοράς. Προσεκτικά έβγαλε την κατσαρόλα απ' τη φωτιά. Τηλεφώνησε η γυναίκα του. Δεν θα πήγαινε. Γέμισε τα πιάτα με το διαιτητικό ραγού και δέχτηκε με μεγάλη ικανοποίηση το σχόλιο του Καρβάλιο.
   - Είναι νοστιμότατο.
   - Τα ίδια τα λαχανικά, η αγκινάρα ή ο αρακάς, βγάζουν νερό κι επιτρέπουν το ψήσιμο με λιγότερα λιπαρά. Η μόνη διαιτητική παρασπονδία είναι που πρόσθεσα ένα ποτήρι κονιάκ, αλλά δεν πά' να γαμηθούν οι γιατροί.
   - Δεν πά' να γαμηθούν.
   Ο Καρβάλιο δεν συνέχισε τη συζήτηση, προσδοκώντας να επανέλθει ο Αρτιμπάου στην υπόθεση Στούαρτ Πεδρέλ. Ο ζωγράφος μάσαγε αργά και συμβούλευε τον Καρβάλιο να κάνει το ίδιο. Διευκολύνει τη χώνευση, τρως λιγότερο, λεπταίνεις.
   - Το να μιλάς για έναν πελάτη είναι πάντα λεπτό ζήτημα. 
   - Πρόκειται για νεκρό πελάτη.
   - Η γυναίκα του αγοράζει ακόμη από μένα. Και σε καλύτερες τιμές από τον σύζυγο.
   - Μίλα μου για τη γυναίκα.
   - Ακόμα χειρότερα. Πρόκειται για ζωντανό πελάτη.
   Αλλά το μπουκάλι είχε κιόλας αδειάσει και ο ζωγράφος άνοιγε άλλο που έφτασε αμέσως στη μέση χάρη στη δίψα και των δυο και στη χωρητικότητα κάτι ποτηριών που ο κατασκευαστής τους τα προόριζε για την κατανάλωση νερού.
   - Η γυναίκα είναι πολύ νόστιμη.
   - Την έχω δει.
   - Της πρότεινα να τη ζωγραφίσω γυμνή και δεν δέχτηκε. Είναι μια γυναίκα με αρχοντιά. Εξωτερικά έχει περισσότερη αρχοντιά από εκείνον. Κολυμπούσαν κι οι δυο στο χρήμα. Είχαν και οι δύο εντυπωσιακή παιδεία και τόσο διαφορετικές συναναστροφές που τους απέφεραν ετερόκλητες εμπειρίες. Για παράδειγμα, εγώ ήμουν ο ζωγράφος της εμπιστοσύνης τους και ο παλιός δήμαρχος ήταν ένας απ' αυτούς που βρίσκονταν πίσω από τις κτηματομεσιτικές δραστηριότητες του Στούαρτ Πεδρέλ. Μπορούσαν να τρώνε εδώ, εκεί όπου κάθεσαι τώρα εσύ, με μένα και τη γυναίκα μου, κάτι που είχα μαγειρέψει εγώ ή να δέχονται στο σπίτι τους προσκεκλημένους όπως ο Λόπες Μπράβο ή ο Λόπες Ροδό ή οποιοσδήποτε υπουργός του Όπους (6), καταλαβαίνεις; Αυτό προσδίδει αρχοντιά. Κάνανε σκι με τον βασιλιά και πίνανε τσιγαριλίκια με αριστερούς ποιητές στη Γιτέρας.
   - Ζωγράφισες τον τοίχο;
   - Το έμαθες; Όχι. Βρισκόμασταν στις διαπραγματεύσεις όταν χάθηκε, δεν καταλήξαμε όμως σε τίποτα συγκεκριμένο. Εκείνος ήθελε να του ζωγραφίσω κάτι πολύ πρωτόγονο, με την προσποιητή αθωότητα του Γκωγκέν όταν ζωγράφιζε τους αυτόχθονες, αλλά μεταφερμένο όλο στον πρωτογονισμό του Εμπορδά (7), όπου βρίσκεται η Γιτέρας. Του ετοίμασα διάφορα σχέδια. Δεν του άρεσαν καθόλου. Εγώ ήμουν ακόμη μπλεγμένος με τα κοινωνικά προβλήματα και μου έβγαινε, ποιος ξέρει, κάτι υπερβολικά διεκδικητικό, η αγροτιά και διάφορα τέτοια. Έκανα πίσω όμως και γιατί, μεταξύ μας τώρα, ήταν λίγο λαμόγιο.
   Το δεύτερο μπουκάλι είχε εξαφανιστεί μέσα στα λαρύγγια του Αρτιμπάου και του Καρβάλιο.
   - Λαμόγιο;
   - Ναι. Λαμόγιο, αποφάνθηκε κατηγορηματικά και πήγε να ψάξει για το τρίτο μπουκάλι.

   - Εντάξει. Ίσως δεν θα ήταν σωστό να ξεμπερδέψουμε μαζί του με ένα "λαμόγιο"! Είναι και δεν είναι. Όπως οποιοσδήποτε άνθρωπος είναι και δεν είναι αυτό που είναι.
   Τα μάτια, θαμμένα στην τριχωτή ζούγκλα, έλαμπαν από ικανοποίηση μπροστά στην εξαιρετική διάθεση του Καρβάλιο να τείνει ευήκοον ους, σαν να ήταν ο ντετέκτιβ ένα λευκό τελάρο που πάνω του θα μπορούσε να σχεδιάσει το πορτρέτο του Στούαρτ Πεδρέλ.
   - Όπως κάθε πλούσιος άνθρωπος με ανησυχίες, ο Στούαρτ Πεδρέλ ήταν επιφυλακτικός. Κάθε χρόνο δεχόταν δεκάδες προτάσεις για καλλιτεχνικές επιχειρήσεις. Έφτασαν να του προτείνουν ως κι ένα πανεπιστήμιο. Ή το πρότεινε αυτός, δεν θυμάμαι. Φαντάσου: εκδοτικοί οίκοι, περιοδικά, βιβλιοθήκες, δωρεές, ιδρύματα. Κι όταν μυρίζονται χρήμα συνδυασμένο με καλλιτεχνική ανησυχία, μπορείς να φανταστείς τι γίνεται, με το λιγοστό χρήμα που υπάρχει σε αυτόν τον χώρο και τη λίγη καλλιτεχνική ανησυχία που υπάρχει στους κύκλους των πλουσίων. Γι' αυτό ο Στούαρτ Πεδρέλ κέρδιζε χρόνο, ανέβαλλε. Ήταν όμως λίγο παιχνιδιάρης. Ενδιαφερόταν για τις πιο διαφορετικές επιχειρήσεις, ξεσήκωνε τους διοργανωτές και μετά ξαφνικά τσαφ! ξεφούσκωνε και τους άφηνε στα κρύα του λουτρού.
   - Τι γνώμη είχαν γι' αυτόν στους κύκλους των διανοουμένων και καλλιτεχνών και στους επιχειρηματικούς κύκλους;
   - Παντού τον θεωρούσαν μυστήριο τρένο. Οι διανοούμενοι και οι καλλιτέχνες δεν τον εκτιμούσαν γιατί δεν εκτιμούν κανέναν. Την ημέρα που οι διανοούμενοι ή οι καλλιτέχνες θα εκτιμήσουμε κάποιον, θα σημαίνει ότι το εγώ μας έχει διαλυθεί, κι εκείνη την ημέρα θα πάψουμε να είμαστε διανοούμενοι ή καλλιτέχνες.
   - Αυτό συμβαίνει και στους χασάπηδες.
   - Αν είναι ιδιοκτήτες κρεοπωλείου, ναι. Αν είναι μισθωτοί, όχι.
   Ο Καρβάλιο απέδωσε στο τρίτο μπουκάλι κρασί την κοινωνικο-φροϋδική ανάλυση του Αρτιμπάου.
   - Στους κύκλους των πλουσίων τον εκτιμούσαν περισσότερο, γιατί οι πλούσιοι αυτής της χώρας σέβονται περισσότερο αυτόν που έκανε λεφτά δίχως να καταβάλει μεγάλη προσπάθεια, και ο Στούαρτ Πεδρέλ ήταν ένας απ' αυτούς. Μια μέρα μου διηγήθηκε πώς πλούτισε κι είναι να κατουριέσαι από τα γέλια. Ήταν στις αρχές της δεκαετίας του 1950, και ξέρεις την ιστορία του οικονομικού εμπάργκο. Εδώ οι πρώτες ύλες έμπαιναν με το σταγονόμετρο ή τις έβρισκες στη μαύρη αγορά. Εκείνο τον καιρό ο Στούαρτ Πεδρέλ είχε τελειώσει τις νομικές και οικονομικές σπουδές του. Ο πατέρας του είχε ήδη αποφασίσει να του αναθέσει την επιχείρηση γιατί τα αδέλφια του είχαν πάρει το μερίδιό τους. Ένιωθε άβολα. Έκανε μια έρευνα στην αγορά πρώτων υλών κι ανακάλυψε ότι στην Ισπανία υπήρχε έλλειψη καζεΐνης (8). Άριστα. Πού μπορεί κανείς να βρει καζεΐνη; Στην Ουρουγουάη και στην Αργεντινή. Ποιος θέλει να την αγοράσει; Έκανε μια καταγραφή των πελατών και τους επισκέφτηκε έναν προς έναν. Ήταν διατεθειμένοι να την αγοράσουν αν το υπουργείο εξασφάλιζε την εισαγωγή της. Το μόνο εύκολο. Ο Στούαρτ Πεδρέλ ενεργοποίησε τις επιρροές του, απευθύνθηκε ακόμα και σε υπουργούς και του άνοιξαν τις πόρτες του υπουργείου-κλειδί: του Υπουργείου Εμπορίου. Του Υπουργείου Εμπορίου του φάνηκε πολύ πατριωτική η υπόθεση, γιατί έτσι την παρουσίασε ο Στούαρτ Πεδρέλ. Τι μπορούσε να κάνει η Ισπανία χωρίς καζεΐνη; Τι θα είχαμε απογίνει εμείς χωρίς την καζεΐνη;
   - Δεν τολμάω ούτε να το φανταστώ.
   - Ο Στούαρτ Πεδρέλ πήρε το αεροπλάνο για την Ουρουγουάη και την Αργεντινή. Συζήτησε με τους παραγωγούς σε συναντήσεις όπου ξεβιδώθηκε χορεύοντας ταγκό. Από τότε του έμεινε η συνήθεια να κάνει πλάκα μιλώντας αργεντίνικα. Συνήθιζε να το κάνει όταν ήταν χαρούμενος, όταν τον έπιανε κατάθλιψη ή όταν έπαιζε πιάνο.
   - Δηλαδή πάντα.
   - Όχι. Όχι. Είμαι υπερβολικός. Εξασφάλισε την καζεΐνη σε μια λογική τιμή. Στην Ισπανία είχε ήδη συμφωνήσει μια τριπλή ή τετραπλή τιμή. Τέλεια δουλειά. Αυτή του απέφερε τα πρώτα εκατομμύρια, που χρησιμοποίησε για να βάλει μπρος όλες τις υπόλοιπες. Να βάλει μπρος είναι τρόπος του λέγειν, γιατί είχε την εξυπνάδα να συνεταιριστεί με ανθρώπους που διέθεταν επιχειρηματικό πνεύμα κι ήξεραν να αντισταθμίζουν την κριτική του απόσταση. Θα μπορούσε κανείς να πει πως ήταν ένας μπρεχτικός επιχειρηματίας, από αυτούς που έχουν περισσότερο μέλλον. Ένας αλλοτριωμένος επιχειρηματίας δεν μπορεί να κάνει τίποτα μπροστά στο σοσιαλδημοκρατικό μέλλον που τον περιμένει.
   - Με ποιους συνεταιρίστηκε;
   - Με δύο κυρίως: τον Πλάνας και τον μαρκήσιο δε Μουντ.
   - Πολύ χρήμα μού μυρίζει.
   - Πολύ χρήμα και πολύ καλές πλάτες. Έναν καιρό λεγόταν πως βρισκόταν από πίσω ο δήμαρχος. Κι όχι μόνο ο δήμαρχος: τράπεζες, εκκλησιαστικές και παραεκκλησιαστικές οργανώσεις. Ο Στούαρτ Πεδρέλ έβαζε τα λεφτά, άφηνε να παίρνουν τον δρόμο τους, έκανε τα στραβά μάτια. Συμπεριφερόταν σχιζοφρενικά. Άλλο πράγμα ήταν ο κόσμος των επιχειρήσεων κι άλλο οι πνευματικές του εμπειρίες. Όταν είχε πια τα αμπάρια του γεμάτα και το μέλλον εξασφαλισμένο για τέσσερις γενιές, πήγε να ξαναγραφτεί στο πανεπιστήμιο και σπούδασε φιλοσοφία και πολιτικές επιστήμες στη Μαδρίτη, παρακολούθησε μαθήματα κοινωνιολογίας στο Χάρβαρντ, στη Νέα Υόρκη, στο Λόντον Σκουλ. Συμπεραίνω πως έγραφε στίχους που δεν δημοσίευσε ποτέ.
   - Ποτέ δεν δημοσίευσε τίποτα.
   - Ποτέ. Έλεγε για τον εαυτό του πως ήταν τελειομανής. Εγώ πιστεύω πως δεν διέθετε τον απαραίτητο επικοινωνιακό κώδικα. Αυτό συμβαίνει σε πολλούς. Τα έχουν όλα για να αρχίσουν να δημιουργούν κι ανακαλύπτουν ότι τους λείπει ο απαραίτητος επικοινωνιακός κώδικας. Τότε μεταθέτουν τη λογοτεχνία στη ζωή τους ή τη ζωγραφική στην γκαρνταρόμπα τους. Μερικοί από αυτούς τους πλούσιους αγοράζουν εφημερίδες ή εκδοτικούς οίκους. Ο Στούαρτ Πεδρέλ βοηθούσε δύο εκδοτικούς οίκους της συμφοράς, αλλά όχι πολύ. Κάλυπτε τα ετήσια ελλείμματα. Κάτι μηδαμινό γι' αυτόν.
   - Και η γυναίκα του; Γιατί τη λένε Μίμα;
   - Από το Μίριαμ. Όλοι έχουν τέτοια ονόματα. Όλοι μου οι πελάτες λέγονται Ποπό, Πουλί, Πενί, Τσοτσό, Φιφί. Η κούραση δεν είναι σικ και τίποτα δεν είναι πιο κουραστικό από το να προφέρει κανείς ένα ολόκληρο όνομα. Η Μίμα ήταν ανεξερεύνητη. Έμοιαζε με εξάρτημα του Στούαρτ Πεδρέλ, συνεπής στη θέση της ψιλομαλακισμένης και καλλιεργημένης συζύγου ενός άντρα πλούσιου και καλλιεργημένου. Δεν ήταν παράταιρη στις επίσημες κοινωνικές εκδηλώσεις, ούτε όταν καθόταν εδώ. Ήταν όμως πάντα σιωπηλή. Από τότε που χάθηκε ο σύζυγός της είναι μια άλλη. Ανέπτυξε μια εντυπωσιακή ενεργητικότητα που ανησυχεί ακόμα και τους συνεταίρους. Ο Στούαρτ Πεδρέλ ήταν πιο βολικός. 
   - Κι ο Βιλαδεκάνς.
   - Τον είδα μόνο όταν με πλήρωσε. Ο κλασικός δικηγόρος που τα ξέρει όλα και παρέχει στο αφεντικό του τη δυνατότητα να διατηρεί τα χέρια του καθαρά.
   - Ερωμένες.
   - Αυτή είναι ακόμα πιο λεπτή υπόθεση. Τι θέλεις: παρελθόν, παρόν ή κρασί;
   - Κρασί και το παρόν.
   Ο Αρτιμπάου έφερε κι άλλο μπουκάλι.
   - Είναι το τελευταίο που έχω της ίδιας χρονιάς, είπε και καθώς γέμιζε το ποτήρι του Καρβάλιο έχυσε λίγο κρασί στο τραπέζι. Το παρόν ονομάζεται Αδέλα Βιλαρδέλ. Ήταν η πιο σταθερή. Υπάρχουν όμως και μερικές σκόρπιες, ευκαιριακές, τελευταία πιο νέες απ' ό,τι συνήθως. Ο Στούαρτ Πεδρέλ είχε κλείσει τα πενήντα κι εξασκούσε τον κλασικό ερωτικό βαμπιρισμό. Στα ίχνη της Αδέλα Βιλαρδέλ μπορώ να σε βάλω, σε εκείνα των ευκαιριακών κοριτσιών όχι.
   - Τον γνώριζες καλά;
   - Και ναι και όχι. Ένας ζωγράφος μπορεί να γνωρίζει αρκετά καλά κάτι τέτοιους τύπους, κυρίως αν είναι πελάτες του. Ανοίγουν την καρδιά τους και το πορτοφόλι τους. Είναι μια διπλή άσκηση πολύ αποκαλυπτική.
   - Οι θάλασσες του Νότου.
   - Η έμμονη ιδέα του. Νομίζω πως του μπήκε διαβάζοντας ένα ποίημα για τον Γκωγκέν. Από εκείνη τη στιγμή άρχισε να προσεγγίζει τον μύθο του ζωγράφου. Μέχρι που αγόρασε μια κόπια μιας ταινίας. Υπεροψία νομίζω πως τη λέγανε, με πρωταγωνιστή τον Τζορτζ Σάντερς, και την πρόβαλε στο σπίτι του.
   Ο Καρβάλιο του έτεινε το σημείωμα με τους στίχους που είχε ανακαλύψει μέσα στα χαρτιά του Στούαρτ Πεδρεέλ. Μετέφρασε τους στίχους της Έρημης χώρας.
   - Ξέρεις από πού μπορεί να είναι αυτοί οι ιταλικοί στίχοι; Πιάνεις κανένα κρυφό νόημα; Κάτι που να σου έχει πει ο Στούαρτ Πεδρέλ;
   - Αυτό το "Διαβάζω σχεδόν όλη νύχτα και πηγαίνω τον χειμώνα στον Νότο" τον άκουσα να το λέει πολλές φορές. Ήταν η αιθυλική του επωδός. Το ιταλικό δεν μου λέει τίποτα.
   

Montalbán Manuel Vázquez, H Bαρκελώνη του Μανόλο (Οι θάλασσες του Νότου, μετφ. Βέρα Δαμόφλη), εκδ. ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, Αθήνα 2012)


Σημειώσεις:
(1) Λευκό κρασί από λευκά σταφύλια.
(2) Ηγέτης του Ισπανικού Κομμουνιστικού Κόμματος (από το 1960 έως το 1982).
(3) Ποίημα του Μ.Β. Μονταλμπάν από τη συγκεντρωτική συλλογή Μνήμη και πόθος  [Memoria y deseo] (1963 - 1983).
(4) Ομάδα νησιών στον νοτιοκεντρικό Ειρηνικό Ωκεανό, που διοικητικά ανήκει στη γαλλική Πολυνησία.
(5) Από το ποίημα "Η ταφή του νεκρού", από την Έρημη χώρα του Τ.Σ. Έλιοτ, μετάφραση Γιώργος Σεφέρης, Ίκαρος, 1973.
(6) Οικονομικό κύκλωμα της εποχής του Φράνκο.
(7) Πρόκειται για την περιοχή Αμπουρδάν της βόρειας Καταλονίας που στην καταλανική διάλεκτο λέγεται Εμπορδά.
(8) Πρωτεϊνική ουσία που υδρολύεται από το γάλα και σχηματίζει τη βάση του τυριού αλλά και συγκεκριμένων πλαστικών.

Δεν υπάρχουν σχόλια: