Ποίηση

Ποίηση

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2016

[ ΟΙ ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΟΙ ]

Πρώτη ημέρα
ΏΡΑ ΠΡΩΤΗ
Όπου φτάνουν στους πρόποδες της μονής και ο Γουλιέλμος αποδεικνύει την ευστροφία του.
   Ήταν ένα ωραίο πρωινό στα τέλη Νοεμβρίου. Τη νύχτα είχε ρίξει λίγο χιόνι και η γη ήταν σκεπασμένη μ' ένα δροσερό πέπλο, που έφτανε τα τρία δάχτυλα. Αμέσως μετά τον Όρθρο παρακολουθήσαμε τη λειτουργία μες στο σκοτάδι σ' ένα χωριό κάτω στην κοιλάδα. Έπειτα ξεκινήσαμε για τα βουνά, ενώ ο ήλιος ξεμύτιζε.
   Καθώς σκαρφαλώναμε το απότομο μονοπάτι που τυλιγόταν γύρω απ' το βουνό, είδα το μοναστήρι. Δεν θαμπώθηκα από τα τείχη που το περιτριγύριζαν -όμοιά τους είδα σ' ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο- μα από έναν επιβλητικό όγκο, που, όπως έμαθα, ήταν το Οικοδόμημα. Ήταν ένα οκταγωνικό κτίριο, που, από μακριά, έμοιαζε τετράγωνο (σχήμα τέλειο, που εκφράζει τη στερεότητα και το απόρθητο της Πόλεως του Θεού), με τις μεσημβρινές του όψεις να πατούν στο επίπεδο του αβαείου, ενώ οι βορινές έμοιαζαν να φυτρώνουν από τις πλαγιές του βουνού, απ' όπου υψώνονταν κατακόρυφα. Λέω ότι από κάποια σημεία, κοιτάζοντας ψηλά, ο βράχος έμοιαζε να υψώνεται στα ουράνια, χωρίς να παραλλάζει χρώμα και υλικό και, ξαφνικά, γινόταν οχυρό και πύργος (έργο γιγάντων εξοικειωμένων με γη και ουρανό). Τρεις σειρές παράθυρα μαρτυρούσαν τον τρισυπόστατο ρυθμό της ανέγερσής του, ώστε αυτό που ήταν τετράγωνο στη μορφή επί γης, γινόταν τρίγωνο πνεύμα στον ουρανό. Πλησιάζοντας περισσότερο, κατάλαβα ότι σε κάθε γωνία υπήρχε ένας επτάγωνος πύργος, με τις πέντε πλευρές στο εξωτερικό μέρος του τετράγωνου σχήματος -οι τέσσερις λοιπόν, από τις οκτώ πλευρές του μεγάλου οκταγώνου σχημάτιζαν τέσσερα μικρότερα επτάγωνα, που απ' έξω φαίνονταν σαν πεντάγωνα. Δεν υπάρχει κανείς να μην κατανοεί τη θαυμαστή αρμονία τόσων ιερών αριθμών, που ο καθένας τους έχει ένα λεπτό υπερφυσικό νόημα. Οκτώ, ο αριθμός της τελείωσης κάθε τετραγώνου, τέσσερα, ο αριθμός των Ευαγγελίων, πέντε, ο αριθμός των κύκλων του κόσμου, εφτά, ο αριθμός των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος. Στον όγκο και στη μορφή, το Οικοδόμημα έμοιαζε, όπως είδα αργότερα στον Νότο της ιταλικής χερσονήσου, με το Καστέλλο Ουρσίνο ή το Καστέλλο νταλ Μόντε, όμως η απρόσιτη τοποθεσία του το έκανε πιο τρομερό και άξιο να γεννήσει τον φόβο στον ταξιδιώτη που το πλησίαζε σιγά σιγά. Ευτυχώς, εκείνο το καθαρό χειμωνιάτικο πρωινό, το κτίριο δεν μου φανερώθηκε με τη μορφή που το είδα τις ημέρες της θύελλας.

   Δεν θα 'λεγα πάντως ότι ενέπνεε συναισθήματα ευφροσύνης. Ένιωσα τρόμο και μια φευγαλέα ανησυχία. Ο Θεός ξέρει ότι δεν ήταν φαντάσματα της ανώριμης ψυχής μου κι ότι σωστά ερμήνευα τους βέβαιους οιωνούς που ήταν χαραγμένοι στην πέτρα, από τότε που οι γίγαντες τη θεμελίωσαν και πριν ακόμα η πλανημένη κρίση των μοναχών τολμήσει να την καθαγιάσει με τη φύλαξη του Θείου Λόγου.

   Καθώς τα μουλάρια μας σκαρφάλωναν την τελευταία στροφή του βουνού, εκεί που ο δρόμος γινόταν τρίστρατο κι έφτιαχνε δύο παράπλευρα μονοπάτια, ο δάσκαλός μου σταμάτησε λίγο για να κοιτάξει γύρω του, στα πλάγια του δρόμου, στο βάθος του δρόμου και πάνω απ' τον δρόμο, όπου μία σειρά αειθαλών πεύκων έφτιαχνε για λίγο μια φυσική σκεπή, λευκή από το χιόνι.
   "Πλούσιο μοναστήρι", είπε. "Ο Ηγούμενος θέλει να κάνει καλή εντύπωση στις δημόσιες τελετές".
   Συνηθισμένος να τον ακούω να κάνει τις πιο ασυνήθιστες δηλώσεις, δεν τον ρώτησα τίποτα. Εξάλλου, μετά από λίγο δρόμο, ακούσαμε θορύβους, και σε μια στροφή εμφανίστηκε μια ομάδα από ανήσυχους μοναχούς και υπηρέτες. Ένας τους, μόλις μας είδε, πλησίασε με μεγάλη ευγένεια: "Καλώς ήρθατε, κύριε", είπε. "Μην εκπλήσσεσθε που υποθέτω ποιος είστε, διότι ειδοποιηθήκαμε για την επίσκεψή σας. Είμαι ο Ρεμίγιος της Βαράγγης, ο αποθηκάριος της μονής. Κι αν είστε, όπως πιστεύω, ο αδελφός Γουλιέλμος της Μπάσκερβιλ, ο Ηγούμενος θα πρέπει να το ξέρει. Εσύ", διέταξε γυρνώντας σε κάποιον της ακολουθίας του, "ανέβα να ειδοποιήσεις ότι ο επισκέπτης μας θα μπει στον περίβολο!".
   "Σας ευχαριστώ, κύριε αποθηκάριε", απάντησε εγκάρδια ο δάσκαλός μου, "και εκτιμώ ιδιαίτερα την ευγένειά σας που, για να με υποδεχτείτε, διακόψατε την έρευνά σας. Μα μην ανησυχείτε, το άλογο πέρασε από εδώ και πήρε το δεξιό μονοπάτι. Δεν θα μπορέσει να πάει πολύ μακριά, γιατί μόλις φτάσει στον σκουπιδόλακκο, θα σταματήσει. Είναι πολύ έξυπνο για να πάει να πέσει στην απότομη κατηφόρα...".
   "Πότε το είδατε;" ρώτησε ο αποθηκάριος.
   "Δεν το είδαμε καθόλου, έτσι δεν είναι, Άντσο;", είπε ο Γουλιέλμος, γυρνώντας εύθυμα σ' εμένα. "Αν όμως ψάχνετε τον Μελάνιο, δεν μπορεί παρά να είναι εκεί που σας είπα".
   Ο αποθηκάριος δίστασε. Κοίταξε τον Γουλιέλμο, έπειτα το μονοπάτι και, τέλος, ρώτησε: "Τον Μελάνιο; Πώς το ξέρετε;".
   "Ελάτε τώρα", είπε ο Γουλιέλμος, "είναι φανερό ότι ψάχνετε τον Μελάνιο, το αγαπημένο άλογο του Ηγούμενου, τον καλύτερο δρομέα των στάβλων σας, με μαύρο τρίχωμα, με ύψος πέντε ποδιών, φουντωτή ουρά, μικρές και στρογγυλές οπλές, με καλπασμό κανονικό, μικρό κεφάλι, ευαίσθητα αυτιά και μεγάλα μάτια. Πήγε δεξιά, σας λέω, και τέλος πάντων, βιαστείτε!".
   Ο αποθηκάριος δίστασε για μια στιγμή. Μετά, έγνεψε στους δικούς του και ρίχτηκε στο δεξιό μονοπάτι, καθώς τα μουλάρια μας ξαναπήραν την ανηφόρα. Ενώ ήμουν έτοιμος να ρωτήσω τον Γουλιέλμο και μ' έτρωγε η περιέργεια, μου έκανε νόημα να περιμένω. Πράγματι, λίγα λεπτά αργότερα ακούσαμε φωνές χαράς και στη στροφή του δρόμου φάνηκαν οι μοναχοί και οι υπηρέτες σέρνοντας το άλογο από τα χαλινάρια. Πέρασαν πλάι μας κοιτάζοντάς μας συνεχώς με κατάπληξη και προχώρησαν μπροστά μας προς τη μονή. Νομίζω ότι ο Γουλιέλμος βράδυνε την πορεία του μουλαριού του για να τους αφήσει να διηγηθούν το τι συνέβη. Είχα πράγματι τις ευκαιρίες ν' αντιληφθώ ότι ο δάσκαλός μου, καθ' όλα άνθρωπος εξαιρετικής αρετής, ενέδιδε στο ελάττωμα της ματαιοδοξίας, όταν επρόκειτο να αποδείξει την οξύνοιά του, και, έχοντάς του αναγνωρίσει τις αρετές ενός ικανού διπλωμάτη, κατάλαβα ότι ήθελε να φτάσει στον προορισμό του με προπομπό τη φήμη του σοφού ανθρώπου.
   "Και τώρα, πέστε μου", δεν κατάφερα τελικά να κρατηθώ, "πώς το ξέρατε;".
   "Καλέ μου Άντσο", είπε ο δάσκαλος. "Σε ολόκληρο το ταξίδι σε μάθαινα να αναγνωρίζεις τα ίχνη του κόσμου που μας μιλά σαν μεγάλο βιβλίο. Ο Αλανός των Νήσων έλεγε ότι:
οmnis mundi creatura
quasi liber et pictura
nobis est in speculum (1)
και είχε κατά νου το ανεξάντλητο απόθεμα των συμβόλων, με τα οποία ο Θεός μάς μιλά για την αιώνια ζωή, μέσα από τα δημιουργήματά Του. Το Σύμπαν, όμως, είναι πολύ πιο εύγλωττο απ' ό,τι πίστευε ο Αλανός και δεν μιλά μόνο για τα υπέρτατα πράγματα (οπότε, ο τρόπος του είναι ασαφής), αλλά και για τα πλησιέστερα, και τότε είναι σαφέστατο. Ντρέπομαι σχεδόν να σου επαναλάβω αυτά που θα έπρεπε να γνωρίζεις. Στο τρίστρατο, πάνω στο φρέσκο χιόνι, διαγράφονταν ολοκάθαρα τα ίχνη από τις οπλές του αλόγου, που οδηγούσαν στο μονοπάτι αριστερά μας. Σε κανονική και ίδια απόσταση το ένα από το άλλο, τα ίχνη εκείνα μας έλεγαν ότι η οπλή του ήταν μικρή και στρογγυλή κι ο καλπασμός του πολύ κανονικός. Έτσι, συμπεραίνουμε τη φύση του αλόγου και το γεγονός ότι δεν έτρεχε άτακτα σαν αφηνιασμένο. Εκεί που τα πεύκα σχηματίζουν μια φυσική σκεπή, υπήρχαν μερικά φρεσκοσπασμένα κλαδιά ως το ύψος των πέντε ποδιών. Ένας θάμνος βατομουριάς, εκεί όπου το ζώο, κουνώντας περήφανα την όμορφη ουρά, έστριψε για να μπει στο δεξιό του μονοπάτι, κρατούσε ακόμα στ' αγκάθια του μερικές μακριές κατάμαυρες τρίχες. Μετά, μη μου πεις πως δεν ξέρεις ότι εκείνο το μονοπάτι οδηγεί στον σκουπιδόλακκο, γιατί όταν ανεβαίναμε τη χαμηλότερη στροφή είδαμε έναν καταρράχτη σκουπίδια να κατρακυλάει στα πόδια του ανατολικού πύργου, σπιλώνοντας το χιόνι. Έτσι όπως ήταν η διάταξη του τρίστρατου, το μονοπάτι δεν μπορούσε παρά να οδηγεί εκεί".
   "Ναι", είπα, "αλλά το μικρό κεφάλι, τα μυτερά αυτιά, τα μεγάλα μάτια...". 
   "Δεν ξέρω αν τα 'χει, αλλά σίγουρα οι μοναχοί το πιστεύουν ακράδαντα. Ο Ισίδωρος της Σεβίλλης έλεγε ότι η ομορφιά ενός αλόγου απαιτεί "ut sit exiguum caput et siccum prope pelle ossibus adhaerente, aures breves et argutae, oculi magni, nares patulae, erecta cervix, coma densa et cauda, ungularum soliditate fixa rotunditas" (2). Αν το άλογο, για το οποίο παρέθεσα το απόσπασμα, δεν ήταν πράγματι το καλύτερο των στάβλων, θα ήταν αδύνατον να μου εξηγήσεις γιατί δεν το έψαχναν μόνο οι σταβλίτες, αλλά επιστρατεύτηκε και ο ίδιος ο αποθηκάριος. Και ένας μοναχός που θεωρεί ένα άλογο εξαιρετικό, όποια κι αν είναι η φυσική μορφή του, δεν μπορεί παρά να το βλέπει όπως του το περιέγραψαν οι αυθεντίες, ιδίως αν", κι εδώ χαμογέλασε με κακία προς το μέρος μου, "είναι ένας πολυμαθής Βενεδικτίνος...".
   "Εντάξει", είπα, "αλλά γιατί Μελάνιος;".
   "Μακάρι το Άγιο Πνεύμα να βάλει λίγο ακόμα αλάτι στην κολοκύθα σου, γιε μου!", αναφώνησε ο δάσκαλος. "Ποιο άλλο όνομα μπορούσαν να του δώσουν αφού μέχρι και ο μεγάλος Βουριδανός, που πρόκειται να γίνει πρύτανης στο Παρίσι, όταν έπρεπε να μιλήσει για ένα ωραίο άλογο, δεν βρήκε καλύτερο όνομα απ' αυτό;".
   Έτσι ήταν ο δάσκαλός μου. Δεν ήξερε μόνο να διαβάζει το μεγάλο βιβλίο της φύσης, αλλά και τον τρόπο που οι μοναχοί διάβαζαν τα βιβλία των ιερών κειμένων και σκέπτονταν μέσω αυτών. Χάρισμα που, όπως θα δούμε, του φάνηκε αρκετά χρήσιμο τις ημέρες που ακολούθησαν. Η εξήγησή του ήταν τόσο προφανής, ώστε η περηφάνια για τη συμμετοχή μου ξεπέρασε την ταπείνωση που δεν τη σκέφτηκα κι έδινα σχεδόν συγχαρητήρια στον εαυτό μου για την εξυπνάδα μου. Τόση είναι η δύναμη της αλήθειας, ώστε, σαν το αγαθό, εξαπλώνεται μόνη της. Κι ας είναι ευλογημένο το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού γι' αυτή την όμορφη αποκάλυψη που μου έγινε.

   Μα, πάρε πάλι το νήμα, διήγησή μου, γιατί ο γηραλέος αυτός μοναχός καθυστερεί πολύ με τις σημειώσεις των περιθωρίων. Πες, μάλλον, ότι φτάσαμε στη μεγάλη θύρα της μονής και στο κατώφλι της στεκόταν ο Ηγούμενος και δίπλα του δυο δόκιμοι κρατούσαν μια χρυσή λεκάνη γεμάτη νερό. Και μόλις κατεβήκαμε από τα ζώα μας, έπλυνε τα χέρια του Γουλιέλμου κι έπειτα τον αγκάλιασε φιλώντας τον στο στόμα και δίνοντάς του το ιερό καλωσόρισμα, ενώ ο αποθηκάριος ασχολήθηκε μαζί μου.
   "Ευχαριστώ, Άβωνα", είπε ο Γουλιέλμος, "είναι μεγάλη μου χαρά να βρίσκομαι στη μονή της πανοσιότητός Σας, που η φήμη της έχει απλωθεί πέρα απ' αυτά τα βουνά. Έρχομαι προσκυνητής στο όνομα του Κυρίου μας και ως τέτοιον με τιμήσατε. Όμως, έρχομαι και εν ονόματι του επίγειου άρχοντά μας, όπως θα σας πει η επιστολή που σας παραδίδω, και από μέρους του, σας ευχαριστώ για την υποδοχή".
   Ο Ηγούμενος πήρε την επιστολή με τις αυτοκρατορικές σφραγίδες και είπε ότι η άφιξη του Γουλιέλμου είχε ανακοινωθεί σε άλλες επιστολές των αδελφών του (και τότε, σκέφτηκα με κάποια περηφάνια ότι είναι δύσκολο να αιφνιδιάσεις έναν Βενεδικτίνο αββά). Έπειτα, παρακάλεσε τον αποθηκάριο να μας οδηγήσει στα καταλύματά μας, ενώ οι σταβλίτες έπαιρναν τα ζώα μας. Ο Ηγούμενος προσδοκούσε να μας επισκεφτεί αργότερα, όταν θα ήμασταν ξεκούραστοι, και μπήκαμε στη μεγάλη αυλή, όπου τα κτίσματα της μονής εκτείνονταν σ' ολόκληρο το ήρεμο οροπέδιο που απάλυνε με την κοιλότητα -ή το πλάτωμά του- την κορυφή του βουνού.

   Για τη διάταξη της μονής θα μου δοθούν πολλές ευκαιρίες να μιλήσω και με περισσότερες λεπτομέρειες. Μετά την πύλη (που ήταν το μόνο πέρασμα στα τείχη του περίβολου) ανοιγόταν μια δεντροφυτεμένη αλέα, που οδηγούσε στην εκκλησία της μονής. Στ' αριστερά της αλέας απλωνόταν μια απέραντη έκταση με περιβόλια και, όπως έμαθα αργότερα, ο βοτανικός κήπος, γύρω από τα δύο κτίσματα, των λουτρών, του θεραπευτηρίου και βοτανείου, που ακολουθούσαν την καμπύλη των τειχών. Στο βάθος, αριστερά της εκκλησίας, υψωνόταν το Οικοδόμημα, που χωριζόταν από την εκκλησία με μια έκταση γεμάτη τάφους. Η βόρεια πύλη της εκκλησίας έβλεπε στον μεσημβρινό πύργο του Οικοδομήματος, που πρόσφερε στα μάτια του επισκέπτη τον δυτικό του πύργο. Αριστερά, λοιπόν, ενωνότανε με τα τείχη και, στεφανωμένο με τους πύργους του, βυθιζότανε στην άβυσσο, πάνω από την οποία έσκυβε ο βορινός πύργος, σάμπως να είχε γείρει. Στα δεξιά της εκκλησίας υπήρχαν μερικά κτίσματα, προστατευμένα απ' αυτήν, γύρω από την περίστυλο αυλή: σίγουρα, οι κοιτώνες, η κατοικία του Ηγουμένου και οι ξενώνες των προσκυνητών, όπου κατευθυνόμασταν και φτάσαμε αφού διασχίσαμε έναν ωραίο κήπο. Στη δεξιά πλευρά, πέρα από ένα τεράστιο ίσιωμα, κατά μήκος των μεσημβρινών τειχών και συνεχίζοντας πίσω από την εκκλησία προς την Ανατολή, υπήρχε μια σειρά από αγροτικά ενδιαιτήματα: στάβλοι, μύλοι, ελαιοτριβεία, σιτοβολώνες και αποθήκες, και κάτι που μου φάνηκε να είναι το οίκημα των δοκίμων. Η ομαλότητα του εδάφους κι ο ελαφρός του κυματισμός επέτρεψε στους αρχαίους κτίστες του ιερού αυτού χώρου να σεβαστούν τους κανόνες του προσανατολισμού, καλύτερα απ' ό,τι θα μπορούσε να προτείνει ο Ονώριος του Αυγουστόδουνου και ο Γουλιέλμος Δουράνδος. Από τη θέση του ήλιου την ώρα εκείνη της ημέρας, πρόσεξα ότι η πύλη άνοιγε ακριβώς στη Δύση, έτσι ώστε το χοροστάσιο και ο άμβωνας να είναι στραμμένα στην Ανατολή. Κι ο πρωινός ήλιος ανέτελλε ξυπνώντας αμέσως τους μοναχούς στους κοιτώνες και τα ζώα στους στάβλους. Δεν είδα πιο όμορφο και θαυμαστά τοποθετημένο μοναστήρι, ακόμη κι αν, αργότερα, γνώρισα τον Άγιο Γάλλο, το Κλουνιακό, το Φονταναί και άλλα, ίσως μεγαλύτερα, αλλά λιγότερο συμμετρικά. Αντίθετα με τα άλλα, αυτό διακρινότανε για τον άμετρο όγκο του Οικοδομήματος. Δεν είχα την πείρα ενός πρωτομάστορα, αλλά κατάλαβα αμέσως ότι ήταν πολύ παλαιότερο από τα κτίρια που το περιέβαλλαν, χτισμένο ίσως για άλλους σκοπούς και το μοναστηριακό συγκρότημα χτίστηκε γύρω του σε καιρούς μεταγενέστερους, με τρόπο, όμως, που ο προσανατολισμός της μεγάλης οικοδομής να ταιριάζει με τον προσανατολισμό της εκκλησίας ή αντιστρόφως. Διότι η αρχιτεκτονική είναι, ανάμεσα σ' όλες τις τέχνες, εκείνη που ψάχνει με τον μεγαλύτερο ζήλο να αναπαραγάγει στον ρυθμό της την τάξη του σύμπαντος, αυτού που οι αρχαίοι ονόμαζαν "κόσμο", στολίδι δηλαδή, αφού είναι ένα μεγάλο ζώο που πάνω του αστράφτει η τελειότητα και η αρμονία των μελών του. Κι ας είναι δοξασμένος ο Δημιουργός μας που, όπως λέει ο Αυγουστίνος, κανόνισε όλα τα πράγματα κατά αριθμόν, βάρος και μέτρον.


Πρώτη ημέρα
ΏΡΑ ΤΡΙΤΗ

Όπου ο Γουλιέλμος έχει μια διαφωτιστική συζήτηση με τον Ηγούμενο.
   Ο αποθηκάριος ήταν ένας άντρας χοντρός, με πρόσωπο χυδαίο μα χαρούμενο, άσπριζε μα ήταν εύρωστος ακόμη, μικρόσωμος αλλά ευκίνητος. Μας οδήγησε στα κελιά μας στον ξενώνα των προσκυνητών. Ή μάλλον, μας οδήγησε στο κελί που προοριζόταν για τον δάσκαλό μου και μου υποσχέθηκε ότι την επόμενη μέρα θα άδειαζε ένα και για μένα, που, αν και δόκιμος, ήμουν φιλοξενούμενός τους και έπρεπε να μου φερθούν με όλες τις τιμές. Για εκείνη τη βραδιά θα μπορούσα να κοιμηθώ σε μια πλατιά και μακριά κόγχη στον τοίχο του κελιού, όπου είχαν τοποθετήσει φρέσκα άχυρα. Πράγμα που, πρόσθεσε, κάποτε γινόταν για τους υπηρέτες, όταν ο αφέντης τους ήθελε να αγρυπνούν κοντά του, όσο κοιμόταν.
   Έπειτα, οι μοναχοί μάς έφεραν κρασί, τυρί, ελιές, ψωμί και ωραιότατες σταφίδες, και μας άφησαν να πάρουμε δυνάμεις. Φάγαμε και ήπιαμε με πολλή όρεξη. Ο δάσκαλός μου δεν είχε τα αυστηρά ήθη των Βενεδικτίνων και δεν του άρεσε να τρώει σιωπηλά. Εξάλλου, μιλούσε πάντα για πράγματα τόσο αγαθά και σοφά, σαν ένας μοναχός να μας διάβαζε τους βίους των αγίων.
   Εκείνη την ημέρα δεν μπορούσα να συγκρατήσω τις ερωτήσεις μου για την ιστορία του αλόγου.
   "Όμως", είπα, "όταν διαβάσατε τα ίχνη πάνω στο χιόνι και στα κλαδιά, δεν ξέρατε ακόμη τον Μελάνιο. Κατά κάποιον τρόπο, εκείνα τα ίχνη μάς μιλούσαν για όλα τα άλογα, ή τουλάχιστον για όλα τα άλογα του είδους του. Δεν θα πρέπει, λοιπόν, να πούμε ότι το βιβλίο της φύσης μάς μιλά μόνο για την ουσία, όπως διδάσκουν πολλοί ονομαστοί θεολόγοι;".
   "Καθόλου, αγαπητέ Άντσο", μου απάντησε ο δάσκαλος. "Βέβαια, το είδος των αποτυπωμάτων μού υπέδειξε το άλογο ως verbum mentis (3) και το ίδιο θα μου είχε υποβάλει, όπου κι αν το έβρισκα. Όμως, το αποτύπωμα σ' εκείνη τη θέση και εκείνη την ώρα της ημέρας, μου έλεγε ότι τουλάχιστον ένα από όλα τα πιθανά άλογα είχε περάσει από εκεί. Έτσι, βρέθηκα ανάμεσα στην αντίληψη της έννοιας "άλογο" και στη γνώση ενός συγκεκριμένου αλόγου. Όπως κι αν είναι, τα όσα γνώριζα για την καθολική έννοια του αλόγου μού δόθηκαν με μερικά ίχνη. Θα μπορούσα να πω ότι, εκείνη τη στιγμή, βρέθηκα φυλακισμένος ανάμεσα στη μερικότητα των αποτυπωμάτων και στην άγνοιά μου, που είχε τη μάλλον διάφανη μορφή μιας καθολικής ιδέας. Αν βλέπεις κάτι από μακριά και δεν καταλαβαίνεις τι είναι, θα αρκεστείς να το ορίσεις ως σώμα με κάποιες διαστάσεις. Όταν πλησιάσεις, θα το ορίσεις ως ζώο, έστω κι αν ακόμα δεν ξέρεις αν είναι άλογο ή γάιδαρος. Τέλος, όταν θα είναι ακόμα πιο κοντά, θα μπορείς να πεις ότι πρόκειται για άλογο, έστω κι αν ακόμα δεν ξέρεις αν είναι ο Μελάνιος ή ο Πύρρειος. Και μόνον όταν φτάσεις στη σωστή απόσταση θα δεις ότι είναι ο Μελάνιος (ή μάλλον, εκείνο το άλογο και όχι άλλο, όπως κι αν αποφασίσεις να το ονομάσεις). Και αυτή θα είναι η πλήρης γνώση, η διαίσθηση της μερικότητος. Έτσι, πριν από μία ώρα, θα μπορούσα να προσδοκώ όλα τα άλογα, όχι βέβαια εξαιτίας της ευρύτητας της διανοίας μου, αλλά της ανεπάρκειας των παραγωγικών μου συλλογισμών. Και η πείνα της διανοίας μου κορέστηκε μόνον όταν είδα το μερικό άλογο, που έσερναν οι μοναχοί από τα χαλινάρια. Μόνον τότε αναγνώρισα ότι οι προηγούμενοι συλλογισμοί μου με οδήγησαν κοντά στην αλήθεια. Έτσι, οι ιδέες που χρησιμοποίησα  νωρίτερα, για να φανταστώ ένα άλογο που δεν είχα ακόμα δει, ήταν απλώς σημεία, όπως σημεία της ιδέας του "αλόγου" ήταν και οι πατημασιές πάνω στο χιόνι και τα σημεία, ή τα σημεία των σημείων, χρησιμοποιούνται μόνον όταν λείπουν τα πράγματα".
   Σε άλλες περιστάσεις, τον είχα ακούσει να μιλά με μεγάλο σκεπτικισμό για τις καθολικές ιδέες και με μεγάλο σεβασμό για τα μεμονωμένα πράγματα και αργότερα, ακόμη, πίστευα ότι η τάση του αυτή προερχόταν περισσότερο από τη βρετανική του καταγωγή παρά από τον φραγκισκανισμό του. Όμως, την ημέρα εκείνη δεν είχε αρκετές δυνάμεις για να αντιμετωπίσει θεολογικές διαφωνίες. Έτσι, μαζεύτηκα στη γωνιά που μου παραχώρησαν, τυλίχτηκα σε μια κουβέρτα και βυθίστηκα στον ύπνο.
   Σε όποιον έμπαινε αργότερα, θα φαινόμουν σαν δέμα. Και σίγουρα αυτό πίστεψε και ο Ηγούμενος που ήρθε να επισκεφτεί τον Γουλιέλμο περί την Τρίτη Ώρα. Μ' αυτό τον τρόπο μπόρεσα ν' ακούσω απαρατήρητος την πρώτη τους συζήτηση. Δίχως πρόθεση, γιατί το να φανερωθώ ξαφνικά στον επισκέπτη θα ήταν πιο αγενές από το να κρυφτώ ταπεινά, όπως έκανα.

   Πράγματι, ο Άβων ήρθε. Ζήτησε συγγνώμη για την ενόχληση, επανέλαβε τα καλωσορίσματά του και είπε ότι έπρεπε να μιλήσει στον Γουλιέλμο ιδιαιτέρως, για κάτι πολύ σοβαρό.
   Άρχισε, δίνοντάς του συγχαρητήρια για την ικανότητα που επέδειξε στην υπόθεση του αλόγου, και τον ρώτησε πώς κατάφερε να δώσει τόσο σίγουρες πληροφορίες για ένα ζώο που ποτέ δεν είχε δει. Ο Γουλιέλμος του εξήγησε σύντομα και αδιάφορα την πορεία που είχε ακολουθήσει και ο Ηγούμενος τον θαύμασε για την οξύνοιά του. Είπε ότι δεν θα μπορούσε να περιμένει λιγότερα από έναν άνθρωπο που είχε προπομπό του τη φήμη μιας εξαιρετικής εξυπνάδας. Του είπε ότι έλαβε μια επιστολή του ηγούμενου της Φάρφας, που όχι μόνον αναφερόταν στην αποστολή, που ο αυτοκράτορας εμπιστεύτηκε στον Γουλιέλμο (για την οποία θα συζητούσαν τις επόμενες μέρες), αλλά του έλεγε ότι στην Αγγλία και την Ιταλία, ο δάσκαλός μου υπήρξε ιεροδικαστής σε ορισμένες υποθέσεις, όπου διακρίθηκε για την ενάργειά του, χωρίς να του λείπει η ανθρωπιά.
   "Ικανοποιήθηκα πολύ όταν έμαθα", πρόσθεσε ο Ηγούμενος, "ότι σε πολλές υποθέσεις αποφασίσατε την αθώωση του κατηγορουμένου. Πιστεύω -ιδιαίτερα σ' αυτούς τους θλιβερούς καιρούς- στη διαρκή παρουσία του Κακού στα ανθρώπινα πράγματα", και κοίταξε αδιόρατα γύρω του, σαν ο εχθρός να γύριζε μέσα σ' εκείνα τα τείχη, "όμως, πιστεύω ακόμα ότι ο Δαίμων ενεργεί με πρόσθετους σκοπούς. Ξέρω ότι μπορεί να ωθήσει τα θύματά του να διαπράξουν το κακό έτσι που η ενοχή να πέσει σ' έναν αθώο και να χαίρεται όταν, αντί για το υποχείριό του, καίγεται ο δίκαιος στην πυρά. Συχνά, οι ιεροεξεταστές, για να αποδείξουν τον ζήλο τους, αποσπούν με κάθε τίμημα μια ομολογία του κατηγορουμένου και νομίζουν ότι καλός ιεροεξεταστής είναι όποιος τελειώνει μια δίκη βρίσκοντας έναν αποδιοπομπαίο τράγο...".
   "Ακόμα κι ένας ιεροεξεταστής μπορεί να παρακινηθεί από τον Διάβολο", είπε ο Γουλιέλμος.
   "Πιθανόν", παραδέχτηκε ο Ηγούμενος επιφυλακτικά, "διότι άγνωστοι αι βουλαί του Κυρίου, μα δεν θα ρίξω εγώ τη σκιά της υποψίας σε τόσο άξιους ανθρώπους. Σήμερα, μάλιστα, που σας χρειάζομαι, ακριβώς επειδή είστε ένας απ' αυτούς. Συνέβη κάτι σ' αυτήν τη μονή, που απαιτεί την προσοχή και τη συμβουλή ενός έξυπνου και συνετού ανθρώπου, όπως εσείς. Έξυπνου, για ν' ανακαλύψει, και συνετού (αν χρειαστεί) για να συγκαλύψει. Πράγματι, συχνά είναι απαραίτητο να αποδεικνύεται η ενοχή των ανθρώπων που θα 'πρεπε να διακρίνονται για την αγιότητά τους, αλλά, με τρόπο που να αφανίζεται η αιτία του κακού, χωρίς ο ένοχος να εκτίθεται στην κοινή περιφρόνηση. Αν ένας ποιμήν σφάλλει, οι άλλοι ποιμένες πρέπει να τον απομονώσουν, αλίμονο, όμως, αν το ποίμνιο αρχίσει να δυσπιστεί προς τους ποιμένες".
   "Σας εννοώ", είπε ο Γουλιέλμος. Είχα ήδη παρατηρήσει πως, όταν εκφραζόταν τόσο επίσημα κι ευγενικά, συνήθως έκρυβε μ' έναν θεμιτό τρόπο τη διαφωνία ή την αμηχανία του.
   "Γι' αυτό", συνέχισε ο Ηγούμενος, "υποστηρίζω ότι οι κρίσεις που αφορούν το σφάλμα ενός ποιμένα, δεν πρέπει να ανατίθενται παρά μόνον σ' ανθρώπους όπως εσείς, που όχι μόνον ξέρουν να διακρίνουν το καλό από το κακό, αλλά και το σκόπιμο από το άσκοπο. Με ικανοποιεί η σκέψη ότι εσείς καταδικάσατε μόνον όταν..."
   "...οι κατηγορούμενοι ήταν ένοχοι εγκληματικών πράξεων, δηλητηριασμών, διαφθοράς αθώων παιδιών και άλλων ανοσιουργημάτων, που το στόμα μου δεν τολμά να προφέρει..."
   "...καταδικάσατε μόνον όταν", συνέχισε ο Ηγούμενος, χωρίς να λογαριάσει τη διακοπή, "η παρουσία του δαιμονίου υπήρξε τόσο καταφανής ενώπιον όλων, ώστε να μην μπορείτε να κάνετε αλλιώς, χωρίς η επιείκεια να γίνει πιο σκανδαλώδης από το ίδιο το έγκλημα".
   "Όταν ανακήρυσσα κάποιον ένοχο", διευκρίνισε ο Γουλιέλμος, "είχε πράγματι διαπράξει εγκλήματα τόσο σοβαρά, που μπορούσα να τον παραπέμψω στην εκκλησιαστική εξουσία με καθαρή τη συνείδησή μου".
   Ο Ηγούμενος δίστασε για μια στιγμή. "Γιατί επιμένετε να μιλάτε για εγκληματικές πράξεις, χωρίς να αναφέρεστε στη δαιμονική τους αιτία;", ρώτησε.
   "Διότι η κρίση των αιτίων και των αιτιατών είναι πράγμα αρκετά δύσκολο και πιστεύω ότι μοναδικός κριτής γι' αυτά μπορεί να είναι ο Θεός. Ήδη εμείς δυσκολευόμαστε πολύ να συσχετίσουμε ένα καταφανές αιτιατό, όπως ένα καμένο δέντρο, με τον κεραυνό που το έκαψε. Έτσι, η αναγωγή σε ατέρμονες αλυσίδες αιτίων και αιτιατών μου φαίνεται πράγμα εξίσου ανόητο με το να προσπαθείς να φτιάξεις έναν πύργο που φτάνει ως τον ουρανό".
   "Ο πατέρας Ακινάτης", υπενθύμισε ο Ηγούμενος, "δεν φοβήθηκε να αποδείξει, με μόνη τη δύναμη της λογικής, την ύπαρξη του Υψίστου, αναγόμενος από αιτίου εις αίτιον, μέχρι το πρώτο αίτιο άνευ ποιούντος αιτίου (4)".
   "Ποιος είμαι εγώ", είπε ταπεινά ο Γουλιέλμος, "που θα αντιτεθώ στον πατέρα Ακινάτη; Εξάλλου, η απόδειξή του για την ύπαρξη του Θεού έχει ενισχυθεί από τόσες μαρτυρίες, που οι ατραποί του είναι οχυρωμένοι. Ο Θεός μάς μιλά στα βάθη της ψυχής μας, όπως ήδη ήξερε ο Αυγουστίνος, και εσείς, Άβωνα, θα ψάλλατε τους ύμνους του Κυρίου και τη μαρτυρία της παρουσίας Του, ακόμα και αν ο Θωμάς δεν είχε...". Σταμάτησε και πρόσθεσε: "Υποθέτω".
   "Ω, βέβαια", βιάστηκε να διαβεβαιώσει ο Ηγούμενος και ο δάσκαλός μου έκοψε μ' αυτόν τον ωραιότατο τρόπο μια συζήτηση σχολής, που, προφανώς, ελάχιστα τον ευχαριστούσε. Έπειτα, ξανάρχισε να μιλά.
   "Ας επιστρέψουμε στις δίκες. Ας υποθέσουμε ότι ένας άνθρωπος δηλητηριάστηκε. Αυτό είναι ένα στοιχείο εμπειρικό. Είναι πιθανόν να υποθέτω ότι δράστης του δηλητηριασμού είναι ένας άλλος άνθρωπος. Σε μια αλυσίδα τόσο απλών αιτίων, η νόησή μου μπορεί να παρέμβει με κάποια πεποίθηση στη δύναμή της. Πώς, όμως, μπορώ να περιπλέξω την αλυσίδα με την υπόθεση ότι πρόξενος της κακής πράξης υπήρξε μια άλλη επέμβαση, όχι πια ανθρώπινη, αλλά διαβολική; Δεν λέω ότι είναι αδύνατον, γιατί και ο διάβολος δηλώνει το πέρασμά του με καθαρά ίχνη, όπως το άλογό σας, ο Μελάνιος. Αλλά, γιατί θα πρέπει να ψάχνω αυτές τις αποδείξεις; Δεν αρκεί να ξέρω ότι ένοχος είναι εκείνος ο άνθρωπος και να τον παραδώσω στην εκκλησιαστική εξουσία; Όπως κι αν είναι, η τιμωρία του θα είναι ο θάνατος, ο Θεός ας τον συγχωρήσει".
   "Έχω, όμως, ακούσει ότι σε μια δίκη που έγινε στο Κιλκέννυ, πριν από τρία χρόνια, όπου κάποια άτομα κατηγορήθηκαν ότι είχαν διαπράξει βδελυρά εγκλήματα, εσείς δεν αρνηθήκατε την επέμβαση του Δαίμονα, εφόσον ήταν ήδη γνωστοί οι ένοχοι".
   "Ούτε, όμως, και την παραδέχτηκα ανοιχτά. Βέβαια, ούτε την αρνήθηκα. Πώς μπορώ εγώ να κρίνω τις δολοπλοκίες του Πονηρού, ιδιαίτερα", πρόσθεσε και φάνηκε ότι ήθελε να επιμείνει σ' αυτό το επιχείρημα, "όταν αυτοί που ξεκίνησαν την εξέταση, ο επίσκοπος, οι πολίτες δικαστές, ολόκληρος ο λαός και ίσως και οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι επιθυμούσαν πραγματικά να επισημάνουν την παρουσία του Δαίμονα; Ορίστε, ίσως η μόνη αληθινή απόδειξη της παρουσίας του Διαβόλου να είναι η ένταση με την οποία όλοι επιθυμούσαν εκείνη τη στιγμή να ξέρουν ότι συμμετείχε".
   "Ώστε εσείς", είπε ο Ηγούμενος ανήσυχος, "μου λέτε ότι σε πολλές δίκες ο Διάβολος δεν δρα μόνο μέσα στον ένοχο αλλά πιθανόν, και προπάντων, μέσα στους δικαστές;". 
   "Θα ήταν δυνατόν να παραδεχτώ κάτι τέτοιο;" ρώτησε ο Γουλιέλμος. Και πρόσεξα ότι η ερώτηση ήταν έτσι διατυπωμένη που ο Ηγούμενος να μην μπορεί να παραδεχτεί ότι κάτι τέτοιο ήταν δυνατόν. Έτσι, ο Γουλιέλμος επωφελήθηκε από τη σιωπή του για να αλλάξει την πορεία του διαλόγου τους. "Όμως, κατά βάθος, αυτά είναι περασμένα πράγματα. Εγκατέλειψα αυτή την ευγενή ασχολία και αυτό έγινε επειδή ο Κύριος το θέλησε...".
   "Χωρίς αμφιβολία", παραδέχτηκε ο Ηγούμενος.
   "...και τώρα", συνέχισε ο Γουλιέλμος, "ασχολούμαι με άλλες λεπτές υποθέσεις. Και θα ήθελα να καταπιαστώ με αυτό που σας βασανίζει, αν με κατατοπίσετε".
   Μου φάνηκε ότι ο Ηγούμενος ικανοποιήθηκε που έκλεισε αυτή η συζήτηση και επέστρεψε στο πρόβλημά του. Άρχισε, λοιπόν, να αφηγείται, διαλέγοντας προσεκτικά τις λέξεις και τις εκτενείς περιφράσεις, ένα παράδοξο γεγονός που είχε συμβεί λίγες μέρες νωρίτερα και είχε προκαλέσει μεγάλη ανησυχία στους μοναχούς. Και είπε ότι μιλούσε στον Γουλιέλμο επειδή, γνωρίζοντάς τον ως μέγα γνώστη της ανθρώπινης ψυχής και των μηχανορραφιών του Κακού, έτρεφε την ελπίδα να μπορέσει να αφιερώσει μέρος του πολύτιμου χρόνου του για να φωτίσει ένα οδυνηρότατο αίνιγμα. Επρόκειτο, λοιπόν, για τον Αντέλμο του Ότραντο, έναν μοναχό, νέο κι όμως φημισμένο ήδη τεχνίτη μικρογραφιών, που κοσμούσε τα χειρόγραφα της βιβλιοθήκης με ωραιότατες εικόνες. Ένα πρωινό, βρέθηκε από έναν γιδοβοσκό στο βάθος της χαράδρας, όπου δέσποζε ο ανατολικός πύργος του Οικοδομήματος. Καθώς οι άλλοι μοναχοί τον είχαν δει στο χοροστάσιο κατά τη διάρκεια του Απόδειπνου, ενώ δεν εμφανίστηκε στην Αγρυπνία, θα είχε πιθανότατα κατακρημνιστεί μέσα στις πιο σκοτεινές ώρες της νύχτας. Μιας νύχτας με μεγάλη χιονοθύελλα, που έπεφταν νιφάδες κοφτερές σαν λεπίδες, σαν χαλάζι, ενώ ο νοτιάς τις έσπρωχνε φυσώντας μανιασμένα. Μουσκεμένο απ' το χιόνι, που πρώτα έλιωσε και αργότερα πάγωσε σε θραύσματα, το πτώμα του βρέθηκε στα πόδια του γκρεμού, ξεσχισμένο από τα βράχια όπου χτύπησε. Φτωχό και εύθραυστο θνητό πράγμα. Είθε ο Θεός να τον ελεήσει. Από τα πολλά χτυπήματα που δέχτηκε το σώμα κατά την πτώση του, δεν ήταν εύκολο να βρεθεί το σημείο απ' όπου έπεσε: σίγουρα, από κάποιο από τα παράθυρα, που ανοίγονταν σε σειρές και στα τρία πατώματα των τριών πλευρών του πύργου και έβλεπαν στην άβυσσο.
   "Πού θάψατε το ταλαίπωρο σαρκίο;" ρώτησε ο Γουλιέλμος.
   "Στο κοιμητήριο, φυσικά", απάντησε ο Ηγούμενος. "Ίσως να το προσέξατε, βρίσκεται ανάμεσα στη βόρεια πλευρά της εκκλησίας, στο Οικοδόμημα και το περιβόλι".
   "Καταλαβαίνω", είπε ο Γουλιέλμος, "καταλαβαίνω ποιο είναι το πρόβλημά σας. Αν αυτός ο δυστυχισμένος, Θεός φυλάξοι, αυτοκτόνησε (γιατί δεν μπορούμε να πούμε ότι έπεσε τυχαία), την επόμενη μέρα θα βρίσκατε κάποιο παράθυρο ανοιχτό, ενώ τα βρήκατε όλα κλειστά, δίχως ίχνη νερού στην ποδιά τους".
   Ο Ηγούμενος ήτανε άνθρωπος, όπως είπα, μεγάλης σωφροσύνης και διπλωματίας, όμως, αυτή τη φορά, έκανε μια κίνηση έκπληξης που του αφαίρεσε κάθε ίχνος της κοσμιότητας που, κατά τον Αριστοτέλη, αρμόζει στους σοβαρούς και μεγαλόψυχους ανθρώπους. "Ποιος σας το είπε;".
   "Εσείς μου το είπατε", είπε ο Γουλιέλμος. "Αν το παράθυρο ήταν ανοιχτό, θα είχατε σκεφτεί ότι από εκεί είχε πέσει. Απ' όσο μπόρεσα να κρίνω απ' έξω, πρόκειται για μεγάλα παράθυρα με αδιαφανείς υαλοπίνακες, για παράθυρα που, σε κτίρια τέτοιου όγκου, δεν βρίσκονται συνήθως στο ύψος του ανθρώπου. Αν, λοιπόν, ανοίχτηκε, καθώς είναι αδύνατον ο δυστυχής αυτός να έσκυψε και να έχασε την ισορροπία του, δεν θα απέμενε παρά να σκεφτείτε την αυτοκτονία. Στην περίπτωση αυτή δεν θα επιτρέπατε να ταφεί στον καθαγιασμένο χώρο. Όμως, εφόσον τον θάψατε χριστιανικά, τα παράθυρα θα πρέπει να ήταν κλειστά. Αφού ήταν κλειστά, και επειδή εγώ, σε καμία δίκη μαγείας, δεν έχω συναντήσει έναν αμετάκλητα νεκρό να του επιτρέπει ο Θεός ή ο διάβολος να ξανανεβεί από την άβυσσο για να σβήσει τα ίχνη του εγκλήματός του, είναι προφανές ότι ο υποτιθέμενος αυτόχειρας είχε μάλλον σπρωχτεί, είτε από ανθρώπινο χέρι, είτε από διαβολική δύναμη. Και εσείς αναρωτιέστε ποιος είναι δυνατόν, δεν θα πω: να τον έχει σπρώξει στην άβυσσο, αλλά, να τον έχει ανεβάσει βίαια στο περβάζι και ανησυχείτε, γιατί μια δύναμη του κακού, φυσική ή υπερφυσική, τριγυρίζει τώρα στη μονή".
   "Έτσι είναι...", είπε ο Ηγούμενος και δεν ήταν φανερό αν επιβεβαίωνε τα λόγια του Γουλιέλμου ή δικαίωνε τον εαυτό του με τα επιχειρήματα που τόσο θαυμαστά εξέθεσε ο Γουλιέλμος. "Αλλά πώς ξέρετε ότι δεν υπήρχε νερό στην ποδιά κανενός παραθύρου;".
   "Επειδή μου είπατε ότι φυσούσε όστρια και το νερό δεν θα μπορούσε να χτυπά σε παράθυρα που βλέπουν στην Ανατολή".
   "Δεν μου είχαν πει αρκετά για τις αρετές σας", είπε ο Ηγούμενος. "Και έχετε δίκιο, δεν υπήρχε νερό και τώρα ξέρω γιατί. Τα πράγματα έγιναν όπως λέτε. Και τώρα, καταλαβαίνετε την ανησυχία μου. Θα ήταν ήδη σοβαρό αν κάποιος από τους μοναχούς μου κηλιδωνόταν από το αποτρόπαιο αμάρτημα της αυτοκτονίας. Όμως, έχω λόγους να πιστεύω ότι κάποιος άλλος μοναχός κηλιδώθηκε από ένα εξίσου τρομερό αμάρτημα. Και μακάρι να ήταν μόνο αυτό...".
   "Καταρχήν, γιατί ένας μοναχός; Στη μονή υπάρχουν και άλλοι πολλοί, σταβλίτες, γιδοβοσκοί, υπηρέτες...".
   "Βεβαίως, είναι μονή μικρή μα πλούσια", παραδέχτηκε κομπιάζοντας ο Ηγούμενος. "Εκατόν πενήντα υπηρέτες για εξήντα μοναχούς. Όμως, τα πάντα συνέβησαν στο Οικοδόμημα. Εκεί, όπως ήδη θα ξέρετε, στον πρώτο όροφο βρίσκονται τα μαγειρεία και η τράπεζα και στους δύο επόμενους ορόφους βρίσκονται το συγγραφείο και η βιβλιοθήκη. Μετά το δείπνο, το Οικοδόμημα κλείνει και υπάρχει αυστηρότατος κανόνας που απαγορεύει την είσοδο στον οιονδήποτε". Μάντεψε την ερώτηση του Γουλιέλμου και πρόσθεσε αμέσως, μα με φανερή απροθυμία, "συμπεριλαμβανομένων βεβαίως και των μοναχών, αλλά..."
   "Αλλά;".
   "Αλλά αποκλείω απολύτως, απολύτως, καταλαβαίνετε, ότι ένας υπηρέτης βρήκε το θάρρος να εισδύσει εκεί τη νύχτα". Μέσα απ' τα μάτια του πέρασε ένα χαμόγελο πρόκλησης, μα ήταν γρήγορο σαν αστραπή ή σαν διάττοντας. "Ας πούμε ότι θα φοβόντουσαν, ξέρετε... μερικές φορές, οι διαταγές στους απλοϊκούς ενισχύονται με απειλές, σαν προμήνυμα ότι, σε όποιον σταθεί ανυπάκουος, μπορεί να συμβεί κάτι τρομερό και κατ' ανάγκην υπερφυσικό. Ένας μοναχός, αντίθετα..."
   "Καταλαβαίνω".
   "Δεν είναι μόνο αυτό, αλλά ένας μοναχός θα μπορούσε να έχει άλλους λόγους για να ριψοκινδυνεύσει σ' έναν απαγορευμένο χώρο, θέλω να πω: λόγους... πώς να το πω; έλλογους, αν και αντίθετους με τον κανόνα..."
   Ο Γουλιέλμος αντιλήφθηκε την αμηχανία του Ηγούμενου και έκανε μια ερώτηση που ίσως αποσκοπούσε να στρέψει αλλού τη συζήτηση, μα που προκάλεσε μια εξίσου μεγάλη αμηχανία.
   "Καθώς μιλούσαμε για μια πιθανή ανθρωποκτονία, είπατε "και μακάρι να ήταν μόνον αυτό". Τι θέλατε να πείτε;"
   "Έτσι είπα; Λοιπόν, κανείς δεν σκοτώνει δίχως αιτία, όσο διεστραμμένη κι αν είναι. Και τρέμω στη σκέψη της διαστροφής των λόγων που μπόρεσαν και ώθησαν έναν μοναχό στο φόνο ενός αδελφού του. Ιδού! Αυτό είναι!"
   "Τίποτε άλλο;"
   "Τίποτε που να μπορώ να σας πω".
   "Θέλετε να πείτε ότι δεν υπάρχει άλλο που να έχετε τη δύναμη να μου πείτε;"
   "Σας παρακαλώ, αδελφέ Γουλιέλμο, αδελφέ μου Γουλιέλμο!", και ο Ηγούμενος τόνισε και το "αδελφέ" και το "αδελφέ μου". Ο Γουλιέλμος κοκκίνησε ζωηρά και σχολίασε:
   "Eris sacerdos in aeternum" (5).
   "Σας ευχαριστώ", είπε ο Ηγούμενος.
   Ω! Θεέ και Κύριε, τι τρομερό μυστήριο άγγιζαν εκείνη τη στιγμή οι απερίσκεπτοι ηγούμενοί μου, ωθούμενοι ο ένας από ανησυχία και ο άλλος από περιέργεια. Καθώς, νεαρός δόκιμος, εγώ, που κατευθυνότανε στα μυστήρια του θείου λειτουργήματος του Κυρίου, ταπεινός νεανίας, κατάλαβα ότι ο Ηγούμενος γνώριζε κάτι, μα το έμαθε υπό τη σφραγίδα της εξομολογήσεως. Θα πρέπει να έμαθε από τα χείλη κάποιου μια αμαρτωλή λεπτομέρεια που ίσως είχε σχέση με το τραγικό τέλος του Αντέλμου. Ίσως γι' αυτό εκλιπαρούσε τον αδελφό Γουλιέλμο να αποκαλύψει ένα μυστικό που ο ίδιος υποπτευότανε, χωρίς να μπορεί να μιλήσει σε κανέναν και ήλπιζε ότι ο δάσκαλός μου, με τις δυνάμεις της διανοίας του, θα έριχνε φως σ' αυτό που ο ίδιος έπρεπε να τυλίξει στη σκιά χάριν του υπέρτατου νόμου του ελέους.
   "Πολύ καλά", είπε τότε ο Γουλιέλμος, "μπορώ να κάνω ερωτήσεις στους μοναχούς;"
   "Μπορείτε".
   "Μπορώ να κυκλοφορώ ελεύθερα στο μοναστήρι;"
   "Σας δίνω κάθε δικαίωμα".
   "Θα με επιφορτίσετε με αυτή την αποστολή coram monachis;" (6)
   "Σήμερα κιόλας το βράδυ". 
   "Θ' αρχίσω, όμως, σήμερα, πριν οι μοναχοί μάθουν αυτό που μου αναθέσατε. Επιπλέον, θα επιθυμούσα πολύ, καθώς ήταν ένας από τους βασικούς λόγους του ταξιδιού μου, να επισκεφτώ τη βιβλιοθήκη σας για την οποία μιλάνε με θαυμασμό σε όλα τα μοναστήρια της Χριστιανοσύνης".
   Ο Ηγούμενος πετάχτηκε επάνω, με πρόσωπο σφιγμένο. "Μπορείτε να περιπλανηθείτε σ' ολόκληρη τη μονή, σας είπα. Όχι όμως και στον τελευταίο όροφο του Οικοδομήματος, τη βιβλιοθήκη".
   "Γιατί;"
   "Έπρεπε να σας το είχα εξηγήσει νωρίτερα και πίστευα ότι το γνωρίζατε. Ξέρετε ότι η βιβλιοθήκη μας δεν είναι σαν τις άλλες..."
   "Ξέρω ότι έχει περισσότερους τόμους από κάθε άλλη χριστιανική βιβλιοθήκη. Ξέρω ότι, συγκρινόμενα με τα δικά σας, τα ερμάρια του Μπόμπιο ή της Πομπόζας, του Κλουνιακού ή του Φλερύ μοιάζουν δωμάτιο παιδιού που μόλις άρχισε τον άβακα. Ξέρω ότι οι έξι χιλιάδες κώδικες, για τους οποίους καυχιόταν η μονή της Νοβαλέζας πριν από εκατό ή περισσότερα χρόνια, είναι λίγοι μπροστά στους δικούς σας και ίσως τώρα πολλοί από εκείνους να βρίσκονται εδώ. Ξέρω ότι η μονή σας είναι ο μόνος φάρος που μπορεί ν' αντιτάξει η Χριστιανοσύνη στις τριάντα έξι βιβλιοθήκες αλ Άλκαμι, ξέρω ότι ο αριθμός των Βιβλίων σας είναι ίσος με τα δύο χιλιάδες τετρακόσια Κοράνια, το καύχημα του Καΐρου, και η πραγματικότητα των ερμαρίων σας είναι φωτεινή μαρτυρία κατά του αλαζονικού μύθου των απίστων που ήθελαν (έμπιστοι, καθώς είναι, του πρίγκηπα του Ψεύδους) τη βιβλιοθήκη της Τριπόλεως να διαθέτει έξι χιλιάδες τόμους και να ενοικείται από ογδόντα χιλιάδες σχολιαστές και διακόσιους αντιγραφείς".
   "Έτσι είναι, δόξα εν υψίστοις".
   "Ξέρω ότι, μεταξύ των μοναχών που ζουν εδώ, υπάρχουν πολλοί από άλλα μοναστήρια, διάσπαρτα σ' ολόκληρο τον κόσμο: άλλος έρχεται για λίγο, για να αντιγράψει χειρόγραφα που δεν βρίσκονται αλλού και να τα μεταφέρει στην έδρα του, όχι όμως δίχως να σας φέρει σε αντάλλαγμα κάποιο άλλο σπάνιο χειρόγραφο που θ' αντιγράψετε και θα προσθέσετε στον θησαυρό σας. Και άλλος έρχεται για πολύ καιρό, για να μείνει μέχρι να πεθάνει, γιατί μόνον εδώ μπορεί να βρει τα έργα που θα φωτίσουν την έρευνά του. Γι' αυτό ανάμεσά σας βρίσκονται Γερμανοί, Δάκες, Ισπανοί, Φράγκοι και Έλληνες. Ξέρω ότι ο αυτοκράτορας Φρειδερίκος, πριν από πολλά χρόνια, σας ζήτησε να συμπιλήσετε έναν τόμο με τις προφητείες του Μερλίνου και να τον μεταφράσετε στην αραβική για να τον στείλει δώρο στον σουλτάνο της Αιγύπτου. Ξέρω, τέλος, ότι η λαμπρή μονή του Μούρμπαχ, στους θλιβερότατους αυτούς καιρούς, δεν έχει πια ούτε έναν αντιγραφέα, ότι στον Άγιο Γάλλο δεν έχουν απομείνει παρά ελάχιστοι μοναχοί που ξέρουν να γράφουν, ότι μόνο στις πόλεις γεννιούνται πια συντεχνίες και αδελφότητες κληρικών που εργάζονται για τα πανεπιστήμια και ότι μόνο η δική σας μονή ανανεώνεται καθημερινά, τι λέω; Φέρνει διαρκώς σε μεγαλύτερα ύψη τη δόξα του Τάγματός σας..."
   "Monasterium sine libris", απήγγειλε συλλογισμένος ο Ηγούμενος, "est sicut civitas sine opibus, castrum sine numeris, coquina sine suppellectili, mensa sine cibis, hortus sine herbis, pratum sine floribus, arbor sine foliis... (7) Και το Τάγμα μας, ακμάζοντας με τη διπλή καθοδήγηση της εργασίας και της προσευχής, έγινε ο φάρος όλου του γνωστού κόσμου, απόθεμα γνώσης, σωτηρία της αρχαίας διδασκαλίας που απειλείτο με αφανισμό από πυρκαγιές, λεηλασίες και σεισμούς, χυτήριο νέων κειμένων και επαύξηση των αρχαίων... Ω, εσείς το ξέρετε καλά, ζούμε σε πολύ σκοτεινούς καιρούς και ντρέπομαι όταν σας λέω ότι δεν πέρασαν πολλά χρόνια που η Σύνοδος της Βιέννης υποχρεώθηκε να αναφέρει ότι κάθε μοναχός έχει καθήκον να εισέρχεται στις βαθμίδες της ιεροσύνης... Πόσες μονές μας, που πριν από διακόσια χρόνια ήταν απαστράπτοντα κέντρα μεγαλείου και αγιότητος, δεν αποτελούν σήμερα καταφύγια υποκριτών; Το Τάγμα είναι ακόμα ισχυρό, μα η δυσωδία των πόλεων κυκλώνει από παντού τους ιερούς μας χώρους, ο λαός του Θεού επιδίδεται πια στο εμπόριο και στους πολέμους φατριών. Κάτω στα μεγάλα οικιστικά κέντρα, όπου το πνεύμα της ιεροσύνης δεν μπορεί να βρει κατάλυμα, όχι μόνο μιλούν (και τι άλλο θα ήταν δυνατόν να περιμένεις από λαϊκούς;) αλλά και γράφουν σε μια γλώσσα χυδαία και είθε ποτέ να μην περάσει ένας τέτοιος τόμος τα τείχη μας -σπινθήρας μιας αίρεσης που μοιραία θα γεννηθεί! Από τα ανθρώπινα αμαρτήματα ο κόσμος στέκεται στο χείλος της αβύσσου, διαβρωμένος από την άβυσσο που η άβυσσος επικαλείται. Και αύριο, όπως ο Ονώριος θέλησε, τα σώματα των ανθρώπων θα είναι μικρότερα από τα δικά μας, όπως τα δικά μας είναι μικρότερα από των αρχαίων. Mundus senescit (8). Αν τώρα ο Θεός εμπιστεύτηκε μία αποστολή στο Τάγμα μας, είναι να αντισταθούμε σ' αυτήν την πορεία προς την άβυσσο, διατηρώντας, επαναλαμβάνοντας και υπερασπίζοντας τον θησαυρό της σοφίας που μας εμπιστεύτηκαν οι πατέρες μας. Η Θεία Πρόνοια όρισε ώστε η οικουμενική εξουσία, που στην αρχή του κόσμου βρισκόταν στην Ανατολή, σιγά σιγά, όσο ο καιρός πλησιάζει, να μετατοπίζεται προς τη Δύση, θέλοντας να μας προειδοποιήσει ότι καταφθάνει το τέλος του κόσμου, καθώς η πορεία των γεγονότων άγγιξε ήδη το όριο του σύμπαντος. Όμως, πριν εξαντληθεί οριστικά η χιλιετία, πριν θριαμβεύσει, έστω και για λίγο, το βδελυρό κτήνος που ονομάζουμε Αντίχριστο, εναπόκειται σε μας να προασπίσουμε τον θησαυρό του χριστιανικού κόσμου και τον ίδιο τον Λόγο του Θεού, που υπαγόρευσε στους προφήτες και τους αποστόλους, που οι πατέρες επανέλαβαν κατά λέξη, που οι σχολές προσπάθησαν να σχολιάσουν, έστω κι αν σήμερα, σ' αυτές τις ίδιες σχολές φωλιάζει ο όφις της υπεροψίας, του φθόνου και της αφροσύνης. Στην παρακμή αυτή, εμείς είμαστε ακόμη πυρσοί και φως υψηλό στον ορίζοντα. Κι όσο τα τείχη αυτά ανθίστανται, θα είμαστε οι φύλακες του Θείου Λόγου".
   "Αμήν", είπε ο Γουλιέλμος με ευσέβεια. "Αλλά τι σχέση έχουν αυτά με το ότι δεν μπορώ να επισκεφτώ τη βιβλιοθήκη;"
   "Βλέπετε, αδελφέ Γουλιέλμο", είπε ο Ηγούμενος, "για να πραγματοποιηθεί το τεράστιο και ιερό έργο που πλουτίζει αυτά τα τείχη", και έγνευσε προς τον όγκο του Οικοδομήματος, που, από τα παράθυρα του κελιού, διακρινόταν να δεσπόζει πάνω από την εκκλησία της μονής, "για αιώνες, άνθρωποι ευσεβείς δούλεψαν τηρώντας σιδηρούς κανόνες. Η βιβλιοθήκη δημιουργήθηκε σύμφωνα μ' ένα σχέδιο που έμεινε σκοτεινό ανά τους αιώνες και που κανένας μοναχός δεν αξιώθηκε να μάθει. Μόνο ο βιβλιοθηκάριος μαθαίνει το μυστικό από τον προκάτοχό του και το κοινοποιεί, όσο είναι ακόμη ζωντανός, στον βοηθό του, ώστε να μην τον προλάβει ο θάνατος και στερήσει την κοινότητα απ' αυτήν τη γνώση. Τα χείλη τους είναι σφραγισμένα, φυλάσσοντας το μυστικό. Μόνον ο βιβλιοθηκάριος γνωρίζει και έχει το δικαίωμα να κινείται στο λαβύρινθο των βιβλίων, μόνον αυτός ξέρει πού θα τα βρει και πού θα τα τοποθετήσει, μόνον αυτός είναι υπεύθυνος για τη συντήρησή τους. Οι άλλοι μοναχοί εργάζονται στο συγγραφείο και μπορούν να λαμβάνουν γνώση του καταλόγου των τόμων που διαθέτει η βιβλιοθήκη. Μα ο κατάλογος των τίτλων συχνά λέει πολύ λίγα. Μόνον ο βιβλιοθηκάριος ξέρει, από τη θέση του τόμου, από το πόσο απρόσιτος είναι, το είδος των μυστικών, της αλήθειας ή των ψευδών που περικλείει. Μόνον αυτός αποφασίζει πώς, πότε και αν θα τον διαθέσει στον μοναχό που τον ζητάει, μερικές φορές αφού ζητήσει και τη γνώμη μου. Διότι όλες οι αλήθειες δεν είναι για όλα τα αυτιά, ούτε μπορούν όλα τα ψεύδη να αναγνωριστούν από μια ευλαβή ψυχή και, τέλος, οι μοναχοί βρίσκονται στο συγγραφείο για να επιτελέσουν ένα συγκεκριμένο έργο, για το οποίο πρέπει να διαβάσουν αυτά και όχι άλλα βιβλία. Δεν είναι εκεί για να ακολουθούν κάθε άφρονη περιέργεια που τους καταλαμβάνει, είτε από αδυναμία του νου, είτε από υπεροψία, είτε από διαβολική παρότρυνση". 
   "Ώστε υπάρχουν στη βιβλιοθήκη βιβλία που περιέχουν ψεύδη..."
   "Τα τέρατα υπάρχουν, διότι αποτελούν μέρος του θεϊκού σχεδίου, και στα ίδια τα τρομερά γνωρίσματα των τεράτων αποκαλύπτεται η δύναμη του Πλάστη. Έτσι, κατά το θεϊκό σχέδιο, υπάρχουν και τα βιβλία των μάγων, η Καββάλα των Ιουδαίων, οι μύθοι των ειδωλολατρών ποιητών, τα ψέματα των απίστων. Σταθερή και ιερά πεποίθηση αυτών που θέλησαν και υπεράσπισαν τη μονή ανά τους αιώνες, ήταν ότι το χλωμό φως της θείας γνώσης είναι δυνατόν να διαφανεί στα μάτια του οξύνοος αναγνώστη, ακόμα και στα ψευδόμενα βιβλία. Έτσι, η βιβλιοθήκη είναι σκεύος και αυτών. Όμως, ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο, δεν πρέπει να εισέρχεται ο οιοσδήποτε. Επιπλέον", πρόσθεσε ο Ηγούμενος, σαν να ήθελε να απολογηθεί για τη φτώχεια του τελευταίου του επιχειρήματος, "το βιβλίο είναι εύθραυστο δημιούργημα, υφίσταται τη φθορά του χρόνου, φοβάται τα τρωκτικά, τις κακοκαιρίες, τα ανίκανα χέρια. Αν για εκατό και εκατό χρόνια ο καθένας μπορούσε ελεύθερα ν' αγγίζει τους κώδικές μας, το μεγαλύτερο μέρος τους δεν θα υπήρχε πια. Επομένως, ο βιβλιοθηκάριος τους προστατεύει, όχι μόνον από τους ανθρώπους, αλλά και από τη φύση και αφιερώνει τη ζωή του σ' αυτόν τον πόλεμο εναντίον των δυνάμεων της λήθης, του εχθρού της αλήθειας". 
   "Ώστε κανείς, εκτός από δύο ανθρώπους, δεν εισέρχεται στον δεύτερο όροφο του Οικοδομήματος..."
   Ο Ηγούμενος χαμογέλασε: "Κανείς δεν πρέπει. Κανείς δεν μπορεί. Κανείς, αν το ήθελε, δεν θα το κατόρθωνε. Η βιβλιοθήκη προστατεύει τον εαυτό της, είναι ανεξιχνίαστη σαν την αλήθεια που φιλοξενεί, απατηλή σαν τα ψεύδη που φρουρεί. Είναι πνευματικός λαβύρινθος, μα και επίγειος. Θα μπορούσατε να μπείτε και θα μπορούσατε να μη βγείτε. Και με αυτό, θα ήθελα να συμμορφωθείτε με τους κανονισμούς της μονής".
   "Όμως εσείς δεν μου αποκλείσατε ότι ο Αντέλμος γκρεμίστηκε από κάποιο παράθυρο της βιβλιοθήκης. Πώς θα μπορέσω να κρίνω τον θάνατό του αν δεν δω τον χώρο όπου πιθανόν άρχισε η ιστορία του θανάτου του;"
   "Αδελφέ Γουλιέλμο", είπε ο Ηγούμενος με ύφος συμβουλευτικό, "ένας άνθρωπος που περιέγραψε το άλογό μου, τον Μελάνιο, χωρίς να το δει, και τον θάνατο του Αντέλμου χωρίς να ξέρει σχεδόν τίποτα, δεν θα δυσκολευτεί να κρίνει χώρους στους οποίους δεν έχει πρόσβαση".
   Ο Γουλιέλμος υποκλίθηκε: "Είστε σοφός, ακόμα κι όταν είστε αυστηρός. Όπως θέλετε".
   "Αν είμαι σοφός, είναι επειδή ξέρω να είμαι αυστηρός", απάντησε ο Ηγούμενος.
   "Κάτι ακόμα", ρώτησε ο Γουλιέλμος. "Ο Ουμπερτίνος;"
   "Εδώ είναι. Σας περιμένει. Θα τον βρείτε στην εκκλησία".
   "Πότε;"
   "Πάντα", χαμογέλασε ο Ηγούμενος. "Ξέρετε ότι, αν και σοφότατος, δεν είναι άνθρωπος που εκτιμά τη βιβλιοθήκη. Τη θεωρεί ως την πλάνη του αιώνος. Τον περισσότερο καιρό μένει στην εκκλησία για να διαλογιστεί και να προσευχηθεί".
   "Έχει γεράσει;" ρώτησε ο Γουλιέλμος διστάζοντας.
   "Από πότε έχετε να τον δείτε;"
   "Πολλά χρόνια".
   "Είναι κουρασμένος. Έχει απομακρυνθεί από τα πράγματα αυτού του κόσμου. Είναι εξήντα οκτώ ετών, αλλά πιστεύω ότι έχει ακόμη το θάρρος της νιότης του".
   "Θα τον αναζητήσω αμέσως, σας ευχαριστώ".
   Ο Ηγούμενος τον ρώτησε μήπως ήθελε να γευματίσει μαζί με την κοινότητα, μετά την Έκτη Ώρα. Ο Γουλιέλμος είπε ότι είχε μόλις φάει, και μάλιστα πολύ καλά, και ότι θα προτιμούσε να δει αμέσως τον Ουμπερτίνο. Ο Ηγούμενος χαιρέτησε.
   Έβγαινε από το κελί, όταν μια σπαρακτική κραυγή, καθώς ανθρώπου θανάσιμα λαβωμένου, υψώθηκε από την αυλή και συνοδεύτηκε από άλλους θρήνους εξίσου διαπεραστικούς. "Τι είναι;" ρώτησε ανάστατος ο Γουλιέλμος. "Τίποτα", απάντησε ο Ηγούμενος χαμογελώντας. "Αυτή την εποχή σφάζουν τους χοίρους. Είναι δουλειά των χοιροβοσκών. Δεν είναι αυτό το αίμα που πρέπει να σας απασχολήσει".
   Βγήκε και αδίκησε τη φήμη του ως έξυπνου. Διότι το επόμενο πρωί... Αλλά, συγκράτησε την αδυναμία σου, αυθάδική μου γλώσσα! Γιατί την ίδια μέρα, που διηγούμαι, και πριν νυχτώσει, συνέβησαν κι άλλα πολλά πράγματα, τα οποία είναι καλό να αναφέρω.


Πρώτη ημέρα
ΏΡΑ ΈΚΤΗ


Όπου ο Άντσο θαυμάζει το πρόθυρο της εκκλησίας και ο Γουλιέλμος ξαναβρίσκει τον Ουμπερτίνο της Καζάλε.
   Η εκκλησία δεν ήταν μεγαλοπρεπής όπως αυτές που είδα αργότερα στο Στρασβούργο, στη Σαρτρ, στη Βαμβέργη και το Παρίσι. Έμοιαζε μάλλον μ' αυτές που είχα κιόλας δει στην Ιταλία, που δεν έχουν την τάση να υψώνονται ιλιγγιωδώς προς τον ουρανό και πατούν στέρεα στη γη, συχνά πιο πλατιές παρά ψηλές. Μόνο που αυτή, σ' ένα πρώτο επίπεδο, στεφανωνόταν σαν φρούριο από τετράγωνες επάλξεις και πάνω απ' αυτό υψωνόταν μια άλλη κατασκευή, όχι πια ένας πύργος, μα μια δεύτερη συμπαγής εκκλησία, που την κάλυπτε μια τριγωνική σκεπή και τη διαπερνούσαν αυστηρά παράθυρα. Ήταν μια στιβαρή ηγουμενική εκκλησία, καθώς αυτές που χτίζανε οι παλιοί στην Προβηγκία και τη Λανγκντόκ, δίχως τη θρασύτητα και την υπερβολή των στολιδιών, που χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη τεχνοτροπία. Μόνο σε πιο πρόσφατες εποχές, πιστεύω, στολίστηκε μ' έναν οβελίσκο πάνω από το χοροστάσιο, στραμμένο με τόλμη στον ουράνιο θόλο.
   Δύο κίονες ευθείς και καθαροί στέκονταν εμπρός στην είσοδο, που στην αρχή φαινόταν σαν μία ενιαία μεγάλη αψίδα: όμως, από τους κίονες ξεκινούσαν δύο αντηρίδες που, αφού στήριζαν άλλα, πολλαπλά τόξα, οδηγούσαν το βλέμμα, σαν στην καρδιά της αβύσσου, στην κυρίως θύρα, που μόλις διακρινόταν στη σκιά, κάτω από ένα μεγάλο τύμπανο, πλαισιωμένη από δυο παραστάτες, με μια λαξεμένη κεντρική κολόνα να χωρίζει την είσοδο σε δύο ανοίγματα, καλυμμένα με θυρόφυλλα από οξιά με ενισχύσεις μετάλλου. Την ώρα εκείνη της ημέρας, ο χλωμός ήλιος χτυπούσε σχεδόν κατακόρυφα τη σκεπή και το φως γλιστρούσε στην όψη χωρίς να φωτίζει το τύμπανο: έτσι, μετά τους δύο κίονες, βρεθήκαμε ξαφνικά κάτω από το δάσος των αψίδων, που ξεκινούσαν από μια μικρότερη κιονοστοιχία, η οποία με τη σειρά της στήριζε τις αντηρίδες. Τέλος, όταν τα μάτια συνήθισαν το ημίφως, ο βουβός λόγος της ιστορημένης πέτρας, άμεσα πια προσιτός στην όραση και τη φαντασία του καθενός (διότι pictura est laicorum literatura (9)), κεραυνοβόλησε το βλέμμα μου και με βύθισε σ' ένα όραμα που, ακόμα σήμερα, η γλώσσα μου με κόπο περιγράφει. [...]
   Έτρεμα, καθώς είχα μουσκέψει από την παγωμένη χειμωνιάτικη βροχή. Τότε, άκουσα μια άλλη φωνή, μα τώρα ερχόταν από πίσω μου και ήταν αλλιώτικη, φωνή της γης και όχι του αστραποβόλου κέντρου του οράματός μου. Μάλιστα, το όραμα κατέρρευσε, γιατί και ο Γουλιέλμος (που μόνο εκείνη τη στιγμή αντιλήφθηκα και πάλι την παρουσία του, χαμένος μέχρι τότε στην έκσταση), στράφηκε κι αυτός προς τα πίσω.

   Το ον πίσω μας έμοιαζε μοναχός, παρ' όλο που το βρώμικο και κουρελιασμένο ράσο του τον έκανε να μοιάζει αλήτης και η όψη του δεν παράλλαζε από την όψη των τεράτων που είχα μόλις δει στα κιονόκρανα. Ποτέ δεν μου είχε συμβεί στη ζωή, αντίθετα με πολλούς αδελφούς μου, να με επισκεφτεί ο Διάβολος. Πιστεύω, όμως, ότι αν κάποτε μου φανερωθεί, καθώς θέλημα Θεού τον έκανε ανίκανο να κρύψει τη φύση του, όσο κι αν ποθεί να μοιάσει στον άνθρωπο, δεν θα 'χει διαφορετικά γνωρίσματα από τα γνωρίσματα του συνομιλητή μας, όπως εμφανίστηκε εκείνη τη στιγμή. Το κεφάλι του ήταν λείο, όχι όμως από μετάνοια, μα από κάποιο παλιό ιξώδες έκζεμα, το μέτωπο χαμηλό, τόσο που αν είχε μαλλιά στην κεφαλή του θα μπερδεύονταν με τα φρύδια (που ήταν πυκνά και απεριποίητα), τα μάτια ήταν στρογγυλά, με μικρές κι ευκίνητες κόρες και το βλέμμα δεν ξέρω αν ήταν αθώο ή κακό, ή ίσως και τα δύο, ανάλογα με την ώρα και τη στιγμή. Η μύτη δεν θα μπορούσε να ονομαστεί έτσι, παρά μόνο γιατί υπήρχε ένα κόκαλο ανάμεσα στα μάτια που, καθώς ξεχώριζε από το πρόσωπο, ξαναέμπαινε αμέσως μέσα και μεταμορφωνόταν σε δύο σκοτεινές σπηλιές, τα ρουθούνια του, πλατιά και γεμάτα τρίχες. Το στόμα ενωνόταν με μια ουλή με τα ρουθούνια και ήταν φαρδύ και άχαρο, η δεξιά πλευρά του μακρύτερη από την αριστερή και, μεταξύ του ανύπαρκτου επάνω χείλους και του προεξέχοντος και σαρκώδους κάτω, φυτρώνανε ακατάστατα δόντια μαύρα και μυτερά, σαν σκύλου.
   Ο άνθρωπος χαμογέλασε (ή τουλάχιστον έτσι νόμισα) και σηκώνοντας το δάχτυλο σε προειδοποίηση, είπε:
   "Penitenziagite! Ιδού ο δράκων έρχεται να ροκανίσει την άνιμά σου! Ο μόρτος είναι επί ημών! Παρακάλα να αριβάρει ο άγιος πάπας να ελευθερώσει μας από τόδος νος αμαρτίας!Άι, άι! Σας αρέζει αυτή η νεκρομαντεία του Κυρίου Ημών Γιεζού Κριστού! Και ίο βρίσκω την γλυκεία και χαίρω με πόνους. Έξω ελ διάβολο! Σέμπερ αναμένει στις γωνίες να με γραπώσει από τη φτέρνα! Μα ο Σαλβατόρ νον εστ αδαής! Μπόνουμ μοναστέριουμ, εδώ τροφή ε προσευχή για Ντόμινουμ Ντόστρουμ! Το ρέστο δεν αξίζει τίποτα. Και αμήν! Σωστά;"
   Θα πρέπει, στη συνέχεια της ιστορίας, να μιλήσω ξανά και πολύ γι' αυτό το πλάσμα και να αναφέρω τα λόγια του. Ομολογώ ότι μου είναι πολύ δύσκολο γιατί ούτε τώρα ξέρω, όπως δεν είχα καταλάβει και τότε, ποια γλώσσα μιλούσε. Δεν ήταν η λατινική, στην οποία εκφραζόμασταν μεταξύ μας οι άνθρωποι των γραμμάτων στο αβαείο, ούτε και η δημώδης εκείνης της περιοχής, ούτε κάποια άλλη δημώδης που να είχα ακούσει. Νομίζω ότι έδωσα μια αμυδρή ιδέα του τρόπου ομιλίας του, όταν πριν από λίγο ανέφερα (έτσι, όπως τις θυμάμαι) τις πρώτες λέξεις που άκουσα απ' αυτόν. Όταν αργότερα έμαθα την περιπετειώδη ζωή του και τα μέρη όπου έζησε, δίχως να βρει να ριζώσει, κατάλαβα ότι ο Σαλβατόρε μιλούσε όλες τις γλώσσες και καμία. Ή μάλλον, είχε εφεύρει μία δική του γλώσσα που χρησιμοποιούσε στοιχεία από τις γλώσσες με τις οποίες είχε έρθει σ' επαφή. Και κάποτε σκέφτηκα ότι η γλώσσα του δεν ήταν αυτή του Αδάμ, την οποία μίλησε η ευτυχισμένη ανθρωπότητα, ενωμένη σε μία μοναδική λαλιά απ' αρχής του κόσμου ως τον Πύργο της Βαβέλ, ούτε και μία από τις γλώσσες που επικράτησαν μετά το ολέθριο γεγονός της διάσπασής τους, αλλά η ίδια η γλώσσα της Βαβέλ, της πρώτης μέρας μετά τη θεία τιμωρία, η γλώσσα της αρχέγονης σύγχυσης. Εξάλλου, δεν θα ονόμαζα γλώσσα την ομιλία του Σαλβατόρε, γιατί σε κάθε ανθρώπινη γλώσσα υπάρχουν κανόνες και κάθε όρος σημαίνει ad placitum (10) κάτι, σύμφωνα με νόμους αναλλοίωτους, καθώς ο άνθρωπος δεν μπορεί τη μία φορά να ονομάσει τον σκύλο "σκύλο" και την άλλη "γάτα", ούτε να προφέρει ήχους, στους οποίους μια συναίνεση ανθρώπων δεν θα έχει αποδώσει ένα ορισμένο νόημα, κάτι που θα συνέβαινε αν κάποιος έλεγε τη λέξη "μπλιτίρι". Κι όμως, καλώς ή κακώς, εγώ καταλάβαινα τι ήθελε να πει ο Σαλβατόρε, το ίδιο και οι άλλοι. Σημείο ότι δεν μιλούσε μία, μα όλες τις γλώσσες, καμία με τον σωστό τρόπο, μα παίρνοντας τις λέξεις του πότε απ' τη μία και πότε απ' την άλλη. Αργότερα κατάλαβα ότι μπορούσε να ονομάσει κάτι, άλλοτε στα λατινικά, άλλοτε στα προβηγκιανά και αντιλήφθηκα ότι, αντί να επινοεί τις φράσεις του, χρησιμοποιούσε disiecta membra (11) φράσεων που είχε κάποτε ακούσει, ανάλογα με την περίσταση ή μ' αυτά που ήθελε να πει και υποθέτω ότι κατάφερνε να μιλήσει για μια τροφή, μόνο με τις λέξεις των ανθρώπων με τους οποίους είχε συμφάγει, και να εκφράσει τη χαρά του, μόνο με φράσεις που άκουσε να λένε οι χαρούμενοι την ημέρα που κι αυτός είχε νιώσει την ίδια χαρά. Η ομιλία του αντιστοιχούσε με το πρόσωπό του, το συναρμολογημένο από κομμάτια άλλων προσώπων, σαν τις πολύτιμες λειψανοθήκες που είδα κάποτε (si licet magnis componere parva (12), ή τα θεία με τα διαβολικά) να είναι φτιαγμένες από υπολείμματα άλλων ιερών σκευών. Τη στιγμή που τον πρωτοσυνάντησα, ο Σαλβατόρε μού φάνηκε, τόσο στο πρόσωπο όσο και στην ομιλία, παρόμοιος με τα τριχωτά και οπληφόρα όντα που είχα μόλις δει κάτω από το πρόθυρο. Αργότερα, αντιλήφθηκα ότι ίσως ήταν άνθρωπος με καλή καρδιά και διάθεση για αστεία. Ακόμη αργότερα... Ας προχωρήσουμε, όμως, με τη σειρά. Γιατί, μόλις έπαψε να μιλάει, ο δάσκαλός μου τον ρώτησε με μεγάλη περιέργεια.
   "Γιατί είπες "penitenziagite";" ρώτησε.
   "Ντόμινε αδελφέ μαγνιφικότατε", απάντησε ο Σαλβατόρε με μια ελαφριά υπόκλιση, "ο Ιησούς εστ ερχόμενος και οι χόμινι οφείλουν μετανοείν. Σωστά;"
   Ο Γουλιέλμος τον κοίταξε έντονα: "Έχεις έρθει από κάποια μονή Μινοριτών; (13)"
   "Νον αντιλαμβάνομαι".
   "Ρωτώ αν έζησες μεταξύ των αδελφών του Αγίου Φραγκίσκου, ρωτώ αν γνώρισες τους λεγόμενους Αποστόλους..."
   Ο Σαλβατόρε χλώμιασε, ή μάλλον, το ηλιοκαμένο και ζωώδες πρόσωπό του έγινε γκρίζο. Έκανε μια βαθιά υπόκλιση και με μισόκλειστα χείλη ψιθύρισε "ύπαγε οπίσω", σταυροκοπήθηκε με ευλάβεια και τράπηκε σε φυγή, κοιτάζοντας πίσω κάθε τόσο.
   "Τι τον ρωτήσατε;" ρώτησα τον Γουλιέλμο.
   Έμεινε για λίγο σκεπτικός. "Δεν πειράζει, θα στο πω αργότερα. Ας μπούμε μέσα. Θέλω να βρω τον Ουμπερτίνο".
   Μόλις είχε περάσει η Έκτη Ώρα. Ο ήλιος, χλωμός, ερχόταν από τη Δύση, μέσα από τα λίγα και στενά παράθυρα, στο εσωτερικό της εκκλησίας. Μια λεπτή λωρίδα φως άγγιζε ακόμα την Αγία Τράπεζα και το κάλυμμά της μου φάνηκε ότι ανέδιδε μια χρυσή λάμψη. Τα πλάγια κλίτη ήτανε βυθισμένα στη σκιά.
   Κοντά στο τελευταίο εικονοστάσι, πριν από την Αγία Τράπεζα, στο αριστερό κλίτος, υψωνόταν μια λεπτή κολόνα, πάνω στην οποία στεκόταν μια πέτρινη Παρθένος, λαξεμένη κατά τα σύγχρονα πρότυπα, με ανέκφραστο χαμόγελο, πεταχτή κοιλιά, με το βρέφος στην αγκαλιά, ντυμένη μ' ένα φόρεμα όλο χάρη κι ένα λεπτό περιθωράκιο. Στα πόδια της Παρθένου, σε στάση προσευχής και πλήρους υποταγής, βρισκόταν ένας άνδρας με το ένδυμα του Τάγματος των Κλουνιακών.
   Πλησιάσαμε. Ο άνθρωπος, ακούγοντας το θόρυβο των βημάτων μας, σήκωσε το πρόσωπο. Ήταν ένας γέροντας με λείο πρόσωπο, άτριχο κεφάλι, μεγάλα γαλάζια μάτια, λεπτό και κόκκινο στόμα, λευκό δέρμα, με κρανίο κοκαλιάρικο, όπου το δέρμα κολλούσε σαν να ήταν μούμια διατηρημένη στο γάλα. Τα χέρια ήτανε λευκά με μακριά και λεπτά δάχτυλα. Φαινόταν σαν παιδούλα ζαρωμένη από πρόωρο θάνατο. Έριξε επάνω μας ένα βλέμμα, στην αρχή σαστισμένο, σαν να τον είχαμε ενοχλήσει σε κάποιο εκστατικό όραμα. Μετά το πρόσωπό του φωτίστηκε από χαρά.
   "Γουλιέλμο!" φώναξε. "Αγαπημένε μου αδελφέ!". Σηκώθηκε με κόπο και πήγε κοντά στο δάσκαλό μου, τον αγκάλιασε και τον φίλησε στο στόμα. "Γουλιέλμο!" επανέλαβε και τα μάτια του μούσκεψαν από δάκρυα. "Πόσος καιρός! Κι όμως σ' αναγνωρίζω ακόμα! Πόσος καιρός, πόσα γεγονότα! Πόσες δοκιμασίες μάς επέβαλε ο Κύριος!". Έκλαψε. Ο Γουλιέλμος τον αγκάλιασε, φανερά συγκινημένος. Ήμασταν μπροστά στον Ουμπερτίνο της Καζάλε.
   Είχα ακούσει πολλά γι' αυτόν, πριν ακόμη έρθω στην Ιταλία, κι άλλα περισσότερα από τους Φραγκισκανούς της αυτοκρατορικής Αυλής. Κάποιος μάλιστα μου είχε πει ότι ο μεγαλύτερος ποιητής εκείνων των καιρών, ο Δάντης Αλιγκιέρι από τη Φλωρεντία, που είχε πεθάνει πριν από λίγα χρόνια, είχε συνθέσει ένα ποίημα (που δεν μπόρεσα να διαβάσω γιατί ήταν γραμμένο στη δημώδη της Τοσκάνης), όπου ουρανός και γη είχαν βοηθήσει κι όπου πολλοί στίχοι ήταν παράφραση περικοπών από το Arbor vitae crucifixae (14) του Ουμπερτίνου. Και δεν ήταν ο μόνος τίτλος τιμής αυτού του ξακουστού ανθρώπου. Όμως, για να επιτρέψω στον αναγνώστη μου να εννοήσει καλύτερα τη σπουδαιότητα αυτής της συνάντησης, θα πρέπει να επιχειρήσω μια ανασκευή των γεγονότων εκείνων των ετών, έτσι όπως τα είχα αντιληφθεί κατά τη σύντομη παραμονή μου στην Κεντρική Ιταλία, από σκόρπια λόγια του δασκάλου μου κι από τις πολυάριθμες συζητήσεις του Γουλιέλμου με ηγουμένους και μοναχούς καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού μας.
   Θα προσπαθήσω να πω τι είχα καταλάβει, αν και δεν είμαι σίγουρος ότι θα τα εκφράσω σωστά. Οι δάσκαλοί μου της Μελκ μου έλεγαν συχνά ότι για έναν βόρειο είναι πολύ δύσκολο να διαμορφώσει σαφή ιδέα για τα θρησκευτικά και πολιτικά πράγματα της Ιταλίας.
   Η χερσόνησος, όπου η δύναμη του κλήρου ήταν πιο εμφανής απ' ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη χώρα και όπου, περισσότερο από κάθε άλλη χώρα, ο κλήρος έκανε επίδειξη πλούτου και δύναμης, είχε γεννήσει για δύο τουλάχιστον αιώνες κινήματα ανθρώπων που αποσκοπούσαν σε μια πιο φτωχή ζωή, έκαναν πολεμική στους διεφθαρμένους ιερείς, στους οποίους αρνούνταν ως και την εκτέλεση των ιερών καθηκόντων και συνενώνονταν σε αυτόνομες κοινότητες, μισητές τόσο στους αφέντες όσο και στην αυτοκρατορία και τις αρχές των πόλεων.
   Τέλος, ήρθε ο Άγιος Φραγκίσκος και μετέδωσε ένα είδος αγάπης της πενίας που δεν ήταν αντίθετη με τις εντολές της Εκκλησίας και, χάρις στο έργο του, η Εκκλησία αποδέχτηκε τις επικλήσεις εκείνων των παλαιών κινημάτων για αυστηρότητα ηθών και τα εκκαθάρισε από τα ταραχοποιά στοιχεία που φωλιάζανε μέσα τους. Θα έπρεπε να επακολουθήσει μία εποχή πραότητας και ιεροσύνης, όμως, το Τάγμα των Φραγκισκανών καθώς εξαπλωνότανε και προσείλκυε τους καλύτερους ανθρώπους, δυνάμωνε υπερβολικά, δενότανε με τις επίγειες υποθέσεις και πολλοί Φραγκισκανοί ήθελαν να το επαναφέρουν στην πρότερή του αγνότητα. Πράγμα μάλλον δύσκολο για ένα τάγμα που, την εποχή που εγώ ήμουν στη μονή, αριθμούσε ήδη περισσότερα από τριάντα χιλιάδες μέλη, διάσπαρτα σ' όλο τον κόσμο. Έτσι όμως, πολλοί από τους αδελφούς του Αγίου Φραγκίσκου αντιτίθεντο στον Κανόνα που είχε θεσπίσει το Τάγμα, λέγοντας ότι το Τάγμα είχε ήδη εγκολπωθεί τους τρόπους των εκκλησιαστικών θεσμών, για των οποίων την αναμόρφωση δημιουργήθηκε. Και ότι αυτό συνέβη ήδη από την εποχή που ζούσε ο Φραγκίσκος και ότι τα λόγια και οι προτάσεις του είχαν προδοθεί. Πολλοί απ' αυτούς ανακάλυψαν τότε το βιβλίο ενός Κιστερσιανού μοναχού (15), που έγραψε για την εποχή μας στις αρχές του 12ου αιώνα και ονομαζόταν Ιωακείμ, στον οποίο απέδιδαν προφητικό πνεύμα. Πράγματι, αυτός προείδε την έλευση μιας νέας εποχής, όπου το πνεύμα του Χριστού, φθαρμένο από καιρό εξαιτίας των ψευδών του αποστόλων, θα αναγεννιόταν επί γης. Και ανακοίνωσε τέτοια χρονικά όρια που ήταν σε όλους σαφές ότι χωρίς να το ξέρει μιλούσε για το Τάγμα των Φραγκισκανών. Αυτό χαροποίησε πολλούς Φραγκισκανούς, ίσως δε υπερβολικά, τόσο που στα μέσα του αιώνα, στο Παρίσι, οι θεολόγοι της Σορβόννης καταδίκασαν τις προτάσεις του αβά Ιωακείμ. Μα, φαίνεται ότι το έκαναν, επειδή οι Φραγκισκανοί (και οι Δομινικανοί) είχαν γίνει πολύ δυνατοί και σοφοί στα πανεπιστήμια της Γαλλίας και ήθελαν να τους εξουδετερώσουν ως αιρετικούς. Κάτι το οποίο δεν έγινε και ήταν μεγάλο καλό για την Εκκλησία, διότι επέτρεψε να διαδοθούν τα έργα του Θωμά του Ακινάτη και του Μποναβεντούρα από το Βαλανορρήγιο, που, βέβαια, δεν ήταν αιρετικά. Έτσι φαίνεται ότι και στο Παρίσι οι ιδέες βρίσκονταν σε σύγχυση, ή κάποιος ήθελε να είναι έτσι για δικούς του σκοπούς. Και αυτό είναι το κακό που προξενεί η αίρεση στον χριστιανικό κόσμο: να συσκοτίζει τις ιδέες και να ωθεί τους πάντες να γίνονται εξεταστές για προσωπικό τους όφελος. Όσα κατόπιν είδα στη μονή (για τα οποία θα μιλήσω αργότερα) με έκαναν να σκεφτώ ότι συχνά οι ίδιοι οι εξεταστές δημιουργούν τους αιρετικούς. Κι όχι μόνο με την έννοια ότι τους παριστάνουν τέτοιους χωρίς να είναι, αλλά ότι καταπνίγουν τη φθοροποιό αίρεση τόσο βίαια που ωθούν πολλούς να συμμετάσχουν, από μίσος εναντίον τους. Πράγματι, είναι ένας κύκλος επινοημένος από τον δαίμονα, Θεός φυλάξοι!
   Αλλά, μιλούσα για την αίρεση (αν πράγματι ήταν) των Ιωακειμιτών. Εμφανίζεται, λοιπόν, στην Τοσκάνη ένας Φραγκισκανός, ο Γεράρδος από το Μπόργκο Σαν Ντονίνο, να διαδίδει τις προφητείες του Ιωακείμ και να εντυπωσιάζει τον κύκλο των Μινοριτών. Έτσι, αναδύθηκε μία ομάδα οπαδών του παλαιού Κανόνος, οι οποίοι ήταν εναντίον της αναδιοργάνωσης του Τάγματος που επιχειρήθηκε από τον μεγάλο Μποναβεντούρα, ο οποίος αργότερα έγινε αρχηγός του Τάγματος. Την τελευταία τριακονταετία του περασμένου αιώνα, όταν η Σύνοδος της Λυών έσωσε το Τάγμα των Φραγκισκανών απ' όσους ήθελαν να το καταστρέψουν, παραχωρώντας του την κυριότητα των αγαθών που χρησιμοποιούσε, όπως όριζε ο νόμος για τα παλαιότερα τάγματα, ορισμένοι αδελφοί της Ουαλλίας εξεγέρθηκαν, υποστηρίζοντας ότι το πνεύμα του Κανόνος προδίδεται ολότελα, διότι ένας Φραγκισκανός δεν μπορεί να κατέχει τίποτα, ούτε προσωπικά, ούτε ως μονή, ούτε ως τάγμα. Τους κλείσανε στη φυλακή δια βίου. Δεν νομίζω ότι κήρυτταν πράγματα αντίθετα με το Ευαγγέλιο, αλλά όταν πρόκειται για την κατοχή επίγειων αγαθών, οι άνθρωποι δύσκολα κρίνουν σύμφωνα με το δίκιο. Μου είπαν ότι μετά από χρόνια, ο νέος αρχηγός του Τάγματος, ο Ραϋμόνδος Γαουφρέδος, βρήκε τους κρατουμένους αυτούς στην Ανκόνα και, απελευθερώνοντάς τους, είπε: "Ήτανε θέλημα Θεού όλοι εμείς και όλο το Τάγμα να σπιλωθεί από τέτοιο κρίμα". Σημάδι ότι δεν αληθεύουνε τα όσα λένε οι αιρετικοί κι ότι στην Εκκλησία υπάρχουν ακόμη άνθρωποι με μεγάλη αρετή.
   Ανάμεσα σ' αυτούς που βγήκαν από τη φυλακή ήταν ο Άγγελος Κλαρηνός, που αργότερα συναντήθηκε με έναν αδελφό της Προβηγκίας, τον Πέτρο του Ιωάννη Ολίβι, ο οποίος κήρυττε τις προφητείες του Ιωακείμ, και με τον Ουμπερτίνο της Καζάλε. Και τότε, γεννήθηκε το κίνημα των Πνευματικών. Εκείνα τα έτη ανέβηκε στον παπικό θρόνο ένας αγιότατος ερημίτης, ο Πέτρος της Μορρόνης, που βασίλεψε ως Καιλεστίνος ο Ε', και οι Πνευματικοί τον δέχτηκαν με ανακούφιση: "Θα εμφανιστεί ένας άγιος", ειπώθηκε, "και θα διαφυλάξει τη διδασκαλία του Χριστού, θα ζήσει ως άγγελος. Τρέμετε διεφθαρμένοι ιερείς!". Ίσως ο Καιλεστίνος να έζησε υπερβολικά αγγελική ζωή, ή οι ιερείς γύρω του να ήταν πολύ διεφθαρμένοι, ή να μην κατόρθωσε να αντέξει την ένταση ενός μακροχρόνιου ήδη πολέμου με τον αυτοκράτορα και τους άλλους βασιλείς της Ευρώπης. Γεγονός είναι ότι ο Καιλεστίνος απαρνήθηκε το αξίωμά του και αποσύρθηκε σε ερημητήριο. Στη σύντομη όμως περίοδο της εξουσίας του, που διήρκεσε λιγότερο από έναν χρόνο, όλες οι ελπίδες των Πνευματικών εκπληρώθηκαν: πήγανε στον Καιλεστίνο, που ίδρυσε μαζί τους τη λεγόμενη κοινότητα των fratres et pauperes heremitae domini Celestini (16). Εξάλλου, αν και ο πάπας έπρεπε να ενεργεί ως μεσολαβητής μεταξύ των πιο ισχυρών καρδιναλίων της Ρώμης, υπήρξαν ορισμένοι όπως ο Κολόννα και ο Ορσίνι, που υποστήριξαν μυστικά τις νέες τάσεις υπέρ της πενίας: μια μάλλον περίεργη επιλογή για ισχυρότατους ανθρώπους που ζούσαν σε αμύθητα πλούτη και δεν κατάλαβα ποτέ αν χρησιμοποίησαν απλώς τους Πνευματικούς για δικά τους οφέλη εξουσίας ή αν, κατά κάποιο τρόπο, θεωρούσαν ότι τους συγχωρείται η σαρκική τους ζωή με την υποστήριξη των τάσεων των Πνευματικών. Και ίσως να ισχύουν και τα δύο, από τα λίγα που καταλαβαίνω για τα ιταλικά πράγματα. Όμως, για να δώσω ένα παράδειγμα, ο Ουμπερτίνος ορίστηκε εφημέριος από τον καρδινάλιο Ορσίνι, αφού είχε γίνει ο πιο ονομαστός των Πνευματικών και διέτρεχε τον κίνδυνο να κατηγορηθεί ως αιρετικός. Και ο ίδιος ο καρδινάλιος τον προστάτευσε στην Αβινιόν.
   Όμως, όπως συμβαίνει σ' αυτές τις περιπτώσεις, από τη μία ο Άγγελος και ο Ουμπερτίνος κήρυτταν σύμφωνα με το δόγμα, από την άλλη, οι μεγάλες μάζες των απλών δέχονταν το κήρυγμά τους και το διέδιδαν σ' ολόκληρη τη χώρα, ανεξέλεγκτα. Έτσι η Ιταλία είχε κατακλυστεί από τους φτωχοκαλογήρους ή αδελφούς της φτώχειας, που σε πολλούς φαίνονταν επικίνδυνοι. Ήτανε πια δύσκολο να διακρίνεις τους ηγέτες των Πνευματικών, που διατηρούσαν επαφές με τις εκκλησιαστικές αρχές, από τους απλούς οπαδούς τους, που βρίσκονταν απλώς έξω από το Τάγμα, ζητώντας ελεημοσύνη και ζώντας μέρα με την ημέρα από τη χειρωνακτική τους εργασία, χωρίς να έχουν καμία ιδιοκτησία. Και αυτούς η κοινή γνώμη τους ονόμασε φτωχοκαλογήρους και συγγένευαν με τους Γάλλους χυδευλαβείς, που εμπνέονταν από τον Πέτρο του Ιωάννη Ολίβι.
   Ο Καιλεστίνος ο Ε' αντικαταστάθηκε από τον Βονιφάτιο τον Η' και ο πάπας αυτός βιάστηκε να επιδείξει την ανύπαρκτή του επιείκεια για τους Πνευματικούς και τους φτωχοκαλογήρους γενικώς: τότε ακριβώς που ο αιώνας ξεψυχούσε, υπέγραψε ένα διάταγμα, Firma cautela (17), με το οποίο καταδίκαζε δια μιας τους θρησκομανείς, τους περιπλανώμενους επαίτες που τριγύριζαν στα απώτατα όρια του Φραγκισκανικού Τάγματος και τους ίδιους τους Πνευματικούς, ή μάλλον όσους αποσύρονταν από τη ζωή του Τάγματος για να αφοσιωθούν στην ερημία.
   Οι Πνευματικοί προσπάθησαν αργότερα να κερδίσουν την έγκριση άλλων ποντιφήκων, όπως του Κλήμη του Ε', για να μπορέσουν να αποσπαστούν από το Τάγμα με τρόπο όχι βίαιο. Πιστεύω ότι θα το κατόρθωναν, μα η έλευση του Ιωάννη του ΚΒ' τους στέρησε κάθε ελπίδα. Μετά την εκλογή του το 1316, έγραψε στον βασιλέα της Σικελίας να απελάσει τους αδελφούς αυτούς από τη γη του, επειδή πολλοί είχανε καταφύγει εκεί κάτω, και έριξε στα βασανιστήρια τον Άγγελο Κλαρηνό και τους Πνευματικούς της Προβηγκίας.
   Το εγχείρημα δεν θα πρέπει να ήταν εύκολο και πολλοί μέσα στην Κουρία (18) αντιστάθηκαν. Γεγονός είναι ότι ο Ουμπερτίνος και ο Κλαρηνός κατάφεραν να τους επιτραπεί να εγκαταλείψουν το Τάγμα και να γίνουν δεκτοί, ο ένας από τους Βενεδικτίνους και ο άλλος από τους Καιλεστίνους. Όμως για όσους παρέμειναν στην ελεύθερη ζωή, ο Ιωάννης στάθηκε ανελέητος, τους πέρασε από την Ιερά Εξέταση και πολλοί απ' αυτούς στάλθηκαν στην πυρά.
   Είχε όμως καταλάβει ότι για να καταστρέψει την κακή σπορά των φτωχοκαλογήρων, οι οποίοι απειλούσαν εκ βάθρων την εξουσία της Εκκλησίας, έπρεπε να καταδικάσει τις ιδέες που στηρίζανε την πίστη τους. Υποστήριζαν ότι ο Χριστός και οι Απόστολοι δεν είχαν καμία ιδιοκτησία, ούτε ατομική, ούτε κοινή και ο πάπας καταδίκασε αυτή την ιδέα ως αιρετική. Πράγμα άξιον απορίας και είναι ακατανόητο πώς ένας πάπας θεωρεί πεπλανημένη την ιδέα ότι ο Χριστός ήταν φτωχός. Έναν χρόνο, όμως, νωρίτερα είχε γίνει στην Περουγία η γενική Σύνοδος των Φραγκισκανών, που υιοθέτησε αυτή την άποψη. Έτσι, καταδικάζοντας τους μεν, ο πάπας καταδίκαζε και τη Σύνοδο. Όπως ήδη είπα, η Σύνοδος προξένησε μεγάλη ζημιά στον αγώνα του κατά του αυτοκράτορα. Αυτό είναι γεγονός. Έτσι, από τότε, πολλοί φτωχοκαλόγεροι που δεν ήξεραν τίποτα, ούτε για την αυτοκρατορία, ούτε για την Περουγία, πέθαιναν στην πυρά.

   Αυτά σκεπτόμουν καθώς κοίταζα ένα πρόσωπο μυθικό όπως ο Ουμπερτίνος. Ο δάσκαλός μου με παρουσίασε και ο γέρος μου χάιδεψε το μάγουλο μ' ένα χέρι ζεστό, σχεδόν φλογισμένο. Στο άγγιγμα εκείνου του χεριού κατάλαβα πολλά απ' όσα είχα ακούσει για τον άγιο αυτόν άνθρωπο και απ' όσα είχα διαβάσει στις σελίδες του Arbor Vitae και αντιλήφθηκα τη μυστική φλόγα που τον κατέτρωγε από τη νεότητά του, τότε που, σπουδαστής στο Παρίσι, απομακρύνθηκε από τους θεολογικούς διαλογισμούς και θεώρησε ότι μετουσιώθηκε σε μετανοούσα Μαγδαληνή. Και τις στενές σχέσεις που είχε με την Αγία Αγγελική του Φολίνιο, από την οποία μυήθηκε στους θησαυρούς της μυστικής ζωής και στη λατρεία του σταυρού. Και τους λόγους για τους οποίους κάποτε οι ανώτεροί του, ανησυχώντας για τη θέρμη των κηρυγμάτων του, τον έστειλαν σε απομόνωση στη Βέρνη.
   Ερευνούσα το πρόσωπο εκείνο, με τα γλυκύτατα χαρακτηριστικά που έμοιαζαν της αγίας με την οποία αντάλλαξε αδελφικά βαθύτατα πνευματικές έννοιες. Μάντευα ότι γνώριζε να παίρνει όψη πολύ σκληρότερη, όπως τότε, στα 1311, όταν η Σύνοδος της Βιέννης με το διάγγελμα Exivi de paradiso (19) απέβαλε τους Φραγκισκανούς ηγουμένους που στάθηκαν πολέμιοι των Πνευματικών, αλλά επέβαλε στους τελευταίους να ζήσουν στους κόλπους του Τάγματος ειρηνικά. Τότε αυτός, ο υπέρμαχος της παραίτησης, δεν αποδέχτηκε τον πονηρό συμβιβασμό και πολεμήθηκε γιατί ίδρυσε ανεξάρτητο τάγμα, διαπνεόμενο από μεγάλη αυστηρότητα. Ο μεγάλος αυτός μαχητής έχασε τότε τη μάχη γιατί, την εποχή εκείνη, ο Ιωάννης ο ΚΒ' εξαπέλυσε μια σταυροφορία κατά των οπαδών του Πέτρου του Ιωάννη Ολίβι (μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόταν και ο Ουμπερτίνος) και καταδίκασε τους αδελφούς της Ναρβόνας και της Μπεζιέρ. Όμως, ο Ουμπερτίνος δεν δίστασε να υπερασπίσει τη μνήμη του φίλου του ενώπιον του πάπα και ο πάπας, υποχωρώντας στην ιεροσύνη του, δεν τόλμησε να τον καταδικάσει (αν και, αργότερα, καταδίκασε τους άλλους). Τότε μάλιστα του προσέφερε μία οδό σωτηρίας, στην αρχή συμβουλεύοντας και κατόπιν διατάζοντάς τον να μπει στο Τάγμα των Κλουνιακών. Ο Ουμπερτίνος, που θα πρέπει να ήταν εξίσου ικανός (παρ' όλη την αφοπλιστική και εύθραυστή του εμφάνιση) να αποκτά προστασίες και συμμαχίες στην παπική Αυλή, δέχτηκε να πάει στη μονή του Γκέμπλαχ στη Φλάνδρα, μα πιστεύω ότι ποτέ δεν πήγε και παρέμεινε στην Αβινιόν, κάτω απ' τα λάβαρα του καρδιναλίου Ορσίνι, να υπερασπίζεται την υπόθεση των Φραγκισκανών.
   Μόνο σε πιο πρόσφατους καιρούς (και οι φήμες που είχα ακούσει ήταν ασαφείς) το άστρο του είχε αρχίσει να δύει στην Αυλή και αναγκάστηκε να απομακρυνθεί από την Αβινιόν, ενώ ο πάπας καταδίωξε αυτόν τον αδάμαστο άνθρωπο ως αιρετικό που per mundum discurrit vagabundus (20). Λέγανε ότι τα ίχνη του είχανε πια χαθεί. Το ίδιο απόγευμα είχα μάθει από τον διάλογο μεταξύ του Γουλιέλμου και του Ηγουμένου ότι κρυβόταν σ' αυτό το μοναστήρι. Και τώρα τον έβλεπα μπροστά μου.
   "Γουλιέλμο", έλεγε, "ήταν έτοιμοι να με σκοτώσουν, ξέρεις, αναγκάστηκα να φύγω μες στη νύχτα".
   "Ποιος σε ήθελε νεκρό; Ο Ιωάννης;"
   "Όχι. Ο Ιωάννης δεν με αγάπησε ποτέ, αλλά πάντα με σεβάστηκε. Κατά βάθος, αυτός μου προσέφερε τον τρόπο να αποφύγω τη δίκη, πριν από δέκα χρόνια, όταν μου επέβαλε να καταταγώ στους Βενεδικτίνους και έτσι οι εχθροί μου σιώπησαν. Ψιθύριζαν για πολύ καιρό, ειρωνεύονταν που ένας υπέρμαχος της φτώχειας μπήκε σ' ένα τάγμα τόσο πλούσιο και ζούσε στην Αυλή του καρδιναλίου Ορσίνι... Γουλιέλμο, εσύ ξέρεις πόσο νοιάζομαι για τα επίγεια! Όμως ήταν ο μόνος τρόπος να μείνω στην Αβινιόν και να υπερασπιστώ τους αδελφούς μου. Ο πάπας φοβάται τον Ορσίνι και δεν θα πείραζε ούτε τρίχα μου. Μόλις πριν από τρία χρόνια, με έστειλε αγγελιαφόρο στον βασιλέα της Αραγωνίας".
   "Τότε, λοιπόν, ποιος σ' εχθρευόταν;"
   "Όλοι. Το Εκκλησιαστικό Δικαστήριο. Προσπάθησαν δύο φορές να με δολοφονήσουν. Προσπάθησαν να με κάνουν να σιωπήσω. Τα ξέρεις τα όσα συνέβησαν πριν από πέντε χρόνια. Δύο χρόνια νωρίτερα είχαν καταδικαστεί οι φτωχοκαλόγεροι της Ναρβόνας. Κι ο Βερεγγάριος Ταλλόνι, που ήταν και ο ίδιος δικαστής, ζήτησε άφεση από τον πάπα. Οι στιγμές ήταν δύσκολες. Ο Ιωάννης είχε κυκλοφορήσει δύο επιστολές κατά των Πνευματικών και ο ίδιος ο Μιχαήλ της Τσεζένας είχε υποκύψει -επ' ευκαιρία, πότε φτάνει;"
   "Θα είναι εδώ σε δύο μέρες".
   "Ο Μιχαήλ... Πάει τόσος καιρός που δεν τον είδα. Τώρα μετανόησε, κατάλαβε τι ζητούσαμε, η Σύνοδος της Περουγίας μας δικαίωσε. Όμως τότε, στα 1318, ενέδωσε στον πάπα και παρέδωσε στα χέρια του πέντε Πνευματικούς της Προβηγκίας που αντιτίθεντο στις υποχωρήσεις. Τους έκαψαν, Γουλιέλμο... Είναι τρομερό!". Έκρυψε το πρόσωπο με τα χέρια του.
   "Μα τι ακριβώς έγινε μετά την έκκληση του Ταλλόνι;" ρώτησε ο Γουλιέλμος. 
   "Ο Ιωάννης όφειλε να ανακινήσει το θέμα, καταλαβαίνεις; Όφειλε, γιατί ακόμα και στο Δικαστήριο υπήρχαν άνθρωποι που αμφέβαλλαν, ακόμη και οι Φραγκισκανοί του Δικαστηρίου -οι φαρισαίοι, οι υποκριτές, οι αργυρώνητοι είχαν αρχίσει να αμφιβάλλουν. Τότε ακριβώς, ο Ιωάννης μου ζήτησε να κάνω ένα υπόμνημα περί πενίας. Ήταν ωραίο, Γουλιέλμο, ας συγχωρέσει ο Θεός την υπερηφάνειά μου".
   "Το διάβασα, μου το έδειξε ο Μιχαήλ".
   "Υπήρχαν αμφιταλαντευόμενοι, ακόμα και μεταξύ των δικών μας, ο μητροπολίτης της Ακουιτανίας, ο καρδινάλιος του Σαν Βιτάλε, ο επίσκοπος της Κάφφας..."
   "'Ενας ηλίθιος", είπε ο Γουλιέλμος.
   "Ησύχασε, ανέβηκε στους ουρανούς πριν από δύο χρόνια".
   "Ο Θεός δεν στάθηκε τόσο ευσπλαχνικός. Η είδηση ήταν ψεύτικη και ήρθε από την Κωνσταντινούπολη. Βρίσκεται ακόμα ανάμεσά μας και μου είπαν ότι θα συμμετάσχει στην πρεσβεία. Ο Θεός να μας φυλάξει!"
   "Μα αφού είναι υπέρ της Συνόδου της Περουγίας", είπε ο Ουμπερτίνος.
   "Ακριβώς. Ανήκει στο είδος των ανθρώπων που είναι πάντα οι καλύτεροι υπέρμαχοι του αντιπάλου τους".
   "Για να πω την αλήθεια", είπε ο Ουμπερτίνος, "ακόμη και τότε, δεν φάνηκε χρήσιμος στην υπόθεση. Έπειτα, όλα κατέληξαν στο μηδέν, αλλά τουλάχιστον η άποψή μας δεν καθιερώθηκε ως αιρετική κι αυτό ήταν σημαντικό. Γι' αυτό οι άλλοι δεν με συγχώρεσαν ποτέ. Προσπάθησαν να με βλάψουν με κάθε τρόπο, είπαν ότι ήμουν στο Ζαξενχάουζεν όταν, πριν από τρία χρόνια, ο Λουδοβίκος κατήγγειλε τον Ιωάννη ως αιρετικό. Κι όμως, όλοι ήξεραν ότι τον Ιούλιο ήμουν στην Αβινιόν με τον Ορσίνι... Βρήκαν ότι ορισμένα τμήματα της διακήρυξης του αυτοκράτορα απηχούσαν τις ιδέες μου. Τι τρέλα!"
   "Όχι και πολύ", είπε ο Γουλιέλμος. "Τις απόψεις αυτές του τις έδωσα εγώ και τις είχα πάρει από τη δική σου διακήρυξη της Αβινιόν και από τις σελίδες του Ολίβι".
   "Εσύ;" φώναξε, μεταξύ έκπληξης και χαράς, ο Ουμπερτίνος, "ώστε λοιπόν μου δίνεις δίκιο!"
   Ο Γουλιέλμος φάνηκε αμήχανος: "Ήταν καλές απόψεις για τον αυτοκράτορα εκείνη τη στιγμή", είπε διφορούμενα. 
   Ο Ουμπερτίνος τον κοίταξε με δυσπιστία: "Α, ώστε εσύ δεν τις πιστεύεις στ' αλήθεια, ε;"
   "Συνέχισε", είπε ο Γουλιέλμος, "πες πώς σώθηκες από εκείνα τα σκυλιά".
   "Ναι, σκυλιά, Γουλιέλμο. Λυσσασμένα σκυλιά. Βρέθηκα σε σύγκρουση με τον ίδιο τον Μποναγκράτσια, το ξέρεις;"
   "Μα αφού ο Μποναγκράτσια του Βεργάμου είναι μαζί μας!"
   "Τώρα, αφού μίλησα μαζί του για πολύ. Μόνον τότε πείστηκε και διαμαρτυρήθηκε κατά του Ad conditorem canonum (21). Και ο πάπας τον φυλάκισε για έναν χρόνο".
   "Άκουσα ότι τώρα βρίσκεται κοντά σ' έναν φίλο μου του Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου, τον Γουλιέλμο Όκκαμ".
   "Ελάχιστα τον είχα γνωρίσει. Δεν μου αρέσει. Άνθρωπος δίχως πάθος, μόνο κεφάλι δίχως καρδιά".
   "Ωραίο, όμως, κεφάλι".
   "Ίσως. Και θα τον οδηγήσει στην κόλαση".
   "Τότε θα τον ξαναδώ εκεί και θα συζητήσουμε περί Λογικής".
   "Σώπα, Γουλιέλμο", είπε ο Ουμπερτίνος χαμογελώντας με βαθιά τρυφερότητα, "είσαι καλύτερος από τους φιλοσόφους σου. Αρκεί να ήθελες..."
   "Τι πράγμα;"
   "Τότε που ειδωθήκαμε για τελευταία φορά στην Ουμβρία; Θυμάσαι; Μόλις είχα θεραπευτεί από τις ασθένειές μου χάρις στις παρακλήσεις εκείνης της θαυμάσιας γυναίκας... Της Κιάρας του Μοντεφάλκο...", μουρμούρισε με όψη αστραφτερή. "Η Κιάρα... Όταν η γυναικεία φύση, που αφ' εαυτής είναι τόσο φαύλη, εξαγνίζεται στην ιερότητα, γίνεται ο υψηλότερος φορέας χάριτος. Ξέρεις ότι η ζωή μου βασίστηκε στην απόλυτη αγνότητα, Γουλιέλμο" (τον τραβούσε από το μπράτσο σπασμωδικά), "ξέρεις με πόσο άγρια -ναι, αυτή είναι η σωστή λέξη- με πόσο άγρια δίψα μετανοίας προσπάθησα να νεκρώσω μέσα μου τα σκιρτήματα της σάρκας και να είμαι διαυγής μόνο στην αγάπη του Εσταυρωμένου... Κι όμως, τρεις γυναίκες μέσα στη ζωή μου στάθηκαν για μένα ουράνιοι αγγελιαφόροι. Η Αγγελική του Φολίνιο, η Μαργαρίτα της Πόλεως του Κάστρου (που προείπε το τέλος του βιβλίου μου, όταν εγώ δεν είχα γράψει παρά το ένα τρίτο) και, τέλος, η Κιάρα του Μοντεφάλκο. Ήτανε ουράνιο δώρο που εγώ, ακριβώς εγώ, υποχρεώθηκα να ερευνήσω τα θαύματά της και να διακηρύξω την αγιοσύνη της στα πλήθη, πριν ακόμη κινηθεί η Αγία Μητέρα Εκκλησία. Κι εσύ ήσουν εκεί, Γουλιέλμο, και μπορούσες να με βοηθήσεις σ' εκείνη την ιερή αποστολή και δεν θέλησες..."
   "Η ιερή αποστολή, για την οποία με κάλεσες, ήταν να στείλω στην πυρά τον Μπεντιβένγκα, τον Ιάκωβο και τον Τζιοβαννούτσιο", είπε σιγανά ο Γουλιέλμος.
   "Αμαύρωναν τη μνήμη της με τις φαυλότητές τους. Και εσύ ήσουν ιεροεξεταστής".
   "Και ακριβώς τότε ζήτησα να απαλλαγώ απ' αυτό το καθήκον. Η υπόθεση δεν μου άρεσε. Δεν μου άρεσε, για να είμαι ειλικρινής, ούτε ο τρόπος που πίεσες τον Μπεντιβένγκα να ομολογήσει τα λάθη του. Υποκρίθηκες ότι ήθελες να μπεις στη φατρία του, αν ήταν φατρία, έκλεψες τα μυστικά του και κατάφερες να συλληφθεί".
   "Μα έτσι ενεργούμε κατά των εχθρών του Χριστού! Ήτανε αιρετικοί, ήτανε ψευδοαπόστολοι, ζέχνανε από το θειάφι του αδελφού Ντολτσίνο!"
   "Ήτανε φίλοι της Κιάρας".
   "Όχι, Γουλιέλμο, μην αγγίζεις ούτε με μια σκιά τη μνήμη της Κιάρας!"
   "Μα, αφού ήτανε στον κύκλο της..."
   "Ήτανε Μινορίτες. Αυτοαποκαλούνταν Πνευματικοί, ενώ ήταν αδελφοί της κοινότητας! Όμως, όπως ξέρεις, στην εξέταση αποκαλύφθηκε ότι ο Μπεντιβένγκα του Γκούμπιο θεωρούσε τον εαυτό του απόστολο κι έπειτα, με τον Τζιοβαννούτσιο της Μπεβάνιας, αποπλανούσαν τις μοναχές λέγοντας ότι δεν υπάρχει κόλαση, ότι μπορούν να ικανοποιήσουν τις σαρκικές τους επιθυμίες χωρίς να προσβάλλουν τον Θεό και ότι μπορούν να λάβουν το σώμα του Χριστού (ήμαρτον, Κύριε!), αφού έχουν πλαγιάσει με μια μοναχή, ότι η Μαγδαληνή ήταν πιο αρεστή στον Κύριο παρά η παρθένος Αγνή, ότι αυτό που ο όχλος ονομάζει δαίμονα είναι ο ίδιος ο Θεός, γιατί ο δαίμονας είναι γνώση και ο Θεός είναι η γνώση εξ ορισμού! Και η ευλογημένη Κιάρα, αφού άκουσε αυτές τις συζητήσεις, είχε το όραμα όπου ο ίδιος ο Θεός τής είπε ότι ήτανε κακόβουλοι οπαδοί του Spiritus Libertatis! (22)"
   "Ήτανε Μινορίτες και το πνεύμα τους φλεγόταν από οράματα όμοια με της Κιάρας και συχνά η απόσταση μεταξύ εκστατικού οράματος και αμαρτωλής φρενίτιδας είναι ελάχιστη", είπε ο Γουλιέλμος.
   Ο Ουμπερτίνος του έσφιξε τα χέρια και τα μάτια του θαμπώσαν και πάλι από δάκρυα: "Μην το λες αυτό, Γουλιέλμο. Πώς μπορείς να συγχέεις τη στιγμή της εκστατικής αγάπης, που σου καίει τα σπλάγχνα από το άρωμα του λιβανιού, με την ταραχή των αισθήσεων που γνωρίζουν το θειάφι; Ο Μπεντιβένγκα προέτρεπε σε ψαύση των γυμνών μελών ενός σώματος, υποστήριζε ότι μόνον έτσι απελευθερωνόταν από το κράτος των αισθήσεων, homo nudus cum nuda iacebat... (23)".
   "Et non commiscebantur ad invicem... (24)".
   "Ψέματα! Αποζητούσαν την ηδονή. Όταν αισθάνονταν τη σαρκική διέγερση, δεν θεωρούσαν αμαρτία πως για να την καθησυχάσουν έπρεπε να πλαγιάσουν άντρας και γυναίκα μαζί και ο ένας να αγγίζει και να φιλεί τον άλλον παντού κι εκείνος να ενώνει τη γυμνή του κοιλιά με τη γυμνή κοιλιά εκείνης!"
   Ομολογώ ότι ο τρόπος, με τον οποίο ο Ουμπερτίνος στιγμάτιζε τη διαστροφή των άλλων, δεν με οδηγούσε σε ενάρετες σκέψεις. Ο δάσκαλός μου θα πρέπει να αντιλήφθηκε την αναστάτωσή μου και διέκοψε τον άγιο άνθρωπο.
   "Είσαι φλογερό πνεύμα, Ουμπερτίνο, τόσο στην αγάπη του Κυρίου, όσο και στο μίσος του Κακού. Αυτό που ήθελα να πω είναι ότι δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά στη φλόγα των Σεραφείμ και τη φλόγα του Εωσφόρου, γιατί γεννιούνται πάντα από μια άκρατη πυρπόληση της θέλησης".
   "Ω! Η διαφορά υπάρχει και την ξέρω!", είπε ο Ουμπερτίνος με έμπνευση. "Θέλεις να πεις ότι μεταξύ της επιθυμίας του Καλού και της επιθυμίας του Κακού η απόσταση είναι μικρή, διότι πάντοτε πρόκειται για την καθοδήγηση της ίδιας θέλησης. Αυτό είναι αλήθεια. Όμως η διαφορά υπάρχει στο αντικείμενο και το αντικείμενο είναι διαυγέστατα αναγνωρίσιμο. Από εδώ ο Θεός, από εκεί ο Διάβολος".
   "Κι εγώ φοβάμαι ότι δεν ξέρω πια να διαχωρίσω, Ουμπερτίνο. Δεν ήταν η Αγγελική σου από το Φολίνιο που μας διηγήθηκε μια μέρα ότι, συνεπαρμένη από έμπνευση, βρέθηκε στο μνήμα του Χριστού; Δεν είπε ότι στην αρχή τον φίλησε στο στήθος και τον είδε ξαπλωμένο με τα μάτια κλειστά, μετά τον φίλησε στο στόμα και αισθάνθηκε να αναδύεται από τα χείλη του μια ανείπωτη γλυκύτητα και, ύστερα από μια σύντομη παύση,  ακούμπησε την παρειά της στην παρειά του Χριστού και ο Χριστός πλησίασε το χέρι στην παρειά της και την έσφιξε επάνω του και -όπως η ίδια είπε- η αγαλλίασή της έφτασε στα ύψη;"
   "Και τι σχέση έχει αυτό με το κράτος των αισθήσεων;"ρώτησε ο Ουμπερτίνος. "Ήταν μια μυστικιστική εμπειρία, το σώμα ήταν του Κυρίου ημών".
   "Ίσως συνήθισα στην Οξφόρδη", είπε ο Γουλιέλμος, "όπου ακόμη και οι μυστικιστικές εμπειρίες ήτανε αλλιώτικες".
   "Όλες μέσα στο κεφάλι", χαμογέλασε ο Ουμπερτίνος.
   "Ή στα μάτια. Ο Θεός γίνεται αντιληπτός στο φως, στις ακτίνες του ήλιου, στις εικόνες του καθρέφτη, στη διάχυση των χρωμάτων πάνω στα μέρη της δομημένης ύλης, στις αντανακλάσεις της ημέρας πάνω στα βρεγμένα φύλλα. Δεν είναι αυτή η αγάπη πλησιέστερη στην αγάπη του Φραγκίσκου που αινεί τον Θεό στις δημιουργίες του, τα άνθη, τα φυτά, το νερό, τον αέρα; Δεν νομίζω ότι από το είδος αυτής της αγάπης μπορεί να προέλθει κάποιος πειρασμός. Αντίθετα, δεν μου αρέσει η αγάπη που μεταβιβάζει στις συνομιλίες με τον Ύψιστο τα ρίγη που προκαλούν οι επαφές της σάρκας..."
   "Βλασφημείς, Γουλιέλμο! Δεν είναι το ίδιο. Υπάρχει ένα τεράστιο άλμα, εις βάθος, που χωρίζει την έκσταση μιας καρδιάς, η οποία λατρεύει τον Εσταυρωμένο, και τη διεφθαρμένη έκσταση των ψευδοαποστόλων του Μοντεφάλκο..."
   "Δεν ήταν ψευδοαπόστολοι, ήταν αδελφοί του Πνεύματος της Ελευθερίας. Μόνος σου το είπες".
   "Και ποια διαφορά έχει; Δεν τα έμαθες όλα για εκείνη τη δίκη, εγώ ο ίδιος δεν τόλμησα να καταγράψω ορισμένες εξομολογήσεις για να μην αγγίξω ούτε για μια στιγμή με τη σκιά του δαιμόνιου την ιερή ατμόσφαιρα που δημιούργησε η Κιάρα σ' εκείνον τον χώρο. Αλλά έμαθα κάτι πράγματα, κάτι πράγματα, Γουλιέλμο! Συγκεντρώνονταν μες στη νύχτα σε ένα υπόγειο, παίρνανε ένα νεογέννητο βρέφος και το πετάγανε ο ένας στον άλλον μέχρι να πεθάνει από τα χτυπήματα... ή από άλλη αιτία... Και όποιος το κρατούσε ζωντανό για τελευταία φορά και πέθαινε στα χέρια του, γινότανε αρχηγός της φατρίας... Και το κορμί του βρέφους το τεμάχιζαν, το ανακάτευαν με αλεύρι και το έκαναν βλάσφημες όστιες!"
   "Ουμπερτίνο", είπε σταθερά ο Γουλιέλμος, "αυτά τα πράγματα τα είπαν, πριν από πολλούς αιώνες, οι Αρμένιοι επίσκοποι για τη φατρία των Παυλικιανών. Και για τους Βογομίλους (25)".
   "Και τι σημασία έχει; Το δαιμόνιο είναι σκοτεινό, ακολουθεί κάποιον ρυθμό στους πειρασμούς και τις αποπλανήσεις του, επαναλαμβάνει τις τελετουργίες του ανά διαστήματα χιλιετιών, είναι πάντα το ίδιο και ακριβώς γι' αυτό αναγνωρίζεται ως εχθρός! Σου ορκίζομαι, ανάβανε κεριά τη νύχτα του Πάσχα και έφερναν στο υπόγειο κορασίδες. Έπειτα, σβήνανε τα κεριά και ρίχνονταν επάνω τους, ακόμη κι αν δεσμοί αίματος τους συνέδεαν μαζί τους... Κι αν από τις περιπτύξεις αυτές γεννιόταν ένα παιδί, η τελετουργία της κολάσεως ξανάρχιζε, όλοι γύρω από ένα δοχείο γεμάτο κρασί, που ονομάζανε "βαρελάκι", να μεθοκοπούν και να κατατεμαχίζουν το παιδί, να χύνουν το αίμα του σε μια κούπα και να ρίχνουν ζωντανά παιδιά στη φωτιά, να ανακατεύουν τις στάχτες των παιδιών με το αίμα του και να το πίνουν!"
   "Μα αυτά τα έγραφε ο Μιχαήλ Ψελλός στο βιβλίο του για τις πράξεις των δαιμόνων, πριν από τριακόσια χρόνια! Ποιος σου διηγήθηκε τέτοια πράγματα;"
   "Οι ίδιοι, ο Μπεντιβένγκα και οι άλλοι, και μέσα στα βασανιστήρια!"
   "Ένα μονάχα διεγείρει τα ζώα περισσότερο από την ηδονή: ο πόνος. Με τα βασανιστήρια ζεις όπως υπό το κράτος των βοτάνων που χαρίζουν οράματα. Όλα όσα έχεις ακούσει να διηγούνται, όλα όσα έχεις διαβάσει, γυρίζουν στο μυαλό σου, σαν να 'χεις πέσει σε έκσταση, όχι προς τον ουρανό, μα προς την κόλαση. Μέσα στα βασανιστήρια, δεν λες μόνον αυτό που θέλει ο εξεταστής, αλλά και αυτό που νομίζεις ότι θα τον ευχαριστήσει, γιατί αναπτύσσεται ένας δεσμός (διαβολικός, πράγματι) ανάμεσα σε σένα κι εκείνον... Αυτά τα ξέρω, Ουμπερτίνο, έλαβα κι εγώ μέρος στις ομάδες των ανθρώπων που πιστεύουν ότι φανερώνουν την αλήθεια με το πυρακτωμένο σίδερο. Κι όμως, μάθε ότι η πυράκτωση της αλήθειας είναι από άλλη φλόγα. Μες στα βασανιστήρια, ο Μπεντιβένγκα μπορεί να είπε τα πιο παράλογα ψέματα, διότι δεν μιλούσε πια αυτός, μα η λαγνεία του, οι δαίμονες της ψυχής του".
   "Η λαγνεία του;"
   "Ναι, υπάρχει η λαγνεία του πόνου, όπως υπάρχει η λαγνεία της λατρείας και, τέλος, η λαγνεία της ταπεινοφροσύνης. Αν οι εξεγερθέντες άγγελοι χρειάστηκαν τόσο λίγο για να μετατρέψουν τη φλόγα της λατρείας και της ταπεινοφροσύνης σε φλόγα αλαζονείας και στάσης, τι να πούμε για τα ανθρώπινα όντα; Ορίστε, τώρα το ξέρεις, αυτή η σκέψη με διακατείχε όσο έκανα τις ανακρίσεις μου. Και γι' αυτό εγκατέλειψα αυτή την ασχολία μου. Μου έλειπε το θάρρος να ερευνώ τις αδυναμίες των κακών, γιατί ανακάλυψα ότι είναι οι ίδιες οι αδυναμίες των αγίων".
   Ο Ουμπερτίνος είχε ακούσει τα τελευταία λόγια του Γουλιέλμου σαν να μην είχε καταλάβει αυτό που του έλεγε. Από την έκφραση του προσώπου του, που ολοένα διαπνεόταν από τρυφερή συμπόνια, κατάλαβα ότι θεωρούσε τον Γουλιέλμο θύμα ένοχων αισθημάτων, τα οποία συγχωρούσε γιατί τον αγαπούσε πολύ. Τον διέκοψε και είπε με αρκετή πικρία: "Δεν πειράζει. Αν έτσι ένιωθες, καλά έκανες και σταμάτησες. Χρειάζεται να καταπολεμήσουμε τους πειρασμούς. Όμως, μου έλειψε η υποστήριξή σου και θα μπορούσαμε να κατατροπώσουμε εκείνη την άθλια συμμορία. Ενώ ξέρεις τι συνέβη; Εγώ ο ίδιος κατηγορήθηκα ότι φάνηκα πολύ επιεικής μαζί τους και ήμουν ύποπτος αιρέσεως. Κι εσύ φάνηκες αδύναμος στην καταπολέμηση του κακού. Το κακό, Γουλιέλμο: δεν θα πάψει ποτέ αυτή η καταδίκη, αυτή η σκιά, αυτός ο βούρκος που μας εμποδίζει να φτάσουμε στην πηγή;" Πλησίασε ακόμη περισσότερο τον Γουλιέλμο, σαν να φοβόταν ότι κάποιος θα τον άκουγε: "Ακόμα και εδώ, ακόμα και σ' αυτά τα τείχη τα αφιερωμένα στην προσευχή, το ξέρεις;"
   "Το ξέρω, μου μίλησε ο Ηγούμενος, μου ζήτησε μάλιστα να τον βοηθήσω να το εξιχνιάσει".
   "Τότε, λοιπόν, παραφύλαξε, σκάψε, κοίταζε με μάτι λυγγός σε δύο κατευθύνσεις: τη λαγνεία και την αλαζονεία..."
   "Τη λαγνεία;"
   "Ναι, τη λαγνεία. Υπήρχε κάτι... κάτι θηλυκό και διαβολικό στον νεαρό που πέθανε. Είχε τα μάτια κόρης που επιζητά σχέσεις με τον δαίμονα του ύπνου (26). Όμως, σου μίλησα και για αλαζονεία, την αλαζονεία του πνεύματος, σ' αυτή τη μονή που είναι αφιερωμένη στην υπερηφάνεια του λόγου, στην ψευδαίσθηση της γνώσης..."
   "Αν ξέρεις κάτι, βοήθησέ με".
   "Δεν ξέρω τίποτα. Δεν υπάρχει τίποτα που να γνωρίζω. Μα, ορισμένα πράγματα τα νιώθει η καρδιά. Άσε να μιλήσει η καρδιά σου, ρώτησε τα πρόσωπα, μην ακούς τις γλώσσες... Μα, έλα, γιατί να μιλάμε γι' αυτά τα θλιβερά πράγματα και να φοβίζουμε τον νεαρό μας φίλο;" Με κοίταξε με τα γαλάζια του μάτια, χαϊδεύοντας το μάγουλό μου με τα μακριά, λευκά του δάχτυλα και ένιωσα την παρόρμηση να αποτραβηχτώ. Συγκρατήθηκα και έκανα καλά, γιατί θα τον είχα προσβάλει, ενώ η πρόθεσή του ήταν αγνή. "Πες μου καλύτερα για σένα", είπε γυρίζοντας και πάλι στον Γουλιέλμο. "Τι έκανες από τότε; Πέρασαν..."
   "Δεκαοχτώ χρόνια. Επέστρεψα στην πατρίδα μου. Σπούδασα και πάλι στην Οξφόρδη. Μελέτησα τη Φύση".
   "Η Φύση είναι αγαθή διότι είναι κόρη του Θεού", είπε ο Ουμπερτίνος.
   "Και ο Θεός πρέπει να είναι αγαθός, αφού δημιούργησε τη Φύση", χαμογέλασε ο Γουλιέλμος. "Σπούδασα, βρήκα φίλους πολύ σοφούς. Αργότερα, γνώρισα τον Μαρσίλιο, γοητεύτηκα από τις απόψεις του για την αυτοκρατορία, τον λαό, για έναν νέο νόμο των επίγειων βασιλείων και έτσι κατέληξα σ' εκείνη την ομάδα των αδελφών μας, που συμβουλεύει τον αυτοκράτορα. Όμως, αυτά τα γνωρίζεις, σου είχα γράψει. Ένιωσα μεγάλη χαρά όταν μου είπανε στο Μπόμπιο ότι είσαι εδώ. Πιστεύαμε ότι είχες χαθεί. Τώρα, όμως, που είσαι μαζί μας, θα μας βοηθήσεις πολύ, όταν έρθει και ο Μιχαήλ σε λίγες μέρες. Θα είναι μια σκληρή σύγκρουση".
   "Δεν έχω να πω περισσότερα απ' όσα είπα στην Αβινιόν, πριν από πέντε χρόνια. Ποιος θα έρθει με τον Μιχαήλ;"
   "Κάποιοι που βρίσκονταν στη Σύνοδο της Περουγίας, ο Αρνάλδος της Ακουιτανίας, ο Ούγος του Νιούκαστλ..."
   "Ποιος;" ρώτησε ο Ουμπερτίνος.
   "Ο Ούγος της Νεοκαστέλλας, με συγχωρείς, μεταχειρίζομαι τη γλώσσα μου, ακόμα κι όταν μιλώ τα ωραία λατινικά. Έπειτα ο Γουλιέλμος Άλνβικ. Και από την πλευρά των Φραγκισκανών της Αβινιόν, μπορούμε να υπολογίζουμε στον Γυρόλαμο, τον ανόητο της Κάφφας, και ίσως έρθουν ο Βερεγγάριος Ταλλόνι και ο Μποναγκράτσια του Βεργάμου".
   "Ας ελπίσουμε στον Θεό", είπε ο Ουμπερτίνος, "ότι αυτοί οι δύο δεν θα θελήσουν να εχθρευτούν πολύ τον πάπα.  Και ποιος θα είναι αυτός που θα υποστηρίξει τις θέσεις του Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου, από τους σκληροτράχηλους, εννοώ".
   "Από τις επιστολές που έλαβα, υποθέτω ότι θα είναι ο Λορέντζος Ντεκοαλκόνε..."
   "Κακός άνθρωπος".
   "Ο Ζαν ντ' Ανώ..."
   "Είναι επιδέξιος στη Θεολογία, πρόσεξέ τον".
   "Θα τον προσέξουμε. Και τέλος ο Ζαν ντε Μπων".
   "Θα τσακωθούν με τον Βερεγγάριο Ταλλόνι".
   "Ναι, πιστεύω ότι θα διασκεδάσουμε", είπε ο δάσκαλός μου εύθυμα. Ο Ουμπερτίνος τον κοίταξε μ' ένα αβέβαιο χαμόγελο.
   "Ποτέ δεν καταλαβαίνω αν εσείς οι Άγγλοι μιλάτε σοβαρά. Δεν υπάρχει τίποτα διασκεδαστικό σε μια τόσο σοβαρή υπόθεση. Πρόκειται για την επιβίωση του Τάγματος, που είναι δικό σου και που, στα βάθη της καρδιάς, είναι και δικό μου. Όμως, θα εξορκίσω τον Μιχαήλ να μην πάει στην Αβινιόν. Ο Ιωάννης τον θέλει, τον ζητά, τον καλεί με μεγάλη επιμονή. Μην έχετε εμπιστοσύνη σ' αυτόν τον γερο-Γάλλο. Ω! Κύριε, σε ποια χέρια έπεσε η Εκκλησία σου!" Έστρεψε το κεφάλι προς την Αγία Τράπεζα. "Μεταμορφωμένη σε πόρνη, μαλθακή μέσα στην πολυτέλεια, κυλιέται στη λαγνεία σαν φίδι σε οίστρο! Από τη γυμνή αγνότητα του στάβλου της Βηθλεέμ, ξύλο όπως ξύλο ήταν το lignum viatae (27) του σταυρού, στη βακχεία του χρυσού και της πέτρας. Κοίτα! Ως κι εδώ, είδες την είσοδο. Δεν υπολείπεται σε υπερηφάνεια εικόνων. Οι ημέρες του Αντίχριστου πλησιάζουν κι εγώ φοβάμαι, Γουλιέλμο!" Κοίταξε γύρω του καρφώνοντας τα ορθάνοιχτά του μάτια στα σκοτεινά κλίτη, σαν να ήταν δυνατόν να εμφανιστεί ο Αντίχριστος από τη μια στιγμή στην άλλη, κι εγώ περίμενα να τον αντικρίσω στ' αλήθεια. "Οι τοποτηρητές του βρίσκονται ήδη εδώ, απεσταλμένοι του όπως ο Χριστός έστειλε του Αποστόλους στον κόσμο! Ποδοπατούν την Πόλη του Θεού, εκμαυλίζουν με την απάτη, την υποκρισία και τη βία. Ο Θεός θα πρέπει να στείλει τώρα τους υπηρέτες του, τον Ηλία και τον Ενώχ, που τους κρατά ζωντανούς στον γήινο παράδεισο, για να προξενήσουν σύγχυση κάποτε στον Αντίχριστο, και θα έρθουν να προφητεύσουν, ντυμένοι με σάκους, και θα κηρύξουν τη μετάνοια με τον παραδειγματισμό και τον λόγο..."
   "Έχουν ήδη έρθει, Ουμπερτίνο", είπε ο Γουλιέλμος, δείχνοντας το φραγκισκανικό του ένδυμα. 
   "Μα δεν νίκησαν ακόμα, είναι η στιγμή που ο Αντίχριστος, γεμάτος οργή, θα διατάξει να σκοτωθούν ο Ενώχ και ο Ηλίας και τα σώματά τους να μπορούν να τα δουν όλοι ώστε να φοβούνται να τους μιμηθούν. Έτσι, όπως θέλησαν να σκοτώσουν κι εμένα..."
   Εκείνη τη στιγμή, σκεπτόμουν τρομοκρατημένος ότι ο Ουμπερτίνος είχε καταληφθεί από κάποια θεϊκή μανία και φοβήθηκα για τη λογική του. Τώρα, με το πέρασμα του χρόνου και γνωρίζοντας όσα γνωρίζω, ότι δηλαδή, έναν χρόνο αργότερα, δολοφονήθηκε μυστηριωδώς σε κάποια γερμανική πόλη και ποτέ δεν μαθεύτηκε από ποιον, είμαι ακόμα πιο τρομοκρατημένος, καθώς, εκείνη τη βραδιά, ο Ουμπερτίνος προφανώς προφήτευε.
   "Το ξέρεις, ο ηγούμενος Ιωακείμ είχε πει την αλήθεια. Φτάσαμε στην έκτη εποχή της ανθρώπινης ιστορίας, όπου θα εμφανιστούν δύο Αντίχριστοι, ο μυστικός Αντίχριστος κι ο Αντίχριστος ο ίδιος. Αυτό συμβαίνει τώρα στην έκτη εποχή, αφού πρώτα εμφανίστηκε ο Φραγκίσκος και δέχτηκε στην ίδια του τη σάρκα τις πέντε πληγές του Εσταυρωμένου. Ο Βονιφάτιος υπήρξε ο μυστικός Αντίχριστος και η παραίτηση του Καιλεστίνου δεν ήταν έγκυρη. Ο Βονιφάτιος ήταν το κτήνος που ήρθε από τη θάλασσα και τα επτά κεφάλια του αντιπροσωπεύουν τις ύβρεις των θανασίμων αμαρτημάτων και τα δέκα του κέρατα τις ύβρεις στις Εντολές και οι καρδινάλιοι που τον περιστοιχίζουν ήτανε οι ακρίδες και το σώμα τους είναι ο Απολλύων (28)! Μα ο αριθμός του κτήνους, εάν το όνομά του διαβαστεί γραμμένο με ελληνικά γράμματα, είναι Benedicti! ". Με κοίταξε για να δει αν κατάλαβα και σήκωσε το δάχτυλο προειδοποιητικά. "Ο Βενέδικτος ο ΙΑ' ήταν ο ίδιος ο Αντίχριστος, το κτήνος που βγαίνει από τη γη! Ο Θεός επέτρεψε σ' ένα τέτοιο διεφθαρμένο και άνομο τέρας να κυβερνήσει την Εκκλησία του ώστε να λάμψει από δόξα η αρετή του διαδόχου του!"
   "Μα, άγιε πατέρα", αντέτεινα ψελλίζοντας με όσο θάρρος είχα, "ο διάδοχός του είναι ο Ιωάννης!"
   Ο Ουμπερτίνος ακούμπησε το χέρι στο μέτωπό του, σαν να 'θελε να σβήσει ένα δυσάρεστο όνειρο. Ανέπνεε με κόπο, ήτανε κουρασμένος. "Μάλιστα, οι υπολογισμοί ήτανε λάθος. Ακόμα περιμένουμε τον αγγελικό πάπα... Όμως, εν τω μεταξύ, εμφανίστηκαν ο Φραγκίσκος κι ο Δομίνικος". Σήκωσε τα μάτια στον ουρανό κι είπε σαν προσευχή (μα ήμουν σίγουρος ότι απήγγειλε κάποια σελίδα του βιβλίου του για το δέντρο της ζωής): "Quorum primus seraphico calcuto purgatus et ardore celico inflammatus totum incendere videbatur. Secundus vero verbo predicationis fecundus super mundi tenebras clarius radiavit... (29) Ναι, αν αυτές ήταν οι υποσχέσεις, ο αγγελικός πάπας πρέπει να φανεί".
   "Αμήν, Ουμπερτίνο", είπε ο Γουλιέλμος. "Στο μεταξύ, εγώ βρίσκομαι εδώ για να εμποδίσω την εκδίωξη του ανθρώπου αυτοκράτορα. Για τον αγγελικό σου πάπα, μιλούσε και ο αδελφός Ντολτσίνο..."
   "Μην προφέρεις το όνομα αυτού του ερπετού!", κραύγασε ο Ουμπερτίνος και, για πρώτη φορά, είδα τη λύπη του να μεταμορφώνεται σε οργή. "Αυτός ρύπανε τον λόγο του Ιωακείμ της Καλαβρίας και τον έκανε φορέα θανάτου και βρωμιάς! Ήταν αγγελιαφόρος του Αντίχριστου, αν ζήσανε ποτέ τέτοιοι! Όμως, Γουλιέλμο, μιλάς έτσι γιατί στην πραγματικότητα δεν πιστεύεις στην έλευση του Αντιχρίστου και οι δάσκαλοί σου στην Οξφόρδη σε δίδαξαν την ειδωλολατρεία της λογικής και στέρεψαν την καρδιά σου από προφητικές ικανότητες!"
   "Κάνεις λάθος, Ουμπερτίνο", απάντησε πολύ σοβαρά ο Γουλιέλμος. "Ξέρεις ότι, περισσότερο απ' όλους τους δασκάλους μου, τιμώ τον Ρογήρο Βάκωνα..."
   "Που πραραληρούσε για ιπτάμενες μηχανές", μουρμούρισε με πίκρα ο Ουμπερτίνος.
   "Που μίλησε με σαφήνεια και διαύγεια για τον Αντίχριστο, που προειδοποίησε για τα σημεία του μέσα στη διαφθορά του κόσμου και την αποδυνάμωση της γνώσης. Όμως, δίδαξε ότι ένας μόνον τρόπος υπάρχει ώστε να προετοιμαστούμε για την έλευσή του: να μελετήσουμε τα μυστικά της Φύσης, να χρησιμοποιήσουμε τη γνώση για να βελτιώσουμε το ανθρώπινο γένος. Μπορείς να προετοιμαστείς για τη μάχη με τον Αντίχριστο, μελετώντας τις θεραπευτικές ιδιότητες των βοτάνων, τη φύση των πετρωμάτων και, τέλος, σχεδιάζοντας τις ιπτάμενες μηχανές, για τις οποίες γελάς.
   "Ο Αντίχριστος του Βάκωνός σου ήτανε πρόφαση για την καλλιέργεια της αλαζονείας της λογικής".
   "Ιερή πρόφαση".
   "Καμία πρόφαση δεν μπορεί να είναι ιερή. Γουλιέλμο, ξέρεις ότι σε αγαπώ. Ξέρεις πόση εμπιστοσύνη σου έχω. Ταπείνωσε την εξυπνάδα σου, μάθε να κλαις πάνω στις πληγές του Κυρίου, πέταξε τα βιβλία σου".
   "Θα κρατήσω μόνο το δικό σου", χαμογέλασε ο Γουλιέλμος. Και ο Ουμπερτίνος χαμογέλασε και τον απείλησε με το δάχτυλο: "Ανόητε Άγγλε! Μην περιπαίζεις τόσο τους ομοίους σου. Εκείνους, μάλιστα, που δεν μπορείς να αγαπήσεις, να τους φοβάσαι. Και φυλάξου από τη μονή. Αυτός ο τόπος δεν μου αρέσει".
   "Γι' αυτό ακριβώς θέλω να τον γνωρίσω καλύτερα", είπε ο Γουλιέλμος, έτοιμος να φύγει. "Πάμε, Άντσο".
   "Εγώ σου λέω ότι δεν είναι καλός και συ μου λες ότι θέλεις να τον γνωρίσεις καλύτερα. Αχ!", είπε ο Ουμπερτίνος κουνώντας το κεφάλι.
   "Μια που το 'φερε ο λόγος", είπε πάλι ο Γουλιέλμος, ήδη στη μέση του κλίτους, "ποιος είναι ο μοναχός που μοιάζει με ζώο και μιλά τη γλώσσα της Βαβέλ;"
   "Ο Σαλβατόρε;" γύρισε ο Ουμπερτίνος, που ήδη είχε γονατίσει. "Νομίζω ότι εγώ τον χάρισα στη μονή... Μαζί με τον αποθηκάριο. Όταν άφησα το φραγκισκανικό σχήμα, επέστρεψα για λίγο στο παλιό μου μοναστήρι στην Καζάλε κι εκεί βρήκα κι άλλους αδελφούς να αγωνιούν, επειδή η κοινότητα τους κατηγορούσε ως Πνευματικούς της φατρίας μου... όπως έλεγαν. Αγωνίστηκα γι' αυτούς και κατόρθωσα να τους επιτραπεί ν' ακολουθήσουν το παράδειγμά μου. Δύο απ' αυτούς, τον Σαλβατόρε και τον Ρεμίγιο, τους βρήκα εδώ, όταν ήρθα πέρυσι. Ο Σαλβατόρε... Αλήθεια, μοιάζει με ζώο. Μα είναι εξυπηρετικός".
   Ο Γουλιέλμος δίστασε για μια στιγμή. "Τον άκουσα να λέει "penitenziagite"".
   Ο Ουμπερτίνος σώπασε. Κίνησε το χέρι του σαν να ήθελε να διώξει κάποια δυσάρεστη σκέψη. "Όχι, δεν νομίζω. Ξέρεις πως είναι οι λαϊκοί αδελφοί. Χωρικοί που ίσως άκουσαν κάποιον πλανόδιο ιεροκήρυκα και δεν ξέρουν τι λένε. Στον Σαλβατόρε προσάπτω κάτι άλλο, είναι ένα ζώο λαίμαργο και ακόλαστο. Όμως τίποτα, τίποτα κατά της ορθής πίστης. Όχι, άλλο είναι το κακό της μονής, ψάξε το σ' όσους ξέρουν πολλά, όχι σ' αυτούς που δεν ξέρουν τίποτα. Μη χτίζεις κάστρα υποψίας πάνω σε μια λέξη".
   "Δεν θα το έκανα ποτέ", απάντησε ο Γουλιέλμος. "Σταμάτησα να είμαι ιεροεξεταστής ακριβώς γι' αυτό τον λόγο. Όμως, μ' αρέσει ν' ακούω και τις λέξεις και να τις συλλογίζομαι αργότερα".
   "Σκέπτεσαι υπερβολικά. Παιδί μου", είπε γυρίζοντας σε μένα, "μην παίρνεις τόσο κακά παραδείγματα από τον δάσκαλό σου. Το μόνο που πρέπει να σκέπτεται κανείς και το αντιλαμβάνομαι, καθώς πλησιάζω στο τέλος της ζωής μου, είναι ο θάνατος. Mors est quies viatoris -finis est omnis laboris (30). Αφήστε με τώρα να προσευχηθώ".

Έκο Ουμπέρτο, Το όνομα του ρόδου, (Μετφ. Έφη Καλλιφατίδη), εκδ. "ΓΝΩΣΗ", Αθήνα, 1989


Σημειώσεις:
(1) Όλη η δημιουργία του κόσμου / σαν βιβλίο και εικόνα / μπροστά μας καθρεφτίζεται.
(2) "να έχει μικρό κεφάλι, να είναι λιγνό -το δέρμα του σχεδόν κολλημένο στο σκελετό του- να έχει αυτιά μικρά και ευκίνητα, μάτια μεγάλα, ανοιχτά ρουθούνια, αυχένα ανορθωμένο, πυκνή χαίτη και ουρά, μια στρογγυλάδα γεμάτη στερεότητα στα νύχια του".
(3) σαν έλλογη ρήση.
(4) Οι περίφημοι "πέντε δρόμοι" του Θωμά του Ακινάτη, όπου αποδεικνύεται η ύπαρξη του Θεού με αιτιακές αλυσίδες.
(5) Θα είσαι ιερεύς εις τον αιώνα.
(6) ενώπιον των μοναχών.
(7) Μοναστήρι δίχως βιβλία είναι σαν μία πόλη χωρίς πλούτο, φρούριο χωρίς στρατιώτες, μαγειρείο χωρίς σκεύη, τραπέζι χωρίς φαγητό, κήπος χωρίς χλόη, λειμώνας χωρίς άνθη, δέντρο χωρίς φύλλα...
(8) Ο κόσμος φθίνει.
(9) η ζωγραφική είναι η λογοτεχνία των απλών ανθρώπων. 
(10) αξιωματικά.
(11) διάσπαρτα μέλη.
(12) αν επιτρέπεται να συγκρίνουμε τα μικρά με τα μεγάλα.
(13) Μινορίτες: Οι "ελάσσονες αδελφοί"του Φραγκίσκου της Ασίζης (Σ.τ.μ.).
(14) Δένδρον ζωής εσταυρωμένης.
(15) Μοναχός που ανήκει στο Τάγμα των Λευκών Μοναχών, γνωστών και ως Βερναρδίνων, που ιδρύθηκε στο Κιστέρσιο (Citeaux) το 1098 από τον ηγούμενο Ροβέρτο (Σ.τ.μ.).
(16) Αδελφοί και πένητες ερημίτες του άρχοντος Καιλεστίνου.
(17) Διάταγμα προνοίας.
(18) Το Εκκλησιαστικό Δικαστήριο (Σ.τ.μ.)
(19) Εξήλθον του Παραδείσου.
(20) διατρέχει τον κόσμο περιπλανώμενος.
(21) Προς τον συντάξαντα τους κανόνας.
(22) του Πνεύματος της Ελευθερίας.
(23) καθώς γυμνός άντρας πλάγιαζε με γυμνή.
(24) Και δεν συνουσιάζονταν αμοιβαία.
(25) Παυλικιανοί: Αίρεση που εμφανίζεται τον 7ο αιώνα στην Αρμενία. Τιμούσαν ιδιαίτερα τον Απόστολο Παύλο. Δέχονταν δύο θεούς (αγαθό και κακό) και δημιουργούς του ορατού και αοράτου κόσμου.
            Βογόμιλοι: Συνέχεια της αίρεσης των Παυλικιανών στη Βουλγαρία και Μακεδονία. Απορρίπτουν κάθε τελετουργία και αποτελούν έκφραση κατά της καθεστηκυίας τάξης, εξαπλώνονται με διάφορες ονομασίες στο Βυζάντιο, τη Σερβία, την Ιταλία και τη Νότιο Γαλλία. (Σ.τ.μ.).
(26) Δαίμονας που υποτίθεται ότι συνουσιάζεται με κοιμισμένες κόρες (Σ.τ.μ.).
(27) το ξύλο της ζωής.
(28) Απολλύων: Χαλασμός. Το όνομα του αγγέλου της Αβύσσου (Σ.τ.μ.).
(29) "Eξ αυτών, ο πρώτος εξαγνισθείς υπό των λίθων των Σεραφείμ και πυρποληθείς υπό ουρανίου φλογός, εθεάθη ολοσχερώς φλεγόμενος. Ο δε δεύτερος, πληρωθείς των μηνυμάτων του αληθούς λόγου, υπέρ τα σκότη του κόσμου ηκτινοβόλει λαμπρώς".
(30) Ο θάνατος είναι η ανάπαυση του οδοιπόρου είναι το τέλος κάθε μόχθου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: