Ποίηση

Ποίηση

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016

[ O MAΘΗΤΕΥΟΜΕΝΟΣ ]

   Μια μέρα ένα ψηλό δεκαεφτάχρονο παιδί, με μάγουλα κόκκινα σαν το λειρί του γερο-κόκορα, ήρθε να χτυπήσει την πόρτα τους και ρώτησε τη Μαντλέν αν μπορούσε να παρακαλέσει τον κύριο ντε Σαιντ-Κολόμπ να τον διδάξει βιόλα και σύνθεση. Η Μαντλέν τον βρήκε πολύ όμορφο και τον κάλεσε να περάσει στο σαλόνι. Ο νεαρός, με την περούκα στο χέρι, ακούμπησε στο τραπέζι ένα γράμμα διπλωμένο στα δύο και σφραγισμένο με πράσινο κερί. Η Τουανέτ ξαναγύρισε με τον Σαιντ-Κολόμπ, που κάθισε σιωπηλά στην άλλη άκρη του τραπεζιού, δεν άνοιξε το γράμμα κι έκανε νόημα ότι άκουγε. Η Μαντλέν, ενώ το αγόρι μιλούσε, έβαλε πάνω στο μεγάλο τραπέζι, που ήταν σκεπασμένο μ' ένα γαλάζιο ύφασμα, ένα μπουκάλι κρασί τυλιγμένο με ψάθα κι ένα πιάτο από φαγιέντσα με γλυκά.
   Λεγόταν κύριος Μαρέν Μαραί (1). Ήταν φουσκομάγουλος. Είχε γεννηθεί στις 31 Μαΐου 1656 και, επειδή είχε ωραία φωνή, σε ηλικία έξι ετών τον είχαν πάρει στη βασιλική χορωδία της εκκλησίας που βρίσκεται απέναντι απ' την είσοδο των ανακτόρων του Λούβρου. Επί εννέα χρόνια φορούσε λευκό στιχάριο, κόκκινο ράσο, τετράγωνο μαύρο σκουφί. Κοιμόταν στον κοιτώνα του μοναστηριού και μάθαινε όχι μόνο γράμματα αλλά και να σημειώνει τις νότες, να τις διαβάζει και να παίζει βιόλα στο λίγο χρόνο που του έμενε διαθέσιμος -τα παιδιά της χορωδίας έτρεχαν συνέχεια στις ακολουθίες του όρθρου, στις παρακλήσεις στα ανάκτορα, στις επίσημες λειτουργίες και στους εσπερινούς.
   Έπειτα, όταν η φωνή του ράγισε, τον πέταξαν στο δρόμο, όπως προέβλεπε το συμβόλαιό του. Ακόμα ντρεπόταν. Δεν ήξερε πού να σταθεί, είχε βγάλει τρίχες στα πόδια και στα μάγουλα, η φωνή του θύμιζε την κραυγή του ελέφαντα. Μίλησε για τη μέρα αυτή της ταπείνωσής του, η ημερομηνία της οποίας είχε μείνει χαραγμένη στη μνήμη του: 27 Σεπτεμβρίου 1672. Για τελευταία φορά τεντώθηκε κάτω απ' την είσοδο της εκκλησίας κι έσπρωξε με τον ώμο του τη μεγάλη πύλη από επιχρυσωμένο ξύλο. Διασχίζοντας τον κήπο του μοναστηριού του Σαιν-Ζερμαίν-λ' Ωξερουά, είδε δαμάσκηνα πεσμένα στο χορτάρι.
   Βάλθηκε να τρέχει στο δρόμο, πέρασε το Φορ-λ' Εβέκ, κατηφόρισε την απότομη πλαγιά που οδηγούσε στην όχθη του ποταμού κι έμεινε ακίνητος. Ένα απέραντο και πλούσιο φως τέλους καλοκαιριού, ανάκατο με μια κοκκινωπή ομίχλη, σκέπαζε τον Σηκουάνα. Κλαίγοντας με λυγμούς, ακολούθησε την όχθη, για να γυρίσει στο σπίτι του πατέρα του. Έδινε κλοτσιές ή έσπρωχνε τα γουρούνια, τις χήνες, τα παιδιά που έπαιζαν στο χορτάρι και στη λάσπη της όχθης. Οι άντρες γυμνοί και οι γυναίκες με τα εσώρουχά τους πλένονταν στο ποτάμι, βυθισμένοι στο νερό ως τις γάμπες.
   Το νερό που κυλούσε ανάμεσα στις όχθες ήταν μια πληγή που αιμορραγούσε. Η πληγή στο λάρυγγά του τού φαινόταν τόσο αγιάτρευτη, όσο και η ομορφιά του ποταμού. Η γέφυρα, οι πύργοι, η παλιά πόλη, τα παιδικά του χρόνια, το Λούβρο, οι απολαύσεις της φωνής στο παρεκκλήσι, τα παιχνίδια στον κηπάκο του μοναστηριού, το λευκό του στιχάριο, το παρελθόν του, τα μαβιά δαμάσκηνα υποχωρούσαν για πάντα, παρασυρμένα απ' το κόκκινο νερό. Ο σύντροφός του στον κοιτώνα, ο Ντελαλάντ (2), διατηρούσε ακόμα τη φωνή του και τον είχαν κρατήσει. Η καρδιά του ξεχείλιζε από νοσταλγία. Ένιωθε μόνος σαν ζώο που βελάζει, ενώ το χοντρό και τριχωτό του πέος κρεμόταν ανάμεσα στα πόδια του.
   Με την περούκα στο χέρι, ντράπηκε ξαφνικά για όσα είχε μόλις πει. Ο κύριος ντε Σαιντ-Κολόμπ εξακολουθούσε να κάθεται ακίνητος, με ανεξιχνίαστη έκφραση. Η Μαντλέν πρόσφερε στον έφηβο ένα γλυκό, μ' ένα χαμόγελο που τον ενθάρρυνε να μιλήσει. Η Τουανέτ είχε καθίσει στο σεντούκι, πίσω απ' τον πατέρα της, με τα γόνατα ανασηκωμένα ως το σαγόνι. Το παιδί συνέχισε.
   Όταν έφτασε στο τσαγκάρικο του πατέρα του, δεν μπόρεσε να κρατήσει άλλο τους λυγμούς του. Ανέβηκε βιαστικά και κλείστηκε στο δωμάτιο όπου το βράδυ άπλωναν τα στρώματα, πάνω απ' το εργαστήρι. Ο πατέρας του, με το αμόνι ή με το σιδερένιο καλαπόδι στο μηρό του, δεν σταματούσε να χτυπάει και να τρίβει το δέρμα ενός παπουτσιού ή μιας μπότας. Αυτές οι σφυριές τον έκαναν να τινάζεται και του προκαλούσαν απέχθεια. Μισούσε τη μυρωδιά ούρων που έβγαινε απ' τα δέρματα και τη μυρωδιά του κουβά με το νερό κάτω απ' τον πάγκο, όπου ο πατέρας του έβαζε τις σόλες να μουσκέψουν. Το κλουβί με τα καναρίνια και τα κελαηδήματά τους, το σκαμνί με τα λουριά που έτριζε, οι φωνές του πατέρα του -όλα τού ήταν αφόρητα. Σιχαινόταν τα κουτά ή αισχρά τραγούδια που σιγοτραγουδούσε ο πατέρας του, σιχαινόταν τη φλυαρία του, ακόμα και την καλοσύνη του, τα γέλια ή τ' αστεία με τα οποία υποδεχόταν τους πελάτες. Το μόνο που είχε βρει υποφερτό ο έφηβος τη μέρα της επιστροφής του ήταν το αδύναμο φως απ' το πολύφωτο με τα κεριά, που κρεμόταν πολύ χαμηλά, ακριβώς πάνω απ' τον πάγκο κι απ' τα ροζιασμένα χέρια που άρπαζαν το σφυρί ή κρατούσαν το σουβλί. Αυτό το φως έκανε τα καφετιά, κόκκινα, γκρίζα και πράσινα δέρματα, που ήταν τοποθετημένα πάνω στα ράφια ή κρεμασμένα από μικρά χρωματιστά κορδόνια, να φαίνονται πιο κιτρινωπά και πιο ξεθωριασμένα. Τότε ήταν που αποφάσισε ότι θα εγκατέλειπε για πάντα την οικογένειά του, ότι θα γινόταν μουσικός, ότι θα εκδικούνταν τη φωνή που τον είχε εγκαταλείψει, ότι θα γινόταν διάσημος παίκτης της βιόλας.
   Ο κύριος ντε Σαιντ-Κολόμπ σήκωσε τους ώμους.
   Ο κύριος Μαραί, πασπατεύοντας την περούκα που κρατούσε στα χέρια του, εξήγησε ότι, βγαίνοντας από την εκκλησία Σαιν-Ζερμαίν-λ' Ωξερουά, είχε πάει στο σπίτι του κυρίου Καινιέ, που τον είχε κρατήσει σχεδόν ένα χρόνο κι έπειτα τον είχε στείλει στον κύριο Μωγκάρ, το γιο του παίκτη βιόλας που ήταν παλιότερα στην υπηρεσία του κυρίου ντε Ρισελιέ. Όταν τον δέχτηκε, ο κύριος Μωγκάρ τον ρώτησε αν είχε ακούσει να μιλάνε για τη φήμη του κυρίου ντε Σαιντ-Κολόμπ και για την έβδομη χορδή του. Είχε επινοήσει ένα ξύλινο όργανο που κάλυπτε όλες τις δυνατότητες της ανθρώπινης φωνής: της παιδικής και της γυναικείας, της ραγισμένης ανδρικής και της φωνής που είχε βαρύνει. Επί έξι μήνες ο κύριος Μωγκάρ τον έβαζε να μελετάει. Κι έπειτα τον πρόσταξε να πάει να βρει τον κύριο ντε Σαιντ-Κολόμπ, που έμενε πέρα απ' τον ποταμό, να του δώσει αυτό το γράμμα και να του πει ότι ερχόταν από μέρους του. Το παιδί έσπρωξε τότε το γράμμα προς το μέρος του κυρίου ντε Σαιντ-Κολόμπ. Αυτός έσπασε τη σφραγίδα, το ξεδίπλωσε, αλλά δεν το διάβασε. Θέλοντας να μιλήσει, σηκώθηκε. Έτσι, ένας έφηβος που δεν τολμούσε πια ν' ανοίξει το στόμα του συνάντησε έναν ολιγόλογο άντρα. Ο κύριος ντε Σαιντ-Κολόμπ δεν κατάφερε να εκφραστεί. Άφησε το γράμμα στο τραπέζι, πλησίασε τη Μαντλέν και της ψιθύρισε ότι ο νέος έπρεπε να παίξει. Εκείνη βγήκε απ' το δωμάτιο. Ντυμένος στα μαύρα, με την άσπρη τραχηλιά του στο λαιμό, ο κύριος ντε Σαιντ-Κολόμπ κατευθύνθηκε προς το τζάκι και κάθισε σε μια μεγάλη πολυθρόνα.
   Για το πρώτο μάθημα, η Μαντλέν δάνεισε τη βιόλα της. Ο Μαρέν Μαραί ήταν τώρα πιο αμήχανος και πιο κόκκινος απ' ό,τι τη στιγμή που είχε μπει στο σπίτι. Οι κοπέλες κάθισαν πιο κοντά, περίεργες να δουν πώς έπαιζε το παιδί που παλιότερα έψελνε στη χορωδία του Σαιν-Ζερμαίν-λ' Ωξερουά. Συνήθισε γρήγορα το μέγεθος του οργάνου, το κούρδισε, έπαιξε μια σουίτα του κυρίου Μωγκάρ με μεγάλη ευχέρεια και δεξιοτεχνία.
   Κοίταξε τους ακροατές του. Οι κοπέλες έσκυβαν το κεφάλι. Ο κύριος ντε Σαιντ-Κολόμπ είπε:
   "Δεν νομίζω ότι θα σας δεχτώ για μαθητή μου".
   Ακολούθησε μια μεγάλη σιωπή και το πρόσωπο του εφήβου άρχισε να τρέμει. Ξαφνικά, φώναξε με τη βραχνή φωνή του:
   "Τουλάχιστον πείτε μου γιατί!"
   "Παίζετε μουσική, κύριε. Δεν είστε μουσικός".
   Το πρόσωπο του εφήβου πάγωσε, τα δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια του. Όταν μίλησε, τραύλιζε από απόγνωση:
   "Τουλάχιστον αφήστε με να..."
   Ο Σαιντ-Κολόμπ σηκώθηκε, γύρισε τη μεγάλη πολυθρόνα προς το τζάκι. Η Τουανέτ είπε:
   "Περιμένετε, πατέρα. Ο κύριος Μαραί ίσως να θυμάται κάποια μελωδία που έχει συνθέσει ο ίδιος".
   Ο κύριος Μαραί κούνησε καταφατικά το κεφάλι κι έσπευσε να υπακούσει. Έσκυψε αμέσως στη βιόλα του, για να την κουρδίσει πιο προσεκτικά απ' την πρώτη φορά, κι έπαιξε το Μπαντινάζ σε σι.
   "Ωραίο είναι, πατέρα. Πολύ ωραίο!" είπε η Τουανέτ χειροκροτώντας όταν εκείνος τελείωσε.
   "Ποια είναι η γνώμη σας;" ρώτησε η Μαντλέν γυρίζοντας ανήσυχα προς τον πατέρα της.
   Ο Σαιντ-Κολόμπ είχε μείνει όρθιος. Απότομα, ξεκίνησε να βγει απ' το δωμάτιο. Τη στιγμή που ετοιμαζόταν να διαβεί την πόρτα, γύρισε, περιεργάστηκε σχολαστικά το παιδί που είχε μείνει καθισμένο, με το πρόσωπο κατακόκκινο και τρομαγμένο, και είπε:
   "Ελάτε πάλι σ' ένα μήνα. Τότε θα σας πω αν έχετε αρκετή αξία για να σας κατατάξω ανάμεσα στους μαθητές μου". [...]

   Όταν έφτασε για το δεύτερο μάθημά του, τη μεγάλη πύλη την άνοιξε η Μαντλέν, αδύνατη και ροδομάγουλη.
   "Επειδή θα κάνω μπάνιο", είπε, "θα σηκώσω ψηλά τα μαλλιά μου".
   Ο σβέρκος της ήταν ρόδινος, με ακατάστατες μαύρες τριχούλες που γυάλιζαν στο φως. Καθώς σήκωνε τα χέρια της, τα στήθη της σφίγγονταν και φούσκωναν. Κατευθύνθηκαν προς την καλύβα του κυρίου ντε Σαιντ-Κολόμπ. Ήταν μια όμορφη απριλιάτικη μέρα. Υπήρχαν ηράνθεμα και πεταλούδες. Ο Μαρέν Μαραί κουβαλούσε τη βιόλα του στον ώμο. Ο κύριος ντε Σαιντ-Κολόμπ τον ανέβασε στην καλύβα του πάνω στη μουριά και τον δέχτηκε για μαθητή λέγοντας:
   "Γνωρίζετε τη στάση του σώματος. Το παίξιμό σας δεν στερείται αισθήματος. Το δοξάρι σας είναι ελαφρύ και πεταχτό. Το αριστερό σας χέρι πηδάει σαν σκίουρος και τρυπώνει σαν ποντίκι στις χορδές. Τα ποικίλματά σας είναι έξυπνα και καμιά φορά χαριτωμένα. Αλλά δεν άκουσα μουσική".
   Τα αισθήματα του νεαρού Μαρέν Μαραί ήταν συγκεχυμένα, καθώς άκουγε τα συμπεράσματα του δασκάλου του. Ήταν ευτυχισμένος που είχε γίνει δεκτός, αλλά έβραζε από θυμό για τους ενδοιασμούς που εξέφραζε τον ένα μετά τον άλλο ο κύριος ντε Σαιντ-Κολόμπ, δίχως να δείχνει μεγαλύτερη συγκίνηση απ' όση θα έδειχνε αν ήθελε να υποδείξει στον κηπουρό τα μοσχεύματα και τους σπόρους. Και συνέχιζε:
   "Θα μπορείτε να βοηθάτε τους ανθρώπους που χορεύουν να χορέψουν. Θα μπορείτε να συνοδεύετε τους ηθοποιούς που τραγουδάνε πάνω στη σκηνή. Θα κερδίζετε το ψωμί σας. Θα ζήσετε περιστοιχισμένος από μουσική, αλλά δεν θα είστε μουσικός.
   "Έχετε καρδιά για να αισθανθείτε; Έχετε μυαλό για να σκεφτείτε; Έχετε ιδέα σε τι μπορούν να χρησιμεύουν οι ήχοι, όταν δεν χρησιμεύουν για το χορό ή για να ευφράνουν τ' αυτιά του βασιλιά;"
   "Ωστόσο η ραγισμένη σας φωνή με συγκίνησε. Σας κρατώ για τον πόνο σας, όχι για την τέχνη σας".
   Όταν ο νεαρός Μαρέν Μαραί κατέβηκε τα σκαλιά της καλύβας, είδε, στον ίσκιο που σχημάτιζαν οι φυλλωσιές, μια γυμνή λεπτή κοπέλα, που κρυβόταν πίσω από ένα δέντρο. Γύρισε βιαστικά το κεφάλι, για να μη φανεί ότι την είχε δει. 

   Πέρασαν μήνες. Μια μέρα που έκανε πολύ κρύο και το χιόνι σκέπαζε τα πάντα, δεν μπόρεσαν να εργαστούν για πολλή ώρα δίχως να παγώσουν. Τα δάχτυλά τους μούδιασαν. Έφυγαν λοιπόν απ' την καλύβα, γύρισαν στο σπίτι και, κοντά στο τζάκι, έβαλαν να ζεστάνουν κρασί, πρόσθεσαν μπαχαρικά και κανέλα και το ήπιαν.
   "Αυτό το κρασί μου ζεσταίνει τα πνευμόνια και την κοιλιά", είπε ο Μαρέν Μαραί.
   "Γνωρίζετε το ζωγράφο Μπωζέν;" τον ρώτησε ο Σαιντ-Κολόμπ.
   "Όχι, κύριε, ούτε κανέναν άλλο ζωγράφο".
   "Πριν από λίγο καιρό τού παρήγγειλα έναν πίνακα. Είναι η γωνία του γραφείου που που βρίσκεται στο δωμάτιο όπου παίζω μουσική. Πάμε".
   "Τώρα αμέσως;"
   "Ναι".
   Ο Μαρέν Μαραί κοίταζε τη Μαντλέν ντε Σαιντ-Κολόμπ. Στεκόταν προφίλ κοντά στο παράθυρο, μπροστά στο τζάμι που είχε πιάσει πάγο, κάνοντας τη μουριά και τις ιτιές έξω στον κήπο να φαίνονται παραμορφωμένες. Τους άκουγε προσεκτικά. Του έριξε ένα αλλόκοτο βλέμμα.
   "Πάμε να δούμε το φίλο μου", έλεγε ο Σαιντ-Κολόμπ.
   "Ναι", έλεγε ο Μαρέν Μαραί.
   Και, κοιτάζοντας τη Μαντλέν, άνοιγε το γιλέκο του, έφτιαχνε κι έδενε ξανά το δερμάτινο γιακά του.
   "Στο Παρίσι", έλεγε ο κύριος ντε Σαιντ-Κολόμπ.
   "Ναι", του απαντούσε ο Μαρέν Μαραί.
   Κουκουλώθηκαν. Ο κύριος ντε Σαιντ-Κολόμπ τύλιξε το πρόσωπό του μ' ένα μάλλινο σάλι. Η Μαντλέν τους έδωσε τα καπέλα, τους μανδύες και τα γάντια τους. Ο κύριος ντε Σαιντ-Κολόμπ ξεκρέμασε το ζωστήρα του και το σπαθί του δίπλα απ' το τζάκι. Ήταν η μοναδική φορά που ο κύριος Μαραί είδε τον κύριο ντε Σαιντ-Κολόμπ να φοράει σπαθί. Ο νεαρός είχε στυλώσει τα μάτια του στη σκαλιστή λαβή του. 'Εβλεπε κανείς ανάγλυφη τη μορφή του βαρκάρη της Κόλασης, μ' ένα μακρύ κουπί στο χέρι.
   "Πάμε, κύριε", είπε ο Σαιντ-Κολόμπ.
   Ο Μαρέν Μαραί σήκωσε το κεφάλι και βγήκαν έξω. Σκεφτόταν το σιδερά τη στιγμή που χτυπούσε το σπαθί στο αμόνι. Του φάνηκε σαν να ξανάβλεπε το μικρό αμόνι που ο πατέρας του στήριζε πάνω στο μηρό του και πάνω στο οποίο χτυπούσε με το σφυρί του. Θυμήθηκε το χέρι του πατέρα του και τους ρόζους που του είχε δημιουργήσει το σφυρί. Το ξανάνιωσε να του χαϊδεύει το μάγουλο τα βράδια, τότε που ήταν τεσσάρων πέντε χρονών και ζούσε ακόμα στο μαγαζί. Σκέφτηκε ότι το κάθε επάγγελμα είχε τα δικά του χέρια: οι παίκτες της βιόλα ντα γκάμπα είχαν κάλους στις ρώγες των δαχτύλων, οι τσαγκάρηδες είχαν ρόζους στους δεξιούς τους αντίχειρες. Χιόνιζε όταν βγήκαν απ' το σπίτι του κυρίου ντε Σαιντ-Κολόμπ. Ο δάσκαλός του ήταν τυλιγμένος μ' ένα μεγάλο καφετή μανδύα και μόνο τα μάτια του φαίνονταν κάτω απ' το μάλλινο σάλι του. Ήταν η μοναδική φορά που ο κύριος Μαραί είδε τον κύριο ντε Σαιντ-Κολόμπ έξω απ' τον κήπο του ή το σπίτι του. Είχε τη φήμη ότι δεν έβγαινε ποτέ. Έφτασαν στον Μπιεβρ. Ο άνεμος σφύριζε. Τα βήματά τους έκαναν το παγωμένο χώμα να τρίζει. Ο Σαιντ-Κολόμπ κρατούσε το μαθητή του απ' το μπράτσο και με το δάχτυλό του στα χείλη τού έγνεφε να σωπάσει. Περπατούσαν με θόρυβο, σκυφοί, παλεύοντας ενάντια στον άνεμο που ερχόταν να χτυπήσει τ' ανοιχτά τους μάτια.
   "Ακούστε, κύριε", φώναξε,"πώς ξεχωρίζει η άρια πάνω απ' το θέμα του μπάσου".

   Η εκκλησία Σαιν-Ζερμαίν- λ' Ωξερουά", είπε ο κύριος ντε Σαιντ-Κολόμπ.
   "Την ξέρω καλύτερα απ' τον καθένα. Τραγουδούσα εδώ δέκα χρόνια, κύριε".
   "Ορίστε", είπε ο κύριος ντε Σαιντ-Κολόμπ.
   Χτυπούσε το ρόπτρο. Ήταν μια στενή πόρτα από σκαλιστό ξύλο. Ακούστηκε το σήμαντρο του Σαιν-Ζερμαίν-λ' Ωξερουά. Μια γριά έβγαλε το κεφάλι της απ' το άνοιγμα της πόρτας. Φορούσε έναν παλιομοδίτικο σκούφο, που σχημάτιζε μύτη χαμηλά στο μέτωπο. Βρέθηκαν κοντά στο μαγκάλι, στο εργαστήρι του κυρίου Μπωζέν, που ζωγράφιζε ένα τραπέζι ένα ποτήρι μισογεμάτο κόκκινο κρασί, ένα λαούτο ακουμπισμένο πάνω, ένα τετράδιο μουσικής, ένα μαύρο βελούδινο πουγκί, τραπουλόχαρτα που το πρώτο ήταν βαλές σπαθί, μια σκακιέρα, πάνω στην οποία ήταν τοποθετημένα ένα βάζο με τρία γαρίφαλα, κι ένας οκτάγωνος καθρέφτης στηριγμένος στον τοίχο του εργαστηρίου. 
   "Ό,τι αφαιρέσει ο θάνατος βρίσκεται μέσα στη νύχτα του", ψιθύρισε ο Σαιντ-Κολόμπ στο αυτί του μαθητή του. "Είναι όλες οι απολαύσεις του κόσμου, που αποσύρονται αποχαιρετώντας μας".
   Ο κύριος ντε Σαιντ-Κολόμπ ρώτησε το ζωγράφο αν μπορούσε να πάρει πίσω τον πίνακα που του είχε δανείσει (για να τον δείξει σ' ένα Φλαμανδό έμπορο, που είχε κάνει ένα αντίγραφο). Ο κύριος Μπωζέν έκανε νόημα στην ηλικιωμένη γυναίκα με το σκούφο. Εκείνη υποκλίθηκε και πήγε να φέρει τον πίνακα. Ο κύριος ντε Σαιντ-Κολόμπ τον έδειξε στον κύριο Μαραί, εφιστώντας του την προσοχή στο κολονάτο ποτήρι και τα μικρά τυλιχτά κίτρινα γλυκά. Έπειτα η γριά, ατάραχη, άρχισε να τυλίγει το μουσαμά με κουρέλια και σπάγκους. Κοίταζαν τον κύριο Μπωζέν να ζωγραφίζει. Ο κύριος ντε Σαιντ-Κολόμπ ψιθύρισε πάλι στο αυτί του κυρίου Μαραί:
   "Ακούστε τον ήχο που κάνει το πινέλο του κυρίου Μπωζέν".
   Έκλεισαν τα μάτια και τον άκουσαν να ζωγραφίζει. Έπειτα ο κύριος ντε Σαιντ-Κολόμπ είπε:
   "Μάθατε την τεχνική του δοξαριού".
   Ο κύριος Μπωζέν γύρισε και τους ρώτησε τι ψιθύριζαν:
   "Μιλούσα για το δοξάρι και το παρομοίαζα με το πινέλο σας", είπε ο κύριος ντε Σαιντ-Κολόμπ. 
   "Νομίζω πως παραφέρεστε", είπε γελώντας ο ζωγράφος. "Εγώ αγαπώ το χρυσάφι. Προσωπικά, ψάχνω το δρόμο που οδηγεί στις μυστηριώδεις φλόγες".
   Χαιρέτησαν τον κύριο Μπωζέν. Ο μυτερός άσπρος σκούφος υποκλίθηκε ξερά μπροστά τους, ενώ η πόρτα έκλεινε πίσω απ' την πλάτη τους. Έξω η χιονοθύελλα είχε δυναμώσει. Δεν έβλεπαν μπροστά τους και σκόνταφταν στο χιόνι. Μπήκαν σ' ένα σφαιριστήριο που βρισκόταν στο δρόμο τους. Ζήτησαν μια κούπα σούπα και την ήπιαν φυσώντας τον αχνό που την τύλιγε και κάνοντας βόλτες στις αίθουσες. Είδαν άρχοντες που έπαιζαν περιστοιχισμένοι απ' τους υπηρέτες τους. Οι νεαρές κυρίες που τους συνόδευαν χειροκροτούσαν τις καλύτερες βολές. Σε μια άλλη αίθουσα, πάνω σε μια εξέδρα, είδαν δυο γυναίκες που απήγγελλαν. Η μία έλεγε με φωνή γεμάτη στόμφο:
   "Έλαμπαν μέσα απ' τα κεριά και τα όπλα. Όμορφη, δίχως στολίδια, με την απλή φορεσιά μιας καλλονής που κάποιος ξύπνησε απότομα. Τι θέλεις; Δεν ξέρω αν αυτή η αμέλεια, οι σκιές, τα κεριά, οι φωνές και η σιωπή..."
   Η άλλη απαντούσε αργά, μια οκτάβα χαμηλότερα:
   "Θέλησα να της μιλήσω, μα η φωνή μου χάθηκε. Ακίνητος, υποκύπτοντας σε μιαν ατέλειωτη έκπληξη, μάταια προσπάθησα να ξεχάσω την εικόνα της. Την έβλεπα συνέχεια μπροστά μου, νόμιζα ότι της μιλούσα, αγαπούσα ακόμα και τα δάκρυα που την έκανα να χύνει..."
   Ενώ οι θεατρίνες απήγγελλαν κάνοντας θεαματικές και παράξενες χειρονομίες, ο Σαιντ-Κολόμπ ψιθύρισε στο αυτί του Μαραί:
   "Να πώς αρθρώνεται η έμφαση μιας φράσης. Η μουσική είναι κι αυτή μια ανθρώπινη γλώσσα".
   Βγήκαν απ' το σφαιριστήριο. Το χιόνι είχε σταματήσει να πέφτει, αλλά έφτανε ως τις μπότες τους. Η νύχτα είχε έρθει, δίχως σελήνη και αστέρια. Ένας άντρας πέρασε κρατώντας ένα δαυλό που τον προστάτευε με την παλάμη του. Τον ακολούθησαν. Έπεφταν ακόμα μερικές νιφάδες.
   Ο κύριος ντε Σαιντ-Κολόμπ σταμάτησε το μαθητή του πιάνοντάς τον απ' το μπράτσο. Μπροστά τους, ένα αγοράκι είχε κατεβάσει το παντελόνι του και κατουρούσε κάνοντας μια τρύπα στο χιόνι. Ο θόρυβος των ούρων που έσκαβαν το χιόνι ανακατευόταν με το θόρυβο των κρυστάλλων του χιονιού που έλιωναν μόλις τους άγγιζε το ζεστό υγρό. Ο Σαιντ-Κολόμπ είχε φέρει άλλη μια φορά τα δάχτυλά του στα χείλη του.
   "Μάθατε πώς παίζεται το στακάτο στα ποικίλματα", είπε.
   "Είναι επίσης και μια χρωματική κατιούσα", απάντησε ο Μαρέν Μαραί.
   Ο κύριος ντε Σαιντ-Κολόμπ σήκωσε τους ώμους.
   "Θα βάλω μια χρωματική κατιούσα στον τάφο σας, κύριε".
   Όπως και πραγματικά έκανε, πολλά χρόνια αργότερα. Ο κύριος Μαραί πρόσθεσε:
   "Ίσως η αληθινή μουσική να είναι συνδεδεμένη με τη σιωπή;"
   "Όχι", είπε ο κύριος ντε Σαιντ-Κολόμπ. Έβαλε πάλι το μάλλινο σάλι στο κεφάλι του κι έχωσε από πάνω το καπέλο του για να το συγκρατήσει. Μετακινώντας το ζωστήρα του σπαθιού του που μπερδευόταν στα πόδια του, εξακολουθώντας να σφίγγει τον πίνακα παραμάσχαλα, έκανε μεταβολή και κατούρησε κι ο ίδιος πάνω στον τοίχο. Έκανε πάλι μεταβολή προς τον κύριο Μαραί λέγοντας:
   "Η νύχτα έχει προχωρήσει. Κρυώνουν τα πόδια μου. Σας χαιρετώ".
   Κι εντελώς ξαφνικά απομακρύνθηκε.

   Η άνοιξη βρισκόταν ακόμα στην αρχή της. Τον έσπρωχνε έξω απ' την καλύβα. Ο καθένας με τη βιόλα του στο χέρι, αμίλητοι, κάτω απ' την ψιλή βροχή, διέσχισαν τον κήπο προς την κατεύθυνση του σπιτιού, όπου μπήκαν κάνοντας πολύ θόρυβο. Φώναξε τις κόρες του. Φαινόταν θυμωμένος.
   "Εμπρός, κύριε. Εμπρός. Θέλουμε να γεννηθεί στ' αυτιά σας μια συγκίνηση", είπε ο κύριος ντε Σαιντ-Κολόμπ.
   Η Τουανέτ κατέβηκε τρέχοντας τη σκάλα και κάθισε κοντά στην μπαλκονόπορτα. Η Μαντλέν ήρθε να φιλήσει τον Μαρέν Μαραί, που, ενώ κούρδιζε τη βιόλα του και την τοποθετούσε ανάμεσα στα πόδια του, της είπε ότι είχε παίξει μπροστά στο βασιλιά στο παρεκκλήσι. Τα μάτια της Μαντλέν σοβάρεψαν. Η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη, σαν χορδή έτοιμη να σπάσει. Ενώ η Μαντλέν σκούπιζε τις στάλες της βροχής πάνω στη βιόλα με την ποδιά της, ο Μαρέν Μαραί επαναλάμβανε ψιθυριστά στο αυτί της:
   "Είναι έξαλλος, γιατί έπαιξα χτες μπροστά στο βασιλιά στο παρεκκλήσι".
   Το πρόσωπο του κυρίου ντε Σαιντ-Κολόμπ σκοτείνιασε ακόμα περισσότερο. Η Τουανέτ έκανε νόημα. Αδιαφορώντας ο Μαρέν Μαραί εξηγούσε στη Μαντλέν ότι είχαν γλιστρήσει κάτω απ' τα πόδια της βασίλισσας ένα μικρό μαγκάλι με κάρβουνα. Το μαγκάλι...
   "Παίξτε!" είπε ο κύριος ντε Σαιντ-Κολόμπ. 
   "Κοίτα, Μαντλέν. Έκαψα το κάτω μέρος της βιόλας μου. Ένας απ' τους φρουρούς πρόσεξε ότι η βιόλα μου καιγόταν και μου έκανε νόημα με το κοντάρι του. Δεν έχει καεί. Δεν κάηκε στ' αλήθεια. Μαύρισε μόνο και..."
   Δυο χέρια χτύπησαν βίαια πάνω στο ξύλο του τραπεζιού. Όλοι τινάχτηκαν. Ο κύριος ντε Σαιντ-Κολόμπ ούρλιαξε ανάμεσα στα δόντια του:
   "Παίξτε!"
   "Μαντλέν, κοίτα!" συνέχιζε ο Μαρέν.
   "Παίξε!" είπε η Τουανέτ.
   Ο Σαιντ-Κολόμπ διέσχισε τρέχοντας το δωμάτιο και του άρπαξε το όργανο απ' τα χέρια.
   "Όχι!" φώναξε ο Μαρέν, που σηκώθηκε για να πάρει πίσω τη βιόλα του. Ο Σαιντ-Κολόμπ δεν ήταν πια κύριος του εαυτού του. Κράδαινε τη βιόλα στον αέρα. Ο Μαρέν Μαραί τον κυνηγούσε απλώνοντας τα χέρια για να πιάσει τη βιόλα του και να τον εμποδίσει να κάνει μια τερατώδη πράξη. Φώναζε: "Όχι! Όχι!" Η Μαντλέν, κοκαλωμένη απ' τον τρόμο, έσφιγγε την ποδιά της ανάμεσα στα χέρια της. Η Τουανέτ είχε σηκωθεί κι έτρεχε πίσω τους.
   Ο Σαιντ-Κολόμπ πλησίασε το τζάκι, σήκωσε τη βιόλα στον αέρα και τη συνέτριψε πάνω στο πέτρινο περβάζι. Ο καθρέφτης που βρισκόταν από πάνω έσπασε απ' το τράνταγμα. Ο Μαρέν Μαραί είχε καθίσει ξαφνικά στο δάπεδο και ούρλιαζε. Ο κύριος ντε Σαιντ-Κολόμπ πέταξε κάτω ό,τι είχε απομείνει απ' τη βιόλα και βάλθηκε να πηδάει πάνω στα κομμάτια με τις μπότες του. Η Τουανέτ τραβούσε τον πατέρα της απ' το γιλέκο, προφέροντας τ' όνομά του. Έπειτα σώπασαν και οι τέσσερις. Στέκονταν ασάλευτοι και αποβλακωμένοι. Κοίταζαν δίχως να καταλαβαίνουν την καταστροφή. Ο κύριος ντε Σαιντ-Κολόμπ, με κατεβασμένο το κεφάλι, χλομός, κοίταζε μόνο τα χέρια του. Προσπαθούσε να στενάξει κάνοντας "Αχ! Αχ!" απ' τον πόνο, αλλά δεν μπορούσε.
   "Πατέρα μου, πατέρα μου!" έλεγε η Τουανέτ σφίγγοντας τους ώμους και την πλάτη του πατέρα της και κλαίγοντας με λυγμούς.
   Εκείνος κουνούσε τα δάχτυλά του και σιγά σιγά άρχισε να βγάζει μικρές κραυγές "Αχ! Αχ!", σαν άνθρωπος που πνίγεται δίχως να μπορεί να ξαναβρεί την ανάσα του. Τέλος, βγήκε απ' το δωμάτιο. Ο κύριος Μαραί έκλαιγε στην αγκαλιά της Μαντλέν, που είχε γονατίσει δίπλα του κι έτρεμε. Ο κύριος ντε Σαιντ-Κολόμπ ξαναγύρισε μ' ένα πουγκί, απ' το οποίο έλυσε το κορδόνι. Μέτρησε τα λουδοβίκεια που περιείχε, πλησίασε, έριξε το πουγκί στα πόδια του Μαρέν Μαραί και αποσύρθηκε. Ο Μαρέν Μαραί φώναξε πίσω του, ενώ σηκωνόταν όρθιος:
   "Κύριε, θα μπορούσατε να δώσετε εξηγήσεις γι' αυτό που κάνατε!"
   Ο κύριος ντε Σαιντ-Κολόμπ γύρισε και είπε ήρεμα:
   "Κύριε, τι αξία έχει ένα όργανο; Το όργανο δεν είναι η μουσική. Θα βρείτε εκεί αρκετά λεφτά για ν' αγοράσετε ένα άλογο τσίρκου και να κάνετε φιγούρες μπροστά στο βασιλιά".
   Η Μαντλέν έκλαιγε με το πρόσωπό της χωμένο στο μανίκι της, προσπαθώντας να σηκωθεί. Οι λυγμοί έκαναν την πλάτη της να τρέμει. Έμεινε γονατιστή ανάμεσά τους.
   "Ακούστε, κύριε, τους λυγμούς που προκαλεί ο πόνος στην κόρη μου. Είναι πιο κοντά στη μουσική απ' τις γκάμες σας. Φύγετε για πάντα, κύριε. Είστε ένας μεγάλος σαλτιμπάγκος. Τα πιάτα πετάνε πάνω απ' το κεφάλι σας και ποτέ δεν χάνετε την ισορροπία σας, αλλά είστε ασήμαντος μουσικός. Η μουσική σας αξία δεν είναι μεγαλύτερη από ένα δαμάσκηνο ή ένα κουνούπι. Θα έπρεπε να παίζετε στις Βερσαλλίες, ή μάλλον στην Πον-Νεφ (3), και θα σας έριχναν κέρματα για φιλοδώρημα".
   Ο κύριος ντε Σαιντ-Κολόμπ βγήκε απ' το δωμάτιο βροντώντας την πόρτα πίσω του. Ο κύριος Μαραί έτρεξε επίσης προς την αυλή για να φύγει. Οι πόρτες χτυπούσαν η μια πίσω απ' την άλλη.
   Η Μαντλέν έτρεξε πίσω του, τον πρόλαβε. Η βροχή είχε σταματήσει. Τον αγκάλιασε απ' τους ώμους. Εκείνος έκλαιγε. 
   "Θα σου διδάξω όλα όσα μου έχει μάθει ο πατέρας μου", του είπε.
   "Ο πατέρας σου είναι άνθρωπος κακός και τρελός", είπε ο Μαρέν Μαραί.
   "Όχι".
   Σιωπηλά εξακολουθούσε να κάνει "όχι" με το κεφάλι. Είπε ακόμα μια φορά:
   "Όχι".
   Είδε τα δάκρυά του που έτρεχαν και σκούπισε ένα με το δάχτυλό της. Είδε τα χέρια του Μαρέν που πλησίαζαν τα δικά της, γυμνά κάτω απ' τη βροχή. Άπλωσε τα δάχτυλά της. Αγγίχτηκαν και τινάχτηκαν. Έπειτα έσφιξαν τα χέρια τους, πλησίασαν τις κοιλιές τους, πλησίασαν τα χείλη τους. Φιλήθηκαν.

   Ο Μαρέν Μαραί ερχόταν κρυφά από τον κύριο ντε Σαιντ-Κολόμπ. Η Μαντλέν του έδειχνε πάνω στη δική της βιόλα όλα όσα της είχε μάθει ο πατέρας της. Όρθια μπροστά του, τον έβαζε να τα επαναλαμβάνει, τοποθετώντας σωστά το χέρι του στο μπράτσο της βιόλας, τοποθετώντας τη γάμπα του όπως έπρεπε, ώστε να σπρώχνει μπροστά το όργανο και να το κάνει ν' αντηχεί, τοποθετώντας τον αγκώνα και το πάνω μέρος του δεξιού βραχίονα στη σωστή θέση για το δοξάρι. Έτσι, αγγίζονταν. Έπειτα άρχισαν να φιλιούνται στις σκιερές γωνιές. Αγαπήθηκαν. Κρύβονταν καμιά φορά κάτω απ' την καλύβα του κυρίου ντε Σαιντ-Κολόμπ, για ν' ακούσουν σε ποια ποικίλματα είχε φτάσει, τι προόδους είχε κάνει στην τεχνική του, ποιες συγχορδίες προτιμούσε τώρα.
   Όταν έκλεισε τα είκοσι, το καλοκαίρι του 1676, ο κύριος Μαραί ανήγγειλε στη δεσποινίδα ντε Σαιντ-Κολόμπ ότι είχε προσληφθεί στην αυλή ως "βασιλικός μουσικός". Βρίσκονταν στον κήπο. Εκείνη τον έσπρωχνε για να βολευτεί κάτω απ' τη σανιδένια παράγκα, που ήταν χτισμένη στα χαμηλά κλαδιά της γέρικης μουριάς. Του είχε μάθει όσα ήξερε.
   Έτυχε μια μέρα να ξεσπάσει καταιγίδα, ενώ ο Μαρέν Μαραί ήταν κρυμμένος κάτω απ' την καλύβα. Κρύωσε λοιπόν και φταρνίστηκε πολλές φορές δυνατά. Ο κύριος ντε Σαιντ-Κολόμπ βγήκε στη βροχή, τον βρήκε με το σαγόνι χωμένο στα γόνατα πάνω στο βρεγμένο χώμα και βάλθηκε να τον κλοτσάει φωνάζοντας τους υπηρέτες του. Κατάφερε να τον τραυματίσει στα πόδια και στα γόνατα και να τον κάνει να βγει. Τον άρπαξε απ' το γιακά και είπε στον πιο κοντινό υπηρέτη να πάει να φέρει το μαστίγιο. Η Μαντλέν ντε Σαιντ-Κολόμπ επενέβη. Είπε στον πατέρα της ότι αγαπούσε τον Μαρέν, κατάφερε να τον ηρεμήσει. Μόλο που η καταιγίδα ήταν σφοδρή, είχε περάσει γρήγορα. Έβγαλαν στον κήπο πάνινες πολυθρόνες για να καθίσουν.
   "Δεν θέλω να σας ξαναδώ, κύριε. Είναι η τελευταία φορά", είπε ο Σαιντ-Κολόμπ.
   "Δεν θα με ξαναδείτε".
   "Επιθυμείτε να παντρευτείτε τη μεγάλη μου κόρη;"
   "Δεν μπορώ να δώσω ακόμα το λόγο μου".
   "Η Τουανέτ έχει πάει στον κύριο που κατασκευάζει τα όργανα και θ' αργήσει να γυρίσει", είπε η Μαντλέν αποστρέφοντας το πρόσωπό της.
   Πήγε και κάθισε στο χορτάρι κοντά στον Μαρέν Μαραί, με την πλάτη στηριγμένη στη μεγάλη πάνινη πολυθρόνα του πατέρα της. Το χορτάρι κόντευε κιόλας να στεγνώσει και μύριζε έντονα σανό. Ο πατέρας της κοίταζε πέρα απ' την ιτιά, τα πράσινα δάση. Εκείνη κοίταζε το χέρι του Μαρέν, που την πλησίαζε αργά. Ακούμπησε τα δάχτυλά του στο στήθος της Μαντλέν και λίγο λίγο τα γλίστρησε ως την κοιλιά της. Έσφιξε τα πόδια της και αναρίγησε. Ο κύριος ντε Σαιντ-Κολόμπ δεν μπορούσε να τους δει. Ήταν απορροφημένος στα ίδια του τα λόγια:
   "Δεν ξέρω αν θα σας δώσω την κόρη μου. Οπωσδήποτε, βρήκατε μια θέση με καλό εισόδημα. Ζείτε μέσα σ' ένα ανάκτορο και ο βασιλιάς αγαπάει τις μελωδίες με τις οποίες περιβάλλετε τις απολαύσεις του. Κατά τη γνώμη μου, δεν έχει σημασία αν ασκεί κανείς την τέχνη του σ' ένα μεγάλο πέτρινο ανάκτορο ή σε μια καλύβα που τραμπαλίζεται πάνω σε μια μουριά. Για μένα υπάρχει κάτι περισσότερο απ' την τέχνη, απ' τα δάχτυλα, απ' τ' αυτί, απ' τη σύνθεση: είναι η γεμάτη πάθος ζωή που ζω".
   "Μια ζωή γεμάτη πάθος;" είπε ο Μαρέν Μαραί.
   "Πατέρα, ζείτε μια ζωή γεμάτη πάθος;"
   Η Μαντλέν και ο Μαρέν είχαν μιλήσει ταυτόχρονα, κοιτάζοντας και οι δύο κατάπληκτοι το γερο-μουσικό.
   "Κύριε, είστε αρεστός σ' έναν ορατό βασιλιά. Εμένα το να είμαι αρεστός δεν με ικανοποιούσε. Καλώ, σας τ' ορκίζομαι, καλώ με το χέρι μου κάτι αόρατο".
   "Μιλάτε με αινίγματα. Ποτέ δεν θα καταλάβω τι θέλετε να πείτε".
   "Γι' αυτό και δεν λογάριαζα ότι θα πορευόσαστε στο πλευρό μου, στο φτωχό μου δρόμο που είναι σπαρμένος με χορτάρια και χαλίκια. Εσείς εκδίδετε επιδέξιες συνθέσεις, στις οποίες προσθέτετε με μεγάλη εφευρετικότητα δακτυλισμούς και ποικίλματα που κλέβετε από μένα. Όμως δεν είναι παρά νότες πάνω στο χαρτί!"
   Με το μαντίλι του ο Μαρέν Μαραί σκούπιζε τα ίχνη του αίματος απ' τα χείλη του. Έσκυψε ξαφνικά προς το δάσκαλό του.
   "Κύριε, εδώ και πολύ καιρό επιθυμώ να σας κάνω μια ερώτηση".
   "Ναι".
   "Γιατί δεν εκδίδετε τις μελωδίες που παίζετε;"
   "Ω παιδιά μου, εγώ δεν συνθέτω! Δεν έγραψα ποτέ τίποτα. Καμιά φορά, όταν θυμάμαι κάποιο όνομα και κάποιες ηδονές, επινοώ απλώς νούφαρα, λεβιδόχορτα, μικρές ζωντανές κάμπιες".
   "Μα πού βρίσκεται η μουσική στα νούφαρά σας και τις κάμπιες σας;"
   "Όταν τραβάω το δοξάρι μου, σκίζω ένα κομματάκι της καρδιάς μου. Αυτό που κάνω δεν είναι παρά η πειθαρχία μιας ζωής, όπου καμιά μέρα δεν είναι αργία. Ζω το πεπρωμένο μου".

Κινιάρ Πασκάλ, Όλα τα πρωινά του κόσμου, (Μετφ. Ρένα Χάτχουτ), εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 1992


Σημειώσεις:
(1) Marin Marais (1656 - 1728). Γάλλος συνθέτης, μαθητής του Λυλύ. Υπηρέτησε ως μουσικός στην αυλή του Λουδοβίκου ΙΔ', στις Βερσαλίες. Συνέθεσε κυρίως όπερες, καθώς και έργα για βιόλα και μπάσο κοντίνουο (Σ. τ. Μ.).
(2) Μichel Delalande (1657 - 1726). Γάλλος συνθέτης και οργανίστας, ευνοούμενος μουσικός του Λουδοβίκου ΙΔ' μετά το θάνατο του Λυλύ (Σ. τ. Μ.).
(3) Pont-Neuf. Γέφυρα του Σηκουάνα, στο κέντρο του Παρισιού (Σ.τ.Μ.)

Δεν υπάρχουν σχόλια: