Ποίηση

Ποίηση

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

[ ΤΑ ΣΙΝΙΑΛΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ]


 
   Μπορεί να ήταν οι αναθυμιάσεις, ανάβουνε με την υγρασία τα στάρια και στο χαπιάρισμα γίνονται ζαβομάρες, μπορεί και να 'φταιγε το παστό, καούρα τον έπιασε τον Σάββα Σαλταφέρο, μα δεν του πήγαινε ν' αφήσει μονάχο τον Νικηφόρο στο αμπάρι, αγγάρεψε το βαφτιστηράκι του και τον Στέλιο, με πλάτες, ποντίκια κι οι δυο, πιάστε να τον αποθέσουμε στην πλώρη, δέκα λεπτών δουλειά.   
   Με το τσιγάρο στο χέρι, κουκουλωμένος τη νιτσεράδα για το αγιάζι, ξενύχτησε δίπλα στο φέρετρο.
   Σκίζανε το νερό, τσιμουδιά ο Ατλαντικός.
   Του πετούσε τις γόπες, ρίξε μια τζούρα κι εσύ, ρε ρουφήχτρα ατελείωτη, πού να προλάβουνε να πιάσουνε λιμάνι, από Καριπίσο ως Παραμαρίμπο τρία μερόνυχτα μπάρκος και ο Νικηφόρος τετέλεσται, από κάτι σαν βρογχοπνευμονία.
   Στουπέτσι το στόμα από τα τσιγάρα, κάτι περουβιάνικα σκάρτα, δυο πακέτα κάπνισε ο Σαλταφέρος, το χάραμα ακούμπησε στα πόδια του νεκρού την κασετίνα, τέσσερα είχανε απομείνει, πήγε στην καμπίνα κι άφησε το μαρκόνη του να χαζέψει για τελευταία φορά την ανατολή μόνος, μόνος κατάμονος είναι ο καθένας σ' αυτή τη ζωή, σκεφτόταν ο καπετάνιος, ο Νικηφόρος τέρμα και οι λοιποί παρόντες, παρόντες στο Παραμαρίμπο και με παρά, όσο για την ξινή, δεκαπέντε χρόνια κατεβασμένα τα μούτρα κι επειδή η ζωή δεν είναι δια δύο, θα ροκάνιζε τη σύνταξη να φαρδαίνει κι άλλο ο κώλος της, ενώ ο Νικηφόρος ο ακαταπόνητος, ο χρυσόκαρδος, ο άριστος θαλασσινός, ο περιζήτητος ασυρματιστής της εταιρείας, που οι γυναίκες στα λιμάνια, αν και σκορδοφάγο, τον κερνάγανε έναν πούτσο τζάμπα, πήρε δρόμο στα σαράντα ένα του.
   Τρία χρόνια πριν, το '26, ο Σαλταφέρος είχε λάβει από Άνδρο φάκελο με φωτογραφία, η Μίνα με τις κόρες, Όρσα και Μόσχα, στη φαρδιά σκάλα της διπλανής Μεγαλόχαρης, Τήνος, και πίσω δυο λόγια σκέτη ξεραΐλα, να υπομένεις τις δυσκολίες προς χάριν αποκαταστάσεως Ορσαλίας και Μόσχας και η Παναγία δεν παραπονείται δια την απουσία σου.

   Άντεν-Βομβάη κάνανε τότε, νίτρα, λύσσιαξε ξάφνου ο Ινδικός, μπατάρισε το ΘΕΟΜΗΤΩΡ, τέσσερα μερόνυχτα παζάρι με το Χάρο, ξεγραμμένοι οι άνθρωποι, ξεγραμμένοι είκοσι δύο άντρες, κι όταν κάποτε κόπασε το όργιο και φέρανε το βαπόρι σε λογαριασμό, ο καπετάνιος καιγότανε να διώξει από πάνω του το μυστικό. Το πλήρωμα πατριωτάκια οι μισοί και πάνω, κι ο Σαλταφέρος εν πλω βαστούσε αποστάσεις για να μη χαλάει η πειθαρχία. Δεν μπορούσε λοιπόν να βρει τον τρόπο, το θάρρος, έλα, βρε Χρηστάκη, σπάσε μου δυο αυγά μάτια στο σαχάνι, να πει του μάγειρα, που κι αυτός δημιούργησε μια παρόμοια κατάσταση στη Χιλή, και βουτώντας στον κρόκο να τα ιστορήσει χαρτί και καλαμάρι, κάποιος να ξέρει, δια παν ενδεχόμενο, ας είναι κι ο Χρηστάκης, καλός άνθρωπος, και για να μην ξεβολεύεται, ο αθεόφοβος, ευσυγκίνητος κιόλας, μάνα και κόρες, τις Χιλιάνες στο Βαλπαραΐσο, τις φώναζε Φρόσω, Τασούλα, Βαγγελιώ, όπως τις άλλες, κάτω στο Αιγαίο.
   Μιαν άλλη αγάπη, μόνο του Νικηφόρου μπορούσε να την εξομολογηθεί, είχανε κάτι μητρικό τα μάτια του, καστανά και συνηθισμένα, ξεμοναχιάζανε όσους βάραινε μυστικό, ακούμπησέ το σ' εμένα, ψιθυρίζανε, και μείνε ήσυχος, τσιμπούσανε μια μπουκιά κασέρι, για να σου πω λοιπόν, έκανε ο καπετάνιος, μα τελευταία στιγμή, σαν να μούδιασε η γλώσσα του, ξέρεις, βρε συ, όταν πέφτουμε σε τυφώνες, το βαφτιστηράκι μου νοιάζομαι πιο πολύ, ορφανό και μοναχοπαίδι, από δώδεκα χρονώ το σέρνω στις θάλασσες και η μάνα του τού τρέφει άρρωστο πάθος, αμόλησε κάτι άλλο που δεν ήτανε πάντως ψέμα.
   Ο μακαρίτης δεν το 'χαψε, έπιανε αυτός τα ραδιοσήματα των ψυχών, λας σενιάλες ντελ άλμα, ίσια στα μάτια τον κοίταξε, μέχρι που ο Σαλταφέρος τα κατέβασε στο πιατάκι με το τυρί, κι αυτός, κυκλώνοντας με το πάσο του τον αναπαυμένο πια ορίζοντα, έπιασε να σιγανοτραγουδάει, φύσα μαϊστραλάκι μου και φέρε το πουλάκι μου, πάντα με το τσιγάρο το βαρύ στο χέρι.

   Στις εννέα Ιουλίου, Τετάρτη, ο Σπύρος Μαλταμπές τής άγγιξε το χέρι, στις δεκαεφτά Ιουλίου, την επόμενη Πέμπτη δηλαδή, της το 'σφιξε κιόλας, όχι το δεξί αυτή τη φορά, το άλλο, το χάιδεψε αργά, το ξανάσφιξε, έτριψε εκεί που διχαλώνουν δυο δυο τα δάχτυλα. Μαζεύτηκε κι αυτή σαν σαλιγκαράκι, ένιωσε ένα κάψιμο παντού κι αμέσως μετά την καρδιά της, δίχως ήχο, να σκάει σαν ρόδι και τα ρουμπινάκια να διαγράφουν τόξα, να ξανασκοντάφτουν στους ώμους της και πάνω του, να αναπηδούν στις πλάκες του αγίου, σαν πυγολαμπίδες. Πέθανα φαίνεται, της ήρθε στο νου χωρίς να φοβάται ή να μετανοεί.
   Στις είκοσι μία του μηνός, ημέρα Δευτέρα, της άνοιξε τις αφέλειες, για να δω τα μάτια σου, Όρσα, πριν αποσκοτεινιάσει, αλλά το χέρι του έμεινε στα μαλλιά της ώρα πολλή, τρυπούσε με το δάχτυλο τη σφιχτή κοτσίδα, πασπάτευε και ζύγιζε, με τα πετσιασμένα ακροδάχτυλα ακούμπησε στα μηνίγγια, στο σβέρκο, πλάι στο λαιμό, έκανε τα μισοφέγγαρα των αυτιών, τα μισοφέγγαρα των φρυδιών, την ευθεία της μύτης, το οβάλ του πιγουνιού.
   Τα αντρικά δάχτυλα είναι βαριά. Σ' αγγίζουνε μόνο και μαρμαρώνεις.
   Οι τοποθεσίες τώρα.
   Το πρώτο ραντεβού ήτανε κάτω στο γεφυράκι, πίσω από τα πλατάνια και τις αγριοσυκιές, απομεσήμερο κι η Όρσα είχε τη δικαιολογία ότι πήγαινε πεπονόφλουδες, καρπουζόφλουδες, αγγουρόφλουδες στο κοτέτσι του νεκροθάφτη που τους έδινε τα παραπανίσια αυγά, και σε άλλη περίπτωση θα πρόσεχε μην πατήσει τη γλίτσα στις χοχλάκες και κωλοκαθίσει μες στο νερό, φοβόταν πολύ νεροφίδες, σκωλίδες, αμπελούδες, οχιές, είχε λιποθυμήσει και με εύχιο. Πήγε στο πρώτο ραντεβού χωρίς τη μαγκούρα για το σαματά που διώχνει τα ερπετά, πύρωνε ο ήλιος στέγες, σκάλες, σέρες, μάντρες, κόσκινο έκανε τις φυλλωσιές, ούτε πονοκέφαλο είχε όμως, μούσκεμα στον ιδρώτα κατρακυλούσε τρισευτυχισμένη προς το ποταμάκι, λησμόνησε και το νεκροθάφτη· παρουσιάστηκε στο πρώτο της ραντεβού βαστώντας στα δυο της χέρια το μεγάλο τους ταψί με τ' αποφάγια, φλούδια, σπόρια και ξεροκόμματα μες στη λίγδα. 
   Το δεύτερο ραντεβού αλλού, πίσω από το ιερό του Αγίου Δημητρίου, ήτανε σούρουπο και πήγαινε στη νονά της ν' αποσπερίσουν παρέα, την έτρωγε τη μαύρη η μοναξιά μέσα στην ξεραΐλα, χωρίς γειτόνισσες, μ' ένα σκύλο αβάφτιστο που δε γάβγιζε ποτέ. Τα σκίνα θεριά, ο τοίχος καυτός ακόμα, ο Άγιος Δημήτριος ναρκωμένος, άγιος του Οκτώβρη αυτός. Τέλος φθινοπώρου, μες στις ζέστες, όλοι τρέχανε να κουμαντάρουν τους καλοκαιρινούς Αγίους, Πέτρο και Παύλο πρώτους και καλύτερους, Κοσμά και Δαμιανό, Αγίους Αναργύρους, τον Προφήτη Ηλία, την Αγία Παρασκευή, τον Άγιο Παντελεήμονα. Από τα εξωχώραφα δεν πέρναγε ψυχή, οι δυο χιλιάδες κάτοικοι της πόλης αγνοούσαν το ειδύλλιο. Μόνοι μάρτυρες κάτι χελιδόνια που φτεροκοπούσανε καθώς σαλτάρανε να κρυφτούν στις φωλιές τους κάτω από την τσίγκινη σκεπάστρα της θύρας.
   Αργότερα, όταν η Όρσα ανηφόρισε στη νονά, ο νους της ήταν αλλού, να τη συντροφέψει πήγε, άχνα δεν έβγαλε, χάζευε τ' άστρα. Βαρέθηκε κι εκείνη, μπορεί και να τσαντίστηκε που το κορίτσι δεν την είχε άξια για μυστικά, γέμισε την ποδιά της ψιλοφάσουλα, μια ώρα πάστρευε μέσα στο σκοτάδι αφήνοντας τη βαφτισιμιά στον κόσμο της, μέχρι που αποκοιμήθηκε στο ντιβανάκι κάτω από τη λυκαστρίνα.
   Το τρίτο ραντεβού, κόντευε να νυχτώσει, είχε φεγγάρι κιόλας, ο Σπύρος Μαλταμπές κατέβηκε πρώτος στην ακροθαλασσιά και την περίμενε, στη μικρή σπηλιά όπου οι καππαριές κρέμονταν από τα βράχια σαν αφέλειες κι αυτές και της έκρυβαν το κούτελο.
   Βγάλανε τα παπούτσια, βράχηκαν ως τον αστράγαλο στο χλιαρό νερό, έκανε να την αγγίξει στο γόνατο και της έφυγε μια πνιχτή φρασούλα, μη, μωρέ Σπύρο, είχε στα μάτια του μια υπερκόσμια δύναμη που την παρέλυε και στα χέρια του άλλη μια που τη ζεματούσε, καρβουνάκι στο θυμιατό. Ρεγουλάρισε την ανάσα της και κόλλησε το αυτί στο στήθος του, μπουρού με τους ήχους μακρινών ωκεανών, και πού δεν είχε ταξιδέψει αυτός, έκλεινε κατά προτίμηση ζόρικους μπάρκους και η μεγάλη του αγάπη κάτι λιμάνια του διαόλου. Το κορίτσι φορούσε το κοραλλί μεταξωτό. Σε νυχτερινό ραντεβού το χρώμα πήγαινε χαράμι. Το άγγιγμα όμως όχι. 
   Ραντεβού αριθμός τέσσερα, Κυριακή, είκοσι εφτά Ιουλίου, καλεσμένοι σε Παντελήδες όλοι, σούρτα φέρτα και τέλειο άλλοθι για ένα ακόμα ξεπόρτισμα στον αυλόγυρο κάποιου άλλου αγίου, οποιουδήποτε, είχαν άριστες σχέσεις με όλους.
   Για το πρώτο φιλί η Όρσα φόρεσε το μπρικέ μεταξωτό, ολόκληρα τόπια της έστελνε ο πατέρας της παλιότερα, που έκανε συχνά Καλκούτα-Βομβάη, πέρασε σε κλωστή γιασεμιά και καρφίτσωσε το μπουκέτο στο τιραντάκι της, δρόσισε μπράτσα, ντεκολτέ, αυτιά με κολόνια, ράντισε και τα μαλλιά, λόγω ημέρας ο καλλωπισμός δε θα κινούσε υποψίες, δεν ήταν ανάγκη πριν επιστρέψει σπίτι να κρυφοξεπλένεται σε κρήνες και νεροσυρμές.
   Το μπρικέ μεταξωτό ο Σπύρος Μαλταμπές το τίμησε δεόντως και το κατατσαλάκωσε, έσφιγγε και φιλούσε το κορίτσι του και το 'γδερνε με τις πετσικαρισμένες παλάμες του, άλλο που δεν ήθελε η Όρσα, τον αγαπούσε εδώ και εφτά χρόνια, από τα δώδεκα δεκατρία της, από έναν Νοέμβριο που έβρεχε καταρρακτωδώς, κι αυτός, στα δεκαεννιά τότε, είχε ξεντυθεί κι έκανε μακροβούτι για ένα στοίχημα με κάτι άλλους, και τα φιλιά του τα είχε ονειρευτεί έτσι ακριβώς, λιγάκι άγρια σαν κύματα, πολύ σίγουρα, σαν ανεξίτηλες σφραγίδες στα χείλη της.
   - Πες μου ντε ποιος είναι, την πίεζε την επομένη η Νανά Μπουραντά-Καραπιπέρη, στα χαρτιά φιλόλογος, στη διάθεση μαθήτρια, μα η Όρσα παρέμενε σιωπηλή, δεν ήθελε επί του παρόντος να μοιραστεί το μυστικό της. Όλα είχαν συμβεί όπως ακριβώς τα είχε επιθυμήσει. Ραντεβού κρυφά, τοποθεσίες ερημικές, λόγια απόρρητα, δικαιολογίες περίτεχνες, παραφορά και μικροπανικός. Κάθε έρωτας, και ειδικά ο πρώτος, πρέπει για αρκετό καιρό να μην κερνάει τρίτους.
   Το βεραμάν διώροφο της καθηγήτριας είχε σήμα κατατεθέν τη διάσημη λευκή τριανταφυλλιά, ποικιλία Ιαπωνίας, που του στεφάνωνε βεράντες και παράθυρα και μες στο κατακαλόκαιρο έμοιαζε χιονισμένο. Πίνανε καφέ οι δυο τους, και πριν χηρέψει η κυρία Νανά είχε κοριτσίστικες σχέσεις με πρώην μαθήτριες.
   Η Όρσα πήγαινε πού και πού, κυρίως την επομένη των ραντεβού, όταν ήθελε να καλμάρει, να επανέλθει στη συνηθισμένη αδιατάραχτη εικόνα της, μην πάρει μυρωδιά η μάνα της.
   Κοίταξε τη Νανά με περισσότερη επιείκεια, καλοχτενισμένα μαλλιά, καλοβαμμένα χείλη, δυο κιτρινισμένα δάχτυλα, καθισμένη σταυροπόδι πάνω στην καινούρια πουαντιγιέ φούστα με τις αιώνιες πιέτες και διαθέσιμη· το κυριότερο αυτό, ανά πάσα στιγμή διαθέσιμη. Την κολάκευε η εμπιστοσύνη των κοριτσιών και ποτέ δεν τους έκανε χαλάστρα, συναδέλφους, γονείς και κηδεμόνες δεν τους ενημέρωνε, ακόμα κι όταν έπρεπε.
   - Προχθές απασχολούσαν τη σκέψη μου τα παράταιρα ζευγάρια της πόλης, έκανα τις αναδιατάξεις μου και ξαναπάντρεψα τους μισούς από την αρχή. Ο γυμνασιάρχης είναι πλασμένος για τη Γλυνού και η γυναίκα του ταιριάζει γάντι στον τυπογράφο. Ο παπα-Φίλιππας εξάλλου θα ζούσε καλύτερα με τη Φραντζέσκα.
   - Κι η παπαδιά του με τον Άγιο Φανούριο, η Όρσα την άκουγε δυο τρεις φορές την ημέρα να ψάχνει τον άντρα της στα ξένα σπίτια.
   - Ο φωτογράφος ταιριάζει με τη Νότα του ζαχαροπλάστη, συνέχισε η Νανά.
   - Κι ο ζαχαροπλάστης με τη σοκολατίνα του, ξανάπε η Όρσα και η καθηγήτρια ενθουσιάστηκε, η εικοσάχρονη πρώην μαθήτριά της ήταν φυσικό να τα βλέπει όλα αυτά σαν αστείο, ένα παιχνίδι βεράντας, για να σκοτώνουν την ώρα που στην πόλη τους κυλούσε πιο αργά από αλλού, η πείρα της ζωής όμως μαζί με τα αναρίθμητα απογεύματα που η ίδια αφιέρωνε σε παρατηρήσεις ουσίας και στοχασμούς δε σήκωναν αμφισβητήσεις.
   - Ναι, καλό μου, η έπαρση της νιότης είναι το ωραιότερο λάθος στη ζωή, πολύ συχνά τα ταίρια σμίγουν αταίριαστα και χίλιες φορές καλύτερα ο ζαχαροπλάστης να παντρευότανε μια πάστα και να άφηνε ήσυχη τη Νότα· μαθήτριά της προ ετών κι αυτή, που της έφερνε σε δισκάκι με σελοφάν και φιόγκο τα γλυκάκια και σε άλλη θεαματική πλην διαφανή συσκευασία το κενό του έγγαμου βίου της, ξεφτέρι η Νανά, κάτω από τα στερεότυπα και τα καθησυχαστικά αλίευε τις μικροαπογοητεύσεις. 

   - Κανονίζω για Αθήνας, είπε η Μίνα, της είχε στείλει ειδοποίηση ο Κουρμούλης, ένα οικοπεδάκι στην Κηφισιά, καλούτσικο, τετρακόσιες πενήντα πήχες, δίπλα στο άλλο που είχε παζαρέψει πρόπερσι, Πέτρου και Παύλου, να ματίσει τα δυο τσουρούτικα, να κάνει ένα σωστό, έλα μάνι μάνι να σιάξουμε τα συμβόλαια, της είχε μηνύσει.
   Η Μίνα Σαλταφέρου είχε τους ανθρώπους της, έπαιρνε τις πληροφορίες της, έκανε τους λογαριασμούς της και οι λίρες πιάνανε τόπο. Έβαζε κατόπιν τη Μόσχα -η μεγάλη δε συγκατένευε- κι αντέγραφε τα συμβόλαια με ωραία καθαρά γράμματα, τα ταχυδρομούσε του άλλου αυθημερόν, εσύ μπορεί να σαπίζεις στον ωκεανό, αλλά κι εγώ δε χασομερώ, έβαζε δυο λόγια από κάτω· με τον άντρα της δε συνηθίζανε τις πολλές κουβέντες.
   Ιούλιο του '27 έγινε παρανάλωμα το κέντρο του Πειραιά, Φεβρουάριο του '28 στάχτη πενήντα καταστήματα στο Μοναστηράκι, άλλοι χάσανε, η Σαλταφέραινα όχι, αν και οι επενδύσεις της κατά κανόνα γίνονταν στην Αττική, έβαζε στο μάτι ένα κουρείο, ένα ραφείο, ένα χωραφάκι κι έκανε ξερή αξιολόγηση, πανταχόθεν ελεύθερη αναμνήσεων, εφηβικών αναπολήσεων, πατρογονικών πάρε δώσε και ανεπιθύμητων γειτνιάσεων, λόγοι που την απέτρεπαν να κυνηγάει αγορές στο νησί της, κι ας είχε κάνει παιδάκι προτού γυρίσει ο αιώνας, στη Σμύρνη.
   Οι κόρες ξέρανε την αφοσίωσή της στους κτηματομεσίτες, ο Κουρμούλης, ας έκανε κι αλλιώς, μάζευε τα κελεπούρια για τη Σαλταφέραινα κι έδινε στις άλλες τα αποφάγια.
   Για Αθήνας λοιπόν είχε να ταξιδέψει δυο ολόκληρα χρόνια, ξεπροβοδούσε τον άλλο τότε κι έμεινε στο Ιόνιον τρεις μέρες παραπάνω για τις παραγγελίες, υποδήματα από του Πλυτά, στοά Αρσακείου 5, βαρύτιμα κάδρα και λοιπά, οδηγοί ταξί και ιδιοκτήτες λεωφορείων απεργούσαν λόγω αντιθέσεως με την εγγλέζικη Πάουερ, πανελλήνιος σάλος, ένα χάος, κι είχε δεινοπαθήσει να φέρει βόλτα τις υποχρεώσεις της, τώρα όμως οι συγκοινωνίες δουλεύανε ρολόι κι από το λιμάνι γραμμή στον αφροδισιολόγο, έναν Νικολαΐδη, στον κεντρικό Πειραιά.
   - Έτσι κι έτσι, του είπε, ο πατέρας άρπαξε σύφιλη, πάνε χρόνια τώρα, η ζημιά του 'μεινε, στραβώθηκε, λωλάθηκε, θαρρεί πως είναι ο ποιος, αλλά εγώ ενδιαφέρομαι για το γιο.
   - Νευροσύφιλη; ρώτησε ο γιατρός.
   - Εγώ θα βρω;
   Η Σαλταφέραινα έβαλε κάτω τις χρονολογίες, Δεκαπενταύγουστο του 1911 ο καπετάν Βατοκούζης, ξέμπαρκος και δωρητής της πλακοστρώσεως της αυλής του ναού, δε φάνηκε στο πανηγύρι, τα πλευρά του γεμάτα κοκκινίλες, άνθη της ροδακινιάς, της είχε πει στο αυτί η γυναίκα του άκεφη, έσερνε μαζί το γιο, θα 'τανε εφτά χρονών. Το κοριτσάκι της η μακαρίτισσα η Μερσίνα Βατοκούζη το έκανε το 1914. Κόπηκε το δύστυχο λουρίδες, έλιωσε προτού καλά καλά σαραντίσει.
   Παλιά, όταν βούλιαξε ο ΑΝΤΩΝΙΟΣ Π. στις Σκύλες, Scilly Islands, καταχείμωνο του 1905, είχανε ρίξει το φταίξιμο στον Μάριο, τον αδερφό της Μίνας. Οι πνιγμένοι τρεις και το καράβι καινούριο με ρήγμα ανεπανόρθωτο. Η πατρική οικογένεια της Μερσίνας Βατοκούζη, Ναυτιλιακή Γαιανθρακική Εταρεία Ν. Δανιόλος και Υιός, τότε είχανε ένα γραφείο και στη Σύρα, δώσανε το πλοίο για παλιοσίδερα και πήραν πίσω κάτι λίγα, δυόμισι χιλιάδες λίρες Αγγλίας. Ο Μάριος το 'ριξε στο πιοτό. Θεός σχωρέσ' τη, ήτανε η Μερσίνα που πιπίλισε το μυαλό του κύρη της, πήρε τον Μάριο πίσω στη δουλειά, τον έφερε πίσω στη ζωή κι αυτός εργάστηκε σαν σκυλί, έπαιρνε όλα τα επικίνδυνα φορτία, αμμωνία, νίτρα, ναφθαλίνες, βερνίκια και πίσσα. Το '22, που ο Νουρεντίν πασάς κατέκαψε τη Σμύρνη, μάζεψε από τη Μικρασία καμπόσα δρομολόγια φαντάρους και το '23 χάθηκε κι αυτός σαν ναυτικός στον πάτο της Μάγχης κι όχι σαν μπεκρούλιακας, να ντρέπεται το τέκνο του, φευγάτο πια στο Γιοχάνεσμπουργκ, στα εγγλέζικα αδαμαντωρυχεία.
   Χιλιάδες κόσμος αντέχει την Αφρική ή η Αφρική σηκώνει χιλιάδες κόσμο, ορθά και τα δύο, σκεφτόταν η Σαλταφέραινα που περίμενε μάταια ένα γράμμα από τον ανιψιό, έστω με περιγραφή εξόρυξης διαμαντιών.
   - Τι φάρμακα λαμβάνει ο ασθενής, την επανέφερε ο Νικολαϊδης,βισμούθιο, σαλβαρσάνη ή υδραργυρικά και ιωδιούχα;
   Και ποια τους δεν τα ήξερε, η μοίρα τους, τα λέγανε και στης Μούραινας. Ρώτησε και για την υγεία του γιου ο αφροδισιολόγος, δεν παίρνω όρκο κυρία Φαρακούκη, η Μίνα είχε δώσει ψεύτικο επώνυμο, δεν παίρνω όρκο, αλλά μάλλον ο υιός συνελήφθη πριν μολυνθεί από τη σύφιλη ο πατέρας.
   Τελικά θα τον κάνω γαμπρό και πρέπει να βιαστώ, αποφάσισε η Σαλταφέραινα, γιατί πολύ αφηρημένη κι αλλοπαρμένη της φαινόταν τελευταία η μεγάλη, όταν βολιδοσκόπησε τη Μίνα ο Τώνης, ο αρχιλογιστής των Βατοκούζηδων και των Χαδούληδων, και με τρόπο πέταξε και πέντε στρογγυλά νούμερα για τα περιουσιακά, ένιωσε ένα γδούπο στην καρδιά, η πρωτότοκη κόρη της κατά γενική ομολογία ήταν παρά δέκα πόντους μπόι σωστή Αφροδίτη, αλλά τέλος πάντων ο Νίκος γερός έδειχνε, αρχοντικός, ο παράς ήταν δέλεαρ, η κόρη πολυέξοδη και ένας τέτοιος γάμος θα ήταν η καλύτερη αποπληρωμή του προσωπικού της γραμματίου στην ψυχή της Μερσίνας, είχε συντρέξει τη φαμίλια της, ένα μερσί της το χρωστούσε.
   Τακτοποίησε και την υπόθεση του οικοπέδου, είκοσι πέντε χρυσές λίρες Αγγλίας, γύρισε στην Άνδρο και ταχυδρόμησε στον Σάββα αντίγραφο του συμβολαίου, η υπογραφή μπήκε έξι Αυγούστου, ανήμερα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, του έγραψε, του σημείωσε και το μικροποσόν που έδωσε στον έρανο υπέρ των σεισμόπληκτων της Ιταλίας, λίγα πράματα, οι προπέρσινοι σεισμοί σε Ιαπωνία, Γιουγκοσλαβία, Παλαιστίνη, Πακιστάν και Ιταλία πάλι την είχαν ξεπαραδιάσει.
   Για τα προξενιά θα τον ενημερώσω στο μέλλον, αφού τελειώσει η υπόθεση, αποφάσισε και ξανακαταπιάστηκε με την αιώνια λάτρα.    

   Στης Μούραινας κάθε απόγευμα γινόταν προσκύνημα, κούτσου κούτσου να σου και θρονιάζονταν στη σάλα, αμάσητους καταπίνανε τους κουραμπιέδες, η Μούραινα μάλιστα, στουπί από ρακές, μαστίχες, λικεράκια, ξεστόμιζε διάφορα πονηρά και στα πιο πετυχημένα τα χαχανητά και τα σους ανάκατα κοινοποιούσαν την αμαρτία και παραέξω. Τα γειτονάκια σούρνονταν στα τέσσερα, τόσο δα χαμηλό τούς είχε βγει το μαντράκι, κρυφακούγανε και αποστηθίζανε τα αστρόλογα, στο δημοτικό το μάθημα αυτό το ξέρανε φαρσί όλα. Ο δάσκαλος, για να κατσαδιάσει τάχα τη Μούραινα, τα τσίγκλιζε να του τα μαρτυρούν κι αυτουνού, ήσυχος άνθρωπος ο κύριος Στρατάκης, σκεφτόταν η Μόσχα, το μόνο του κουσούρι.
   - Από την ίδια τρύπα βγήκανε, ο ένας γιος γαμούσε σαν κορεάτικος τυφώνας, ο άλλος σαν σοροκάδα, από τις νύφες πήρα τις πληροφορίες εγώ, έψαχνε τις προάλλες τη μάνα της και τα άκουσε αυτά η Μόσχα με τα ίδια της τ' αυτιά, είχε μάλιστα τόση φόρα η Μούραινα, που δεν πρόλαβε να κόψει τη φράση ή να τα μπαλώσει.
   Δεν της έκανε και τόση εντύπωση αυτό που άκουσε όσο αυτό που είδε, τις αναψοκοκκινισμένες μουσαφίρισσες που δεν πήραν χαμπάρι το κορίτσι, πού να κρατηθούν αυτές, το χαβά τους, κρέμονταν από τα χείλη της χοντρής που κοκορευόταν πως ο λεγάμενός της δεν μπορούσε να τη σύρει έξω, γιατί η άγκυρά του έβρισκε στις τρίχες της.
   Όταν η Μόσχα ήταν έντεκα δώδεκα και δεκατριών ακόμα, πονηρευόταν, την έτρωγε η περιέργεια, κι όποτε η μάνα της, αραιά και πού, έπαιρνε το πανεράκι με ό,τι άρραφτο κι έβαζε πλώρη για της Μούραινας ή όπου αλλού μαζεύονταν όλες και το ασυμμάζευτο στόμα πρώτη και καλύτερη, έβρισκε αφορμή να ορμήσει άξαφνα κι ό,τι αρπάξει το αυτί της, τα αντέγραφε σε μικροσκοπικά χαρτάκια και πρωταγωνιστούσε κατόπιν στην παρέα με Κατίνα, Κική, Μαρί, ο πούτσος του κατάρτι, εξήντα αρχίδια στο βαπόρι ίσον τριάντα άντρες πλήρωμα, λαρδομούνες επειδή πιάνανε εκεί ξίγκι, αμάλαγες μήνες και χρόνια, η Αργεντινή βγάζει τις καλύτερες κουβέρτες γιατί είναι μπουρδέλο και σκέφτονται μόνο το κρεβάτι κι επίσης το πολύ λεμόνι του νησιού ξινίζει το φιλί, καμιά φορά και το πουτί.
   Όλα αυτά ως τα δεκατρία, έστω δεκατριάμισι, ήταν ένας απαγορευμένος θησαυρός, ένα επιθυμητό βασανάκι, τι θα πει εκείνο, τι το άλλο, αναρωτιόντουσαν οι μικρές, μυστήριον ο έρως φουντώνει κάθε θέρος, διότι τους χειμώνες όλες θα είναι μόνες και τα λοιπά.
   Η Μόσχα δεν έβρισκε μια καλή ιδέα για να της δώσει σημασία η Όρσα, τρία χρόνια μεγαλύτερή της, αυτό δε θα άλλαζε ποτέ, πάντα θα ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερή της η χαϊδεμένη του μπαμπά, που χωρίς να είναι ψηλομύτα, κλειδωνότανε στην κάμαρά της με τις ώρες, κιχ δεν ακουγόταν από μέσα, ή ξάπλωνε ανάσκελα στο μπεντενάκι και κοίταζε το Μάτι του Θεού, εκεί που κουτουλάνε δυο βουνά και τα σύννεφα πάντα βιάζονται.
   Ορσούλα, σε μισώ, αυτό να λέγεται, σκεφτόταν η Μόσχα, μην αγαπήσεις όμως ναυτικό γιατί, εκτός από το φόβο του χαμού του, θα κρέμεσαι κι εσύ από το στόμα της Μούραινας, που θα 'χει πια παραγεράσει και πραγματικά, τριάντα οχτώ χρονών η φάλαινα και αγκομαχούσε να σκαρφιστεί κάτι πρωτότυπο, οι χήρες ειδικά δεν κάθονταν αδιαμαρτύρητα ν' ακούνε τα ίδια και τα ίδια, απαιτούσαν ανανέωση. Πριν πλακώσουνε λοιπόν τα καφεδόμπρικα, έσπαγε το κεφάλι της να ευφράνει τις γυναίκες, που, χήρες και μη, πέφτανε κάθε βράδυ στα στρωσίδια μόνες.
   Λίγους μήνες πριν, η Μόσχα χάζευε τον τεχνίτη που είχε έρθει από την Αθήνα και επισκεύαζε σομιέδες. Στο διπλό κρεβάτι των γονιών της η λακκούβα ήταν στη μια μεριά, κάτι μουρμούρισε αυτός και χασκογέλασε, κι η μάνα της την ξαπόστειλε στο παρακούζινο να ψήσει τον καφέ. Θα ερχόταν το τέλος και το ζεύγος Σαλταφέρου δε θα είχαν λιώσει μαζί ένα ζεύγος σεντόνια.
   Έβρεχε κιόλας, σπαθιές οι στάλες, παντού λασπουριά, βρωμίσαμε κλεισούρα οι τρεις γυναίκες, έβριζε καμιά φορά η Μόσχα, που το κέφι της έστρωνε μόνο την ώρα των αγγλικών στο γυμνάσιο. Γαλατένιο δέρμα, αδύνατος σαν τσίχλα, κυματιστά καστανά μαλλιά, αυτό ήταν ο Ντέιβιντ και την προχωρούσε στο μάθημα πιο γρήγορα από τους άλλους, της είχε δώσει, Τρίτη, το The Tower of London, 631 σελίδες, και του το επέστρεψε Παρασκευή ξεκοκαλισμένο, άθλος, ήθελε να τον πείσει ότι η διαφορά της γλώσσας δε θα στεκόταν εμπόδιο ανάμεσά τους, και ο Βρετανός, δύσπιστος, έκανε κάτι ερωτήσεις, μα αυτή του τα είπε νεράκι. Μόλις χτύπησε το κουδούνι, ίσως για να της ζητήσει συγγνώμη, stay for a while, της είπε και εντελώς ξεκάρφωτα της έδειξε μια κάρτα, η κοπελίτσα δε συγκράτησε το όνομα του ζωγράφου, Αμερικανός πάντως, μια χριστουγεννιάτικη νύχτα ο Τάμεσης παγωμένος, καΐκια και ιστιοφόρα τραβηγμένα στις όχθες, είχε ταχυπαλμία και μπέρδεψε τις λεπτομέρειες.
   Κάτι άλλες κολλούσαν εκεί, το πεπρωμένον φυγείν αδύνατον και ένα είδος πεπρωμένου ήταν και η καταδίκη τους να στραβώνονται σκυφτές στους καμβάδες, να μετρούν και να ξαναμετρούν πόντους και βελονιές τα αργόσυρτα απογεύματα και τα κρύα βράδια του χειμώνα με τις λέξεις στο σπίτι μετρημένες, δυο στην κουζίνα κι άλλες δυο στο κελάρι, κάθε μέρα ίδιες. Η Μόσχα σιχαινόταν το κέντημα, ίσως γιατί ένας άγραφος νόμος τις υποχρέωνε όλες να κεντούν αυτό το λυπητερό κάδρο και να το κρεμούν στην πιο περίοπτη θέση της σάλας για να τις σπιουνεύει μια ζωή και να τις απειλεί, άκου λέει το πεπρωμένον φυγείν αδύνατον. Αν η βλαμμένη η Όρσα της έλεγε και κανένα μυστικό, η Μόσχα θα της εμπιστευόταν τα δικά της, θα την ξεκούναγε, το πεπρωμένον φυγείν δυνατόν, εγώ πάντως με ναυτικό δεν, απλώς δεν, τρόμαζε μη γίνει κι αυτή πελάτισσα της Μούραινας.
   Κατερίνα, πες αλεύρι, ο Καβοντόρος σε γυρεύει, όποτε είχε φουσκοθαλασσιά κάτι αντίχριστα παίρνανε με τις λεμονόκουπες την Κατερίνα Μπασαντή, ο άντρας της, μάγειρας, είχε πνιγεί σε αύτανδρο ναυάγιο στην άλλη άκρη του κόσμου δώδεκα χρόνια πριν, κι από τότε η γυναίκα δεν άντεχε να βλέπει το μπλε της θάλασσας, είχε μετακομίσει πίσω από ένα μονότονο βουναλάκι και με τη συνοδεία και την προστασία της Μόσχας έκανε δεκαπλάσιους ποδαρόδρομους για να αποφεύγει σοκάκια που στο βάθος τους διακρινόταν ένα κομματάκι Αιγαίο, καμιά φορά κάρφωνε όρθια στο μάγουλο την παλάμη της να απομακρύνει από το μάτι της κάθε υποψία πελάγους.
   Δεν ήταν τρελή, ήταν ασυνήθιστη.
   Ούτε η Μόσχα ήθελε τη θάλασσα, ήταν μοιραίο λοιπόν να αγαπήσει τον Άγγλο καθηγητή και μόνη, ξαπλωτή και σαν ξεθωριασμένη πίσω από το τούλι της κουνουπιέρας του σιδερένιου κρεβατιού της, να ονειρεύεται απόδραση από τη Μικρά Αγγλία, όπως είχαν βαφτίσει την Άνδρο μεγαλοεφοπλιστές με γραφεία και συμφέροντα στο Λονδίνο και μικροκαραβοκυραίοι με παρόμοιες φιλοδοξίες, εγκατάσταση στη Μεγάλη, την αυθεντική, τσάγια, κέικ και μακροσκελείς συζυγικούς  διαλόγους στα εγγλέζικα για θέματα εκλεπτυσμένα, προχωρημένα και ευρωπαϊκά.

   Δει χρημάτων και άνευ τούτων ουδέν εστί γενέσθαι των δεόντων, Δημοσθένης, τον πρόλαβε τον Σαλταφέρο, ειδάλλως θα το διατύπωνε πρώτος ο καπετάνιος εκείνο το πρωί κατά τις δεκάμισι που παρελήφθη το τηλεγράφημα, άτιμη η θάλασσα σε όλες τις άκρες της, Κωνστάντζα, Κάρντιφ, Ντιέγκο Σουαρέζ και Μαρακαΐμπο, πουτάνες, γιαλό γιαλό περικύκλωναν τους ωκεανούς, αμέτρητες, και αρχιπουτάνα η ίδια η θάλασσα, εκεί που σε πλουταίνει εκεί σε ξεβρακώνει κιόλας, ο Σάββας έβραζε από θυμό και στενοχώρια.
   Μετά βαρυαλγούσης καρδίας αναφέρω ότι ο φυγόδημος και αείμνηστος Ιάσων Τελεμές, προσβληθείς υπό ινφλουέντζας και ερυσιπέλατος, απεβίωσεν εν Νέα Υόρκη την 17ην Ιουλίου 1929, καλαμαράς ο γιος του χταποδάκια, άβρεχτος, ατυχήσας στον εφοπλισμό, του βουλιάξανε τα καράβια, όλα κι όλα δυο, η ΜΑΡΟΥΣΙΩ του 1907, αγορασθείσα το 1916 αντί 11.000 λιρών, χάθηκε το 1917 στα παράλια της Ουρουγουάης, η ΚΥΜΑΤΙΑΝΗ του 1908, αγορασθείσα το 1925 αντί 27.000 λιρών, χάθηκε πλέουσα κατά τις Φιλιππίνες, άφαντη και η συμβία, ρέστος απέμεινε ο Τελεμές, με χρέη και γραμμάτια στην κωλοπολιτεία που τον ξέκανε.
   Φίλος από τα παλιά ο Ιάσων, μωρέ σαν πολλοί πεθαίνουνε τώρα τελευταία, σκεφτόταν ο Σαλταφέρος διχασμένος, αγαπούσε τη θάλασσα, φοβόταν όμως την κατάληξη, να ξεμείνει κανείς σ' έναν τόπο από τον οποίο θα απουσιάζουν τα παιδικά του χρόνια, φιγούρες, σκιές, λόγια, άλλοι ήχοι, διαδρομές, χρώματα, πόσο διαφορετικά τα μπλε της θαλάσσης, όπως προτιμούσε τη γενική ο καπετάνιος, για λόγους κύρους των νερών, πόσο διαφορετικά τα μπλε, στον Μπέη, μετά τα Εισόδια της Θεοτόκου, γκρίζα και λαδιά, μέχρι να σηκωθεί ο γαρμπής και να τα βάψει μολυβιά, τα αφρικάνικα πάλι πορτοκαλιά, ιδίως τα απογεύματα, όσο για τα μπλε της θάλασσας των Κοραλλιών, άλλο πράγμα, εκεί τα ύδατα αναβοσβήνουνε και φωσφορίζουνε σαν χριστουγεννιάτικες γιρλάντες με λαμπιόνια, όπως τα μανταρινάκια στο μασιδάκι, με τις πρωινές στάλες στο φλούδι, πέρα στον Καβοντόρο να ανάβει η ανατολή, τα φρούτα να στραφταλίζουνε σαν ηλεκτρικά και να ζαβλακώνουν τα σπουργίτια που το βουλώνανε. Μικρός ο τόπος μα οι παραξενιές του ατελείωτες και οι θαλασσίτσες του θείο μπλε, εκεί που είναι κάλμα σαν ξεδιψαστικές γκαζόζες, εκεί φουσκώνουν και θαλασσοπνίγουνε, όπως τον χταποδάκια, αυτοκράτορας της πρέφας ο Πασχάλης Τελεμές, ασί ες λα βίδα.
   Πενηντάρης ο Σαλταφέρος, δεν είχε πια το θάρρος της άγνοιας και το χρόνο με το μέρος του, είχε το βαρύ φορτίο της πείρας και της ηλικίας κι έναν ραγδαία αυξανόμενο συναισθηματισμό, μια ιδέα γλυκερό, λέγανε οι νεότεροι, από αντίδραση ίσως στην ολότελα στεγνή γυναίκα του που εκείνο τον καιρό έβαζε κάτω λοιπούς εν ζωή Τελεμέδες, Μαρήδες, Βαλμάδες, Ζανήδες, καλαμαράκηδες, χταποδάκηδες, παλαμυδάκηδες, καραβιδάκηδες και αστακούς, αναμετρούσε, συνέκρινε και σχεδίαζε γάμους εν κρυπτώ, αιφνιδίαζε η Μίνα σαν υπουργός των Οικονομικών που κάνει υποτίμηση, και ο καπετάνιος χιλιάδες μίλια μακριά περίμενε τα απόνερα των ελιγμών της. Δεν είχε ποτέ διαβάσει την ψυχή της γυναίκας του, είχαν χάσει κάποιες ευκαιρίες και τώρα κανένας από τους δυο δεν είχε διάθεση για τέτοια, δεν υπήρχε τρόπος, άλλωστε έκαναν ό,τι ακριβώς τα πολλά ζευγάρια καπεταναίων του νησιού, ο άντρας κοίταζε τα αντρικά, καλοδιοίκηση του καραβιού, πλόες, φορτοεκφορτώσεις, εισόδημα, τη ζωή εν πλω, και η γυναίκα κοίταζε τα γυναικεία, καλοδιοίκηση του σπιτιού, επενδύσεις, ανατροφή και αποκατάσταση των παιδιών. Μόνο που για τα δύσκολα η Μίνα είχε διαλέξει ένα τρύπιο σωσίβιο, το πουγκί, έξυπνη γυναίκα, ήξερε το ρίσκο και το μάταιο του πράγματος και τουλάχιστον στη στρατηγική για τις κόρες της θα έπρεπε να βάλει λίγη καρδιά παραπάνω, κάτι τέτοιο ευχόταν ο Σαλταφέρος, μπαινόβγαινε στα λιμάνια της Λατινικής Αμερικής, general cargo, και πριν ανοίξει τα γράμματα από την Άνδρο, καλού κακού έκανε το σταυρό του.

   Λες, πάω και χώνω τη μύτη μου σε όλη τη γειτονιά, λέω, πας και χώνεις το πράμα σου σε όλα τα λιμάνια του κόσμου, ήθελε να του το γράψει κατάμουτρα, το φύλαξε, θα 'ρθει η ώρα του, τίποτα δεν πάει χαμένο, υπολόγισε η Μίνα. Η Μόσχα είχε αντιγράψει τα συγχαρητήρια στη Φωνή του Αιγαίου, ογδόντα δραχμές κόστος δημοσίευσης, η οικογένεια Σάββα Π. Σαλταφέρου, πλοιάρχου, συγχαίρει θερμώς τον Δημοσθένην Γ. Γλυνόν, υιόν του συμπολίτου μας Ανωτέρου Αρχιφαρμακοποιού του Στρατού Γεωργίου Κ. Γλυνού, δια την είσοδόν του εις την Σχολήν Ναυτικών Δοκίμων. Λεχρίτης ο πατέρας, λεχρίτης και ο κανακάρης, αλλά η Σαλταφέραινα δεν μπορούσε να μαντέψει ποιον θα είχαν ανάγκη μια μαύρη μέρα στο μικρό τόπο, για τα συμφέροντα της φαμίλιας λοιπόν με όλους τα πήγαινε πρίμα και τους μισούς πίσω από την πλάτη τους τούς φασκέλωνε. Ήταν αδύνατον να εμπιστευτεί το κουμάντο του σπιτιού στον απόντα, από θάλασσα του έκοβε, εκτός, τα έκανε μούσκεμα.
   Το μπλε της θαλάσσης έβρεξε τα ματάκια σου, Όρσα μου, έγραφε στην πρωτότοκη, και η άλλη παραπονιόταν, κι αν η μεγάλη του έγραφε όλο κι όλο ένα φύλλο χαρτί, η μικρή του πρόφταινε όλα τα νέα της Άνδρου, δίνοντας προτεραιότητα στο συγγενολόι και στις στεριανές συναναστροφές του.
   - Γράφε σε τσιγαρόχαρτα, της έλεγε η Μίνα, να ζυγίζουν λιγότερο τα αισθήματά σου.
   Ο τυπογράφος είχε τυπώσει τα κυριακάτικα μνημόσυνα, χήρα Λ. Ίσαρη όπου λάμδα ίσον Λεονάρδος και χήρα Σ. Αργυρόπαιδου όπου σίγμα ίσον Σωκράτης, ο Στέργιος είχε άλλη χήρα, και δώστου στα δύο καφενεία εναλλάξ, τα είχανε συμφωνήσει οι καφετζήδες να μοιράζονται τις μακαρίες, και η πλατεία θα έπηζε πάλι στο πένθος, να μην υπάρχει μια Κυριακή χωρίς κόλλυβα, βάζανε και βγάζανε τα μαύρα, έμπαινε μέσα τους το σκούρο, σκούραινε το αίμα τους και τραβιόντουσαν κατόπιν στα μνημόσυνα γνωστών και αγνώστων, λάστιχο στις δουλειές όλη την εβδομάδα και την Κυριακή πρωί πρωί μαύρο ταγέρ και στην ουρά για τα συλλυπητήρια.
   Η Μίνα αποφάσισε να πάρει και τις δυο αξημέρωτα να ανηφορίσουνε στα Απατούρια, στης πεθεράς, θα κανόνιζε επιτόπου να πουλήσει τα σύκα, θα τις γλύτωνε και από την παρέλαση της μαυρίλας. Ήταν που το σπίτι δεν απείχε από τη Μητρόπολη και η ζωή τους όλο μνημόσυνα ναυτικών, το καλοκαίρι μάλιστα, που πλακώνανε στο νησί οι διάσπαρτοι, πέφτανε βροχή.
   Προ καιρού, της Αναλήψεως, έβλεπε την Όρσα, είχε μαζέψει από το χαντάκι κι από τις χέρσες αιμασιές στις Τρεις Εκκλησιές μια αγκαλιά παπαρούνες, κρεμασμένη στο μπαλκόνι τίναζε και φυσούσε τα πέταλα, που έτσι κι αλλιώς μαδάνε με την πρώτη, είχε γεμίσει το στενό κόκκινες νιφάδες και το αεράκι τις ταξίδευε στη μικρή άσπρη πόλη, έρημη για τη μεσημεριάτικη σιέστα. Ήταν στο ισόγειο η Μίνα, στον ίσκιο της κληματαριάς, δυο φρουτάκια έτρωγε κι έβγαζε κρυφά το κεφάλι να την κοιτάζει, όμορφη, μακρινή, ένα μελί χρώμα, ένα σκέρτσο του ζέφυρου. Είχε δίκιο ο άλλος, το μπλε της θάλασσας είχε βρέξει τα μάτια της και για να δούμε μήπως έβγαζε και μπλε δάκρυα μόλις μάθαινε για το γαμπρό, μην κλάψεις, δεν έχει μα και ξεμά, η Μίνα θα το ξέκοβε.

   Πέντε Σεπτεμβρίου, περίπου πέντε και η ώρα, πέντε το απόγευμα. Η άμμος είχε μαζέψει τη ζέστη της μέρας και άπλωνε ένα τρεμουλιαστό φως, σαν χρυσόσκονη πάνω σε ό,τι καφετί απέμενε, βράχια και χώμα, διάφανο το νερό μαρτυρούσε τον πάτο, εδώ κατακίτρινο, εκεί σκουροπράσινο, με τα νερόχορτα να γέρνουν αποκαμωμένα από τον ήλιο που τα κυνηγούσε στο βυθό. Στη μέση του κόλπου πλάγιαζε μια αγία που φαίνεται δεν αγαπούσε πια την Όρσα, η Αγία Θαλασσινή, κάτασπρη, ολόιδια με την άλλη που καθόταν σαν κατσίκα στο βράχο και είχε φυλάξει και τσίλιες κάποια βράδια που ο Σπύρος Μαλταμπές κι εκείνη καμπουριάζανε στο αυλιδάκι της για δυο κλεφτά φιλιά.
   Οι απλωτές μιας κολυμβήτριας ραγίσανε τη θάλασσα και σκορπίσανε την αγία σε λευκά χαρτάκια από μια επιστολή που ο παραλήπτης της απογοητευμένος έκανε κομμάτια, όλα τούτα σύντομες εικόνες που γεμίζανε το απόγευμα της πέμπτης Σεπτεμβρίου 1929, ένα απόγευμα που η Όρσα Σαλταφέρου θέλησε να περάσει μόνη, δεν είχε και φίλες στενές κι η διάθεσή της ήταν τόσο πεσμένη, που την ενοχλούσε η παραμικρή κίνηση, ακόμα και σε απόσταση, όπως η κολυμβήτρια, τα βόδια του Μποζάκη που βόσκανε ξεραμένες γαλατσίδες και καυκαλήθρες και το κανελί μοσχαράκι που νύσταζε στον ίσκιο του ασφένταμου.
   Η Όρσα έσφιξε στη χούφτα της τα τρία θαλασσοφαγωμένα κουτάλια που ξέβρασε το χθεσινό ξεθυμασμένο μελτέμι, από την άμμο τα ξέχωσε κι είχαν πάνω τους το πρασινωπό της λήθης, θα τα 'χω για πάντα στην τσάντα μου, συλλογίστηκε, το απόγευμα βιαζόταν, το μαγιό της αργούσε να στεγνώσει και η κολυμβήτρια είχε βγει στην ακτή και χουζούρευε ανάσκελα, ο κόσμος όλος ήταν τρεις οριζόντιες παράλληλες λωρίδες, μια ασπρογάλανη πάνω πάνω, μια μπλε στη μέση, μια κίτρινη χαμηλά και στην άκρη της η κολυμβήτρια με το βυσσινί μαγιό. Δεν ήθελε να της μιλήσει, κάθε άλλο, πιο καλά έτσι, από μακριά, κι αν ήτανε πέρσι ή πρόπερσι, ίσως επέλεγε να κρατήσει στο μυαλό της αυτή την εικόνα από το καλοκαίρι του '29, έτσι αποθησαύριζε η Όρσα το παρελθόν, παραδείγματος χάριν το καλοκαίρι του '28 ήταν εν τέλει το κόκκινο καπέλο μιας νιόπαντρης που το 'σερνε ο αέρας στην παραλία, το καλοκαίρι του '27 ο Σπύρος Μαλταμπές στην άκρη του μόλου δίχως πουκάμισο να κοπανάει και να βρίζει ένα χταπόδι και το καλοκαίρι του '26 η Νανά Μπουραντά-Καραπιπέρη στα μαύρα με τη μαύρη βεντάλια της, καθιστή στο σκιερό χολ του σπιτιού της μόνη και η πόρτα ανοιχτή.
   Ο κόσμος στις παραλίες είχε αραιώσει, ένας εδώ κι άλλος εκεί, η κίνηση στην αγορά ψόφια, η πόλη, με τα απομεινάρια του φράγκικου κάστρου στη μύτη της, με τα σκαλοπάτια, τις πολλές εκκλησίες, τις μαρμάρινες κρήνες, τα διώροφα αρχοντικά με τους ενετικούς ή τοπικής έμπνευσης θυρεούς, τις λότζες και τα νεοκλασικά, όλα σπίτια με γερή αρματωσιά για να αντέχουν στο χρόνο και στην τριγωνική επίστεψη ανάγλυφο το έτος κατασκευής για να το υπενθυμίζουν, ανακαταλήφθηκε σταδιακά από το γυναικόκοσμο, οι ναυτικοί σφάλιζαν το σάκο, έδεναν τα μπαούλα τους κι εγκατέλειπαν, αλλού και ο Σάββας Σαλταφέρος, είχε τάξει να 'ρθει το επόμενο Πάσχα και να μείνει τρεις μήνες.
   Της Όρσας δεν της ερχόταν ποτέ να πει μαμά μου, μανούλα, μαμάκα, θα την πάρει ο διάολος και θα τη σηκώσει ο μύλος, της ερχόταν να ξεφωνίσει, ιδιαίτερα όταν η Σαλταφέραινα αμφέβαλλε για το ολόσωστο των αποφάσεών της κι έπαιρνε από το ντουλάπι ένα κουτί πούρα Αβάνας να κανονίσει εξομολόγηση, οι αδυναμίες του παπα-Φίλιππα γνωστές, και τα πούρα υπήρχαν παρακαταθήκη, για να διευκολύνουν τη συγχώρεση κάθε αμαρτίας ή ενοχής. Το ήξερε το κόλπο η Σαλταφέραινα, ο παπάς είχε βαρεθεί να ακούει τα ίδια και τα ίδια, ύστερα από τριάντα χρόνια στην ενορία τα παραπατήματα των ναυτικών και των γυναικών τους δεν παρουσιάζανε πρωτοτυπία ή ενδιαφέρον, άκουγε αφηρημένος και στο τέλος συγχωρούσε τους πάντες και τα πάντα, έβγαινε στον αυλόγυρο της εκκλησίας και έστηνε καρτέρι στους λιγοστούς αρσενικούς του νησιού, ψάχνοντας παρέα για το τάβλι. Πιο καταπτοημένος φαινόταν όταν το καρτέρι πήγαινε χαράμι, παρά όταν μάθαινε τι βάραινε τις ψυχές των ενοριτών του.
   Αν η μάνα δεν είναι τελείως αναίσθητη, αυτές τις μέρες θα τακτοποιήσει τη συνείδησή της μ' ένα κουτί πούρα Αβάνας, σκέφτηκε η κοπέλα.
   Την προηγούμενη μέρα είχε φανεί ο θείος του Σπύρου, ο Αιμίλιος Μπάλας, να πιει έναν καφέ σπίτι τους και να φέρει το θέμα με τρόπο, την έχω αποφασίσει γι' άλλον, είναι πολλά και ιερά στη μέση που μου δένουν τα χέρια, πες στον ανιψιό σου, δυστυχώς, έδωσα κιόλας το λόγο μου κάπου, πάντως αυτός ο Σπύρος, χριστιανέ μου, πολύ γόης μου φαίνεται για οικογένεια, κι ο θείος, λίγος, κατάπιε τη γλώσσα του, δεν ανέφερε για αίσθημα λέξη, η Σαλταφέραινα, πάλι, παρέκαμψε το σκόπελο και δεν ξεψάχνισε ως όφειλε και ως συνήθιζε καχύποπτη στο έπακρο, η Όρσα κρυφάκουσε τα πάντα. Ένιωσε τις φλέβες της τσαφ να σπάνε και να αδειάζουν και είδε το αίμα να κάνει ένα ρυάκι, να κυλάει αργά και αναπότρεπτα μέτρο προς μέτρο στον πολυαγαπημένο κύκλο Μαλταμπέ, Άγιος Δημήτριος, γεφυράκι, παλιό ταφείο, βραχοσπηλιά κι εκεί να παραδίνει το κόκκινο χρώμα του και να μην υπάρχει πια, να γίνεται σκέτο νερό, ένα με τη θάλασσα.
   Αφηνιασμένη η μάνα της είχε περάσει στη δράση, ούτε περίστροφο να κρατούσε και να σημάδευε, είχε ακινητοποιήσει τον Μπάλα και του ζητούσε από πάνω και την κοπριά του περιστεριώνα να τη σκορπίσει στις γαριφαλιές της.
   - Μη σ' τη φάνε πάλι οι γειτόνισσές σου.
   Ακίνητη πίσω από τη δίφυλλη δρύινη πόρτα της σάλας, η Όρσα βαστούσε την αναπνοή της, τα άκουγε και δεν μπορούσε και να κλάψει.

   Γράψε, καμάρι μου, τη συνταγή για τα παστελάκια, μπας και μας σιάξει λίγα ο μάγειρας, ήρθε καλλιγραφημένη η συνταγή από τη Μόσχα, τόσο μέλι, τόσο καρύδι, τόσο σουσάμι και τη μετέφρασε τσάτρα πάτρα στην Ανχελίτα, Ανχελίτα Ροδρίγεζ Σαν Πέδρο, η γυναίκα κοντή μα η λαδιά μεγάλη, έτος κατασκευής 1916, τόπος Αργεντινή, κατασκευαστής Σάββας Σαλταφέρος. Δεν ήταν μπερμπάντης, ένας κανονικός άντρας ήταν που η γυναίκα του τού τη σβούριζε με την ξινίλα μόνιμη στη μούρη της, η χολέρα σου κι η χολέρα μου, λέγανε τις γυναίκες τους με το μακαρίτη τον Νικηφόρο. Προξενητής λοιπόν ο καραβόσκυλος ο Αχελώος, είχε φόβο στη φουρτούνα, αλλά όλοι οι βαπορίσιοι τον είχανε αγαπήσει το χέστη με το βασιλεμένο μάτι και το λερό καφετί τρίχωμα, που δυο μερόνυχτα ξερνοβολούσε κι έσπαζε ό,τι έβρισκε μπροστά του. Μόλις δέσανε στο Μπουένος Άιρες, ο Σαλταφέρος έβγαλε τον Αχελώο μια βόλτα να 'ρθει στα σύγκαλά του, καλμάρισε το ζώο, πήγανε και στις κοπελιές, η Ανχελίτα καινούρια στο σπίτι, φέρ' τονε στην κάμαρη κι αυτόν μην τρομάξει πάλι και κάνει ζημιές, τον ντάντεψε, φώναξε τον κτηνίατρο, έγραψε αυτός κάτι καταπραϋντικά.
   Ένας πούστης σκύλος τον έμπλεξε, τα κόμο βος κεράς μι αμόρ και τα σι μι αμόρ ακολούθησαν μοιραία, οπότε την πέμπτη φορά που πιάσανε Αργεντινή, αυτή τον περίμενε με ντοματοπίλαφο και χαλβά κι αυτός υιοθέτησε το γιο της. Αγνώστου πατρός, τρίω χρονώ, τον φώναζε κιόλας Οδυσσέα, το μόνο ελληνικό που θυμόταν από τρία τέσσερα χρόνια που είχε αντέξει τα θρανία, πάει να με τυλίξει το βρωμοθήλυκο, σκέφτηκε ο Σαλταφέρος, το ίδιο απόγευμα την έσυρε σε συμβολαιογράφο και την έβαλε να υπογράψει πως δε θα φανερωθεί ποτέ στην επίσημη οικογένειά του και την άλλη το πρωί ξεμπέρδεψε και με το ληξιαρχείο και οι τρεις τους πήγαν για παγωτό.
   Ήσυχο πρωί, Σεπτέμβρης, μύριζε κιόλας άνοιξη, η Ανχελίτα συνήθως έξω καρδιά, γλύκες, ταγκό, φιλιά, είχε χάσει το κέφι της από την αναπάντεχη καλή της τύχη κι είχε πιάσει την κλάψα της ευγνωμοσύνης.
   Ο Σάββας κοίταζε το αγοράκι, δεν ήταν για πέταμα σίγουρα, είχε μια αξιοπρέπεια στο βλέμμα, δεν ενέκρινε τη στάση της μάνας του, τρίω χρονώ αντράκι με τα όλα του κι ένα φουντωτό κατσαρό μαλλί σαν αγγελικό στεφανάκι από χορταράκια.
   Ανχελίτα και Οδυσσέας, Παναγίες και οι δύο, και ο Σαλταφέρος τουλάχιστον στο Μπουένος Άιρες χαλάρωνε, είπε λοιπόν στους Χαδούληδες, πενηντάρισα, όχι άλλη Κίνα Ιαπωνία Ινδία Μαντζουρία, λόγω επανάστασης γινόταν χαμός εκεί, η Αργεντινή, του πήγαινε πολύ, είχε μάθει καλά τις θάλασσες του Νότιου Ατλαντικού, Ατλάντικο Σουρ, και μερικά χρονάκια τώρα μάζευε για πάρτη του φορτία και ναυλώσεις για Κίνγκσταουν, Τζώρτζταουν, Κιουρασάο, Παραμαρίμπο, Νικοτσέα, Βαλπαραΐσο και πίσω.
   Οι λοιποί δεν είχαν καμιά δουλειά να τα μάθουν, ο Νικηφόρος μάλιστα, άξιζε ένα τέτοιο μυστικό, μα πάνω στην ώρα τα κακάρωσε και του έμεινε ο γιος κρυφός, δεκαπέντε χρονώ παλικάρι πια, ένα κι ογδόντα ύψος.
   Και οι γνωστές κόρες. Τις προάλλες στη Λισσαβόνα πήρε τρία γράμματα, Όρσα, Μόσχα, Μίνα, λες κι είχαν γραφτεί όχι από πλάσματα που ζούσαν στο ίδιο σπίτι μα από ανθρώπους άγνωστους μεταξύ τους, αλλοεθνείς και αλλόφυλους, η γυναίκα του οχτώμισι σειρές λίστα εξόδων και κάτι μασημένα λόγια για προξενιά του μέλλοντος, η Μόσχα έντεκα σελίδες ραπόρτο για το τι συνέβαινε στις ξένες πόρτες, αφού προσπερνούσε την πόρτα του λευκού διώροφου σπιτιού της Ρίβας, τη δική τους, και η Όρσα δυο αραιογραμμένες σελίδες όπου με τον τρόπο της έλεγε αρκετά, να χαρείς, μπαμπάκα, κρύψε με στο βαπόρι σου, πολύ μικρή τελικά η Μικρά Αγγλία, που έλεγε και η νονά, για να χωρέσει τα μεγάλα αισθήματα.
   Ο καπετάνιος σκοτείνιασε για εκατοστή φορά, η γυναίκα του τού είχε στερήσει τα χάδια από τα κορίτσια τους, και κάθε δυο τρία χρόνια που επέστρεφε κι ο ίδιος στο νησί δεν ένιωθε άνετα να φιλάει και να χαϊδεύει δυο μαζεμένα παιδιά που στο μεταξύ είχαν γίνει κοπελάρες και η ηλικία είχε σηκώσει ένα επιπλέον τείχος ανάμεσά τους.
   Αφού έπαιζε θέατρο μερικές φορές στην Άνδρο, έκανε τον νοσταλγό και τον περίλυπο, ενώ μέσα του βιαζόταν να την κοπανήσει και να ξαναγλιστρήσει στα νερά του, τριάντα έξι χρόνια ναυτικός, όλα τα νερά τού ήταν γνώριμα. Φοβόταν ακόμα και ν' αποθυμήσει το κρεβάτι του, τα ξινόδεντρα και το κηπαράκι του, τη γριά του και κάτι διαλεχτούς σαν τον Γρηγόρη.
   Ξαπλωμένος στον αέρα, στα χέρια τεσσάρων ναυτικών, κοιτώντας το Μάτι του Θεού, το γαλατένιο ουρανό, το μεσημεριανό φεγγάρι, ο Γρηγόρης πέταξε, μπαμπάκα, πέταξε για τελευταία φορά στη διαδρομή μέσα από τον κεντρικό δρόμο, προσπέρασε το σωρό με τα κούτσουρα και τα μαραμένα κλωνιά του νυχτολούλουδου που ξεπάστρεψε πάλι ο μυγιάγγιχτος ο κουρέας, προσπέρασε και τα δίδυμα πλατάνια της πλατείας, τα σπίτια που βεγγέριζε ανάμεσα σε δυο μπάρκους και προσγειώθηκε στην Παναγία, του είχε γράψει η Όρσα. Άκουγε, μπαμπάκα, από τις έντεκα το πρωί ως τις τέσσερις το απόγευμα την καμπάνα, άκουγε και το σιγανό κλάμα της γυναίκας του και προσπαθούσε να τη συνηθίσει.
   Σφίχτηκε η ψυχή του για τον Γρηγόρη, σφίχτηκε και για την Όρσα, ένα κορίτσι που το μυαλό της τριβελίζανε μίζερες ιδέες. Έσβησε το τσιγάρο, φύλαξε τις επιστολές κι έτριψε κυκλικά τους κροτάφους, η μάνα του υπέφερε από πονοκεφάλους και τους απόλαβε κι αυτός κληρονομιά, μη χάσει. Βγαίνοντας από την καμπίνα του για τη δουλειά έπεσε πάνω στο μάγειρα που του έφερνε λίγο λουκάνικο και ξέσπασε πάνω του.
   - Άι σιχτίρ, τελικά θα λέω αποθυμώ την Άνδρο και θα εννοώ δεν αποθυμώ παρά τον Αρίστο τον μπακάλη, ας πούμε, που άνετος και καλοξυρισμένος, μ' ένα μουστάκι σκέτη γεωμετρία, ενώ ζυγίζει πρόβειο βούτυρο ή βακαλάο, εξηγεί και τα όνειρα.
   - Και φτιάχνει και τα πιο πικάντικα λουκάνικα, συμπλήρωσε έντρομος ο Χρηστάκης.

   Σελίς 146, συστάσεις του Άγγλου Ναυάρχου Sir Frederick Bedford προς αποφυγήν συγκρούσεων, στο βιβλίο του πατέρα του, Στοιχειώδης Θεωρητική και Πρακτική Ναυτική μεθ' όλων των πινάκων και αστρονομικών εφημερίδων, υπό Πελοπίδα Τσουκαλά, βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1912, παλιό αλλά έγκυρο, ο Σπύρος Μαλταμπές το είχε αποστηθίσει και δεν ήταν το μόνο, από δώδεκα χρονώ φυλλομετρούσε τέτοιες εκδόσεις.
   Και τι άλλο να έκανε καταμεσής στον Ινδικό όπου τίποτα δε συνέβαινε, δεν υπήρχε παρά ένα βαπόρι που κυλούσε σε ένα άσπρο σύμπαν, και αυτή η μονοτονία τον υποχρέωνε να σκέφτεται τα ίδια και τα ίδια και να του στρίβει.
   Δεκαεφτά δεκάτου στη Σουραμπάγια Ιάβας, σκάλα για φόρτωση ρυζιού, έμαθε πως η Σαλταφέραινα τον απέρριψε ασυζητητί, στα είκοσι εφτά του καπετάνιος με δελεαστικές προτάσεις από πολλούς εφοπλιστές, Αντριώτες, Χιώτες, Εγνουσιώτες, Κασιώτες και Κεφαλλονίτες, δε ρώτησε καν αν υπήρχε αίσθημα ή συμπάθεια με την κόρη της, αυτή που ψώνιζε λάδι από την κορφή, βούτυρο από τη μέση και μέλι από τον πάτο, να που δεν ήξερε να ψωνίσει γαμπρό για το παιδί της, ένας Θεός ξέρει ποιον παλιοκερατά τζιτζιφιόγκο θα 'χε βάλει στο μάτι, αξίωμά της: δεν έχεις παρά, δεν έχεις χαρά. Κορμί για νυχτέρια και πάει, το 'χασα, θυμόταν ο Μαλταμπές μια μέση λιανή, καρπούς κι αστραγάλους δαχτυλίδια, μπράτσα και πόδια κρεατωμένα. Όταν την πρωτοφίλησε, η Όρσα λιποθύμησε στην αγκαλιά του από ντροπή, μα μόλις συνήλθε, έμεινε σιωπηλή λίγα λεπτά κι ύστερα με απρόσμενη τόλμη απάντησε στο δικό του πρώτο φιλάκι με χίλια δικά της, αφήνοντάς τον ξερό από την έκπληξη. Όσο για το τελευταίο ραντεβού πριν μπαρκάρει, μάρτυρες τα σαράντα περιστέρια του θείου του, στα ζωναράκια και στα ψαροκόκαλα του περιστεριώνα γουργουρίζανε και σεγοντάρανε ανάσες κοφτές και λέξεις μισές.
   Παράξενο κορίτσι, τη μια υποτακτικό, την άλλη ανυπότακτο, την τρίτη γάργαρο και πρόσχαρο, την τέταρτη απρόσιτο και μελαγχολικό, με επηρεάζει πολύ το φως, επέμενε, ή τα όνειρα.
   Σπάνια μιλούσε για το σόι της, θα σου διαβάσω ένα ποίημα, έλεγε τελείως ξαφνικά και μετά τον βασάνιζε να βρει τίνος είναι, τον μπέρδευε με τα αρχικά των ποιητών ή τη γενέθλια πόλη τους κι εκείνος έχανε πάντα κι εκεινής της άρεσε πολύ που ο αγαπημένος της δε σκάμπαζε από ποίηση. Είχε αντιγράψει αδέσποτους στίχους από δω κι από κει στο δερματόδετο μακρόστενο τετράδιο, χοντρό σαν εκκλησιαστικό βιβλίο, ίδιο με αυτά που στα βαπόρια κατέγραφαν τη μισθοδοσία, papeterie Hautin, fondée en 1856, είχε μάθει τα γαλλικά από τις καρτ ποστάλ, αλλά η προφορά της ήταν καλή. Ο Μαλταμπές ξεφύλλισε στην τύχη το δικό του, δεμένο με μαύρο δέρμα, με την ετικέτα ΟΣΤΡΙΑ σε καφέ διακοσμητικό πλαίσιο, μισθοδοσία πληρώματος από πρώτης Μαρτίου 1928 πέρυσι, ο τηλεγραφητής Νικολός Ζαννής χρεωστεί 250 σκούδα, ο ανθρακεύς Ιωάννης Πολύζος έχει λαμβάνειν 37 λίρες, σε άλλη σελίδα ο μηχανικός Αθανάσιος Μαΐστρος εζήτησεν εις Καλκούτα προκαταβολήν 50 λιρών και λοιπά, ο Μαλταμπές είχε κάνει δέκα φορές το γύρο του κόσμου. Πάντως το περασμένο καλοκαίρι είχε εντυπωσιαστεί από την άπλα και τις κρυψώνες του μικρού νησιού που καμουφλάρισε το ειδύλλιο, όλοι γνωστοί κι όλοι περίεργοι, κανένας δεν τους είχε πάρει χαμπάρι.
   Η Όρσα ερχόταν μεν με χίλιες προφυλάξεις, πάντα όμως τυλιγμένη στα μεταξωτά, ήξερε ο Σπύρος από τουαλέτες, αλλά αυτό ήταν ολόκληρη ιστορία, ερχόταν λοιπόν με λίγα φούλια περασμένα στη μελιά πλεξούδα, μια κορδέλα θαλασσιά σαν τα μάτια της, στύλωνε το βλέμμα του στο μπλε τους κι έβλεπε τον κυματισμό τους δροσερό και αέναο, σ' αυτό το πέλαγος θ' αρμενίζω, της δήλωνε και την έσγιγγε πάνω του φουντωμένος, τυχερέ Μαλταμπέ, έλεγε στον εαυτό του, το κορίτσι είναι γοργονάκι, το γούρι σου, σαν αυτό που είχε τατουάζ στο αριστερό του μπράτσο, με πλούσιο μαλλί, γυριστή ουρά και καλοσχεδιασμένα λέπια.
   Οι δουλειές του βαποριού βαριές κι οι άντρες κουρντισμένοι, άλλος πέντε, άλλος δεκαπέντε, άλλος είκοσι πέντε χρόνια στη θάλασσα, μόνο οι νεομπαρκαρισμένοι δεν έπαιρναν πρωτοβουλία και ρωτούσαν. Όταν ο καιρός δεν είχε ξεσπάσματα, όλα ήταν πολύ ίδια, πολύ συνηθισμένα.
   Ο Σπύρος πρόσεχε τους παλιούς, ο καθένας τη ρέγουλά του και στα λιμάνια και εν πλω, ακόμα και οι χωρατατζήδες, οι μπελαλήδες κι όλοι οι ανοικονόμητοι νταήδες στους μακρινούς πλόες καταλάγιαζαν, η θάλασσα τους πετούσε κάτω την τρίτη μέρα, επέβαλλε το δικό της ρυθμό και τις σιωπές της σε όλους, όποια ειδικότητα κι αν ήταν σημειωμένη στο ναυτικό τους φυλλάδιο, λιπαντής, ναυτόπαις ή θαλαμηπόλος, όπου ο Τάκης, ο ανιψιός της Μούραινας, το καλό παιδί του νησιού που είχε ναυτολογηθεί, πάνε δυο μήνες, πρόθυμος για τους πιο κολασμένους μπάρκους και χωρίς να πέσει σε τυφώνα και να χρειαστεί να προσευχηθεί με φούρια, ξεφούσκωσε η ορμή του για περιπέτειες και γύρισε σε νευρασθένεια.
   Στο κεφάλι του Σπύρου είχαν μαζευτεί πολλά. Περίμενε όμως και την καλή.
   - Δύο φορές μου έσωσες πέρσι το βαπόρι, δύο περιουσίες μου γλύτωσες, ο υιός Χαδούλης, πολύ ιδιαίτερος τύπος, αριστοκράτης και του βιβλίου, του είχε μόλις τάξει με τηλεγράφημα πόντους στο καινούριο βαπόρι τους, ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΙΙ, παραγγελία στο όνομα του θείου τους που μεγαλούργησε στο ναυτικό εμπόριο και λαθρεμπόριο και πέθανε κανονικά, γέρος, μόλις είχε γονατίσει τον παπά στο τάβλι.
   Με ένα 15% πάνω του θα τον έβλεπε και η Σαλταφέραινα πιο κύριο, και ο Μαλταμπές που είχε βάλει στο μάτι το κορίτσι της θα της το βούταγε παντί τρόπω.

   Ένα μουλάρι στο παράθυρο, δέκα σακιά σβησμένη βερβελιά στη ρίζα της ρογκλωνιάς, η οπαλίνα που δεν αιωρείτο άλλο και ο ηλεκτρολόγος κατέβηκε επιτέλους από τη σκάλα έχοντας κουκίσει όλο το ισόγειο με ψιλοκομμένα κόκκινα και μαύρα καλώδια και μπρούτζινα συρματάκια.
   Η Μίνα Σαλταφέρου τον κατσάδιασε γιατί ήρθε να κρεμάσει τις καινούριες λάμπες μετά το γάμο, τι έφταιγε και ο Ευτύχης που είχε αρπάξει κρύο με πυρετό κι άφησε τις υποχρεώσεις προς τους πελάτες να εκκρεμούν;
   Η Σαλταφέραινα όμως είχε οργανώσει το γάμο της Όρσας σαν πολεμική επιχείρηση, μοιράζοντας ακριβείς οδηγίες σε συγγενείς, γειτόνους και άσχετους, για να μη μετρήσει η απουσία του Σάββα, για να μην προλάβει κανείς να αναλογιστεί τα κουσούρια αυτής της παντρειάς, για να σαστίσει και η πρωτότοκη με τα σούρτα φέρτα, να ξεχαστεί και να το βουλώσει.
   Η Μόσχα έβλεπε από μακριά στο μόλο να ξεφορτώνουν από τις μαούνες και να φορτώνουν στα ζώα τις βιεννέζικες καρέκλες, τα τέσσερα γαϊδούρια προχωρούσανε αργά, ως μισή ώρα πήρε να φτάσουν, να κατηφορίσουν τα σκαλοπάτια και να ακουμπήσουν στην αυλή τους τα εκλεκτά καθίσματα και ένα πορτ μαντό, δώρα του Χαδούλη του εφοπλιστή, όλοι οι συνένοχοι βάζανε βαθιά το χέρι στην τσέπη.
   Χασομερούσε αυτή στο ζαχαροπλαστείο, δίπλα στο μουστακαλή ιδρυτή του που μια δεκαετία τώρα, ξεθωριασμένος από τη θερινή αντηλιά, αναπαυόταν πάνω από τα φρουί γκλασέ και σκασίλα του, μόνη έννοια του μακαρίτη να κατακεραυνώνει με το γλαρό του μάτι τις μύγες που λιγουρεύονταν τη ζάχαρη, μα πού να γλείψουν.
   Θα έπαιρνε ζαχαροπλάστη; Προκειμένου να μην πάρει ναυτικό, θα έπαιρνε και τον παραγιό που φούρνιζε τα αμυγδαλωτά και τα παστίτσια, μωρέ και το σκλαβάκι που τα καλοκαίρια αλώνιζε τα χωράφια κι αγόραζε τα πικραμύγδαλα για τη σουμάδα θα έπαιρνε αν δεν αγαπούσε.
   Ο Ντέιβιντ καθόταν στο ζαχαροπλαστείο, είχε αποφάει μια πάστα, μάλλον σοκολατίνα γιατί είχε μείνει λίγη τρούφα στο πιατάκι και σκυμμένος έγραφε κάρτες, κάρτες χριστουγεννιάτικες, μα θα φτάσουνε κατόπιν εορτής, της ήρθε να τον μαλώσει, είκοσι Δεκεμβρίου κιόλας, αλλά αυτός ήταν ενοχλημένος από τον κόσμο που ολοένα μπαινόβγαινε να παραγγείλει και να ψωνίσει, τη χαιρέτησε κάπως τυπικά κι έτσι έμεινε ώρα στήλη άλατος να παρακολουθεί πέρα μακριά τα τέσσερα γαϊδούρια με τις βιεννέζικες, ξεγλωσσισμένα από τη διαδρομή στον παγωμένο αέρα, μέχρι που άκουσε, δεσποινίς Σαλταφέρου, έτοιμα τα κουφέτα, και στα δικά σας.
   Η Όρσα ήταν σαν ψεύτικη με το αέρινο νυφικό, αθηναϊκός οίκος, το μαλλί πασπαλισμένο με λεμονανθούς κι ένα τσούρμο παρανυφάκια, παιδιά καπεταναίων κι εφοπλιστών, όλη η Άνδρος είχε κάνει πρώτο θέμα το γάμο κι είχε στείλει δώρα, γέμισε το διώροφο ορδινιές με παντεσπάνια, το κάτω σπίτι, εκεί που συνήθως ζούσε όλη η οικογένεια, κι όχι το επάνω που οι Σαλταφέροι προόριζαν για προικιό της πρωτότοκης, εξόπλιζαν με τις καλύτερες ποιότητες και στο μεταξύ το ξεκλείδωναν μόνο για γιορτές και φιλοξενία. Η Όρσα δεν ήθελε με τίποτα να μείνει στο επάνω, που είχε και καλύτερη θέα σε όλο το Αιγαίο, στον όρμο Παραπορτίου κι από την άλλη στο Μάτι του Θεού, έλεγε κάτι τρελά για τα νυχτολούλουδα στα παρτέρια που το θέρος τα ήθελε δίπλα της, η μάνα της έντεχνα την οδήγησε να δίνει μάχες για τα άνθη και την άφησε να τις κερδίσει, κι ο Βατοκούζης δεν ανακατεύτηκε, η Όρσα ήταν το λαχείο της ζωής του, αυτός δεν ήταν το λαχείο της Όρσας, γιατί όταν η Σαλταφέραινα πιο απαστράπτουσα κι από τον Σύρου, Τήνου, Άνδρου Αθανάσιο που ταξίδεψε να ευλογήσει ο ίδιος την ένωση κι ως ανώτερος ιεράρχης να εξορκίσει αποτελεσματικότερα τη σύφιλη, όταν λοιπόν η Μίνα τόνιζε δεξιά κι αριστερά με έμφαση, ευχαί γονέων θεμέλια οίκων στηρίζουσι, η Όρσα την κοίταζε σαν σφαχτό, μα τζάμπα πια.
   Ο γάμος ήταν γεγονός, Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 1929. Και συ, Νύμφη, μεγαλύνθητι ως η Σάρρα, και ευφράνθητι ως η Ρεβέκκα, και πληθύνθητι ως η Ραχήλ, ευφραινομένη τω ιδίω ανδρί, φυλάττουσα τους όρους του νόμου, ότι ούτως ευδόκησεν ο Θεός· στη μέση της σάλας κάτω από το λασκαρισμένο πολύφωτο που ο Ευτύχης δεν είχε προλάβει να ξεκρεμάσει, ο Αθανάσιος τα είπε δυνατά, και σιγανά, μέσα από τα δόντια, τα είπε και ο παπα-Φίλιππας, παράμερα παρών.
   Το γλέντι βάσταξε ως το χάραμα, η Μόσχα παρακολουθούσε τους σοβαρούς νεόνυμφους, ένα βαλς κι ένας μπάλος, και συλλογιζόταν την αδερφή της δίχως ρούχα να παραδίνεται για πρώτη φορά σ' έναν άντρα που υποπτευόταν το αίμα του, ενώ ψυχανεμιζόταν ότι άλλον ήθελε, κάποιον που δεν άνοιγε το στόμα της να μαρτυρήσει, και το δράμα ήταν που αυτός ο ξανθούλης και ψηλολέλεκας Βατοκούζης, με τα μισόκλειστα καστανά μάτια, δε φαινόταν βλάκας ή κακός, Θεέ και Κύριε, τι κοροϊδία τώρα και για τους δύο η αρωματισμένη κάμαρη, τα κολλαρισμένα σεντόνια και το σατέν καπιτονέ πάπλωμα, τα ροδοπέταλα, τα κοχύλια και τα κουφέτα σκόρπια στο κρεβάτι της πρώτης κοινής τους νύχτας, νύχτας μαρτυρίου.
   Νύχτα μαρτυρίου, κυρίας και κυρίου, στο φως ενός κηρίου, η θέλησις Κυρίου, Κατίνα, Κική, Μαρί, Μόσχα, οι τέσσερις αχώριστες συμμαθήτριες ξανασυνειδητοποίησαν πως ήταν κορίτσια και με το ένα, με το δύο, με το τρία κατεβάσανε μονορούφι από ένα ρακί.
   Ο Ντέιβιντ αποφάσισε να κουνηθεί, ζήτησε από τη Μόσχα να χορέψουν κι αυτή όρμησε πάνω του με ανανεωμένες ελπίδες, σφίχτηκε στο στήθος του κι ο ξένος τρόμαξε, την επανέφερε σε μιαν απόσταση είκοσι πόντων από το κορμί του, απόσταση παραδεχτή από τους κανόνες ζωής του νησιού. Πρέπει πάντως να κατάλαβε την απογοήτευσή της, αλλά εκείνη αναστέναξε για να την κάνει πιο αισθητή και τα μάτια της μαυρίσανε κι άλλο. Ύστερα από τέσσερις πέντε στροφές και με φωνή ακόμα πιο εγγλέζικη από συνήθως, δείξε μου και τα βήματα του μπάλου μετά, είπε, αλλά δεν υπήρξε μετά, σαν να το ξέχασε, χάθηκε πάλι στη γωνιά του ανάμεσα σε δυο γίγαντες, τον Παπαδόπουλο το φυσικομαθηματικό και τη Χαζάπη την ιστορικού, πολύ λιανός ο Ντέιβιντ, ούτε τα φαγητά του γαμήλιου τραπεζιού του αρέσανε, μόνο παστέλια και σοκολατίτσες τσιμπούσε, η κυρία Νανά του έτεινε συχνά τη φοντανιέρα.
   Η Μίνα Σαλταφέρου, που είχε παντού μάτια, πήρε χαμπάρι το βαλς και φύλαξε τα σχόλια για το χάραμα, όταν θα αποχαιρετούσανε και οι τελευταίοι, λιγότερο ή περισσότερο μεθυσμένοι, ψάχνοντας πού παράτησαν την μπομπονιέρα τους.
   - Πλήρωσα και τα όργανα, μια χρυσή λίρα στο λαουτιέρη και μια στο σαντουριτζή, η φασαρία τέλος. Πάμε κι εμείς να πλαγιάσουμε για δυο ωρίτσες.
   Η κόρη ήταν πολύ ψηλότερη, η ψηλή της οικογένειας, ανασηκώθηκε λοιπόν η χαμηλή και βαριά Μίνα, της έστρωσε το κατάμαυρο κατσαρό μαλλί και κοιτώντας καλά καλά όχι μόνο τη Μόσχα αλλά και το πάτωμα, δηλαδή την Όρσα που είχε αποσυρθεί με τον Νίκο στο κάτω σπίτι από νωρίς, εκμυστηρεύτηκε το απόσταγμα πείρας μιας ολόκληρης ζωής, οδηγώντας απαλά τη μικρή της κόρη ακριβώς πάνω από την κρεβατοκάμαρη των νιόπαντρων και μιλώντας σιγανά, ένα θα σας πω, χίλιες φορές καλύτερα να μην παντρεύονται τα κορίτσια αυτούς που αγαπούν, γιατί όταν θα τρέχουνε γραμμή στις παστρικές, ο πόνος θα παλεύεται.
   Η Μίνα Σαλταφέρου, αν και κοντόχοντρη, στα είκοσί της ήταν επιθυμητή γυναίκα λόγω συνδυασμού χρωμάτων, δέρμα γάλα, μαλλί κορακί, μάτι κάρβουνο, στόμα δαμάσκηνο, στον καιρό της κάτι υπήρξε κι αυτή, και στη Σμύρνη που είχε κάνει κοριτσάκι δεν άφηναν τις γυναίκες να πηγαίνουν χαμένες. Μέσα της είχε βεβαίως προ πολλού καταλήξει για το είδος του δικού της γάμου, μια ζωή στην αναμονή και πρώτο βραβείο πίστης, μα το έπαθλο δεν άξιζε φράγκο.

   Τι να πω, καρδιά μου, για να με συγχωρέσεις; Δεν ήθελες τα δώρα, μα εμένα τον ίδιο. Από τους Γερμανούς έγινε σαφές ότι έπρεπε να επιβλέψω ο ίδιος τις επισκευές στην Αμβέρσα. Τη μέρα του γάμου σου, που είχα λογαριάσει να χορεύω μπάλο ίσαμε το ξημέρωμα, να τραγουδήσω κι εγώ με τα όργανα, έλα Χριστέ και Παναγιά με το μονογενή σου στ' αντρόγυνο που γίνεται να βάλεις την ευκή σου, τα 'χα όλα συνεννοημένα με τηλεγράφημα στον Βαγγελάκη, τελικά έγινα στουπί παρέα με τους αλλοεθνείς και τα ολαρία τους.
   Καλύτερα που έλειπες, μπαμπά, είχε σκεπάσει χιόνι το νησί κι έμοιαζε αριστοκρατικό και σπάνιο, σαν τα τοπία με τα παγόβουνα που μας ταχυδρομούσες από τον Αρχάγγελο.
   Είκοσι λέξεις και ούτε, αυτή ήταν η απάντηση της Όρσας στον Σάββα Σαλταφέρο. Δέχτηκε το γαμήλιο ταξίδι για να μη βλέπει άλλο τη μάνα της να ανεμίζει στα μουγγά ιατρικά πιστοποιητικά με σφραγίδες και βούλες, εικοσάχρονη νύφη, πολύ νέα για να υποψιαστεί πως ίσως η Σαλταφέραινα φοβόταν μήπως στο τέλος ή, ακόμα χειρότερα, πριν από το τέλος, έβλεπε αλλιώτικα την ίδια της τη ζωή και αναλυόταν σε δάκρυα.
   Μακάρι να ήμασταν όλοι μεταξύ μας παραχαϊδεμένοι, να αγκαλιαζόμασταν και να φιλιόμασταν πιο συχνά, σαν παιδιά να κλαψουρίζαμε και να χαχανίζαμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου προσπαθώντας να μαντέψουμε τίνος είναι το χτυποκάρδι στο στήθος, δικό μας ή του δικού μας, ήταν σκέψεις που η Όρσα έκανε συχνά, είχε πάρει αμετάκλητη απόφαση στη ζωή της να δίνει βάρος μόνο στην αγάπη, από δώδεκα χρόνων αυτό, μια νύχτα που εντελώς ξαφνικά ένιωσε την κακή μοναξιά, τις χάρες της καλής δεν τις αρνιόταν.
   Πριν από το γάμο πήγε στα Απατούρια, μια ώρα ποδαρόδρομο, να πει στη νόνα Όρσα την αλήθεια και να συνάψει συμμαχία. Έφτασε με χειμωνιάτικη λιακάδα, το χωριό εκεί βλέπει ανατολή, μόλις αποφάγανε οι δυο Όρσες την ψαρόσουπα και ξεψαχνίσανε τα καπόνια, το συνηθισμένο γεροντίστικο φαΐ, η μεγάλη έβαλε το μπρίκι για καφέ κι η μικρή σηκώθηκε να ξεθερμίσει τα πιάτα στο νεροχύτη, είδε από το παραθυράκι της κουζίνας πως ο ήλιος είχε κιόλας χαθεί πίσω από το βουνό, σκοτείνιασε μεμιάς και η διάθεσή της· της άρεσε να σουρουπώνει και να νυχτώνει σε μέρη που βλέπανε στη δύση, η μέρα χασομερούσε, ο τόπος σκούραινε από λίγο λίγο, η στιγμή που οι άνθρωποι άναβαν το ηλεκτρικό ή το φιτίλι του πετρελαίου ήταν σαν φως και σκοτάδι ν' άλλαζαν μεταξύ τους ένα φιλί, αλλού, εκεί που γίνονταν όλα απότομα, φοβόταν μην της στρίψει.
   Αναποδογύρισε τη σουπιέρα και τα δυο βαθιά πιάτα να στραγγίξουν, κοίταξε ξανά έξω, επίθεση εναέρια από εκατοντάδες ψαρόνια που πλάκωσαν βολίδα και σφηνώθηκαν σαν σφαίρες στις δυο πελώριες συκιές με τα γυμνά κλαδιά τους ζεβλωμένα ακόντια, οι συκιές σταχτιές, ο κυπαρισσένιος ανεμοφράχτης πιο πέρα κατάμαυρος κιόλας, τοπίο σαν εικόνισμα απειλητικού αγίου.
   - Λοιπόν σ' ακούω, έκανε η γριά, της πάσαρε το φλιτζανάκι, έβαλε στο τραπέζι ένα πανέρι με μανταρίνια και πήρε μια βαθιά ανάσα, έτοιμη να μάθει κάτι σοβαρό, είχε εννοήσει άριστα το σκοπό της επίσκεψης και πάντοτε λάτρευε να κοντράρει και να υπονομεύει τη νύφη της.
   Η Όρσα δεν έβγαλε άχνα, είχε καταπιεί τη γλώσσα της κι ένιωθε κομμένη.
   Η νόνα σκάλισε λιγάκι, πέταξε επίμαχες λέξεις, σύφιλη, πεθερός, φόβος, έρωτας, και αναγκαστικά το γύρισε αλλού.
   - Πόσα χρόνια έχεις άκοπο το μαλλί; ρώτησε την εγγονή της καθώς εκείνη έβαζε παλτό και σκουφάκι.
   - Από τη δευτέρα δημοτικού, απάντησε η Όρσα, τη φίλησε και βγήκε.
   Θαμπές φιγούρες πίσω από τα τζάμια τους οι λιγοστές γειτόνισσες, μια εδώ και μια εκεί, στύλωναν ακίνητο το μάτι στο έρημο δρομάκι, δεν περίμεναν να φανεί περαστικός, είχαν από νωρίς πάρει χαμπάρι την επίσκεψη της αρραβωνιασμένης κι ήθελαν να τη δουν καθώς άνοιγε το βήμα της μη νυχτωθεί στους χωματόδρομους. Δυο τρεις ανοίξανε μάνι μάνι τα τζάμια, παραμέρισαν τα κουρτινάκια και φώναξαν καλά στέφανα.
   - Μη μ' ακουμπήσεις απόψε, είπε του Νίκου Βατοκούζη. Οι καλεσμένοι με τα γνωστά υπονοούμενα τους είχαν σπρώξει μια ώρα αρχύτερα στην κρεβατοκάμαρη. Αυτός δε βιαζόταν καθόλου, έψαξε τα τσιγάρα του, στο δεύτερο, δεν πειράζει, Όρσα, είπε και κάπνιζε ως το πρωί ακούγοντας το λαούτο και τα χοροπηδητά στο πάνω σπίτι, χαλούσε ο κόσμος, εκ γενετής κουσούρι του διώροφου, η μονοπατωσιά και η φασαρία δεν έκοβε καθόλου.
   Ύστερα από λίγη ώρα η νύφη μπορούσε να ξεχωρίσει τα ψηλά τακούνια της Μαρί από τα τακουνάκια της Νανάς, που στα μικρά βηματάκια της ακουμπούσε πρώτα τη μύτη και κατόπιν τη φτέρνα, σαν οπλές νεαρού αλόγου, ο γαμπρός εντόπισε άνετα τις βαριές σόλες του Χαδούλη στον ένα και μοναδικό μπάλο που χόρεψε ο γέρος, διέκρινε τη στέρεη πατημασιά του μητροπολίτη, που αποχώρησε σχετικά νωρίς, από την αβέβαιη του παπα-Φίλιππα, που έμεινε, αλλά ο παραγκωνισμός τού είχε κόψει τα πόδια και τα κέφια, για λίγο αφοσιώθηκαν και οι δύο σ' ένα πνιχτό κοριτσίστικο κλάμα, είχε λυθεί το τούλι της μπομπονιέρας κάποιας μικρής παρανύμφου και τα κουφέτα της κυλήσανε στο πάτωμα σαν βοτσαλάκια.
   Την άλλη το μεσημέρι φύγανε με την ΑΦΡΟΕΣΣΑ για Πειραιά, μείνανε στο Πρωτεύουσα τέσσερις μέρες, αυτός έτρεχε για τις εκκρεμότητες του ταξιδιού, από τους εφοπλιστές στους λιμενάρχες, στους ναυτικούς πράκτορες, στις εταιρείες ανεφοδιασμού, στην επίβλεψη της φόρτωσης.
   Οι Χαδούληδες, συνέταιροι του Βατοκούζη, και όχι μόνο αφεντικά του Σαλταφέρου, έστειλαν στο Πρωτεύουσα ένα βουνό λευκό, εκατό άσπρα τριαντάφυλλα. Η Όρσα την έβγαζε στο δωμάτιο κοιτάζοντας από το παράθυρο την κίνηση του δρόμου και του λιμανιού, βροχή, άμαξες, αυτοκίνητα, άνθρωποι βιαστικοί και βαπόρια πλήθος. Όταν νύχτωνε, καθόταν στο σκοτάδι και μετρούσε τα φώτα έξω, ασυνήθιστα πολλά γι' αυτήν, κιτρινωπά και θαμπά, καθώς τα κύματα του ψιλόβροχου έρχονταν κι αναδεύονταν σαν σύννεφα σκόνης και τύλιγαν όλο τον Πειραιά.
   Να 'ταν αλλιώς, θα βολτάριζε στις βιτρίνες, θα μπαινόβγαινε στα καταστήματα, θα πήγαινε να περιποιηθεί τα νύχια και τα μαλλιά της, να επισκεφθεί κόσμο. Αλλά δεν ήταν αλλιώς, ήταν έτσι. Ο Μαλταμπές έπλεε κάπου στον Ινδικό και στο καλοκαίρι του, στο πλήρωμα του ΟΣΤΡΙΑ πολλοί οι Αντριώτες και η αλληλογραφία στερεότυπη, ο τάδε πέθανε, η δείνα γέννησε, αυτός στεφανώθηκε την άλλη, ήξερε λοιπόν, ή σε λίγες εβδομάδες θα μάθαινε, πως η Όρσα Σαλταφέρου ήταν πλέον σύζυγος Νικολάου Βατοκούζη.
   Αυτό το τελευταίο συνέβη στην καμπίνα, ενώ το ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ με τον αέρα πρίμα έπλεε στα ανοιχτά της Σαρδηνίας και το καντήλι πλάι στην κουσέτα ήταν όπως πάντα αναμμένο. Ο Νίκος Βατοκούζης είχε συνέχεια κλειστά τα μάτια και τα έκλεισε και η Όρσα, μόνο ο Άγιος Νικόλαος στο εικονισματάκι του τα είχε ορθάνοιχτα, δεν άφηνε τίποτα να του ξεφύγει.
   Όταν τελείωσε η ιστορία, η Όρσα συνειδητοποίησε πως η έκφραση "έγινα δική του" είναι λάθος, ήταν η πρώτη φορά που ένιωσε το κορμί της δικό της και μόνο δικό της όσο και τις σκέψεις της, γύρισε ελαφρά στο πλάι, κι εκείνος νυχτιάτικα και ανεξήγητα της έλυσε τη μακριά πλεξούδα και με την τσατσάρα του της χτένισε χωρίς βιασύνη τα μαλλιά και τα άπλωσε να πιάσουνε όλο το κρεβάτι, σαν να περίμενε καιρό αυτή την πράξη κι αυτό το θέαμα. Έκανε ένα τσιγάρο και βγήκε, τράβηξε για την τσιμινιέρα να σιγουρευτεί για τη ρότα του βαποριού.
   Το νυφικό της Όρσας, ολόλευκος, ολοκέντητος, ολομέταξος καταρράχτης σε κρεμάστρα δίπλα στο φινιστρίνι, έμεινε εκεί και τις σαράντα ημέρες του ταξιδιού.

   Είχε φουσκοθαλασσιά, περιέπλεαν το φανάρι του Φινιστέρο και ο Νίκος έψαχνε με τα κιάλια τους βράχους του Βίγκο, πολλά τα γολετόβρικα, τα ιστιοφόρα και τα ατμόπλοια που είχαν πιάσει τελευταίο ντόκο εκεί στον πάτο, στα ανοιχτά της Ισπανίας.
   - Λύσσα το φαΐ, είπε ο Μανσόλας, ο υποπλοίαρχος, η μαγειρική του Καρυστινάκη δεν του πήγαινε καθόλου, κι έπινε απανωτά νερά, ο Νίκος κι ο μαρκόνης προτιμούσαν τον καφέ, οι τρεις τους κουβεντιάζανε με παύσεις στα μακρόσυρτα τριξίματα των σιδερένιων αρμών του πλοίου, καπνίζανε και περιμένανε να βρεθούν στο στίγμα που δυο χρόνια πριν είχε βουλιάξει το ΑΙΓΑΙΟΝ ΙΙ.
   Η Όρσα δεν επρόκειτο να αποποιηθεί τα πατροπαράδοτα, τέτοια έπαρση δεν την αφορούσε, το πέλαγος ασκούσε ανεξέλεγκτη εξουσία πάνω της και πάντοτε τη μαγνήτιζαν οι λέξεις των θαλασσινών, τις αποσπούσε μία μία μέσα από τις φράσεις τους και δεν τις ξεχνούσε ποτέ. Είχε λοιπόν σημειώσει τόπους ναυαγίων κι ήθελε να ρίξει κόλλυβα στα νερά στη μνήμη των χαμένων. Κουβαλούσε τέσσερα πέντε σακουλάκια, τα είχαν ψάλει στο μοναστήρι του Άϊ-Νικόλα, όπως πάντα εδώ και χρόνια.
   - Είναι στενάχωρα αυτά σ' ένα γαμήλιο ταξίδι, της είπε ο Νίκος μαλακά, ελευθερώνοντάς την να αρνηθεί το θλιβερό καθήκον.
   -Δεν είμαι και δεισιδαίμων, του απάντησε σιγανά, δεν είχε ειρωνεία στη φωνή, ούτε παρίστανε την αγέρωχη, ήταν πολύ εντάξει μαζί του. 
   Συνέβη ένα προξενιό, συνέβη ένας γάμος κι αυτοί οι δύο, έως τότε γνωστοί εξ όψεως, έπρεπε να περάσουν μαζί μια ζωή. Την πρώτη τους φορά, αυτή είχε στο κορμί της πάγο κι αυτός πανικό, ξημερωθήκανε μέχρι να βρεθεί μια άκρη, εδώ στη ράχη της άγγιζε απαλά ο Νίκος και δεν ήταν σίγουρος, κάθε τόσο απομακρυνόταν στην κουσέτα παίρνοντας μαζί και το χέρι της, γύριζε από την άλλη πλευρά, κρυβόταν φιλώντας στον αέρα και κοιτώντας σαν ανεκτίμητο μαρμάρινο γλυπτό το λεπτό καρπό της γυναίκας του και τα λευκά της δάχτυλα αφημένα στην ανάσα και στα χείλη του.
   - Εδώ είμαστε, τον επανέφερε στην πραγματικότητα ο υποπλοίαρχος, και ο Σταμάτης ο καμαρότος ειδοποίησε την Όρσα που, έτοιμη από ώρα, βγήκε από την καμπίνα με μια νιτσεράδα πάνω από το πράσινο φουστάνι της, ένα μαντίλι στα μαλλιά και το σακουλάκι στο χέρι.
   Η θάλασσα ήταν ανήσυχη, με την αλαζονεία που επέβαλλε ο μύθος της περιοχής, έκαναν το σταυρό τους, η Όρσα έγειρε στα ρέλια και σκόρπισε τα κόλλυβα στα αφρισμένα νερά, ο Θεός ας αναπαύσει την ψυχή τους, είπε ο Νίκος· με το ΑΙΓΑΙΟΝ ΙΙ είχε χαθεί και ο Σοφοκλής Ροδοκανάκης, ο συμμαθητής του στη Ροβέρτειο και ο μόνος συνομήλικος που είχαν γίνει φίλοι αληθινοί, με γλεντάκια, αγκαλιές, φιλιά και άφθονα δάκρυα.
   Στο νησί, η λύπη για τη μάνα κι η ντροπή για τον πατέρα του τον είχαν υποχρεώσει να ξεκόψει από τις νεανικές παρέες, τριγύριζε μονάχος στη Ρίβα και στο μόλο, στοιχειό του μόλου τον φώναζε η παραμάνα η Αννεζιώ, τα θερινά μελτέμια και οι γαρμπήδες τον πιτσιλούσαν στα μούτρα κι αυτός είχε παρηγοριά το τσιγαράκι απαραιτήτως στο μέσα τσεπάκι του πανωφοριού από τα έντεκά του χρόνια.
   Στα έξι του, έξι γιατί πήγαινε στην πρώτη δημοτικού, ξύπνησε μια νύχτα από ποδοβολητά στα ξύλινα πατώματα και στις σκάλες του σπιτιού, ο πατέρας του ξέμπαρκος και λιγάκι πιωμένος πρέπει, Μερσίνα, κυνηγούσε τη μάνα του να τη γυρίσει στο κρεβάτι τους κι αυτή έντρομη και αλλοπαρμένη όρμησε έξω με το νυχτικό και πήρε την κατηφόρα ίσα κάτω στο ποτάμι. Το παιδί έτρεξε στο παράθυρο και μέσα στο σκοτάδι και στο ψιλόβροχο έβλεπε το άσπρο νυχτικό να χάνεται προς τη ρεματιά. Το έκρυψε στην αγκαλιά της η Αννεζιώ και, χωρίς να μιλούν, ήξεραν πως σκέφτονταν και οι δυο το ίδιο, αυτό έξι κι αυτή τριάντα έξι ετών, μήπως κι η κακότυχη πέσει στο ποτάμι να πνιγεί.
   Δεν αδημονούσε να ξεμπαρκάρει ο μπαμπάς, μόνο να μπαρκάρει, και τα πανάκριβα παιχνίδια που του κουβαλούσε δεν τα έπαιζε, επέστρεφε εκείνος κάθε δυο χρόνια με ακόμα πιο επιθυμητά κι έβρισκε όλα τα προηγούμενα ανέγγιχτα στα πακέτα τους. 
   Το παιδί είχε βρει έναν τρόπο να τον τιμωρεί, έναν τρόπο που του κόστιζε γιατί ήταν παιδί, παιδάκι, και από τα κουτιά το προκαλούσαν κουρδιστοί ποδηλάτες, γερμανικά τρένα, χρωματιστά μεταλλικά αεροπλάνα.
   Ήταν δεκατεσσάρων ετών όταν έχασε τη μητέρα του, υπογλυκαιμικό σοκ ή κάτι σχετικό, ο παθολόγος ο Ρεσβάνης απαντούσε πολύ αόριστα στρέφοντας τα μικρά ματάκια του προς το μεγάλο Μάτι του Θεού και τον ουρανό που κατά τη γνώμη του έφερε ακέραια την ευθύνη.
   Ο Νίκος επιφύλαξε και βαρύτερη τιμωρία στον πατέρα του, που εκείνο τον καιρό ταξίδευε στη Βόρεια Θάλασσα. Γύρισε ο καπετάνιος και βρέθηκε μπροστά σε μια συνωμοσία, ο γιος και η γυναικαδελφή του τα είχανε κάνει πλακάκια να συνεχίσει ο νεαρός Βατοκούζης τη μόρφωσή του στην Πόλη σ' ένα καλό κολέγιο, τη Ροβέρτειο, με την παρέα του εξαδέλφου του, αν και η αλήθεια είναι ότι αμοιβαία αδιαφορία δεν επρόκειτο να τους φέρει κοντά ποτέ.
   Η σύφιλη του πατέρα επιδρούσε ανασταλτικά και στην έξοδο του γιου στη θάλασσα και τελικά τον αλλαξοδρόμησε προς τα μαθηματικά και το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ούτε που θυμάται πόσους γιατρούς είχε επισκεφθεί φοιτητής, πόσες φορές έκανε το τεστ Βάσσερμαν. Στο δεύτερο έτος σπουδών είχε μάθει πολλά, όχι για τα μαθηματικά μα για άλλα. Δεν ήθελε πια να τιμωρεί κανέναν.
   Αποφάσισε να ακολουθήσει ναυτική σταδιοδρομία κι αυτή του η πράξη ήταν η σιωπηλή συμφιλίωση με τον πατέρα του, είχε αφήσει τα χαρτιά για την έκδοση του ναυτικού φυλλαδίου στο μαρμαράκι του μπαγιού στον αντρέ, τα κοίταξε εκείνος καλά καλά και μάλλον θα ήθελε να τον αγκαλιάσει, ναυτικός ως το κόκαλο ο γέρος, έλα όμως που είχε φοβηθεί το γιο του από μια σταλιά παιδί.
   - Είχε κάνει κι ο πατέρας μου με το ΑΙΓΑΙΟΝ ΙΙ, δυόμισι χρόνια τάιμ-τσάρτερ στις θάλασσες της βόρειας Κίνας, είπε η Όρσα κι έριξε ένα ακόμα σακουλάκι για τον ΑΣΗΜΑΚΟ, ο θείος της ο Θέμης είχε χαθεί εκεί.
   Βαθιά νύχτα πιάσανε Βισκαϊκό, τους περιποιήθηκε για καλά ο Μπέης, κατακλυσμιαία βροχή, ορατότης μηδέν κι όλοι στο πόδι, δεμένοι με σκοινιά μην τους αρπάξουν τα νερά, νερά από τα χειρότερα· η Όρσα, δεμένη κι αυτή, άδειασε το σακουλάκι για το ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ, της απέμενε ένα για το ΝΑΥΤΙΛΟΣ που πριν από έξι χρόνια είχε τραβήξει στον πάτο της Μάγχης όλο του το πλήρωμα, μαζί και τον δεύτερο αδερφό της μάνας της τον Μάριο, να με ειδοποιήσετε, είχε ζητήσει από το πλήρωμα· ήταν ο καλός της θείος και την είχε μάθει ταγκό.
   - Αν υπήρχανε θαλάσσιοι τάφοι, το νεκροταφείο του Βισκαϊκού, ε, ναι, απέραντο θα ήτανε, απερπάτητο, είπε ο Νίκος· ήθελε να αγγίξει την Όρσα, να τη νοιαστεί που ήταν μούσκεμα, αλλά επειδή εξαρχής εκείνη καθόριζε τις αποστάσεις και το μυαλό της έτρεχε αλλού, δεν ήταν η στιγμή, άλλωστε όφειλε να έχει τα μάτια του δεκατέσσερα στη δουλειά, μέχρι τουλάχιστον να μαλακώσει ο καιρός.
   Δεν έπρεπε και να βιάσει την κατάσταση, σ' ένα ναυτονήσι που πολλά παιδιά είχαν το γνωστό ολύμπιο μέτωπο ή τη ζαρωμένη επιδερμίδα των γερόντων, η ανάμνηση της ασαράντιστης αδερφούλας του, οι προλήψεις και η άγνοια τον είχαν για χρόνια περιορίσει σε μια περήφανη μοναχικότητα, το 'χε ρίξει στη δουλειά, με τις γυναίκες είχε ενοχές, κι αυτό το πλάσμα που του ήρθε εξ ουρανού δεν ήθελε να το χάσει.
   Η Όρσα κοιτούσε με τις ώρες τη θάλασσα και σίγουρα δεν ήταν επειδή το γαλάζιο τη γαλήνευε, κάτι διάβαζε στην αχανή επιφάνεια. Ο Νίκος Βατοκούζης παρατηρούσε τα μάτια της να κινούνται σχεδόν ανεπαίσθητα από αριστερά προς τα δεξιά, αυτός ο κόπος συνέχεια, καμιά φορά όλο το πρωινό. Έβλεπε στο μπλε γραμμένες ιστορίες που τα μεγάλα κύματα τις αναποδογύριζαν, αλλά και τα μικρά, το ήξερε ο ίδιος εκ πείρας, καθώς δε σταματούσαν ποτέ, παρατούσαν τις ιστορίες χωρίς τελεία και τους ήρωες χωρίς ανάπαυση.
   

Καρυστιάνη Ιωάννα, Μικρά Αγγλία, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1997

Δεν υπάρχουν σχόλια: