Ποίηση

Ποίηση

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

[ Ο ΑΝΘΟΣ ΈΚΡΥΒΕ ΦΑΡΜΑΚΙ ]

   
Ο ταχυδακτυλουργός και η ... σφήκα, όσο κι αν φαίνονται εκ πρώτης όψεως άσχετα, εντούτοις έπαιξαν διαδοχικά το ρόλο τους ώστε να γνωριστούν ο Μάνθος με την Ισιδώρα, την εικοσιδυάχρονη πια κόρη του Ηλία και της Φραγκώς Καστριώτη.
   Η Ισιδώρα ήταν ένα σπάνιο πλάσμα αξιοζήλευτο, προνομιούχο, λόγω της μεγάλης καλλιέργειάς της και της εκπληκτικής ομορφιάς της. Τόσο εκπληκτικής, που όταν την αντίκριζες σου κοβόταν η ανάσα. Η όλη της παρουσία ήταν συνυφασμένη με την πατίνα μιας παλιάς αρχοντιάς που είχε κληρονομήσει από τον παππού της τον Σταυρινό και ίσως από πιο μακρινούς προγόνους. Με επιδερμίδα καμωμένη από φίλντισι, με μια ελαφριά χλωμάδα που δεν τη θάμπωνε και δεν της στερούσε λάμψη, καθώς όλο της το πρόσωπο φωτιζόταν από το βαθυπράσινο των ματιών της κι από τις ίριδες που σε κάθε της χαμόγελο χρύσιζαν. Η ομορφιά αυτή, κλεισμένη σ' ένα πλαίσιο από κατάμαυρα σγουρά μαλλιά που στους ίσκιους γίνονταν μπλε και που στηρίζονταν σ' ένα λυγερό αυχένα, δημιουργούσε κάτι το εκθαμβωτικό. Σαν συμπλήρωμα έρχονταν οι συμμετρικές αναλογίες του κορμιού της. Οι κινήσεις της, αργές, με συστολή, επέτειναν τη γοητεία που ασκούσε δίχως να αντιλαμβάνεται η ίδια το μέγεθός της, κι αυτό την καθιστούσε ακόμη πιο ελκυστική.
   Το πνεύμα της ήταν ανοιχτό σε κάθε είδους μάθηση. Περνώντας από μικρή αρκετό χρόνο στο σπίτι του θείου της του Παντιά, αδερφού της μητέρας της, και έχοντας τακτική επαφή με τη γυναίκα του την Έμιλι, μάθαινε για τον διαφορετικό τρόπο ζωής των ανθρώπων μακρύτερα από το νησί της. Μεγάλωνε με την ιδέα να επισκεφτεί τις χώρες για τις οποίες της μιλούσαν και που για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του, σε μια απ' αυτές ζούσε από καιρό ο αδερφός της ο Διαμαντής. Στα γεμάτα αγάπη και ενδιαφέρον γράμματά του, εκτός από την προσπάθεια που κατέβαλλε για να καταπολεμήσει τη νοσταλγία του και να συνηθίσει στον ξένο τόπο που από πλευράς εργασίας τον ικανοποιούσε, έγραφε και για τα πολλά όμορφα και παράξενα που τον εντυπωσίαζαν εκεί.

   Η Ισιδώρα είχε τελειώσει το Παρθεναγωγείο με άριστα. Είχε ιδιαίτερη κλίση στο χορό και στη μουσική κι από μικρή είχε μάθει να παίζει κιθάρα και μαντολίνο, και κάποιες φορές έγραφε και στίχους. Εξακολουθούσε να διαβάζει βιβλία από την πλούσια βιβλιοθήκη του θείου της και είχε αποκτήσει γνώσεις για πολλά θέματα. Δικαιολογημένα ο Ηλίας και η Φραγκώ ένιωθαν περηφάνια γι' αυτή τη χαρισματική κόρη. Τα προξενιά στο σπίτι έπεφταν βροχή, χωρίς όμως εκείνη να έχει για κάποιον αποφασίσει, μήτε και οι γονείς της.

   Στην ομορφιά της σημαδιακής καλοκαιριάτικης μέρας, δεν ήταν μόνο η μυρωδιά από τα λουλούδια που είχε προστεθεί στην αλμυρή πνοή της θάλασσας, δεν ήταν μόνο τα χνάρια από τα λευκά γλαρόπουλα που είχαν μείνει στην άμμο και τα πουλιά που πετούσαν ακούραστα κάτω από ένα εκτυφλωτικό γαλάζιο, δεν ήταν μήτε τα δέντρα που γλυκά καρωμένα - ναρκωμένα- από την ελαφριά ζέστη έγερναν. Ήταν κυρίως αυτή η οσμή της επιθυμίας που οσφραίνονταν οι άνθρωποι και έδινε στα πρόσωπά τους την έκφραση μιας ανείπωτης λαχτάρας και προσμονής. Να δουν, ν' ακούσουν ή και να ψηλαφίσουν σαν άπιστοι Θωμάδες το ίδιο το σώμα της ζωής. Να πιστέψουν στα θαύματά της, να μάθουν τα μυστικά της. Γιατί τι άλλο θα μπορούσε να κρύβει αυτή η θαυμάσια ομορφιά του τόπου τους εκτός από ένα υπέροχο μυστικό;
   Μεσημέριαζε. Ο θόρυβος από το πηδηχτό βήμα της Ερασμίας που έπαιζε σχοινάκι στην αυλή είχε από ώρα σταματήσει. Η Ισιδώρα δεν το είχε καθόλου αντιληφθεί, όπως ήταν σκυμμένη με αφοσίωση πάνω από ένα άλμπουμ με φωτογραφίες της Αγγλίας που της είχε στείλει, κατά παράκλησή της, ο αδερφός της και τις κοιτούσε μεγεθυμένες με ένα φακό, για να τις θαυμάσει καλύτερα. Έμενε γοητευμένη στη σκέψη των μακρινών τόπων. Είχε φτάσει στο τελευταίο φύλλο, όταν την περίμενε μια έκπληξη που τη συγκίνησε βαθιά. Ένα γράμμα του Διαμαντή που απευθυνόταν σ' εκείνη έκανε την καρδιά της να σκιρτήσει ονειροπολώντας τον.
   Ένα ζωντανό γλυκό παλικάρι με εκφραστικό βλέμμα. Μεγαλύτερός της, όταν ήταν μικρό παιδί, είχε την αίσθηση ότι ήταν παντοδύναμος. Όλα μπορούσε να τα κάνει, κι εκείνη τον ακολουθούσε πειθήνια. Με βουρκωμένα μάτια άνοιξε το γράμμα. Ήταν φανερό πως είχε γραφτεί με βιασύνη.

   Σου γράφω, Ισιδώρα, βιαστικά για να μη φτερουγίσουν και χαθούν απ' το νου μου όλα όσα θέλω να σου πω, γιατί έχω την ανάγκη ένας δικός μου άνθρωπος να τα μάθει, να με νιώσει. Όλα τούτα τα γοητευτικά που είδες, αδερφή μου, σ' αυτόν τον τόπο της εξορίας μου, τα θαυμάζω αλλά χωρίς συγκίνηση, χωρίς παλμό καρδιάς. Λέω πως τίποτα δεν αξίζουν μπροστά σε κάποια σκόρπια γιασεμιά που ήταν πριν μπουκετάκι καρφιτσωμένο στον κόρφο της Μαρίκας μου κι είχε η μυρωδιά τους σμίξει με τη μυρωδιά του κορμιού της. Ω, πώς με κυνηγούν τα ωραία σοβαρά της μάτια που δεν τα ξαναείδα πια ποτέ από τότε που κλείστηκε στη σιωπή της. Πώς με παίρνουν στο κατόπι όλα όσα μαζί της έζησα... Μ' ακολουθούν σαν στεναγμός στο μεγάλο παρήγορο εργοστάσιο όπου εργάζομαι, μα που τόσες φορές η παρηγοριά της εργασίας φαντάζει ψεύτικη και χάνεται. Διαλύεται, γκρίζος θλιμμένος αχνός. Μοιάζει να 'γινε η ψυχή μου περίγελος με το φευγιό μου από τη Χίο. Φτώχυνε, πείνασε, άδεια έμεινε κι έχω τη διάθεση να βγω στους δρόμους να την περιφέρω, κρατώντας ένα δισάκι της ζητιανιάς, να την ελεήσουν. Μα τι να ελεήσουν οι ξένοι άνθρωποι, σκέφτομαι. Πώς να ξέρουν ότι ακόμα και μια σταγόνα δάκρυ απ' τα μάτια της, ένας γλυκός λόγος, θα ήταν αρκετά, μα όχι αρκετά, πολλά, πάρα πολλά θα ήταν και θα την έκαναν να ξεχειλίσει από πλούτο, από χαρά. Το γέλιο της δροσερό ηχεί πάντα στ' αυτιά μου. Ξάφνου χθες ξέφυγα απ' την πραγματικότητα, παρασύρθηκα, όταν κάποια άλλη είδα να της μοιάζει, μα δεν ήταν εκείνη. Ξεγελάστηκα, είπα, κι ήταν απέραντη η απογοήτευσή μου, η θλίψη μου αβάσταχτη. Πόσο ντρέπομαι που έφυγα. Δείλιασα. Μα πώς να ντροπιάσω τον πατέρα κι όλους εσάς. Εδώ τις νύχτες τ' αστέρια έχουν ένα φως πικρό, που λούζει την ψυχή μου σαν η σκέψη μου ασυντρόφιαστη τριγυρίζει έξω από τους τοίχους του μοναστηριού. Συλλογίζομαι εκείνη, μονάχη με χείλη που δεν γελούν, να βαδίζει το δρόμο που διάλεξε να πάρει. Εγώ ήθελα να την παρηγορήσω για τις ασχήμιες του κόσμου, να της φανερώσω τις ομορφιές του. Μόνο για λίγο μπόρεσα και πονώ... Πονώ... Αλλά, Ισιδώρα, μη δείξεις το γράμμα μου αυτό στη μητέρα. Δεν ωφελεί πια.

   Σαν να την είχαν βάλει πάνω στην ώρα να έρθει να της διώξει τη λύπη, μπήκε στο δωμάτιο αθόρυβα η Ερασμία και της έφραξε με τα χέρια τα μάτια.
   "Μάντεψε!" της είπε, χωρίς να το πολυσκεφτεί.
   "Μα... μόνη σου φανερώνεσαι", της μίλησε η Ισιδώρα και με γέλια και τρυφερότητα πολλή της κατέβασε τα χέρια. Τη λάτρευε τη μικρή της αδερφή περισσότερο από καθετί άλλο. Έφερνε κύκλους γύρω της η Ερασμία, πλέκοντας και ξαναπλέκοντας τα χέρια της. Ήταν φανερό πως κάτι ήθελε να πει κι έψαχνε τον τρόπο. 
   "Ήρθε ένας ταχυδακτυλουργός", αποφάσισε να μιλήσει και συνέχισε με ύφος σοβαρό. "Θαυματοποιός, λέει ο θείος ο Παντιάς. Κάνει θαύματα που πρέπει να τα δούμε. Του είπα να μου γράψει τι είναι ο ταχυδακτυλουργός και κοίταξε τα βιβλία του". Η Ερασμία έβγαλε απ' την τσέπη της ένα φύλλο χαρτί και το έδωσε στην αδερφή της.
   "Διάβασε!" της είπε. Άρχισε η Ισιδώρα να διαβάζει μεγαλόφωνα. Η μικρή άκουγε με προσοχή.
   "Η ταχυδακτυλουργία είναι τέχνη που στηρίζεται στη δεξιοτεχνία και στην ταχύτητα των δαχτύλων του χεριού, δημιουργώντας στο θεατή οπτική απάτη".
   "Τι θα πει οπτική απάτη;" διέκοψε η Ερασμία.
   "Θα πει κάτι ψεύτικο που φαίνεται αληθινό. Ταχυδακτυλουργοί", συνέχισε η Ισιδώρα από πραγματικό ενδιαφέρον και όχι μόνο για χάρη της αδερφής της, "υπήρχαν από τα αρχαία χρόνια στην Περσία, στην Αίγυπτο, στην αρχαία Ελλάδα και στη Ρώμη. Τους έλεγαν και θαυματοποιούς. Έδιναν παραστάσεις στα θέατρα και στις αγορές".
   "Τότε θα πάμε στην παράσταση να δούμε τα θαύματα", είπε χωρίς να δέχεται αντίρρηση η Ερασμία.
   "Και βέβαια. Είναι κάτι που θέλω κι εγώ να δω", την καθησύχασε η Ισιδώρα και δέχτηκε ένα αυθόρμητο φιλί στο μάγουλο.
   To απόγευμα της ίδιας μέρας, ένα απόγευμα που είχε πάρει το μεγαλόπρεπο πρόσωπο του καλοκαιριού, ξεκίνησαν για την παράσταση που θα δινόταν στην πλατεία της πόλης. Το νέο είχε διαδοθεί από στόμα σε στόμα κι είχε αρχίσει να συγκεντρώνεται κόσμος πολύς. Όταν έφτασαν, ο ταχυδακτυλουργός ήταν ήδη στη θέση του. Στεκόταν όρθιος, πάνω σε μια πρόχειρα στημένη ξύλινη εξέδρα, εμπρός από ένα μακρόστενο τραπέζι. Ένιωσαν έκπληξη. Τον είχαν φανταστεί άνθρωπο μεγαλόσωμο, επιβλητικό, αλλά ήταν ακριβώς το αντίθετο. Μικρόσωμος, λεπτός, με πρόσωπο σκαμμένο από ήλιο κι από αγέρα, σημάδι εμφανέστατο από τις περιπλανήσεις του. Η ενδυμασία του τον έκανε να ξεχωρίζει. Φορούσε μαύρο κοστούμι, από μέσα άσπρο φραμπαλαδωτό πουκάμισο και στο κεφάλι καπέλο ψηλό μαύρο, δυνατό στίγμα, για ένα διαφορετικό παρουσιαστικό. Μια γελαστή θλίψη ήταν χυμένη στα χαρακτηριστικά του, μα κάτι σου ξέφευγε, γιατί η έκφραση αυτή χανόταν σύντομα και βυθιζόταν στο βαθύ σοβαρό του βλέμμα.
   Η Ερασμία κάθισε κατάχαμα σταυροπόδι, παίζοντας με μια μπούκλα από τα μαλλιά της, ανυπόμονη να δει τα θαύματα, αδιαφορώντας για τη σκόνη από το χώμα που θα γέμιζε το άσπρο καλοκαιρινό της φορεματάκι. Η Ισιδώρα, σ' ένα από τα μεσιανά καθίσματα της τέταρτης σειράς, περίμενε υπομονετικά να αρχίσει η παράσταση. Είχε συγκρατήσει τα μαλλιά της με μια μαύρη βελούδινη κορδέλα και το ανάλαφρο φόρεμα με τα κίτρινα χρυσάνθεμα ήταν κατεβασμένο χαμηλά στους ώμους. Στο χρυσαφένιο φως φάνταζε αλαβάστρινη η επιδερμίδα και τα μάτια της τούτη την ώρα αχτινοβολούσαν από ένα πράσινο λαμπερό. 
   "Κυρίες και κύριοι, σας καλησπερίζω". Η φωνή του θαυματοποιού μελωδική, έκανε τον κόσμο να σταματήσει το κουβεντολόι του και να στήσει αυτί. "Κυρίες και κύριοι", επανέλαβε όταν σίγησαν όλοι, "θέλω να σας πω πως ό,τι θαυμαστό θα σας παρουσιάσω και που θα το αντικρίσετε με τα ίδια σας τα μάτια, είναι η αδιάψευστη απόδειξη πως η ζωή είναι μαγική. Ασκεί την ίδια μαγεία που ασκεί στα μάτια μας ένα μαγικό παιχνίδι. Τέτοια παιχνίδια σας υπόσχομαι ότι θα απολαύσετε. Και τώρα ιδού!" Έβγαλε το μαύρο ψηλό καπέλο απ' το κεφάλι του, το αναποδογύρισε για να δουν όλοι ότι τίποτα δεν έκρυβε το μεγάλο του ύψος, το κράτησε με το αριστερό του χέρι και με το δεξί, ω του θαύματος, έβγαλε το ένα κατόπιν του άλλου και πέταξαν -τα είδαν με τα ίδια τους τα μάτια κι ήταν αδύνατον να αμφιβάλουν- μ' ένα φτερούγισμα σαν σκίρτημα ελπίδας δυο κάτασπρα περιστέρια. Τα όμορφα ειρηνικά πουλιά κάθισαν δεξιά κι αριστερά στους ώμους του θαυματοποιού, χωρίς διάθεση να φύγουν.
   Δεν πρόλαβαν να συνέλθουν από την κατάπληξη, κι εκείνος, χτυπώντας απανωτά τις τσέπες του σακακιού του -ήταν ολοφάνερο πως τίποτα δεν περιείχαν- έπιασε με κινήσεις τελετουργικές να βγάζει από μέσα, ως δια μαγείας, το ένα μετά το άλλο αραχνοΰφαντα χρωματιστά μαντίλια. Κόκκινο του πάθους, πράσινο της ελπίδας, κίτρινο της υπομονής, μενεξεδί της θλίψης, λευκό της αγνότητας, γκρίζο της φινέτσας. Τέλος δεν είχαν. Όλα διπλωμένα μ' ένα τίναγμα περίτεχνο τα ξεδίπλωνε, σαν να ξεδίπλωνε κρυφές πτυχές της ζωής, τ' άφηνε να ανεμίζουν με το ελαφρύ αεράκι, δημιουργώντας στο χώρο μια σκεπή χρωματιστή.
   Ύστερα άνοιξε ένα τετράγωνο κουτί ντυμένο με βυσσινί βελούδο, που βρισκόταν πάνω στο τραπέζι, ονομάζοντάς το "κουτί των θαυμάτων", και κάλεσε όσους ήθελαν ν' ανεβούν στην εξέδρα. Τρεις ανέβηκαν και κοίταξαν περίεργα μέχρι μέσα στον πάτο του κουτιού για να διαπιστώσουν ότι ήταν εντελώς άδειο.
   "Είναι άδειο;" τους ρώτησε και σοβαρός περίμενε την απάντησή τους.
   "Είναι άδειο", βεβαίωσαν ομόφωνα και οι τρεις. Το γύρισε μετά στο πλάι για να το δουν όλοι οι παρευρισκόμενοι. Ανασήκωσε τα μανίκια του και φάνηκε σε μεγαλύτερη έκταση το φραμπαλαδωτό του πουκάμισο. Το θέαμα ασπρόμαυρο, σε πλήρη αρμονία με τα λευκά περιστέρια που είχαν για τα καλά κουρνιάσει πάνω στους ώμους του και δεν το είχαν κουνήσει. Έκανε κάποιες αέρινες κινήσεις με τα χέρια, σαν να ήθελε να τα διώξει, και μετά αστραπιαία, εκεί που δεν το περίμεναν, βύθισε τα χέρια του στο κουτί -τον είδαν κι έπαιρναν όρκο γι' αυτό- κι έβγαλε μια μαύρη ομπρέλα, που την άνοιξε βιαστικά με αστείες κινήσεις, με τρόπο σαν να είχε πιάσει βροχή κι ήθελε να προφυλαχτεί. Το επόμενο λεπτό ξέσπασαν σε ασυγκράτητα γέλια, όταν αφήνοντας την ομπρέλα έβγαλε από το μαγικό κουτί ένα στρουμπουλό σταχτί κουνέλι, που αφού το σήκωσε ψηλά σαν έπαθλο, το άφησε κάτω, κι αυτό εξαφανίστηκε ταχύτατα χωρίς να περιμένει τη μικρή σειρά από κλωσόπουλα μαζί με την κλώσα, που ακολούθησαν και είχαν προβάλει από τον ίδιο δρόμο του μυστηρίου. Ετερόκλητα αντικείμενα εμφανίζονταν. Κορδέλες αμέτρητες ξετυλίγονταν και τυλίγονταν γύρω από τα πόδια του θαυματοποιού και σωριάζονταν κάτω δαχτυλιδωτές, πλουμιστά υφάσματα της Ανατολής κεντημένα με πετράδια, μια πανδαισία χρωμάτων, εξαίσιες μυρωδιές που ζάλιζαν σκορπίζονταν στον αέρα. Μέχρι και μάσκες εμφανίστηκαν ξαφνικά. Κακομούτσουνες, που είχαν κάτι το αστείο, άλλες όμορφες με μια ασχήμια απροσδιόριστη, γελαστές που έκρυβαν θλίψη, όπως εκείνος. Κοιτούσαν άφωνοι, ώσπου στο τέλος ξέσπασαν σε ζητωκραυγές, σε γενναία χειροκροτήματα και σ' ένα "ω! ω! ω!" παρατεταμένο, όταν το χερούλι της ομπρέλας που κρατούσε όρθιος ο θαυματοποιός εξαφανίστηκε και τη θέση του πήρε ένα μπουκέτο από χάρτινα λουλούδια στο χρώμα τ' ουρανού.
   Πόσο όμορφα και θαυμάσια τους φάνταζαν όλα! Γέμισαν οι καρδιές τους γέλιο και τα μάτια τους χρώμα. Θα θυμούνταν τη θαυμαστή παράσταση για καιρό. Ολόκληρος, τώρα, ο ταχυδακτυλουργός ζωγραφιά με ύφος αστείο και ένδυμα σοβαρό.
   "Σας ευχαριστώ, κυρίες και κύριοι", είπε και υποκλίθηκε βαθιά, για να δηλώσει ότι η παράσταση έλαβε τέλος, κι αυτό τους προξένησε λύπη. Αμέσως σταμάτησαν ακόμη και οι ψίθυροι για να ακούσουν τα τελευταία του λόγια. "Αφού είδατε τα θαύματα της ζωής, μένω με την ελπίδα ότι μπορείτε να αναγνωρίσετε και το πρόσωπό της. Γιατί τι περισσότερο είναι η ζωή από αυτό που αντικρίζετε; Μια ζωγραφιά αστεία με ένδυμα σοβαρό κι ωστόσο μαγικό". Εκείνη τη στιγμή τα περιστέρια άνοιξαν τα φτερά τους και πέταξαν, άσπρα φωτεινά σημάδια που απομακρύνθηκαν και χάθηκαν στον ορίζοντα.

   "Είναι το όνειρο λοιπόν", σκέφτηκε ο Μάνθος Στεργίδης, μόλις ξύπνησε από τον κυριακάτικο μεσημεριανό του ύπνο με διάθεση ευχάριστη, πράγμα ασυνήθιστο για το τελευταίο διάστημα. Τέντωσε αργά τα μέλη του, τυλιγμένος όπως ήταν ακόμη μες στη γλύκα του ύπνου, και με τα βλέφαρα κλεισμένα έπιασε να συλλογίζεται πόσο καιρό είχε να νιώσει ευδιαθεσία.
   "Δεν βγαίνουν αληθινά τα μεσημεριανά όνειρα", σιγομουρμούρισε, όπως είχε ακούσει να λέει η μητέρα του. Είχε δει ένα όνειρο γοητευτικό. Μα ήταν γοητευτικό; Αλλόκοτο το χαρακτήριζε μόλις ξύπνησε.
   Η νύχτα είχε, λέει, ξεκινήσει και βρέθηκε σε τόπο όπου είχε στηθεί γλέντι μεγάλο. Τραπέζια στρωμένα, χορός, μουσική κι άγνωστο ποτό σε κόκκινα κολονάτα ποτήρια. Μια Ανατολίτισσα χόρευε μ' έναν πορτοκαλί ήλιο στο στήθος αριστερά, αντί για λουλούδι. Χόρευε κι εκείνος καταμεσής του κύκλου, ελαφρύς σαν φτερό, κι έπινε σε κάθε στροφή μια γουλιά από το άγνωστο ποτό.
   "Κι άλλο, κι άλλο", του φώναζαν κι άδειασε το ποτήρι ως τον πάτο, συνεχίζοντας να χορεύει.
   "Δεν θα έχεις άλλη νύχτα σαν κι αυτή", έγειρε και του ψιθύρισε η Ανατολίτισσα ξέχειλη από λαγνεία. "Άλλη ευκαιρία δεν θα έχεις. Ζήτησέ μου ό,τι θέλεις". Βίαια χτύπησε η καρδιά του.
   "Τον έρωτά σου θέλω. Αυτό μόνο", της αποκρίθηκε ζαλισμένος απ' το άγνωστο ποτό, την κούραση του χορού κι από το άρωμά της. Τα χείλη της τον φιλούσαν παθιασμένα, τα χέρια της απαλά τον χάιδευαν, λικνίζονταν μαζί σε μια κούνια ηδονική ενός απέραντου κόσμου. "Μη μ' αφήσεις", μουρμούρισε κι από τα βάθη του σώματός του ένιωθε μια αίσθηση γλυκιάς εξάντλησης να τον τυλίγει με ξαφνική θέρμη, σαν το άγγιγμα μιας ακτίνας ήλιου, απ' τον ήλιο που ήταν καρφωμένος στο στήθος της.
   "Μην αποκοιμηθείς. Θα χάσεις. Γεμάτη επιθυμίες είναι η νύχτα". Τα λόγια της έσταζαν στ' αυτιά του. "Μην παραιτηθείς από την αγάπη". Η νύστα βαριά τον ταπείνωνε, αδυνατούσε να τη νικήσει. Μα πάσχιζε κι άλλο. Με μια άγρια προσπάθεια αποτίναξε το βαρύ της φορτίο... και ξύπνησε ελευθερωμένος απ' τα μάγια του ονείρου.
   "Όνειρο ήταν", είπε αναστενάζοντας σαν τελείωσε η αναπόληση και βρέθηκε καταπρόσωπο με την πραγματικότητα. Έμεινε για λίγο ακόμη ξαπλωμένος και σηκώθηκε με σκοπό να βγει έξω στο μπαλκόνι να πάρει αέρα. Στο ευρύχωρο δωμάτιο της σάλας κοντοστάθηκε μπροστά στα οβάλ κάδρα των γονιών του. Η προηγούμενη ευδιαθεσία του ένιωσε να τον εγκαταλείπει, σαν κατά τύχη να τον είχε επισκεφτεί. Ξεμάκραινε γρήγορα και τον άφηνε στη συνηθισμένη μελαγχολία των ημερών. Κανένα από τα δυο αγαπημένα πρόσωπα δεν βρισκόταν πια στη ζωή. Έστρεψε τη ματιά του σ' ένα άλλο, μικρότερο κάδρο. Ήταν εκείνος σε πολύ μικρή ηλικία με τα μαλλιά μπούκλες σαν κορίτσι, καθισμένος στα γόνατα του πατέρα του, κοιτώντας με απορία το φακό. Σ' ένα τρίτο, το ωραιότερο κατά τη γνώμη του, ήταν μόνο η μητέρα του. Νέα. Με το χέρι ακουμπισμένο στο σαγόνι, φαινόταν καθαρά το δαχτυλίδι με τη ζαφειρόπετρα στον παράμεσο και το κεφάλι με τα σκαλωτά μαλλιά γερμένο ελαφρά στο πλάι με επιτήδευση.
   Λυπημένος, ξαναζούσε τις ζεστές οικογενειακές στιγμές που είχαν χαθεί, μα και πάλι γυρνούσαν ξανά σαν να έψαχναν δρόμο για να βγουν στο φως. Ο πατέρας του είχε πεθάνει μετά τη μητέρα του. Άνθρωπος υγιής, στεκόταν ακόμη καλά στα πόδια του και διηύθυνε το κατάστημά του, το καλύτερο χρυσοχοείο της αγοράς. Παλιός έμπορος με πείρα, ήταν ισχυρός ανταγωνιστής κι είχε δώσει μαθήματα εμπορίου και σ' εκείνον. Τον πατέρα του τον είχαν φέρει μωρό οι γονείς του από το Βουκουρέστι. Είχαν καταφύγει εκεί από τη Χίο εξαιτίας της ανήκουστης σφαγής, μα η αγάπη για τον τόπο τους τούς έκανε να γυρίσουν πίσω και να στεριώσουν με επιτυχία. Αρχικά το θάνατο της γυναίκας του φαινόταν να τον αντιμετωπίζει με καρτερία, μα ήταν γεγονός ότι από τότε, αργά αλλά σταθερά, άρχισε να παίρνει την κάτω βόλτα, ώσπου στα μέσα του χειμώνα και πριν προλάβει η θέρμη της άνοιξης να αναζωογονήσει τα κύτταρά του, εγκατέλειψε την προσωρινή φιλοξενία του κόσμου τούτου κι αποχώρησε χωρίς να μπορεί, ακόμη κι αν το ήθελε, να μείνει κι άλλο προτού εγκατασταθεί σ' εκείνη την άγνωστη μονιμότητα. Το χτύπημα για τον Μάνθο ήταν σκληρό. Μοναχοπαίδι καθώς ήταν, έμεινε ολομόναχος με μοναδική συντροφιά ένα καναρίνι μέσα σ' ένα κουμπεδωτό κλουβί κυπαρισσί, αδυναμία του πατέρα του, που είχε υποσχεθεί να το προσέχει σαν να ήταν εκείνος ο ίδιος.
   Από τους γονείς του ο Μάνθος είχε κληρονομήσει τα αρμονικά χαρακτηριστικά της μητέρας του, το γκρίζο απόμακρο βλέμμα της και τα σκαλωτά μαλλιά της. Ο πατέρας του τού άφησε για κληρονομιά, εκτός από το χρυσοχοείο του, τη σοβαρή του έκφραση, που έκανε τον γλυκό λόγο του να φαντάζει αληθινός, ακόμα κι αν ήταν ψεύτικος, το ψηλό και μόνο κατά το βάδισμα ελαφρώς κυρτό σώμα του και τον μεγάλο σεβασμό που έτρεφε για το χρήμα. Αυτός ο σεβασμός ήταν για την ώρα ορατός μόνο από την καλή του πλευρά.
   Μπορούσε μόνος του ο εικοσιεννιάχρονος Μάνθος -το γνώριζαν όλοι και το εκτιμούσαν- να κρατήσει το κατάστημα και να το διατηρήσει στο ύψος του, παρόλο που το εμπόριο δεν ήταν εύκολη δουλειά. Για ν' αφήσει κέρδη και να προοδεύσει, χρειαζόταν έξυπνους χειρισμούς και λογαριασμούς καλούς. Ευτυχώς για κείνον, είχε μυηθεί καταπώς έπρεπε. Ως προς τα προσωπικά του, θα μπορούσε κάλλιστα να είχε παντρευτεί, αφού υποχρεώσεις οικογενειακές δεν υπήρχαν. Μα ήταν γεγονός ότι η αφοσίωση στη δουλειά του έκανε ως τώρα την ιδέα του γάμου να φαντάζει μακρινή. Ήθελε βέβαια και η μέλλουσα γυναίκα του να συγκεντρώνει πολλά προσόντα. Είχε βλέψεις ανοιχτές για το εμπόριο του χρυσού και μια γυναίκα με τρανταχτή προίκα ήταν το πρωταρχικό. Κι αν ήταν από καλή οικογένεια και όμορφη, θα ήταν ιδεώδες. Για να πούμε την καθαρή αλήθεια, την ομορφιά τη θαύμαζε και την επιζητούσε. Το σκεπτόταν και το έλεγε στον πατέρα του. "Για φαντάσου, πατέρα. Πώς μπορώ με τέτοια χρυσαφικά να στολίσω μια γυναίκα άσχημη; Θα γελά και το παρδαλό κατσίκι. Εγώ τη θέλω ισάξια σε λάμψη με τις πολύτιμες πέτρες που κοσμούν τα περιδέραια, τα βραχιόλια και τα δαχτυλίδια μας. Και γιατί όχι, μου λες; Να μην υπερτερεί εκείνη σε αξία;" Την ίδια μέρα που είχε πει αυτά τα λόγια, έπιασε και τύλιξε σε ένα πράσινο μεταξωτό ρούχο ρουμπίνια, μαργαριτάρια και σμαράγδια, για να στολίσει τη μέλλουσα γυναίκα του όταν θα ερχόταν εκείνη η ώρα. Με αυτή την τελευταία θύμηση η αναπόληση πήρε τέλος.
   Κοίταξε τριγύρω κι ένιωσε να τον κουράζει η ακινησία των πραγμάτων, περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Όλα είχαν μείνει όπως τα είχε αφήσει η μητέρα του. Ακόμη και τα βάζα με τα λουλούδια φτιαγμένα με κουκούλια από μεταξοσκώληκες βρίσκονταν στην ίδια πάντα θέση, πάνω στον μπουφέ με τις ίδιες ψεύτικες και σκονισμένες ανθοδέσμες. Έκανε να βγει έξω στο μπαλκόνι, όπως ήταν ο αρχικός σκοπός πριν παρασυρθεί σε σκέψεις κοιτάζοντας τις φωτογραφίες, μα ασυναίσθητα χάιδεψε τα γένια στο πρόσωπό του. Είχαν μεγαλώσει και με τη ζέστη τον ενοχλούσαν. Σκόλη ήταν, θα πήγαινε μέχρι το λιμάνι να βρει τους φίλους του να περάσει η κακή διάθεση. 
   "Ιδίωμα που σου το 'χουν οι σκόλες", μουρμούρισε. "Πρέπει, σώνει και καλά, να αισθάνεσαι χαρά, κι αν δεν σου βρίσκεται μέσα σου, άντε με το ζόρι να τη νιώσεις, μόνο και μόνο γιατί σου το επιβάλλει η μέρα". Ο αφρός της σαπουνάδας κι ύστερα το δροσερό νερό τον έκαναν να χαλαρώσει ευχάριστα. Παρατήρησε το πρόσωπό του στον καθρέφτη, του άρεσε το λεπτό μαύρο μουστάκι του κι έμεινε ικανοποιημένος. Διάλεξε με επιμέλεια τα ρούχα του, λινό ζαχαρί κοστούμι με άσπρο πουκάμισο κι άσπρα παπούτσια με φαρδιά μπεζ μπορντούρα στις μύτες. Έπεσε το μάτι του στο ρολόι, είχε καιρό, κι έδεσε με την ησυχία του τα κορδόνια των παπουτσιών του. 
   Το δειλινό πλησίαζε φαντασμαγορικό. Μικρά ρόδινα σύννεφα γελούσαν και παιχνίδιζαν στον ουρανό κατά τη μεριά της δύσης. Σύντομα βρέθηκαν τυλιγμένα σ' ένα βαθύ κερασί και στάθηκαν να παρακολουθήσουν τις στερνές πνοές του ήλιου που ξεψυχούσε πίσω από τον σκούρο όγκο του βουνού.
   "Μια κούκλα. Και γιατί, παρακαλώ, δεν έβγαλε και μια κούκλα μέσα από το μαγικό κουτί;" Δίκαιο το παράπονο της Ερασμίας, το εξέφρασε μεγαλόφωνα. Συνεπαρμένη, με νωπές ακόμα τις εικόνες της παράστασης, περπατούσε πλάι στην αδερφή της και κάθε τόσο χασομερούσε για να μιμηθεί τις κινήσεις του ταχυδακτυλουργού. Στις τρυφερές επιπλήξεις της Ισιδώρας να βαδίζει φρόνιμα στο δρόμο, δεν έδινε καμιά σημασία. Με τη φαντασία της να καλπάζει, έβλεπε μια ωραία κούκλα να τη χαιρετά χαμογελαστή και δεν αντιλήφθηκε μια καφεκίτρινη σφήκα που είχε πλησιάσει επικίνδυνα. Άκουσε μόνο το "βζζ..." κι ένιωσε έναν φοβερό πόνο πάνω από το αριστερό της μάτι, προερχόμενο από το βαθύ τσίμπημα του εντόμου. Ο πόνος οξύς την έκανε να βάλει σπαραχτικά κλάματα, φέρνοντας αμέσως τα χέρια στο πονεμένο σημείο, που κοκκίνησε κι άρχισε να πρήζεται έτοιμο να σκεπάσει το μάτι. Τρομαγμένη η Ισιδώρα την αγκάλιασε προσπαθώντας να την παρηγορήσει, μα χωρίς αποτέλεσμα. Η Ερασμία εξακολουθούσε να κλαίει γοερά. Η αδερφή της η μεγάλη πανικοβλήθηκε όταν στα λόγια των ανθρώπων που είχαν πάει κοντά ξεχώρισε τη φράση "Μην έμεινε μέσα το κεντρί. Είναι δηλητηριασμένες αυτή την εποχή οι σφήκες". Γύρισε προς το μέρος τους. Μια γυναίκα πλησίασε προς την Ερασμία. 
   "Έλα, σώπα, μην κλαις τόσο. Για να δω". Κοίταξε καλά. "Όχι, ευτυχώς. Δεν άφησε το κεντρί της. Μα το ξέρω, το τσίμπημα της σφήκας πονά πολύ. Ντομάτα χρειάζεται, να πάρει τη φλόγα. Ή αμμωνία. Είναι πιο κατάλληλη".
   "Αχ, λίγη αμμωνία", επανέλαβε παρακλητικά η Ισιδώρα.
   Η πόρτα του αντικρινού σπιτιού ήταν ανοιχτή. Ένας καλοντυμένος νέος, ψηλός, με πυκνά σκούρα μαλλιά και κατάμαυρο λεπτό μουστάκι, φάνηκε. Άκουσε την παράκληση, δεν πήγε κοντά, αλλά γύρισε, ανέβηκε τρεχάτος τη σκάλα του σπιτιού και κατέβηκε σχεδόν αμέσως κρατώντας ένα μπουκαλάκι με αμμωνία. Πλησίασε και το έδωσε στην Ισιδώρα, που είχε απλώσει το χέρι της. Την αντίκρισε κι απόμεινε σαν γύψινο άγαλμα. Τα πράσινα μάτια της κοπέλας ξεχείλιζαν από ευγνωμοσύνη. "Ω, ευχαριστώ πολύ", είπε ευγενικά. Η έμπειρη γυναίκα πλάι της πήρε το μπουκαλάκι από τα χέρια της, έβρεξε με την αμμωνία το μαντίλι της και τ' απόθεσε ελαφρά πάνω στο πρησμένο μέτωπο της Ερασμίας. Στον Μάνθο -γιατί αυτός ήταν ο νέος άντρας που έσπευσε να τη βοηθήσει- ο οποίος δεν είχε αρθρώσει λέξη, η Ισιδώρα χαμογέλασε με θέρμη και κάποια συστολή.
   Αργά, ο πόνος της Ερασμίας από το τσίμπημα της σφήκας άρχισε να υποχωρεί. Το κλάμα της λιγόστεψε, χωρίς όμως να έχει τελείως σταματήσει. Οι άνθρωποι ξεμάκραιναν κι εκείνες ετοιμάστηκαν να συνεχίσουν το δρόμο τους, αφού πρώτα η Ισιδώρα, μ' ένα ακόμη "ευχαριστώ" και μ' ένα ακόμη συγκρατημένο χαμόγελο, που το χρωμάτιζε μια ανεπαίσθητη λύπη, σαν σκιά ήταν που πέρασε βιαστικά και χάθηκε προτού κάποιος να την αντιληφθεί, αποχαιρέτησε τον νέο άντρα. Πριν κλείσει ο Μάνθος την πόρτα του σπιτιού του και τραβήξει κατά το λιμάνι, στράφηκε και κοίταξε προς το μέρος τους. Ένιωθε σαν υπνωτισμένος. Η αρχοντική ομορφιά της κοπέλας τον είχε μαγέψει. Το ίδιο βράδυ θα ρωτούσε να μάθει ποια ήταν κι ύστερα χωρίς καθυστέρηση θα προχωρούσε. Αν ήταν όλα όπως τα φανταζόταν, ήταν πια καιρός να συντροφιαστεί. Το βαρύ κλίμα της μοναξιάς δεν το σήκωνε άλλο.
   Περπατούσε στο δρόμο κι απότομα το βήμα του έγινε αργό. Μια ένταση κυρίεψε το μυαλό του στην προσπάθειά του να θυμηθεί. Σταμάτησε. Μα ναι. Βέβαια. Την είχε ξαναδεί. Τυλιγμένη στην καταχνιά αρχικά η εικόνα, με το παίδεμα του νου ξεκαθάρισε. Ένας ήχος μακρινός ερχόταν όλο και πιο κοντά, μια οπτασία ακολουθούσε. Ήταν πριν από κάμποσα χρόνια. Το λυκόφως είχε πέσει. Ήρεμο, με μια τρυφερή μελαγχολία. Μόνο ο ελαφρύς θόρυβος από το κύμα που πηγαινοερχόταν τάραζε την ησυχία της φύσης. Μια μουσική από κιθάρα κι όχι από μαντολίνο, όπως είχε νομίσει στην αρχή, τον έκανε να σταματήσει, να στρέψει το βλέμμα του προς τα εκεί απ' όπου ερχόταν ο ήχος. Ξεχυνόταν από ένα διάπλατα ανοιχτό παράθυρο. Πλησίασε και κοίταξε από περιέργεια. Το πρόσωπο ενός κοριτσιού, όχι μεγαλύτερου από δεκάξι χρόνων, φάνηκε μέσα στο ξύλινο πλαίσιο του παραθύρου. Τα μαύρα, σχεδόν μπλε, μαλλιά τόνιζαν το λευκό χρώμα του προσώπου της. Ο ήχος είχε σταματήσει κι εκείνος ήθελε να προχωρήσει, μα κάτι λες και τον μαγνήτιζε κι έκανε τα πόδια του να μένουν ασάλευτα. Το κορίτσι στράφηκε αδιάφορα προς το μέρος του. Το πρόσωπό της φωτισμένο από το λυκόφως έπαιρνε λάμψεις παράξενες. Του φάνηκε μια οπτασία. Γρήγορα η μορφή χάθηκε από το παράθυρο, μα πρόφτασε να αποτυπωθεί στη μνήμη του. Τα παράξενα μαλλιά, η λευκή χλωμή επιδερμίδα, οι ιριδισμοί που δεν προέρχονταν από το στερνό φως της ημέρας αλλά από τις ιριδίζουσες κόρες των πράσινων ματιών, έκαναν τώρα την οπτασία να βγαίνει από τη λήθη στην οποία είχε βυθιστεί. Δεν του έμεινε καμιά αμφιβολία. Το κορίτσι εκείνο ήταν η κοπέλα που είχε μόλις πριν από λίγο δει.
   Σκεφτικός έφτασε στον παραλιακό καφενέ και βρήκε τους φίλους του εκεί. Παρέμενε αμίλητος. Συλλογισμένος. Έπινε με μικρές γουλιές το ούζο του, ξεχνώντας να τσιμπήσει μεζέ, και κοιτούσε αφηρημένα το ποτηράκι, που τ' ακουμπούσε μαλακά πάνω στο μάρμαρο του μικρού τραπεζιού, από ενστικτώδη φόβο, μήπως και ο έντονος θόρυβος από την επαφή τον αποσπάσει από τις σκέψεις του. Οι φίλοι του δεν άργησαν να το παρατηρήσουν. Μια-δυο φορές που του μίλησαν, πήραν απάντηση μονολεκτική και κοιτάχτηκαν με σημασία.
   "Κάτι έχεις εσύ απόψε", του είπαν κι εκείνος, παίρνοντας τη ματιά του από τη θάλασσα που αγνάντευε, έλυσε τη σιωπή του.
   "Γνώρισα μια κοπέλα. Λίγο πριν. Πολύ όμορφη. Παράξενη ομορφιά. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση". Κι έπιασε να τους την περιγράφει. "Σαν πριγκίπισσα", είπε στο τέλος. "Μα δεν ξέρω αν οι πριγκίπισσες είναι τόσο όμορφες". Οι φίλοι του τον κοίταξαν παραξενεμένοι.
   "Δεν ξέρεις ποια είναι; Δεν τη γνώρισες; Ποιος να τη δει και να μη θαμπωθεί;" Κούνησαν το κεφάλι τους με αποδοκιμασία. "Είσαι δικαιολογημένος, αφού έχεις πέσει με τα μούτρα στη δουλειά. Μήπως βλέπεις πιο πέρα απ' τη μύτη σου; Μιλούμε, μα δεν τ΄ακούς".
   "Ποια είναι;" η περιέργειά του είχε κορυφωθεί.
   "Ποια είναι; Εσύ πού να ξέρεις... Η Ισιδώρα είναι. Η κόρη του Ηλία του Καστριώτη. Η μάνα της είναι η Φραγκώ του Σταυρινού Λιναρά. Αρχοντόσογο κι ομορφόσογο".
   "Τον Σταυρινό Λιναρά ακουστά τον έχω", μίλησε ο Μάνθος μετά από λίγο, "από τον θείο μου, που τον αναφέρει πότε πότε".
   Οι φίλοι του είχαν δίκιο. Ήταν γεγονός πως όποτε μιλούσαν για κοπέλες, σχεδόν πάντα αδιαφορούσε.
   "Είναι απλησίαστη", είπε ένας από την παρέα που γνώριζε περισσότερα. "Μην κάνεις καμιά κίνηση. Σε όλα τα προξενιά λέει "όχι". Αν σκοπεύεις να τη ζητήσεις, να το ξέρεις".
   "Για να μην απογοητευτείς", συμπλήρωσε κάποιος άλλος και χαμογέλασε με συμπόνια, για μια πιθανή προσπάθεια του φίλου του, που τη θεωρούσε εκ των προτέρων αποτυχημένη. Ένα δεύτερο χαμόγελο του Μάνθου με νόημα κρυφό ακολούθησε για απάντηση κι έμεινε για κάμποσο χαραγμένο στα χείλη του. Δεν είπε όμως κουβέντα κι έπεσε ξανά σε συλλογή. 

   Ο θείος του Μάνθου, αδερφός του πατέρα του, που γνώριζε τον Ηλία Καστριώτη, βάδιζε γρήγορα και με αυτοπεποίθηση. Είχε ευγλωττία, ήταν ήρεμος και έπαιρνε στα σοβαρά κάθε υπόθεση που αναλάμβανε. Κρατούσε το μπαστούνι με ιδιαίτερη κομψότητα, το σήκωνε ελαφρά λυγίζοντας προς τα πάνω τη χούφτα και μόνο ένα ανεπαίσθητο ζάρωμα των φρυδιών πρόδιδε μια εσωτερική αναστάτωση. Στην πραγματικότητα έτρεμε μια άρνηση της πολύφερνης νύφης και κατ' επέκταση του πατέρα της, στην πρότασή του να ζητήσει το χέρι της εκ μέρους του ανιψιού του, του οποίου τα προσόντα είχε σκοπό να εκθειάσει με ζέση. Μια άρνηση θα ήταν κάτι που θα έπαιρνε ως προσωπική προσβολή. Όμως η αναστάτωσή του αντιμαχόταν με μια μυστηριώδη αλλά έντονη προαίσθηση επιτυχίας του διαβήματός του. Τον Μάνθο, τον ανιψιό του, τον υπεραγαπούσε. Πίστευε στις ικανότητές του, αλλά και ότι του άξιζε μια καλή τύχη.
   Μισοσκότεινα έφτασε εμπρός στη θολωτή πόρτα. Στο μαρμάρινο υπέρθυρο διακρίνονταν αμυδρά τα αρχικά του ονόματος του Σταυρινού Λιναρά. Κρέμασε το μπαστούνι στο μέσα μέρος του αγκώνα και ψηλαφητά έβαλε το χέρι στο στήθος του για να σιγουρευτεί ότι ήταν κουμπωμένο το σακάκι του. Δυσφόρησε για μια στιγμή που δεν θα φαινόταν το χρυσό ρολόι με την αλυσίδα καρφιτσωμένο στο πορφυρό σατινένιο γιλέκο, και χτύπησε αποφασιστικά το ρόπτρο.
   Του άνοιξε η ίδια η Ισιδώρα μ' ένα βλέμμα καθόλου έκπληκτο, χαμογελαστό. Την κοίταξε και λίγο έλειψε να κάνει ένα βήμα πίσω. Τέτοια χάρη! Τέτοια τελειότητα! Θαύμασε. Τρεχάτη, όμως, η σκέψη προσπέρασε και, κρύβοντας την ταραχή που του είχε προκαλέσει η εμφάνισή της, μίλησε ζωηρά με ελαφριά κλίση του κεφαλιού. 
   "Την καλησπέρα μου. Ήθελα, αν είναι μπορετό, να μιλήσω στον πατέρα σου".
   "Ω, ελάτε", τον καλωσόρισε πρόσχαρα και του έδωσε το προβάδισμα για ν' ανέβει τη στριφογυριστή σκάλα με τα αριστοτεχνικά κολωνάκια. Ένας μεγάλος καθρέφτης, σαν έφτασε στο πλατύσκαλο, του έστειλε την εικόνα του, που τη βρήκε αξιοπρεπέστατη, σε αρμονία με το περιβάλλον και του αναπτέρωσε το ηθικό.
   Ο Ηλίας και η Φραγκώ, που υποψιάστηκαν αμέσως το λόγο της επίσκεψης -είχαν ακούσει λεπτομερώς το επεισόδιο με τη σφήκα κι είχαν καταλάβει ποιος ήταν ο νέος άνδρας που είχε σπεύσει προς βοήθεια- στάθηκαν στο κεφαλόσκαλο και τον υποδέχτηκαν με εγκαρδιότητα, προσφέροντάς του θέση στην πλούσια επιπλωμένη σάλα του σπιτιού. Μετά τις πρώτες κουβέντες που αντάλλαξαν κι ό,τι που ετοιμαζόταν ο Ηλίας να τον ρωτήσει για το σκοπό της επίσκεψης, ο θείος του Μάνθου μπήκε μόνος του στο θέμα, αφού πρώτα ήπιε ένα ποτήρι δροσερό νερό, περισσότερο από αμηχανία παρά από δίψα, ευχόμενος ένα ηχηρό "Στην υγειά σας", χωρίς να βάλει στο στόμα του το γλυκό αμύγδαλο με το προκλητικό γαριβαλδί χρώμα.
   "Ήρθα εκ μέρους του ανιψιού μου, του Μάνθου, να ζητήσω το χέρι της κόρης σας της Ισιδώρας". Οι λέξεις στην αρχή έφυγαν βιαστικές, φάνηκε ότι τις συγκρατούσε με προσπάθεια, αλλά στη συνέχεια βρήκαν το ρυθμό τους. "Ο Μάνθος είναι άντρας άξιος και καλοστεκούμενος. Από καλούς γονείς, και δεν το λέω επειδή είναι ανιψιός μου. Η μοναξιά του με στενοχωρεί. Είναι από την έλλειψη των γονιών του κι η επιθυμία μου είναι να βρεθεί μια ισάξιά του κοπέλα να την παντρευτεί. Η κόρη σας με μάγεψε σαν την αντίκρισα, μα κι εκείνος κουσούρι δεν έχει. Είναι ωραίος".
   Η Φραγκώ γύρισε και κοίταξε ερωτηματικά τον άντρα της. Ο Ηλίας απάντησε με κάποιο δισταγμό αλλά με ειλικρίνεια, έχοντας βέβαια κατά νου να πάρει τις πληροφορίες του. "Δεν έχω λόγο να αμφιβάλλω για τα προτερήματα του ανιψιού σου, μα δεν σου κρύβω ότι μέχρι τώρα έχει αρνηθεί όλα τα προξενιά που μας έστειλαν κι είναι κάτι που μας βάζει σε μεγάλη έννοια. Μακάρι..."
   "Μακάρι, μακάρι..." συνέχισε η Φραγκώ, που άκουγε αμίλητη. "Αν είναι για καλό... ο Θεός να δώσει".
   "Τυχερό ήταν", είπαν όλοι όταν η Ισιδώρα δεν απέρριψε το προξενιό.
   "Νύφη με τα όλα της", είπε ο θείος του Μάνθου, που δεν σταμάτησε να χαμογελά από το πρωί μέχρι το βράδυ της ημέρας που ήρθε θετική η απάντηση, βγαλμένη από το στόμα της Ισιδώρας.
   "Το βλέμμα", είπε μέσα της εκείνη. Από τη στιγμή που είδε τον Μάνθο, το βλέμμα του την κυνηγούσε. Ακόμα και τις ώρες που μάθαινε χορό στα μικρά κορίτσια του χοροδιδασκαλείου. Χωρίς καθόλου να θυμάται να τον έχει ξαναδεί και χωρίς να σκεφτεί ότι γρήγορα θα ζητούσε το χέρι της, πριν αγαπήσει τον ίδιο, είχε αγαπήσει το βλέμμα του. Αυτό το βλέμμα τής είχε μιλήσει, της είχε αποκαλύψει μυστικά όνειρα που φώλιαζαν ακόμη στη σιωπή.
   Η γκρίζα απόμακρη ματιά του Μάνθου θύμιζε, όμως, σύννεφο περαστικό. Αυτό το τελευταίο δεν πέρασε από το νου της. Αλλιώς μπορεί και να τον απόφευγε. Γιατί τα σύννεφα περνούν και χάνονται. Δεν μένουν ποτέ σ' ένα σημείο. Μοιάζουν πολύ με τα όνειρα και μπορεί να είναι αυτή η ομορφιά τους. Η γοητεία τους. Ίσως γι' αυτό να μην τα ξεχνάς. Επειδή τα χάνεις απ' τα μάτια σου πριν καλά-καλά τα δεις. Όσο, λοιπόν, κι αν φαίνεται απίστευτο, εκείνη την ασήμαντη εκ πρώτης όψεως στιγμή, το έκπληκτο και φευγαλέο σαν χαιρετισμός βλέμμα άλλαξε τα πάντα στη ζωή της Ισιδώρας. Οριστικά.
   Το προξενιό που έστειλε με το θείο του, θεώρησε φυσικό επακόλουθο εκείνης της μοιραίας συνάντησης και χωρίς καμία δεύτερη σκέψη είπε στους γονείς της: "Αν θα πρέπει να παντρευτώ κάποιον, δεν μπορεί να είναι άλλος, παρά μόνον εκείνος". Καμία αντίρρηση δεν της έφεραν για να κάνουν γαμπρό τους τον Μάνθο Στεργίδη, αφού ήδη ο πατέρας της είχε φροντίσει να μάθει ποιος ήταν. Οι πληροφορίες που είχε συλλέξει ήταν άριστες, και όχι μόνο δεν έκρυψαν τη χαρά τους, όταν εκείνη δεν αρνήθηκε, αλλά ένιωσαν κι ένα βάρος να φεύγει από πάνω τους.
   Το φως πλημμύριζε το σπίτι, εισχωρούσε ακάθεκτο παντού, με τη Φραγκώ να αδιαφορεί τελείως -πράγμα πρωτοφανές- αν ο δυνατός ήλιος θα ξεθώριαζε τα βελούδα των καναπέδων. Οι πόρτες της σάλας έμεναν ορθάνοιχτες, όπως και οι άλλες ανάμεσα στα δωμάτια. Στα παράθυρα οι κουρτίνες ανέμιζαν ελαφρά, καλώντας τη χαρά, που χωρίς αντίρρηση είχε έρθει κι είχε εγκατασταθεί καταμεσής του σπιτιού μαζί με μια νοσταλγική διάθεση, που δεν μπορούσες να ξεκαθαρίσεις για ποιο λόγο υπήρχε. Πανέμορφα κεντήματα είχαν βγει από τα συρτάρια, βρήκαν αμέσως τη θέση τους, τ' ασημικά άστραφταν καλογυαλισμένα και το άρωμα γλυκό από τα άσπρα και βυσσινιά τριαντάφυλλα του κήπου, που υπήρχαν σε κάθε δωμάτιο, ανακατευόταν με τις ποικίλες μυρωδιές της ατμόσφαιρας. Όλα γίνονταν τόσο φυσικά και αβίαστα, υπακούοντας, λες, σ' ένα προσκλητήριο της ζωής που τους ζητούσε να την ακολουθήσουν.
   Ο Μάνθος είχε λύσει το πράσινο ολομέταξο μαντίλι κι είχε δέσει τις φυλαγμένες πολύτιμες πέτρες, επιστρατεύοντας όλη του την τέχνη. Καμιά σε ολόκληρη την πόλη δεν φόρεσε τόσο ακριβά και ωραία κοσμήματα όσο η Ισιδώρα. Έλαμψε το δαχτυλίδι με το διαμάντι στο δάχτυλό της, ένα υπέροχο περιδέραιο με σμαράγδια που είχαν το χρώμα των ματιών της στόλισε τον λυγερό της αυχένα κι ένα ασορτί βραχιόλι σε σχήμα φιδιού με σμαραγδένια μάτια τύλιξε τον λεπτό καρπό του χεριού της. Το κλείστρο με ασφάλεια τέτοια, που σαν το πρωτοφόρεσε και πήγε τη νύχτα πριν από τον ύπνο να το βγάλει, της ήταν αδύνατον. Έτσι την ευτυχισμένη εκείνη νύχτα κοιμήθηκε με το χρυσό φίδι τυλιγμένο στον καρπό της, βγάζοντας όλα τ' άλλα χρυσά και το ταφταδένιο βιολετί φόρεμα. Την επομένη ούτε ο ίδιος ο Μάνθος, που το είχε κατασκευάσει, μπόρεσε να το ανοίξει χωρίς να το χαλάσει. Ήταν η μόνη ατέλεια στην κατά τα άλλα υπέροχη κατασκευή των κοσμημάτων.
   Παρευρισκόμενοι και μη συζητούσαν για καιρό γι' αυτούς τους ζηλευτούς αρραβώνες, που από στόμα σε στόμα είχαν πάρει διαστάσεις μυθικές. Ο γάμος ορίστηκε σε διάστημα λίγο μακρινό. Έπρεπε να περάσει ο καιρός του πένθους από το θάνατο του πατέρα του γαμπρού. Αυτό κανέναν δεν ενόχλησε, αφού έμοιαζε η ευτυχία να έχει παραδοθεί άνευ όρων στα χέρια του ζευγαριού.
   Σαν πουλιά να κελαηδούσαν, σαν τ' αγέρι να σιγοντάριζε, σαν τα κύματα να σκόρπιζαν πλατιά χαμόγελα στ' ακρογιάλι, σαν ολόκληρος ο μοναδικός κόσμος που είχε πλάσει η Ισιδώρα να της έστελνε φιλιά ατελείωτα. Ολόκληρη είχε ποτιστεί από ένα μεθυσμένο ερωτικό άρωμα. Το διέκρινες στην κίνηση του κορμιού της, στην απαλή γλυκιά ομιλία, στο βλέμμα που χάιδευε ό,τι ακουμπούσε. Με λαχτάρα που όλο και φούντωνε, περίμενε κάθε βραδάκι τον Μάνθο να την επισκεφτεί. Τελείωνε εκείνος τη δουλειά του, έκλεινε το χρυσοχοείο του και πανευτυχής πήγαινε να ετοιμαστεί στο σπίτι του, που δεν ήταν πια ο ασάλευτος μοναχικός χώρος ο οποίος του προκαλούσε μελαγχολία. Όλα ανέπνεαν με μιαν ανάσα απαλή, σαν κι αυτή της Ισιδώρας όταν ακουμπούσε στο στήθος του, κι ήταν μια παρουσία ζωντανή. Το καναρίνι στο κλουβί του φτεροκοπούσε χαρούμενα και το τιτίβισμά του ήταν τραγούδι που απευθυνόταν σ' εκείνον.
   Το μόνο που τον λυπούσε, αν μπορούσε κανείς να το ονομάσει λύπη, γιατί ήταν ένα συναίσθημα ανάμεικτο με τη γλυκιά χαρά της προσμονής, ήταν ότι οι εκδηλώσεις της αγάπης τους ήταν μέσα στο αυστηρό πλαίσιο των ηθικών κανόνων και απαιτούνταν μάλιστα η πλήρης εφαρμογή τους. Όμως ένα απρόβλεπτο ατύχημα της Φραγκώς, ένα απερίσκεπτο σκύψιμο ώρα πρωινή, που μόλις είχε σηκωθεί από τον ύπνο και το σώμα της δεν είχε ακόμη χαλαρώσει, της προκάλεσε αφόρητο πόνο στη μέση, νευροκαβαλίκεμα το είπαν, που την ακινητοποίησε για κάμποσες μέρες στο κρεβάτι. Στην παραμικρή κίνηση σφάχτης ο πόνος, δεν γινόταν να τον αγνοήσει. Έτσι, το ζευγάρι απόκτησε μια ελευθερία ανέλπιστη.
   Ένα δειλινό μ' έναν ουρανό πεντακάθαρο, που το ηλιοβασίλεμα έστελνε ανταύγειες μαργαριταρένιες πάνω στα σεντόνια και στα μαξιλάρια της κάμαρας της Ισιδώρας, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον με ματιές ερωτικές που τους αναστάτωναν, χάθηκαν μες στα χάδια και τα φιλιά. Ριγούσε ολόκληρη η Ισιδώρα, καθώς ο Μάνθος τη φιλούσε αχόρταγα με το πρόσωπο χωμένο στο στήθος της. Ο πόθος του τού έδινε τόλμη και ένα ένα της έβγαλε τα ρούχα, που σχημάτισαν έναν μικρό σωρό έτοιμο να θυσιαστεί στο βωμό του έρωτα. Ψιθύριζαν λόγια, γλυκές συλλαβές χύνονταν πάνω τους, μια αίσθηση λιποθυμίας κατέλαβε την Ισιδώρα καθώς οι ανάσες τους ενώθηκαν, έλιωνε, καιγόταν και πάλι έλιωνε.
   "Φίλα με, φίλα με κι άλλο", ψιθύριζε, τυλιγόταν σφιχτά πάνω του κι εκείνος έχανε το νου του. Ολόγυμνο το σεντεφένιο κορμί της λουλούδισε και μ' έναν στεναγμό βαθύ, που έβγαινε από τα έγκατα της ψυχής της, παραδόθηκε στο φλογισμένο κορμί του Μάνθου.
   Είχε πια βραδιάσει όταν εκείνος, καταπώς έπρεπε, έφυγε ζαλισμένος σαν από ένα κύμα καυτό που είχε πυρπολήσει τις αισθήσεις του και τον άφηνε εξουθενωμένο σε τρικυμισμένη ακόμη θάλασσα. Όμως δεν αναζητούσε καθόλου τη γαλήνη, μα λαχταρούσε να νιώσει κι άλλο αυτή τη συνταρακτική ερωτική εμπειρία. Η Ισιδώρα όρθια, με το βλέμμα χαμηλά, κοιτούσε ταραγμένη μ' ένα ελαφρύ τρέμουλο στα χείλη το φως του φεγγαριού, που περνώντας μέσα από τις λεπτές κουρτίνες έπεφτε στα πόδια του κρεβατιού. Ήταν χαμένη μέσα σε μια γλυκιά νάρκη. Συνήλθε όταν η φωνή της Ερασμίας ακούστηκε ανυπόμονη. Την καλούσε.

   Ήταν οι ίδιοι φίλοι του Μάνθου που τάραξαν αναπάντεχα τα νερά. Αυτοί που του είχαν πρωτομιλήσει για την Ισιδώρα και κρυφοζήλευαν την τύχη του. "Και η προίκα γερή. Το σπίτι σίγουρα. Τυχερέ! Το ωραιότερο σπίτι του Κάτω Γιαλού. Ούτε συζήτηση", του πέταξαν τα λόγια. Σαϊτιές ήταν που κακοφόρμισαν. Από κείνη την ώρα βάλθηκαν όλα να συνωμοτήσουν εναντίον αυτού του αρραβώνα, που φάνταζε η ζωντανή απόδειξη της ομορφιάς και της ευτυχίας.
   "Ποιος το σκέφτεται", τους απάντησε με στόμφο μεγαλόφωνα, θέλοντας να κρύψει κάτω από την υψηλή ένταση της φωνής του την πραγματική του σκέψη. Φαινομενικά αμέριμνος συνέχιζε να παίζει το κομπολόι του. Θυμήθηκε, όμως, πόσο μεγάλη εντύπωση είχε προκαλέσει στο θείο του το σπίτι και ο πλούτος που υπήρχε μέσα, όταν είχε πάει για το προξενιό. "Νύφη με τα όλα της", του είχε πει και του είχε κλείσει το μάτι με νόημα.
   Αλήθεια, ποια ακριβώς ήταν η προίκα της; σκεφτόταν τώρα ο Μάνθος. Τα λόγια του πατέρα της ήταν: "Θα πάρει ό,τι της ανήκει". Κι εκείνος θαμπωμένος απ' την ομορφιά της δεν ρώτησε λεπτομέρειες. Όμως γιατί να μην του δώσουν το σπίτι, ασυγκρίτως ωραιότερο και σε θέση που πλεονεκτούσε από το δικό του, το παραμελημένο; Υπήρχε και το άλλο, του θείου της του Παντιά, που ήταν κι αυτό δικό τους. Άκληρος είχε μείνει ο Παντιάς, θα μπορούσε να το κληρονομήσει ως προίκα η μικρότερη, η Ερασμία.
   "Δεν με θεωρούν μήπως ικανό γαμπρό να μου δώσουν την προίκα που μου αξίζει;" αναρωτήθηκε. Πικράθηκε μ' αυτές τις σκέψεις. Έπιασε να συλλογίζεται. Δεν θα έχανε καιρό. Δεν θ' άφηνε να τον τρώει η έγνοια. Σήμερα κιόλας θα το 'φερνε στην κουβέντα τους. Κατά τον απογευματινό τους περίπατο θα προσπαθούσε να κάνει λόγο γι' αυτό.
   Από το πρωί της ίδιας μέρας η Ισιδώρα δεν αισθανόταν και πολύ καλά. Δεν είχε τίποτα το συγκεκριμένο ούτε πονούσε κάπου, όμως ήταν κακόκεφη. Τις περισσότερες ώρες τις πέρασε συντροφιά με τρυφερούς ήχους απ΄το μαντολίνο της, που της βελτίωσαν τη διάθεση. Κατά το βραδάκι, η παρήγορη σκέψη ότι σε λίγο θα ερχόταν ο Μάνθος και θα έβγαιναν για τον καθιερωμένο περίπατο, την έκανε να νιώσει ακόμη καλύτερα, σε βαθμό που η αδικαιολόγητη κακοδιαθεσία εξαφανίστηκε. Για χάρη του άρχισε να ετοιμάζεται με τη συνηθισμένη της επιμέλεια. Πάνω στην ώρα έφτασε τελειωμένο το κοραλλί φουστάνι από τα χέρια της ράφτρας, με το πλατύγυρο καπελίνο ασορτί. Ένα όνειρο. Πριν από τρεις ημέρες είχε κάνει την τελευταία πρόβα, μα δεν είχε φανταστεί το εκπληκτικό αποτέλεσμα. Ενθουσιασμένη, έπιασε να το φορέσει. Μακρύ, σφιχτό κάτω από το στήθος, έπεφτε σχηματίζοντας ομοιόμορφες σούρες. Έβαλε το καπελίνο και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Η εικόνα που παρουσίαζε ήταν -το λιγότερο που θα μπορούσε να πει κανείς- ονειρική. Όμως, για πρώτη φορά, θα άφηνε ασυγκίνητο τον Μάνθο.
   Η γαλήνια μέρα έσβηνε. Γοητευμένη η πλάση κρατούσε ακόμη και την αναπνοή της για να μη διαταράξει τη γλυκιά στοχαστική ηρεμία. Έσφυζε από ζωή η πόλη. Παρέες ανθρώπων με έκφραση ξεγνοιασιάς στα πρόσωπα κάθονταν στα καφενεία, πλανόδιοι μικροπωλητές πουλούσαν το εμπόρευμα της εποχής, αμυγδαλάκι φρέσκο σε χάρτινα χωνάκια, αρκετοί πηγαινοέρχονταν μασουλώντας αμέριμνα το γευστικό καρπό κι ανάμεσα σ' αυτούς, ζευγάρι ταιριαστό, ο Μάνθος με την Ισιδώρα. Το λυγερό κορμί της, το κομψό αέρινο ντύσιμό της, τα πράσινα μάτια κι οι μαύρες μπούκλες που ξέφευγαν από το κοραλλί καπελίνο της, τραβούσαν σαν μαγνήτης τις ματιές των περιπατητών.
   Κρατούσε σφιχτά αγκαζέ τον Μάνθο, βυθισμένη σε ονειροπολήσεις. Κοιτούσε τον ορίζοντα κι έβλεπε ένα φωτεινό μέλλον να την περιμένει. Εκείνος αμέτοχος τελείως, με μία μοναδική σκέψη να τον παιδεύει. Πώς να αναφερθεί στο ζήτημα της προίκας της με φυσικότητα, για να μην καταλάβει εκείνη πόσο τον απασχολούσε. Αργά-αργά, έφτασαν ως την άκρη της παραλίας. Ξεμοναχιάστηκαν. Τριγύρω τους επικρατούσε σιωπή. Την ευκαιρία για να αναφερθεί σ' αυτό που επιδίωκε, του την έδωσε η ίδια. Δεν έχασε καιρό και την άρπαξε με ανακούφιση. Τα λόγια της αντήχησαν στ' αυτιά του σαν πρόλογος εκείνων που σκεπτόταν να πει.
   "Αν είναι δυνατόν, τούτη τη γη, τούτο τον ολόγλυκο τόπο, όπου κι αν πάω, να μην τον λαχταρήσω... Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ομορφαίνει τη ματιά μου. Με παρηγορεί η γαλάζια απλωσιά της θάλασσας. Το ίδιο ένιωθε κι ο παππούς μου ο Σταυρινός σαν την αγνάντευε απ' το μπαλκόνι του. Άνοιγε τα χέρια του να την αγκαλιάσει. Εκεί στ' αγνάντεμα ήταν που ξέφευγε ο νους του κι άρχιζε τα ταξίδια του που δεν είχαν τελειωμό. Το μπαλκόνι του το αντικατέστησε ο κιοσές, όμως η θέα παραμένει η ίδια".
   "Αυτή η θέα αξίζει όλα τα πλούτια του κόσμου", μίλησε εκείνος. Και συνέχισε: "Πλούτος δεν είναι, και μάλιστα πολύς, κι αναπαμός της ματιάς ο ορίζοντας ο ανοιχτός; Δεν νομίζω να μπορούσες ποτέ να στερηθείς αυτά τα πλούτια. Όποιος τα έχει μία φορά αποκτήσει, δεν μπορεί να τα χάσει".
   Εκείνη τον κοίταξε με ανείπωτη γλύκα στα μάτια και, ανύποπτη για τα σκόπιμα λόγια, έγειρε ναζιάρικα το κεφάλι ακουμπώντας το στο στήθος του και μίλησε ψιθυριστά.
   "Πιο πολύ απ' όλα δεν θέλω να χάσω εσένα. Είμαι πρόθυμη να σ' ακολουθήσω στο σπίτι σου κι ακόμη ως την άκρη του κόσμου". Παράβλεψε τα τελευταία που άκουσε. Της αντιγύρισε το βλέμμα με προσποιητή έκπληξη.
   "Στο σπίτι μου; Μα δεν θα κατοικήσουμε στο σπίτι σου, που είναι και προίκα σου;"
   Απορημένη τραβήχτηκε από κοντά του και στύλωσε τα μάτια της στα δικά του.
   "Προίκα μου;" ρώτησε και φάνηκε να προσπαθεί να πιάσει το νόημα της λέξης. Ήταν τόσο μακριά η σκέψη της τις στιγμές αυτές από αυτά τα ασήμαντα που άκουγε.
   "Νομίζω ότι θα πάρεις προίκα το σπίτι", εξακολούθησε ο Μάνθος και χωρίς να το θέλει το πρόσωπό του πήρε ύφος θυμωμένο, σκληρό.
   "Ναι, έτσι θα 'ναι. Όπως το λες. Αύριο κιόλας θα ρωτήσω τη μητέρα". Πέρασε το μπράτσο του στο λαιμό της κι όπως ανασήκωσε εκείνη το κεφάλι της, της έδωσε ένα μακρόσυρτο βαθύ φιλί για επισφράγιση αυτών που είπε.

   Λαχανιασμένη έτρεχε η Ισιδώρα μέσα σ' έναν λαμπερό κόσμο. Έλαμπε ο ουρανός, τα φύλλα στα δέντρα έλαμπαν κι αυτά, η θάλασσα απ' όλες τις μεριές μοσχομύριζε, ανάσαινε πνοές από γιασεμί, τριαντάφυλλο κι έρωτα. Ο λαμπερός κόσμος χρύσιζε, άπλωνε τα χέρια και γέμιζαν οι χούφτες της χρυσάφι, χρυσάφι παντού. Το μάζευε, το σκορπούσε κι όλο έτρεχε, μέχρι που ένιωσε κούραση πολλή και ζήτησε να σταματήσει, να ξαπλώσει πάνω στα χρυσαφένια φύλλα να ξεκουραστεί. Μα ένας άνεμος σαν τον δυνατό βοριά που ξερίζωνε δέντρα, που έπαιρνε απ' τα σύρματα τα ρούχα, που έμπαζε τα σκουπίδια στις πόρτες, που χτυπούσε χωρίς λύπηση, ακόμη και τα γερά στερεωμένα παράθυρα, την έσπρωχνε συνεχώς και σχεδόν ευχάριστα τον δεχόταν. Έμοιαζε με τρελό χορό, που γρήγορα μετατράπηκε σε στρόβιλο κι ίσα που πρόφταινε η τρομαγμένη ματιά της κι έπαιρνε τις άκρες απ' τα μαύρα της μαλλιά που της χτυπούσαν απαλά στην αρχή το πρόσωπο, μα μετά όλο και πιο δυνατά, σαν να είχαν γεμίσει αγκάθια, και την μαστίγωναν. Πονούσε από τα φύλλα της καρδιάς της, χωρίς να μπορεί ν' αποφύγει τα χτυπήματα, παρά το δώθε-κείθε κούνημα του κεφαλιού της. Με απελπισία έβαλε τα χέρια στο πρόσωπο άδεια απ' τα χρυσάφια, για να προφυλαχτεί, και ούρλιαξε, αγγίζοντας ένα γλιστερό ζεστό υγρό. Ήταν αίμα. Δικό της.
   Άνοιξε τα μάτια. Βρισκόταν ξαπλωμένη ανάσκελα στο κρεβάτι της με απλωμένα τα χέρια, παράλυτη από το φόβο. "Χριστέ μου!" φώναξε χωρίς να μετακινηθεί. Κοιτούσε ψηλά στο πάνω μέρος του παραθύρου. Ολόχαρο ένα φως πρωινιάτικο, με χίλια δυο τεχνάσματα γύρευε να τρυπώσει στο υπνοδωμάτιο. Της γελούσε περιπαίζοντάς τη για το φόβο της. Το φόβο ενός ονείρου που ήδη έσβηνε, ξεμάκραινε, σταματώντας πια να την τρομάζει. Ο νους της πήγε αμέσως στο γλυκό αποσπερινό φιλί του Μάνθου. Η γλύκα του είχε απλωθεί μέσα της, την ένιωσε να γίνεται φλόγα και να την πυρπολεί. Με μια εκστατική ταραχή έκλεισε τα μάτια, τον αναπόλησε κι ολόκληρο το είναι της έγινε προσμονή.

   Ήταν μεσημέρι και κάθονταν γύρω από το στρωμένο τραπέζι. Η Φραγκώ όρθια, σερβίριζε από την άσπρη πιατέλα με το μπλε σιρίτι στο χείλος τα μακαρόνια βρασμένα σε ζωμό κρέατος, όπως τα επιθυμούσε ο Ηλίας, με σάλτσα από φρέσκια ντομάτα κι από πάνω πασπαλισμένα με μπόλικο τυρί. Ανυπόμονος, λαίμαργος από φυσικού του ο Ηλίας, πριν ακόμη καθίσει η γυναίκα του, είχε βάλει την πρώτη πιρουνιά στο στόμα του. Κατάπιε γρήγορα και πήρε το λόγο για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους, γιατί αν εξαιρεθεί ό,τι είχε σχέση με την εργασία του, σε ό,τι αφορούσε το σπίτι κι όχι μόνο αυτό, η Φραγκώ ήταν εκείνη που έλυνε κι έδενε.
   "Η προίκα σου θα είναι σε λίρες, Ισιδώρα. Τόσες όσες σου αναλογούν, κόρη μου. Θα μοιραστούν εξίσου σε σένα και στην Ερασμία". Και βλέποντας ότι η γυναίκα του είχε πάρει θέση στο τραπέζι, συνέχισε το φαγητό του με απόλαυση. 
   "Υπάρχει καιρός για ένα καλό φρεσκάρισμα στο σπίτι του Μάνθου και είναι πολύ ωραίο για να μείνετε εκεί", είπε φωναχτά αυτό που σκεφτόταν η Φραγκώ, και για να κλείσει σε αυτό το σημείο η συζήτηση σχετικά με την προίκα, είπε ορθά-κοφτά: "Να του πεις ότι το σπίτι τούτο δε γίνεται Στεργίδικο. Θα μείνει Καστριώτικο. Ανήκει στο Διαμαντή. Θα γυρίσει. Δεν θα μείνει για πάντα στην ξενιτιά". Το έλεγε και το πίστευε. Όταν αναφερόταν σ' εκείνον, μιλούσε πάντα με το πνεύμα του γυρισμού.
   Απρόοπτα, μέσα από τις πτυχές του νου βγήκε στην επιφάνεια η αγαπημένη μορφή του Διαμαντή. Ο πόνος της στέρησής του μαλάκωσε τη σκληράδα των προηγούμενων λόγων της Φραγκώς. Η Ισιδώρα δεν ένιωσε ιδιαίτερη έκπληξη ακούγοντας τα της προίκας της. Την ενόχλησε μόνο ο περιφρονητικός τρόπος με τον οποίο αναφέρθηκε η μητέρα της στο όνομα το "Στεργίδικο", σαν να επρόκειτο για κάποιον ξένο και όχι για τον μελλοντικό άντρα της. Σκέφτηκε πόσο σίγουρο το είχε ο αρραβωνιαστικός της κι ένιωσε έναν αόριστο φόβο για τη στιγμή που θα του μετέφερε τα λόγια της μητέρας της. Μα πάλι μήπως το παν ήταν η προίκα της; Πάνω απ' όλα ήταν η αγάπη τους... Διαφορετικά τι νόημα είχε το δόσιμο της ψυχής και του κορμιού της, τ' ατέλειωτα φιλιά και τα χάδια; Ήσυχη που έβαλε το καθετί μέσα της σε τάξη, άκουγε με ενδιαφέρον τη συνεχιζόμενη κουβέντα μεταξύ των γονιών της.
   Η σκέψη του Ηλία είχε τραβήξει γι' αλλού. Ετοιμαζόταν να φύγει για το συνηθισμένο του ταξίδι. "Αυτή τη φορά θα πάρω μαζί μου και το Θοδωρή, τον παραγιό μου. Να μάθει τα κατατόπια, να γνωρίσει τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάζομαι. Κόβει το μυαλό του κι έχω σκοπό να στείλω εκείνον να κλείνει τη δουλειά. Εγώ άντε να πάω ένα-δυο ταξίδια ακόμη και πάλι θα τον παίρνω μαζί μου. Ύστερα θα πηγαίνει μοναχός του. Είναι γεννημένος έμπορος, χώρια τα όσα του έχω μαθημένα". Αγαλλίασε. Ο νους του σκεφτόταν σωστά. Για να ευχαριστήσει τον εαυτό του, άνοιξε την ταμπακέρα του και πήρε να καπνίσει ένα τσιγάρο.
   "Δόξα Σοι ο Θεός", αναφώνησε η γυναίκα του, που τον άκουγε με προσοχή. "Ε, τώρα οι ανάγκες μας λιγοστεύουν. Αφού είναι άξιος ο Θοδωρής, ποιος ο λόγος; Άγια τα λόγια σου". Ανακουφίστηκε. Πάντα καρδιοχτυπούσε μέχρι να γυρίσει ο άντρας της. Ας ήταν αραιά και πού και λίγου καιρού. Δεν έπαυε να λογίζεται ταξίδι και της κόστιζε. Τον κοίταξε γεμάτη έγνοια κι αγάπη, και ύστερα στάθηκε να παρακολουθεί το πυκνό δαχτυλίδι καπνού που ξεφύσησε από το στόμα του.
   Στις είκοσι δύο Ιουλίου, ημέρα της Αγίας Μαρκέλλας, ο Ηλίας με τον παραγιό του τον Θοδωρή αναχώρησαν για το ταξίδι κι η Φραγκώ είχε πάει να προσκυνήσει τη χάρη της αγίας, ένα προσκύνημα που τηρούσε απ' όταν ήταν μικρό κοριτσάκι μαζί με τη μητέρα της. Η Ερασμία ήταν στο σπίτι με την Ισιδώρα, που στην καθορισμένη ώρα περίμενε τον Μάνθο και ήταν η μισή μέσα κι η άλλη μισή έξω από το τζάμι του κιοσέ, ακριβώς στην ίδια θέση που πριν από χρόνια η Φραγκώ είδε έκπληκτη να καταφτάνει ο αγνοούμενος αδελφός της, ο Παντιάς, συνοδευόμενος από τη γυναίκα του. Η Ισιδώρα είδε τον αρραβωνιαστικό της να έρχεται, ξεχείλισε από έρωτα, γλύκανε η καρδιά της κι έσταζε ο χτύπος της μέλι σαν από κηρήθρα. Ήταν η ζωή της. Τον καμάρωνε μέσα από την ψυχή της, ψηλό, λεπτό και όμορφο. Όσο πλησίαζε, το ύφος του σοβαρό, με αυτοπεποίθηση, έδειχνε άνθρωπο που δεν πελαγοδρομούσε. Σήκωσε το χέρι της, του έγνεψε χαμογελαστή, εκείνος την είδε και συντόμεψε το βήμα του. Βιάστηκε να κατέβει να τον προϋπαντήσει. Ο Μάνθος μπήκε στο σπίτι χαιρετώντας ευγενικά, κρέμασε το καπέλο του στο πορτ-μαντό της εισόδου και προχώρησε ως συνήθως στην τραπεζαρία. 
   Η Ερασμία, καθισμένη κάτω σταυροπόδι στα πόδια του καναπέ, φυλλομετρούσε ένα χοντρό φιγουρίνι που προς τα τελευταία του φύλλα είχε φορέματα για νέα κορίτσια. Απ' όταν αρραβωνιάστηκε η αδελφή της, έψαχνε να βρει μόδα της αρεσκείας της για το φόρεμα που θα φορούσε στο γάμο. Σήκωσε λίγο το κεφάλι, χαμογέλασε στον Μάνθο και συνέχισε το φυλλομέτρημα. Ένα βελούδινο φορεματάκι στο χρώμα του σάπιου μήλου, κεντημένο σφηκοφωλιά στο μπούστο, με φαρδύ δαντελένιο γιακά ως τους ώμους, της τράβηξε την προσοχή. Αλλά πλάι του μια ροζ οργαντίνα σαν κουφέτο με πλούσιους φραμπαλάδες την ξετρέλανε.
   "Αυτό, αυτό!" είπε δυνατά λαχταρισμένη. Πετάχτηκε επάνω κι έβαλε το φιγουρίνι κάτω απ' τα μάτια της Ισιδώρας, που πήγαινε ν' ανοίξει κι άλλο ένα τζάμι του κιοσέ για να εισχωρήσει στο σπίτι η δροσιά της θάλασσας, γιατί παρόλο που έπαιρνε να μουχρώνει, η ζέστη μέσα στο σπίτι ήταν αισθητή. "Ποιο απ' τα δυο λες; Αυτό ή αυτό;" έλεγε η Ερασμία και σημάδευε το καθένα με το δάχτυλο. Περίμενε ανυπόμονη να δει αν συμφωνούσε με το δικό της γούστο. Όμως δεν πρόφτασε να το μάθει και δεν θα το μάθαινε ποτέ. Η αδελφή της, που συνομιλούσε με τον Μάνθο για τον καιρό, δεν διέκοπτε τη συζήτηση. 
   "Τέτοια ζέστη δεν έχει ξανακάνει".
   "Μην παραπονιέσαι. Το σπίτι είναι κοντά στη θάλασσα. Έχει δροσιά", συνέχιζε εκείνος κι ανυπόμονος μπήκε στο θέμα που τον ενδιέφερε. "Μίλησες με τη μητέρα σου γι' αυτό που λέγαμε χθες; Για την προίκα σου, θέλω να πω".
   "Ναι, ναι", απάντησε αμέσως η Ισιδώρα, θέλοντας να δώσει σύντομα τέλος για να ρίξει μια ματιά στο φιγουρίνι, και μετέφερε τα λόγια της μητέρας της χωρίς δεύτερη σκέψη. "Το σπίτι δεν γίνεται Στεργίδικο. Θα μείνει Καστριώτικο, μου είπε. Η προίκα μου..." Σταμάτησε να μιλεί, γιατί είχε στερεώσει το τζάμι και γυρνώντας το κεφάλι είδε τον Μάνθο που καθισμένος στην καρέκλα με ακουμπισμένο το χέρι στο τραπέζι χτυπούσε με νευρικότητα ένα-ένα τα δάχτυλα. Είχε αλλάξει χρώμα κι είχε πάρει έκφραση στυφή.
   "Α, ώστε έτσι; Πολύ ωραία. Λοιπόν, παίρνω το καπελάκι μου και φεύγω".
   Άναυδη η Ισιδώρα τον είδε να μετατρέπει τα λόγια του σε πράξη. Σηκώθηκε αλύγιστος, ξεκρέμασε το καπέλο του από την κρεμάστρα, όπου πριν από λίγο το είχε κρεμάσει, το έβαλε στο κεφάλι του με σταθερές κινήσεις και χωρίς να πει άλλη λέξη κατέβηκε τη σκάλα. 
   "Μα η προίκα μου είναι σε λίρες", βγήκε πνιγμένη η φωνή της Ισιδώρας, που είχε μείνει ακουμπισμένη στο κιγκλίδωμα και τον κοιτούσε αποσβολωμένη με τα χείλη της να τρέμουν. Δεν ήταν σίγουρη ότι την άκουσε, γιατί δεν πήρε απάντηση. Έφυγε κλείνοντας πίσω του μαλακά την πόρτα. Η Ερασμία, που κουνούσε πέρα-δώθε το φιγουρίνι παιχνιδιάρικα για να τραβήξει την προσοχή της αδελφής της, το παράτησε κι έκανε το σταυρό της σαν για να ξορκίσει το κακό.
   Όταν γύρισε η Φραγκώ στο σπίτι από το προσκύνημα, δεν αντιλήφθηκε αμέσως την απόλυτη ησυχία που επικρατούσε.
   "Ουφ, ζέστη. Καθόλου δεν έχει σκοπό να δροσίσει απόψε", ήταν η πρώτη της κουβέντα και διασχίζοντας το διάδρομο για να πάει στην κάμαρά της ν' αλλάξει και να πιει μετά μια βυσσινάδα να δροσιστεί, παραξενεύτηκε από τη σιωπή. "Ερασμία", φώναξε και της αποκρίθηκε η μικρή της κόρη μέσα από το υπνοδωμάτιο της Ισιδώρας. "Τι τρέχει;" ανησύχησε η μητέρα τους και πήγε να δει τι συνέβαινε.
   Η Ισιδώρα ήταν πεσμένη στο κρεβάτι με μάτια κατακόκκινα από το κλάμα και η μικρή τη συντρόφευε.
   "Δεν τα έκανες καλά, μητέρα", της είπε παραπονεμένα. "Το σπίτι αρέσει στον Μάνθο κι είχε πιστέψει πως αυτό θα ήταν η προίκα μου. Του είπα την απάντηση κι έφυγε πεισμωμένος". Και πίστευε πραγματικά ότι ήταν ένα πείσμα του Μάνθου που θα περνούσε.
   "Μη χολοσκάς", την παρηγόρησε ξαλαφρωμένη η Φραγκώ, που φοβήθηκε ότι είχε συμβεί κάτι σπουδαιότερο από το πείσμα του γαμπρού της. Ταυτόχρονα η κοιμισμένη αλαζονεία της ξύπνησε. "Άκουσε να σου πω. Εσύ είσαι εγγονή του Σταυρινού Λιναρά. Κι όμορφη. Δεν θα προσπέσεις. Για το σπίτι δεν γίνεται λόγος".
   "Να του στείλουμε μήνυμα πως άλλαξες γνώμη", είπε η Ισιδώρα, που αλλιώς κατάλαβε τα λεγόμενά της.
   "Όχι. Γνώμη δεν αλλάζω. Το σπίτι θα μείνει Καστριώτικο. Θύμωσε, θα ξεθυμώσει. Αύριο θα το δεις. Θα είναι εδώ".
   "Θα 'ρθει, δεν μπορεί, θα 'ρθει", σκεφτόταν όλη την επόμενη μέρα η Ισιδώρα και τη συνηθισμένη ώρα του ερχομού του βρισκόταν στον κιοσέ, στην ίδια θέση, ν' αγναντεύει το δρόμο να τον δει να έρχεται. Μα ο Μάνθος δεν φάνηκε. Ούτε αυτή την ημέρα ούτε και την άλλη.
   "Έχε υπομονή. Όπου να 'ναι θα προβάλει", επέμενε να λέει η Φραγκώ και γνώμη δεν άλλαζε.
   Κόντευε η γιορτή της Παναγίας και ούτε φωνή ούτε ακρόαση από τον Μάνθο. Κάθε μέρα η Ισιδώρα περίμενε κι έπεφτε σε όλο και πιο βαθιά συλλογή, χωρίς να βγάζει λέξη από το στόμα της. Μια φορά μόνο -ήταν ώρα μεσημεριού με ζέστη αυγουστιάτικη αποπνικτική- κοίταξε τη μητέρα της με μάτι διεισδυτικό, σαν να την εξερευνούσε, και της μίλησε με τρόπο που δεν της είχε ποτέ μιλήσει:
   "Εσύ φταις, μητέρα. Εσύ τα έκανες όλα".

   Λίγο μετά το φευγιό του από το σπίτι της αρραβωνιαστικιάς του κι αφού ο θυμός του από την προσβολή -θεώρησε προσβολή την άρνηση να του δώσουν προίκα το σπίτι- έπιασε να εξανεμίζεται, ο Μάνθος άρχισε να μην αισθάνεται καλά. Όσο περνούσαν οι μέρες, χειροτέρευε. Η αναστάτωσή του εντεινόταν και το θάρρος να ξαναγυρίσει στο σπίτι της Ισιδώρας ύστερα από τον άπρεπο τρόπο με τον οποίο έφυγε, τον εγκατέλειπε. Ήταν τόση η αναστάτωση κι η στενοχώρια του, ώστε ακόμη και η εργασία του, που τόσο αγαπούσε, πολύ λίγο μπορούσε να τον βοηθήσει. Τα πάντα τον ενοχλούσαν και το περιβάλλον του σπιτιού του τού φαινόταν ξανά αφάνταστα πνιγηρό, και μάλιστα πολύ περισσότερο από πριν. Στο κάτω-κάτω, σκεφτόταν, οι λίρες δεν ήταν ευκαταφρόνητες και την Ισιδώρα δεν ήθελε να τη χάσει και δεν τη χαλάλιζε αλλουνού.
   Αυτό που δεν είχε κατά βάθος αναρωτηθεί και που θα έπρεπε, ήταν ποια εντύπωση της προκάλεσε το φέρσιμό του κι αν μετά απ' αυτό θα εξακολουθούσε εκείνη να τον θέλει όπως πρώτα. Και δεν το αναρωτήθηκε, γιατί πίστευε ότι δεν υπήρχε κανένας καλύτερος από εκείνον που να της αξίζει. Δεν είχε υποπτευθεί καν ότι τον είχε ερωτευθεί τρελά και τίποτα δεν θα την έκανε να τον δει με άλλα μάτια. Όμως, το εκπληκτικά ωραίο της πρόσωπο, το νάζι της, ο τρόπος που παραδόθηκε στην αγκαλιά του κι η λαχτάρα να την έχει δική του τον παίδευαν και τον έκαναν να βάζει τον εγωισμό του στην άκρη. Στην ελεεινή κατάσταση όπου βρισκόταν εδώ και αρκετές μέρες, σκέφτηκε τον μοναδικό άνθρωπο που θα μπορούσε να τον βοηθήσει: το θείο του. Σ' εκείνον είχε το θάρρος να εκμυστηρευτεί τα πάντα και μόνον εκείνος ήταν σε θέση να μεσολαβήσει να γίνουν τα πράγματα όπως ήταν πριν. Η γιορτή της Παναγίας που πλησίαζε του έδωσε κάποια ιδέα. Θα την έθετε σε εφαρμογή, αφού πρώτα τον συμβουλευόταν.
   "Φραγκώ", αποτάθηκε ο θείος του Μάνθου στη μητέρα της Ισιδώρας, βραδάκι παραμονή της Παναγίας, υποκύπτοντας στα παρακάλια του ανιψιού του, αν και του είπε ότι το φέρσιμό του δεν το ενέκρινε. Μα ήταν γεγονός ότι τα γεμάτα έπαρση λόγια της Φραγκώς τον ενόχλησαν και δεν του πήγαινε να τα αγνοήσει. "Εγώ λέω πως δεν είναι καμώματα αυτά", συνέχισε να της λέει: "Ο ανιψιός μου στέλνει μήνυμα πως θέλει την Ισιδώρα πιότερο απ' το σπίτι. Αυτό να της πεις. Θα περάσει το πρωί να πάει στην εκκλησία. Μόνο να 'ναι έτοιμη. Να βγει στο παράθυρο να τη δει, να της μιλήσει, να πάνε μαζί. Κι όλα θα διορθωθούν. Τίποτ' άλλο δεν έχω να σου πω". Ο τόνος της φωνής του ήχησε αυστηρός και με χροιά επίπληξης, που δεν πέρασε απαρατήρητος από εκείνη. Καθόλου δεν της άρεσε και θα λάβαινε τα μέτρα της. Πριν ακόμη του απαντήσει, από την έκφραση του προσώπου της κατάλαβε. Συνοφρυωμένη τον κοίταξε για λίγο και μετά ξέσπασε.
   "Να του πεις ότι η κόρη μου στο παραθύρι δεν βγαίνει. Ποια θαρρεί ότι είναι; Αν την αποζητά, να έρθει να χτυπήσει την πόρτα".
   "Κάμε ό,τι θες. Μα θα το μετανιώσεις. Δεύτερο λόγο δεν έχω", της απάντησε με τη σειρά του χολωμένος εκείνος. Έφυγε χωρίς χαιρετισμό. Για να μην οξύνει άλλο την κατάσταση, φρόντισε να κρύψει την οργισμένη συνομιλία από τον ανιψιό του, έχοντας την ελπίδα ότι η Φραγκώ θα το σκεφτόταν, θα άλλαζε γνώμη και θα έλεγε στην κόρη της την επιθυμία του. Γελάστηκε εντελώς. Το επόμενο πρωί που οι καμπάνες ηχούσαν γιορτινά σ' ολόκληρο το νησί, η Φραγκώ έκλεινε πόρτες και παράθυρα. Στην Ισιδώρα δεν ανέφερε τίποτα, που κλεισμένη όλες αυτές τις ημέρες στο σπίτι ήταν βουτηγμένη στην απελπισία με την οδυνηρή σκέψη ότι ο Μάνθος την είχε εγκαταλείψει οριστικά. Και θα πονούσε εκείνη την ημέρα της γιορτής ακόμη περισσότερο, όταν λίγο αργότερα τα λόγια της ανίδεης Ερασμίας θα μπήγονταν σαν μαχαιριές στο στήθος της.
   Απολείτουργα μπήκε η μικρή στην κάμαρά της με τις χούφτες γεμάτες γιασεμιά. "Έλα να πάμε έξω στον κήπο να μου φτιάξεις κολιέ και βραχιόλι", και μέσα στη λύπη της η Ισιδώρα της χαμογέλασε. Ήταν ένα στολίδι που αμέτρητες φορές κάθε καλοκαίρι της έφτιαχνε με μεγάλη δεξιοτεχνία και η Ερασμία το φορούσε καμαρώνοντας. Βγήκαν έξω, κάθισαν στο ξύλινο καναπεδάκι του κήπου κάτω από τη σκιά της λιλά μποφώλιας, της μπουκαμβίλιας, και σκόρπισε η μικρή τα γιασεμιά στην ποδιά της αδελφής της. Θέλησαν ν' ανασάνουν το γλυκό άρωμα κι έκλεισαν τα βλέφαρα.
   "Σήμερα το πρωί πέρασε ο Μάνθος έξω απ' το σπίτι. Τον είδα", είπε η Ερασμία και μια μαχαιριά μπήχτηκε στο στήθος της Ισιδώρας. Τα μάτια της δυο πελώριες λίμνες, κουβαλώντας, λες, τη λύπη όλου του κόσμου, που συμπυκνώθηκε στο πρόσωπο της αδελφής της. Η απορία γιατί είχε περάσει χωρίς να της μιλήσει αιωρήθηκε στον γύρω χώρο κι αναπάντητη επέστρεψε σ' εκείνη να τη βασανίζει όσο τίποτε άλλο δεν την είχε βασανίσει στη μέχρι τώρα ζωή της. Λαβωμένη έσκυψε το κεφάλι κι έπιασε ένα-ένα γιασεμί να το περνά στη βελόνα με την κλωστή. Ένα-ένα και το βουβό δάκρυ κυλούσε αργά κι έσταζε πάνω στα μικρά λευκά λουλουδάκια. Ο έρωτάς της, σύντομος κι ωστόσο μοναδικός, της είχε δημιουργήσει βαθιά ρωγμή στην τρυφερή ευαίσθητη ψυχή της. Θα στεκόταν στο βίο της σαν γρίφος, σαν αίνιγμα που μάταια θα πάσχιζε να λύσει. Ο πόνος της, ο σπαραγμός της, θα δενόταν με το φρένιασμα του έρωτα, με κατάληξη τραγική για την ψυχική της υγεία. Επίπονα θα προσπαθούσε να βρει τη χαμένη της ισορροπία χωρίς να το κατορθώνει.
   Η μητέρα της, έρμαιο της αλαζονείας της, δεν υπολόγισε, ούτε καν υποψιάστηκε, τις συνέπειες που θα είχαν οι πράξεις της στο ίδιο της το παιδί. Μόνη της πήρε την πρωτοβουλία να διαλύσει τον αρραβώνα, αφού άλλο μήνυμα δεν ήρθε από τον Μάνθο μήτε κι ο ίδιος πάτησε πια το πόδι του στο σπίτι, στέλνοντάς του πίσω τα ζηλεμένα χρυσά που είχε φορέσει στην κόρη της. Ήταν αυτή της η πράξη που έγινε αιτία να δώσει σάρκα και οστά σε μια σκέψη που βιαστικά πέρασε απ' το μυαλό του, αλλά δεν έσβησε. Τα συναισθήματα της απογοήτευσης, της πίκρας, του θυμού που ένιωσε περνώντας έξω απ' το κατάκλειστο σπίτι το πρωί της Παναγίας, ήταν καταλυτικά και τον έσπρωξαν να ενεργήσει κατά τέτοιον τρόπο, που μέχρι πριν από λίγο ακόμη ούτε κι ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να φανταστεί.
   Από το προηγούμενο βράδυ ήταν η εικόνα της Ισιδώρας εμπρός του. Αλλά μάταια από απόσταση είχε καρφώσει εκεί το βλέμμα του γεμάτος λαχτάρα, προσπαθώντας να τη διακρίνει, έτοιμος να συντομέψει το βήμα του για να την ανταμώσει. Και κάποια στιγμή, μέσα στο άπλετο φως, στο λαμπύρισμα του δυνατού πρωινού ήλιου, ξεγελάστηκε. Του φάνηκε ότι την είδε. Σαν να αναγνώρισε το σκούρο της κεφάλι που έκανε να φαντάζει έντονη η γλυκιά χλωμάδα του προσώπου της, σαν να αναγνώρισε το πανωκόρμι γερμένο ελκυστικά κι η καρδιά του είχε πεταρίσει. Πλησιάζοντας κατάλαβε ότι ήταν ένα όραμα της εξημμένης του φαντασίας. Τα παράθυρα ήταν θεόκλειστα. Φτάνοντας έξω από το σπίτι, είχε βραδύνει επίτηδες το βήμα του κοιτάζοντας την κλειστή εξώπορτα. Από στιγμή σε στιγμή περίμενε να τη δει να βγαίνει. Κομψή, αεράτη, εκπέμποντας εκείνη τη μοναδική αρχοντιά που καμία άλλη δεν είχε και που τόσο τον έκανε να καμαρώνει όταν βάδιζε πλάι του.
   Περίμενε να τη δει να τον κοιτάζει με τα παράξενα μάτια της μισοσφαλισμένα, θαμπωμένα από το χρυσό φως της μέρας. Τώρα που δεν τα έβλεπε, που τα έχανε από το οπτικό πεδίο της ζωής του, καταλάβαινε πόσο εκφραστικό και περήφανο ήταν το γλυκό πράσινο βλέμμα της και πόσο του είχε λείψει. Η λαχτάρα να την ξαναδεί του ανακάτωνε τα σωθικά και αλύπητα τον έδερνε η απογοήτευση. Είχε προσπαθήσει να συντομέψει το βάδισμά του και με δυσκολία τα είχε καταφέρει. Ο δρόμος ήταν πολυσύχναστος κι ήταν ώρα λειτουργίας. Άνθρωποι ντυμένοι γιορτινά τον κοίταζαν περίεργα και τον προσπερνούσαν.
   Ο θυμός τον κατέκλυσε ξαφνικά. Βρίσκοντάς τον θαυμάσιο φάρμακο κατά του πόνου, τον άφησε να τον τυλίξει, να τον κουμαντάρει, να τον πάει σε μια άλλη άκρη, λιγότερο οδυνηρή από αυτήν όπου είχε βρεθεί προ ολίγου. Περπατώντας γρήγορα και δυνατά είχε απομακρυνθεί από τον τόπο της παλιάς ευτυχίας και τώρα της θλίψης, και είπε για δεύτερη φορά μες στο στόμα του τα λόγια που είχε προφέρει μπροστά τους: "Ωραία. Ώστε έτσι, λοιπόν". Είχε φτάσει στην εκκλησία θυμωμένος πολύ και με τον εγωισμό του πληγωμένο από τη νέα αυτή προσβολή. Ήταν η ώρα της δοξολογίας και οι καμπάνες ηχούσαν χαρμόσυνα. Μην έχοντας άλλη επιλογή για να ελαφρύνει το βάρος της ψυχής του, μπήκε μέσα κι ανακατεύτηκε με τον κόσμο που παρακολουθούσε με κατάνυξη τη Θεία Λειτουργία.
   Στην αρχή ασυναίσθητα, παραλογισμένα, μετά ηθελημένα, ταυτόχρονα με μια σκέψη που άρχισε να γεννιέται στο μυαλό του, κοίταξε προς το στασίδι το γυναικείο. Πρόσεξε την Ελισσώ, μακρινή εξαδέλφη της Ισιδώρας, κόρη του Ξένου του φαρμακοποιού, με προίκα σεβαστή, όπως είχε ακουστεί. Τι θα έλεγε, είχε αναρωτηθεί, η ψηλομύτα πεθερά του ή ακόμη κι η περήφανη αρραβωνιαστικιά του, αν σύντομα την παντρευόταν; Ποιος θα τον εμπόδιζε; Βέβαια, για να έλεγε και του στραβού το δίκιο, δεν του έπαιρνε τα μυαλά. Μια συνηθισμένη καστανή ήταν η Ελισσώ και δεν μπορούσε να συγκριθεί με την Ισιδώρα. Μα ήταν ζήτημα εγωισμού. Τέτοια ταπείνωση δεν θα την κατάπινε. Κι αν μετάνιωναν, τώρα θα ήταν εκείνος που θα τραβούσε το σχοινί κι ας κοβόταν.
   Όταν σε λίγες μέρες έλαβε πίσω τα χρυσά που του έκαψαν τα χέρια και την καρδιά, δεν χασομέρησε. Ύστερα από λίγες νύχτες αγρύπνιας που τον κρατούσαν ξυπνό μέχρι τα χαράματα και μόνο τις πρωινές ώρες τον έπαιρνε για λίγο ο ύπνος, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να σταθεί στο κατάστημά του, έκρινε πως αυτός ο παιδεμός δεν μπορούσε να συνεχιστεί άλλο. 
   "Τελείωσε. Θα ζητήσω την Ελισσώ", είπε στο θείο του που περνούσε από το χρυσοχοείο και τα κουβέντιαζαν. "Την Ισιδώρα πρέπει να την ξεχάσω. Να τη βγάλω απ' το νου μου κι απ' τη ζωή μου δια παντός. Και σ' αυτό μόνο μια άλλη γυναίκα μπορεί να με βοηθήσει. Ένας άτυχος έρωτας γιατρεύεται μ' άλλον έρωτα. Είναι γνωστό". Το είπε και το πίστευε ότι κανένας έρωτας δεν τον έσπρωχνε προς την άλλη γυναίκα, παρά μόνο ο πληγωμένος εγωισμός του. Ο θείος του με χείλη σφιγμένα τον κοίταζε. Παρατηρούσε το ωχρό του πρόσωπο και τα κόκκινα μάτια του. Ήταν φανερό πως βασανιζόταν.
   "Εν ώρα βρασμού", είπε και κούνησε το κεφάλι του, "οι αποφάσεις σπανίως βγαίνουν σε καλό. Είναι κι αυτό γνωστό. Νόστιμη είναι η Ελισσώ, κόρη καλής οικογένειας είναι, δεν μπορώ να ισχυριστώ το αντίθετο, μα... άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας. Με την Ισιδώρα δεν παραβγαίνει". Θλίψη γέμισε το πρόσωπο του Μάνθου.
   "Καμία δεν παραβγαίνει μ' εκείνη. Καμία", συμφώνησε, και πριν η μελαγχολία τον τυλίξει στα δίχτυα της, κατάφερε το πληγωμένο κομμάτι του εαυτού του να επαναστατήσει. "Ούτε και με το πείσμα της μάνας της παραβγαίνει άλλη. Εγώ του χεριού της δεν γίνομαι. Θα βρεθούν άλλοι να μ' εκτιμήσουν όπως μου αξίζει", είπε κι έμεινε αμετάπειστος στην απόφασή του.
   Άδικα, χωρίς να μπορεί να χρησιμοποιήσει πειστικά επιχειρήματα, προσπάθησε ο θείος του να τον μεταπείσει. Ο ανιψιός του, όμως, έμενε ακλόνητος στην απόφασή του.
   "Ποιος θα φανταζόταν τέτοια κατάληξη;" μουρμούρισε συγχυσμένος ως το κόκαλο ο θείος του. Το προξενιό για την Ελισσώ τράβηξε σύντομα το δρόμο του και στέφθηκε με επιτυχία. Έτσι, μέσα σ' έναν απίστευτο πάταγο που ξεσήκωσε η ξαφνική είδηση και πριν ακόμη κανένας καλοκαταλάβει τι είχε συμβεί, ο νέος αρραβώνας του Μάνθου με την κόρη του φαρμακοποιού ήταν γεγονός. Το ίδιο και ο επικείμενος γάμος τους.

   Απομεσήμερο ήσυχο, η Ισιδώρα καθισμένη στον κιοσέ, σκυμμένη με τα μαλλιά λυτά να της σκεπάζουν το πρόσωπο, έπαιζε έναν γνώριμο σκοπό στο μαντολίνο της, όταν η μητέρα της στάθηκε εμπρός της με τα χέρια στη μέση. Οι λέξεις βγήκαν από το στόμα της φορτωμένες περιφρόνηση. "Αγάπη που σου είχε... Αγερικό ήταν και προσπέρασε. Μήτε να σε σκεφτεί λιγάκι δεν έκατσε. Να σ' αναπολήσει. Αρραβωνιάστηκε την Ελισσώ. Ούτε πιο πλούσια από σένα κι από ομορφιά πια... ούτε στο μικρό σου δαχτυλάκι δεν φτάνει".
   Η ατμόσφαιρα στο χώρο άλλαξε απότομα. Οι ήχοι της μουσικής στραγγαλισμένοι, λες, κόπηκαν. Τα δάχτυλα της Ισιδώρας είχαν γαντζωθεί στις χορδές γυρεύοντας απελπισμένα προστασία. Παρέμεναν εκεί ακίνητα, μαρμαρωμένα. Δεν μίλησε. Δεν σήκωσε το κεφάλι. Τα πλούσια μεταξένια μαλλιά της έκρυβαν το σπαραγμένο από τον πόνο πρόσωπο, εμποδίζοντας τη μητέρα της να το δει. Τα επόμενα λόγια της Φραγκώς, που ακούστηκαν σαν επίλογος, χάραξαν την πνιγηρή σιωπή: "Εσύ δεν ήσουν για λόγου του".

   Η Ισιδώρα είχε αλλάξει. Δεν ήταν πια η ίδια. Για ώρες τα στεγνά της μάτια έμεναν καρφωμένα κάπου, παντού και πουθενά. Άλλες φορές, πάλι, χείμαρρος έτρεχαν τα δάκρυα. Μιλούσε ελάχιστα και μόνο όταν τη ρωτούσες, σου απαντούσε. Ο τόνος της φωνής της ήταν τόσο εύθραυστος, απόηχος πιότερο της παλιάς της φωνής, τρόμαζες ότι από στιγμή σε στιγμή θα σπούσε. Άλλοτε αφουγκραζόταν ήχους μυστικούς, που τη συντρόφευαν στα ταξίδια του νου της, και τότε χαμογελούσε. Είχε γίνει μια άγνωστη που είχε έρθει από άγνωστο τόπο. Σαν να απουσίαζε η ζωή από πάνω της. Της έλειπε εκείνη η δύναμη να τη δεχτεί, όπως την αντίκριζε. Άλλαζε συνεχώς ρότα, πλοίο ακυβέρνητο, τραγικό.
   Περνούσε ο καιρός κι έχανε όλο και κάτι λίγο απ' την καρδιά της. Φάρμακο δεν είχε βρεθεί κανένα κι ούτε βρισκόταν σε τούτο τον κόσμο για να γιατρεύει τα τραύματα τα βαθιά της ψυχής, εκτός από το πέρασμα του χρόνου. Ήταν φορές που διάβαιναν, θαρρείς, από τα μάτια της εικόνες κρυφές που την πονούσαν κι αναστέναζε, παίρνοντας βαθιά αναπνοή σαν μετά από χτύπημα. Μια κούραση απόμενε στο πρόσωπό της από κάποιους δρόμους που είχε διανύσει κι ένα βλέμμα ερημικό, σαν να σε κοίταζε η θλίψη η ίδια κατάματα, διεισδυτικά στα ενδότερα της ψυχής.
   Ήταν νύχτα φθινοπωρινή και μια συννεφιά αραιή κι ελαφριά σαν πούπουλο, που απλωνόταν αργά, θα άφηνε ακόμη για ώρα πολλή να λάμπουν τ' αστέρια. Σου ερχόταν, όμως, εύκολα στο νου να υποπτευθείς πως ως το πρωί μπορεί η συννεφιά να πύκνωνε και να έπεφτε η πρώτη φθινοπωρινή ψιχάλα. Ποιος ξέρει πόση ώρα η Ισιδώρα, φορώντας ένα κάτασπρο δαντελένιο νυχτικό, να κοίταζε τον ουρανό από το παράθυρό της και τα μάτια της ακτινοβολούσαν μια μενεξεδένια λάμψη, που έκανε όλο της το πρόσωπο να δείχνει ότι επέστρεφε από κάπου μακριά. Μια υποψία χαμόγελου φάνηκε κι ένα δάκρυ γεννήθηκε στις πυκνές της βλεφαρίδες. Με βήματα χορεύτριας, με το περήφανο κεφάλι της ψηλά, βάδιζε στο δωμάτιο. Η αίσθηση γλυκιά από τη σκέψη που φανερώθηκε στο ταραγμένο μυαλό της, τη ζέστανε. Τη συγκράτησε, την έσφιξε σαν να έσφιγγε τη ζωή την ίδια. Θα έγραφε στον Μάνθο. Απόψε. Το πρωί θα περίμενε το παιδί που έφερνε το γάλα, να του δώσει το γράμμα, μαζί κι ένα μεγάλο ρεγάλο. Όχι. Δεν θα το φανέρωνε στη μητέρα της. Η σκέψη ότι θα το μάθαινε τη φόβιζε. Μια εσωτερική φωνή τής έλεγε πως η μητέρα της θα μπορούσε να της προσφέρει και κάτι άλλο, τι ακριβώς δεν γνώριζε, όμως κάτι περισσότερο από το γεγονός ότι την έφερε στον κόσμο. Λειψό της φαινόταν. Ασυμπλήρωτο. Κάθισε να γράψει χωρίς να βιάζεται, καθώς ασυμβίβαστη με τη βιασύνη είναι κάθε ουσιαστική πράξη. Με επισημότητα βούτηξε τον κοντυλοφόρο στο μελανοδοχείο. Το κορμί της άρχισε να τρέμει.
   Σήκωσε από χάμω την καρδιά της, που της την είχαν ποδοπατήσει, την τύλιξε στα σπάργανα του έρωτά της και την απόθεσε αριστερά στο πλάι της να τη συντροφεύει. Τώρα ένιωθε κάθε μέλος του σώματός της κοντά της, κι αυτό της έδινε δύναμη. Σε σειρές μικρές με καλλιγραφικά γράμματα άρχισε να αποτυπώνει την εικόνα της ψυχής της.

   Το κορμί μου στολίστηκε απόψε για σένα, αγάπη μου, και γιορτάζει. Κοιτάζω τον εαυτό μου στον καθρέφτη της κάμαράς μου. Στο κεφάλι φορώ στεφάνι απ' ανθούς του Μαγιού πλεγμένο. Το δέρμα κοιτώ του κορμιού μου. Ρόδινο, χνουδάτο σαν ροδάκινο που κρατά μέσα του τους χυμούς. Μου λείπεις, Μάνθο. Πέρασε κι άλλη μια μέρα. Πέρασαν πολλές. Αργείς. Άργησες, αγάπη μου. Μαράθηκαν οι ανθοί του στεφανιού. Χλώμιασε η όψη μου κι οι χυμοί του κορμιού μου στέγνωσαν. Δεντρί μαραμένο απόμεινα και μια πρώιμη παγωνιά αλλιώτικη έχει εισχωρήσει μέσα μου. Λίγο-λίγο με κατακλύζει απ' τα νύχια ως την κορφή. Την αισθάνομαι λευκή σαν χιόνι που δεν λιώνει, γιατί δεν τη βλέπει ο ήλιος σου.
   Εσύ δεν φαίνεσαι. Δεν θα φανείς πια. Νύχτωσε και κρυώνω. Ξάπλωσα πριν από λίγο και σκεπάστηκα ως το λαιμό να γλιτώσω από τούτη την παράξενη παγωνιά. Του κάκου. Τα μπρούτζινα πόμολα του κρεβατιού αστράφτουν σαν χρυσοί παγωμένοι ήλιοι. Πόσο μακριά είσαι τώρα, Μάνθο μου, κοντά στην Ελισσώ μέρα-νύχτα! Μια άλλη γυναίκα. Να, εδώ στο πλάι είναι αποθεμένη η καρδιά μου και το φωνάζει. Ξένος έγινες. Γίνεσαι όλο και πιο πολύ. Ξεμακραίνεις. Μα... τι παράξενο! Βρίσκεσαι πάντα κοντά μου. Εκεί. Στην ίδια θέση όπου ήρθες κι έμεινες απ' όταν σε πρωτοαντίκρισα. Στο κέντρο της ψυχής μου. Μέσα σε μια μεταξένια ομίχλη. Εκεί με κρατάς σφιχταγκαλιασμένη κι ανασαίνω την ανάσα σου, ακούω τους χτύπους της καρδιάς σου. Ω, πόσο είναι ακόμη ζωντανή η φωνή σου! Ένας γλυκός απόκοσμος απόηχος μένει για ώρα στ' αυτιά μου και με νανουρίζει. Έτσι αποκοιμιέμαι, αγάπη μου. Μα με το ξύπνημα σαν κάτι παγερό να σέρνεται στη ραχοκοκαλιά μου. Το κρύο της μοναξιάς. Το γνωρίζω. Χθες που το ένιωσα, σου φώναξα δυνατά. "Μάνθοοο! Μάνθοοο!" Ήθελα απελπισμένα να έρθεις να με ζεστάνεις. Να με σκεπάσεις. Σαν σε κουκούλι να τυλιχτώ, να μείνω για πάντα μια χρυσαλίδα της ψυχής σου. Ω, πως νιώθω ν' ανθίζει η μοναξιά μου σε κήπο έρημο, χορταριασμένο. Λουλούδι κόκκινο θρεμμένο με το αίμα μου στολίζει τ' ανθογυάλι της ζωής μου.
   Ένα μεγάλο δάκρυ έσταξε τώρα απ' τα μάτια μου καυτό και πικρό. Με βάραινε τόσο, κρυμμένο κάτω από τα βλέφαρά μου. Μα το στάξιμό του δεν με ξαλάφρωσε. Μόνο θλίψη βαθιά μου φέρνει έτσι σιωπηλό που με κοιτάζει, κι ένα φόβο ότι θα υπάρχουν κι άλλα πολλά δάκρυα κρυμμένα, που θα με βαραίνουν παντοτινά. Ωστόσο το σκούπισα απαλά με τα δάχτυλά μου και το φύλαξα ανάμεσα στο χώρισμα του στήθους μου, εκεί που σ' άρεσε να με φιλάς. Αχ, να μπορούσε η αγάπη μου να σε γυρνούσε πίσω και να συνέχιζες το ταξίδι σου στη χώρα του κορμιού μου! Πόσο γρήγορα ξέχασες. Πόσο γρήγορα ξεχνούν οι άνθρωποι. Πώς νόμιζα ότι εσύ θα θυμόσουν! Βαραίνει ο νους μου σαν το σκεφτώ. Βαραίνουν τα χέρια της ψυχής μου στην προσπάθεια να κρατήσω τον ίσκιο της αγάπης μας. Κι ας ήταν τόσο λίγη η έκτασή της μέσα στο χρόνο. Όμως ήταν ακριβή, μ' εξαίσιο άρωμα που μου φέρνει λιποθυμιά. Πώς με ταράζει η νοσταλγία για μια ζωή που ήθελα να ζήσω μαζί σου!
   Τ' αστέρια λάμπουν κι εγώ τα κοιτώ. Μα στιγμές το φως τους εκτυφλωτικό με ζαλίζει. Δυο αστέρια μόλις χαμήλωσαν και μου σφίγγουν τους κροτάφους. Με πονούν. Θέλω να τα διώξω, ν' ανέβουν πάλι ψηλά, μακριά από μένα, να μη με βασανίζουν. Εμένα μου ανήκει ένα θαμπό αστεράκι με χλωμό φως που βρίσκεται στην άκρη τ' ουρανού. Ίσα που διακρίνεται. Τα άλλα, τα λαμπερά, θα τα μαζέψω αργά τη νύχτα να σου τα στείλω, μαζί και τη θύμηση της αγάπης. Ταιριάζουν τόσο στην αστραφτερή ζωή σου.
   Αχ! Θα έρθεις αύριο, αγάπη μου; Έλα! Υπόσχομαι να σου τα δώσω. Αστέρινη καδένα θα τα φτιάξω. Τ' ορκίζομαι στο φεγγάρι. Πάνε τόσες νύχτες που απλώνω τα χέρια να το πιάσω, μα εκείνο μου ξεφεύγει και συνεχίζει το νυχτερινό του ταξίδι. Μάνθο. Στο πρώτο άκουσμα τ' όνομά σου μου θύμισε ανθό. Δεν θα έρθεις. Το ξέρω. Ο ανθός έκρυβε φαρμάκι. Η σκέψη μού προκαλεί πόνο. Νιώθω τόσο ανίσχυρη. Αγωνιώ. Φοβάμαι. Θα ξεχάσω τη μυρωδιά σου, αγάπη μου.

   Το φαρμάκι που έκρυβε τ' όνομα του Μάνθου έσταζε σταγόνα-σταγόνα σαν από φαρμακωμένη κλεψύδρα στο νου της Ισιδώρας, μέχρι που γέμισε δηλητήριο και δεν είχε χώρο για τίποτε άλλο. Ξεχείλιζε κι έσταζε χωρίς να στερεύει. Μερόνυχτα ολόκληρα που έγιναν μήνες, χρόνοι. Κι έπιασε να στάζει με αργό ρυθμό και στην ψυχή της Φραγκώς, όταν από καθαρή σύμπτωση έπεσε στα χέρια της το γράμμα.
   Πρωί κι οι δρόμοι ήταν ακόμη έρημοι. Όλα σκεπασμένα από μια γκρίζα καταχνιά και πριν από λίγο είχε αρχίσει να ψιλοβρέχει. Η Ισιδώρα, που όλη τη νύχτα δεν είχε κλείσει μάτι περιμένοντας να ξημερώσει, παραφύλαγε σφίγγοντας το γράμμα στο στήθος σκεπασμένο με την παλάμη της ζεστό, που έπαιρνε ζεστασιά από το κορμί της. Υπολόγισε την ώρα που ερχόταν ο μικρός κι άφηνε την μπουκάλα το γάλα στην πίσω πόρτα. Βγήκε, τον είδε να έρχεται και κατέβηκε την πέτρινη σκάλα να τον συναντήσει.
   "Πάρε αυτό το γράμμα και δώσε το στον Μάνθο", του είπε γεμίζοντας τη φούχτα του μεζίτια. Φιλοδώρημα τόσο γενναίο, που έκανε το παιδί να την κοιτάξει έκπληκτο. "Να το πας στον ίδιο. Να το δώσεις στα χέρια του", ξανάπε ικετευτικά και ο μικρός κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. Σίγουρη ότι το γράμμα θα έφτανε στον προορισμό του, ανέβηκε τη σκάλα και ήσυχη μπήκε στο σπίτι κρατώντας την μπουκάλα με το γάλα. Κατά σύμπτωση έβγαινε εκείνη τη στιγμή η Φραγκώ βιαστική, να μαζέψει την κίτρινη πικεδένια κουβέρτα που είχε απλώσει αποβραδίς στο πίσω μπαλκόνι να τη δει τ΄αγιάζι, να φρεσκαριστεί. Οι ψύχρες είχαν πιάσει και το σεντόνι δεν ήταν αρκετό για σκέπασμα.
   "Πρωί σηκώθηκες", είπε στην κόρη της, μα απάντηση δεν περίμενε και βγήκε έξω. Πρόλαβε κι είδε το παιδί που έβαζε το γράμμα στην πίσω τσέπη του παντελονιού του.
   "Ποιος σου έδωσε το γράμμα;" του φώναξε υποψιασμένη.
   "Η Ισιδώρα. Να το πάω στον..." Δεν απόσωσε το λόγο του ο μικρός, θεωρώντας το περιττό κι όχι κάτι σπουδαίο. Το ανέμισε, όμως, για να το δει καλύτερα. Αυτό που έντονα τον απασχολούσε ήταν το πρωινιάτικο αναπάντεχο φιλοδώρημα και πού θα το χρησιμοποιούσε. Η βροχή όσο πήγαινε και δυνάμωνε.
   "Περίμενε. Μέχρι να φτάσεις, θα γίνεις μούσκεμα", του ξανάπε. Πλησίασε κι άπλωσε το χέρι.
   "Δώσε μού το. Πού σου είπε να το πας;"
   "Στον Μάνθο".
   "Θα το πάω εγώ".
   Ευχαριστημένος ο μικρός που θα γλίτωνε τον κόπο και θα του έμενε το φιλοδώρημα, της το έδωσε κι απομακρύνθηκε σφυρίζοντας.
   Όσο το έβλεπε, τόσο αναστατωνόταν η Φραγκώ. "Φωτιά θα μ' ανάψει η κόρη μου", έλεγε κοιτάζοντας τ' όνομα του Μάνθου στο φάκελο με τα όμορφα καλλιγραφικά γράμματα. "Κακιά ώρα πάτησε το πόδι του στο σπίτι μου", μονολογούσε με απελπισία.
   "Πού να τα 'ξερε ο Ηλίας", συλλογίστηκε και μια πίκρα την περιέχυσε. "Σ' αυτά τα σπουδαία έτυχε να λείπει". Τέτοια ήταν η κατάστασή της, που δεν της έμενε μυαλό να σκεφτεί την απουσία του. Και τώρα θυμήθηκε ν' αναρωτηθεί γιατί δεν είχε λάβει μήνυμα πως έρχεται, όπως πάντα το συνήθιζε. Πάντα έβρισκε τρόπο με κάποιον γνωστό να της μεταφέρει την είδηση πως ήταν καλά κι όπου να 'ταν θα έφτανε. Γιατί τόση σιωπή τούτη τη φορά; Σε άλλο ένα ταξίδι του είχε ανησυχήσει, μα τότε ήταν χειμώνας. Η θάλασσα είχε αγριέψει, έβγαζε φίδια και πού να τολμήσει πλεούμενο να ταξιδέψει. "Τώρα έχουμε μπουνάτσες, κίνδυνος δεν υπάρχει. Είναι κι ο Θοδωρής μαζί του και είναι ξύπνιος και κόβει το μυαλό του... κάθε πρώτο και δύσκολο. Έπρεπε να τον μυήσει στα μυστικά του εμπορίου. Ποιος ξέρει; Πρέπει μες στη βύθισή του να λησμόνησε το μήνυμα. Θα φανούν ξαφνικά".
   Αφού δικαιολόγησε τη σιωπή του άντρα της, ξαναγύρισε σ' αυτά που η ίδια είχε ν' αντιμετωπίσει. Έγνοια μεγάλη την έδερνε. Η αμιλησιά κι η αφαγιά της κόρης της ως πότε; Από τη βαθιά συλλογή στην οποία είχε πέσει, δεν έλεγε να βγει. Ούτε έτρωγε ούτε έπινε. Του κάκου ζητούσε να της πει τι τραβούσε η όρεξή της.
   "Ό,τι θέλεις", της απαντούσε. "Κι ό,τι θέλει η Ερασμία", πρόσθετε. Πάντα στερεότυπη η απάντηση. Σαν να ήταν η τροφή το τελευταίο πράγμα που την απασχολούσε.
   "Μα χωρίς τροφή ζει ο άνθρωπος; Και χωρίς χαμόγελο; Και για ποιον έχασε την όρεξή της και το γέλιο της; Για ποια αγάπη;" αναρωτήθηκε η Φραγκώ. "Ορίστε η απόδειξη. Πριν τελειώσει ο μήνας, πήρε άλλη. Φαινόταν ο Μάνθος. Τα χαρακτηριστικά του δεν ήταν γενναιόδωρα. Το γκρίζο των ματιών του πονηρό". Μα χαμένα πήγαιναν όσα της έλεγε για να τον βγάλει απ' το νου της. "Άλλος δεν υπάρχει; Υπάρχει και παραϋπάρχει. Και καλύτερος". Με τέτοιο πείσμα που τον έδερνε, θα κακοπερνούσε στα χέρια του το λουλούδι της. Εδώ τη ζήτησαν καν και καν, και θα τη ζητήσουν ακόμη πολλοί. Γραφτό ήταν και τούτο να το περάσουν μάνα και κόρη.
   "Θα έρθει ο Ηλίας και θα τα βρει όλα τακτοποιημένα, μα απ' την ανάποδη. Δεν ήταν και τα χρόνια μαζί. Εδώ αρραβωνιάσματα καιρού και πάλι χαλούνε. Αλλά ο καθένας τυλιγμένος στη φασκιά του με το δικό του κλάμα. Όλα τ' άλλα τα παίρνει η ματιά του ξώφαλτσα. Στα δικά του στέκεται. Έτσι τα όρισε ο Μεγαλοδύναμος: ο άνθρωπος να γυρίζει γύρω από τον εαυτό του με τις ανάγκες του και τα υπάρχοντά του. Όση η δρασκελιά του είναι ο κύκλος του". Αξέχαστο θα της μείνει αυτό που είχε ακούσει από τη θεία της. Άλλη πιστοποίηση για του λόγου το αληθές δεν της χρειαζόταν. Η Φραγκώ της είχε πει προ καιρού ότι πέθανε ο Κωστής της Αθηνάς, φαμελίτης, νεότατος άνθρωπος, κι η απάντησή της την άφησε άφωνη. "Εγώ βλέπω ότι έχασα την άσπρη μου πουλάδα κι ύπνο δεν είδα απόψε". Κι όπως είχε μείνει καταπώς είπε όλη τη νύχτα ξάγρυπνη, χασμουρήθηκε, έγειρε στο πλάι κι αποκοιμήθηκε. Βούλιαζε τώρα κι η κόρη της η Ισιδώρα στη λύπη τη δική της.
   "Ήταν δυνατό αυτό που ένιωσα, μητέρα. Με ουσία. Γι' αυτό με πείραξε", της είπε απαρηγόρητη τις πρώτες μέρες του χωρισμού.
   "Ναι, αλλά μόνο για σένα", της απάντησε και εκείνη ήταν σίγουρη. "Κι ύστερα, πότε πρόλαβες;" την είχε ρωτήσει κι αμέσως από μέσα της πήρε την ερώτηση πίσω. Λάθος την έκρινε. Θυμήθηκε αυτά που της είχε πει ο Ηλίας στα δικά τους αρραβωνιάσματα: "Ένα σμήνος μέλισσες με κεντρί από μέλι με τσίμπησαν μόλις σε είδα. Αυτό ήταν. Δεν χρειάστηκε άλλο. Από τότε εισχώρησες μ' ένα απαλό βουητό μέσα μου, στ' αυτιά μου, στα ρουθούνια μου, στο δέρμα μου, παντού. Αυτή η βουή όλο προς εσένα μ' έσπρωχνε σαν δυνατός άνεμος και ταξίδευα μέσα σε μια ζάλη να σ' ανταμώσω. Τα σπλάχνα μου αναστάτωνες. Η γεύση μου, η όσφρησή μου, τα μάτια μου ήταν γεμάτα από σένα. Ξέχειλα. Κι η αφή μου εσένα ζητούσε απελπισμένα. Ήθελα πάση θυσία να σ' αγγίξω κι άλλο δεν άντεχα. Ήρθα και σε γύρεψα κι ακόμα σε γυρεύω όταν σε χάσω. Μάρτυς μου ο Θεός, ένα περίεργο άδειασμα αισθάνομαι χωρίς εσένα. Σαν να χάνει ο κόσμος την ουσία του". Αυτή την ίδια ουσία εννοούσε, άραγε, και η κόρη της;
   Της ήρθε ο συλλογισμός αργότερα σαν κάθισε να αναλύσει τα λεγόμενά της. "Από τι είδους μείγμα να 'ναι φτιαγμένη αυτή η περιβόητη ουσία;" αναγκάστηκε ν' αναρωτηθεί τώρα που εμφανίστηκε πάλι μπροστά της. "Από σταλαγματιές ζωής; Μήπως και θανάτου; Κι έχει τόση δύναμη να τινάξει τον άνθρωπο στον αέρα; Γιατί αυτά τα δυο πάνε αντάμα. Αν δεν υπάρχει το ένα, δεν υπάρχει και τ' άλλο". "Είναι αναπόσπαστα", το 'λεγε συχνά με πιο βαρύγδουπη λέξη ο συχωρεμένος ο πατέρας της. "Και το βάθος; Αυτό το βάθος πού τελειώνει; Και πώς μετριέται; Κάθετα σαν το βάθος του ωκεανού ή οριζόντια σαν της ερήμου;" Εκείνη, όταν γνώρισε τον άντρα της, δεν κάθισε να σκεφτεί ουσίες και βάθη. Και δεν βγήκε καθόλου χαμένη. Την αγάπη του τη μάντεψε απ' τα μάτια. Πλούσια η ματιά του, κι έπιασε πάνω κει να χτίζει με το δικό της μυστρί. Λίγο-λίγο έγιναν οι δυο τους ένα και το αυτό. Αξεχώριστοι.
   Αλλά κι ο Διαμαντής της; Αχ! Ο Διαμαντής της... Η σκέψη της καρφώθηκε τώρα σ' εκείνον. Πάνω-κάτω τα ίδια δεν της είπε πριν ξενιτευτεί; "Άδειασε ο κόσμος, μάνα. Έχασε την ουσία του". Αβάσταχτο το παράπονό του ράγιζε τις πέτρες και θρυμμάτισε την καρδιά της. Μυριάδες κομμάτια έγινε και σκορπίστηκαν στους τέσσερις ανέμους... Τι τράβηξε μέχρι να τα φέρει κοντά της να τα ξανασυναρμολογήσει, μόνο εκείνη το γνώριζε. Κακήν κακώς, βέβαια, γιατί όπως ήταν πια δεν έγινε. Φωτιά της άναψε ο ξενιτεμός του και τη σιγοκαίει. Στον ύπνο της και στον ξύπνιο της έρχεται η εικόνα του μπροστά της. Παλικαράκι καστανόξανθο, με χρώματα τα ίδια τα δικά της και πιο όμορφα. Τα μάτια πλούσια, ίδια του πατέρα του. Τελευταία είχε χαθεί η όψη του και το βλέμμα του κοιτούσε χωρίς να βλέπει. Ποτάμι ασυγκράτητο έτρεχαν τώρα τα δάκρυά της και τα σκούπιζε με την παλάμη της. Αχ, και πού είναι οι γονείς της να βλέπουν τις πίκρες της μοναχοκόρης τους να πονέσουν με τον πόνο της... Απ' το πουθενά ερχόμαστε, στο πουθενά πάμε. Ούτε του Ιάκωβού της τον καημό δεν πήραν, που δεν πρόφτασε ν' αντρειωθεί. Και καλύτερα. Γιατί ο ίδιος τους ο αναστεναγμός για το εγγόνι τους θα γινόταν εχθρός τους και θα τους σκότωνε. 
   "Αχ, σαν το βασιλικό στη γλάστρα με είχαν. Κορώνα στο κεφάλι τους. Μη βραχώ και μη στάξω. Πού να με πάνε και πού να μ' αποθέκουν. Ο λόγος μου διαταγή. "Ό,τι πεις εσύ, Φραγκώ μου", μού έλεγαν. Μέλι έσταζε το στόμα τους σαν με ονομάτιζαν". Άλλη αγάπη και τούτη.
   Τι να πει πια δεν ήξερε. Λογιών-λογιών αγάπες έχει ο άνθρωπος στις χούφτες του και τις μοιράζει. Καθεμιά στο είδος της. Ο ήχος απ' το σκίσιμο του φακέλου την απέσπασε από τους συλλογισμούς της. Είχε μπει στο κάτω σπίτι ν' απλώσει μέσα την κουβέρτα για να στεγνώσει κι έπιασε να διαβάσει το γράμμα που είχε δώσει η Ισιδώρα στο παιδί με το γάλα. Έμεινε ένα λεπτό να σκέφτεται. Ο Θεός έβαλε το χέρι του και το πήρε είδηση πριν φτάσει στα χέρια του Μάνθου. Το ρεζιλίκι θα ήταν μεγάλο κι ένιωσε την ανάγκη να Τον ευχαριστήσει νοερά για τη βροχή που έστειλε την κατάλληλη ώρα και την προφύλαξε. Αν δεν πεταγόταν έξω να μαζέψει την κουβέρτα... ούτε να το σκέφτεται δεν ήθελε.
   "Τι γραφόμενα είναι τούτα;" μουρμούρισε θυμωμένη κι η ματιά της στεκόταν αρκετά σε κάθε λέξη για να την εννοήσει. Συνεχίζοντας να διαβάζει, ολοένα και πιο δυνατό σύγκρυο την ταρακουνούσε. "Να του παραδόθηκε;" ήταν η πρώτη της σκέψη κι ένιωσε τα γόνατά της να κόβονται. "Τέτοια ατιμωτική ντροπή! Αχ, αχ, άλλες ιδέες είχε τούτη η κόρη". Το ήξερε. Κι αν ήταν αλήθεια, προτιμότερο να μην το γνώριζε. "Ό,τι δεν γνωρίζεις, είναι σαν να μην υπάρχει", σκέφτηκε και παραδόθηκε στην άγνοιά της νιώθοντας προστατευμένη. "Τ' αστέρια να της σφίγγουν το κεφάλι; Ακούς εκεί;" Μιλούσε φωναχτά χωρίς να μπορεί να συγκρατηθεί. "Τι κυνηγητό είναι αυτό του φεγγαριού; Και τον εαυτό της που βλέπει στολισμένο με στεφάνια μαγιάτικα και την αστέρινη καδένα που θέλει να πλέξει να του τη δώσει κι η παγωνιά που την τυλίγει; Παγωμένοι ήλιοι τα πόμολα του κρεβατιού; Πάει, σκορπίστηκε ο νους της. Κι αιτία ο καημός τόσου καιρού. Τι συμφορά είναι αυτή, Παναγιά μου! Τι φαρμάκια πίνω, Χριστέ μου! Το μόνο αληθινό που έγραφε ότι τ' όνομα Μάνθος της θύμιζε ανθό κι ο ανθός έσταζε φαρμάκι. Καλά το λέει αυτό. Το μόνο σωστό. Στη δική μου ψυχή στάζει το δηλητήριο που ήταν κρυμμένο στ' όνομά του".
   Αλλιώτικο, τρομαγμένο άκουσε τον ήχο της φωνής της. Μαγκωμένες οι λέξεις, μισές έβγαιναν, ξέφευγαν απ' το στόμα της. Το έφραξε με το χέρι της κι από τα μάτια φαινόταν πως παράδερνε η σκέψη στην προσπάθειά της να βρει διέξοδο. Ο θυμός που την είχε αρχικά κυριέψει, έσβησε. Λύπη απερίγραπτη τη συγκλόνισε. Η Ισιδώρα της. Το στολίδι του σπιτιού της. Το καμάρι του πατέρα της. Εκεί έβγαινε ο ήλιος κι εκεί βασίλευε. "Πριγκίπισσά μου" την ανέβαζε, "πριγκίπισσά μου" την κατέβαζε. Από μικρή. "Άδικο είχε; Μάτι δεν διάβαινε απ' εμπρός της να μη σταθεί επάνω της με θαυμασμό. Να μην καμαρώσει την κορμοστασιά της. Στο φεγγαροβόλημα της όψης της, τη μάτιασαν. Μάτιασαν τα προικιά του νου της, τη χάρη της. Την ξεμάτιαζα από μια σταλιά κοριτσάκι. Χάνονταν οι σταγόνες το λάδι μες στο φλιτζανάκι με το νερό. Το 'λεγε ο Παντιάς, ο αδελφός μου. "Απ' όλα σου τα παιδιά η Ισιδώρα κληρονόμησε εξ ολοκλήρου την αρχοντιά του παππού της". Α, α... πώς δεν μου ήρθε τόση ώρα στο νου ο αδελφός μου; Πάει! Σάστισα για τα καλά. Σ' εκείνον θα πάω να πω τον πόνο μου. Να με βοηθήσει τούτη τη δύσκολη ώρα. Να μου συμπαρασταθεί. Γνωρίζει πολλά. Είναι διαβασμένος πιο πολύ απ' όλους. Κι η νύφη μου, η Έμιλι, με το σοβαρό ύφος, το καλοσυνάτο. Με τα χρόνια τη συμπάθησα πολύ την ξένη γυναίκα. "Συμπάθησα" είναι λίγο. Την αγάπησα. Μαζί θα καθίσουν να σκεφτούν, όπως τότε με τον Διαμαντή, να βρουν τρόπο ν' απαλύνει το μαράζι της κόρης μου". Λίγο καταλάγιασε το χτυποκάρδι της. Παρηγορήθηκε. Υπήρχε κάποιος κι αυτός ο κάποιος ήταν άνθρωπος πολύξερος δικός της. Αίμα της.
   Η βροχή εξακολουθούσε να πέφτει σιγανή, μ' έναν μονότονο λυπητερό ρυθμό, σαν ξεκίνησε λίγο αργότερα για το σπίτι του Παντιά, που εύκολα θα το ονόμαζες σπίτι των βοτάνων, γιατί οι μυρωδιές από τα λογής-λογής φυτά που δεν γνώριζε την ονομασία τους, γίνονταν αισθητές, σε άρπαζαν από τη μύτη και με ευχαρίστηση τις ανέπνεες πριν ακόμη μπεις στην πόρτα. Ήταν τακτοποιημένα σε χρωματιστά γυάλινα βάζα, όπως κάποτε, σε νεαρή ηλικία, τότε που είχε ασχοληθεί με τ' αστέρια κι είχε συγκεντρωμένες τις πέτρες του και τα άλλα παράξενα αντικείμενα που μάζευε. Η Έμιλι κρατούσε στα τετράδιά της ένα δείγμα από το καθένα, έγραφε το όνομά του- πολλά απ' αυτά είχαν δύο ονόματα- τις ιδιότητές του και για ποιο σκοπό μπορούσε να χρησιμοποιηθεί. Πλούσια η χλωρίδα του νησιού, ανακάλυπταν κάθε τόσο κι ένα καινούριο φυτό κι έτσι η εργασία τους συνεχιζόταν με απόλαυση. Ο Ηλίας, μιλώντας σοβαρά, έλεγε ότι θα άφηναν σπουδαίο έργο ο Παντιάς με τη γυναίκα του, αντίθετα μ' εκείνη, που διατηρούσε τις αμφιβολίες της επηρεασμένη από τις τότε παραξενιές του αδελφού της για πράγματα που δεν της έμοιαζαν αξιόλογα. Η Ισιδώρα περνούσε αρκετές από τις ώρες της στο σπίτι του θείου της, καθώς είχε τη θέληση να μαθαίνει και το ενδιαφέρον της στρεφόταν γύρω από τα πάντα. Άλλοτε. Γιατί τώρα τίποτα δεν της κινούσε το ενδιαφέρον.
   Με την καρδιά βαριά, που τη βάραινε διπλά η μουντάδα του καιρού, μπήκε η Φραγκώ στην πόρτα του αδελφού της. Τους βρήκε και τους δύο σκυμμένους με μεγάλη προσοχή, υπερβολική για εκείνη, πάνω από ένα ψηλόλιγνο φυτό καφετί με μπεζ λουλούδια, συνηθισμένο καλοκαιρινό φυτό, "ψώρα" το ονόμαζαν, το γνώριζαν όλοι και δεν άξιζε και τόση ευλάβεια. Θα τους το έλεγε κάποια άλλη φορά, γιατί τώρα δεν είχε διάθεση να συζητήσει κάτι που δεν την ενδιέφερε. Άλλο την έκαιγε.
   "Βουλιάζει στη θλίψη η Ισιδώρα μου. Κι αυτό που σας λέω είναι λίγο. Άλλο να σας το περιγράφω κι άλλο να το βλέπετε. Μήτε να φάει μήτε να πιει, κι όσο για κουβέντα... δεν ανοίγει το στόμα της. Ώρες ατελείωτες κάθεται με τη ματιά στυλωμένη κάπου, δεν ξέρω πού. Όσο πάει και βυθίζεται στη μελαγχολία. Τις νύχτες δεν κοιμάται. Μένει άγρυπνη να κοιτάζει τον ουρανό". Το γράμμα που έγραψε στον Μάνθο δεν ήθελε να το αναφέρει. "Αχ, τι να πω δεν ξέρω. Ούτε με την Ερασμία συντροφιάζεται, που ήταν η χαρά της. Έχει αλλάξει πολύ και κάποιες φορές έχει έναν ασυνήθιστο εκνευρισμό. Δεν είναι πια η ίδια. Με τρομάζει". Προβληματισμένος την άκουγε ο Παντιάς, το ίδιο και η Έμιλι. Θυμήθηκε αυτή τη στιγμή τα λόγια ενός φίλου του, που αντιμετώπιζε παρόμοια κατάσταση. Τα είπε κι ακούστηκαν πρωτόγνωρα στ' αυτιά της Φραγκώς.
   "Φοβάμαι ότι έχει αγαπήσει τη θλίψη της και της είναι δύσκολο να την αποχωριστεί. Φαίνεται πως τίποτ' άλλο δεν μπορεί να χωρέσει στην καρδιά της".
   "Γιατρειά, φάρμακο, δεν έχει;" ρώτησε η Φραγκώ τόσο σιγανά, που μόλις ακούστηκε η φωνή της.
   "Ίσως", απάντησε σκεπτικός ο αδελφός της. "Αν βρει κάποτε την παρηγοριά που έχασε. Γιατί τι άλλο είναι η θλίψη παρά η παρηγοριά που δεν έχεις; Τώρα για φάρμακο, σε ξένες χώρες ίσως κάτι να υπάρχει που να μπορέσει να τη βοηθήσει".
   "Σε ξένες χώρες; Οι ξένες χώρες είναι μακριά", μίλησε εκείνη ακόμη πιο σιγανά κι απελπισμένα.
   "Ο Διαμαντής. Η φωνή της Έμιλι ήταν δυνατή. Ξαφνιάστηκαν. Την κοίταξαν με απορία, προσπαθώντας να παρακολουθήσουν τη σκέψη της. "Ο Διαμαντής μπορεί να έρθει να την πάρει, να την πάει εκεί στους γιατρούς. Γνωρίζουν περισσότερα από εδώ γι' αυτές τις αρρώστιες".
   Καιροφυλακτώντας, μια μικρή ελπίδα βγήκε στο φως. Σπαρτάρησε η καρδιά της Φραγκώς. Να γυρίσει ανέλπιστα ο Διαμαντής. Να αντικρίσει το σπλάχνο της. Να τον φέρει τάχα πίσω ο πόνος της αδελφής του; Βούιζε το κεφάλι της. Από τη μια στιγμή στην άλλη έσμιξε η λύπη με τη χαρά. Ο Παντιάς θέλησε να βάλει τα πράγματα στη θέση τους.
   "Να δούμε, Φραγκώ. Να δούμε πρώτα. Δεν πρέπει να τρέχουμε. Πρέπει να λάβει γνώση κι ο Ηλίας. Εν τω μεταξύ, γράψε στον Διαμαντή τα καθέκαστα. Να το έχει υπ' όψιν του, να τακτοποιήσει εκεί τις δουλειές του. Δεν είναι εύκολο τόσο ξαφνικά κι ακόμη λιγότερο εύκολο είναι να γιατρευτεί η Ισιδώρα".
   "Έχεις δίκιο", του απάντησε η αδελφή του. Φεύγοντας της είπε να δίνει στην Ισιδώρα κάθε βράδυ να πίνει ένα φλιτζάνι αφέψημα φλαμουριάς μαζί με γάλα, που δεν είναι βέβαια θεραπευτικό φάρμακο κατά της θλίψης, εντούτοις είναι θαυμάσιο κατευναστικό των νεύρων και θα τη βοηθούσε. 
   Σε παράξενη κατάσταση βρισκόταν η Φραγκώ σαν πήρε το δρόμο της επιστροφής. Μια λυπημένη χαρά διέσχιζε απ' άκρη σ' άκρη τον πόνο της για την Ισιδώρα στη σκέψη πως ο μαρασμός της θα γινόταν αφορμή να δει σύντομα τον ξενιτεμένο της γιο. Δεν γνώριζε ακόμη την έκπληξη που την περίμενε τις επόμενες ώρες της ίδιας ημέρας και θα εξαφάνιζε ακόμη και τα ίχνη αυτής της λυπημένης χαράς.

   Απομεσήμερο Τρίτης ήταν. Ο πρωινός νοτιάς και το ψιλοβρόχι είχαν δώσει τη θέση τους σ' έναν ζεστό ήλιο και σ' ένα καλοσυνάτο βοριαδάκι. Η αλλαγή αυτή του καιρού ήταν ευπρόσδεκτη κι έκανε τους ανθρώπους να νιώσουν με τρόπο μαλακό, χωρίς αγριάδα, πως είχαν μπει στον προθάλαμο του χειμώνα κι ήταν καιρός να προετοιμαστούν. Η Φραγκώ βρισκόταν στην κουζίνα. Είχε το τραπέζι σκεπασμένο μ' ένα άσπρο φρεσκοπλυμένο τραπεζομάντιλο κι επάνω είχε απλώσει τις μικρές πίτες του τραχανά για να ξεραθούν. Ορθάνοιχτο το δυτικό παράθυρο έμπαζε αεράκι και βοηθούσε να στεγνώσουν οι πίτες συντομότερα. Τις μεταγύριζε κάθε τόσο κι όποια έκρινε ότι ήταν έτοιμη, την έτριβε στη σήτα. Ρόδινοι κόκκοι έπεφταν, μοσχομύριζαν τραχανοχόρταρο και τα κρύα βράδια του χειμώνα μετατρέπονταν σε ζεστή σούπα γευστική, που κανένας δεν περιφρονούσε, και πιο πολύ απ' όλους ο Ηλίας. Αυτή τη δουλειά θα έπρεπε να την είχε κάνει νωρίτερα, που ο καιρός θα ήταν πιο ευνοϊκός, αλλά λόγω των γεγονότων όλο και το καθυστερούσε. Ήταν βυθισμένη στην εργασία της. Οι πίτες όλο και λιγόστευαν και πλήθαιναν οι κόκκοι, όταν έμεινε ακίνητη με μισοτριμμένη στο χέρι μια πίτα για ν' αφουγκραστεί καλύτερα. Περίεργοι θόρυβοι ακούγονταν από την κάμαρα της Ισιδώρας.
   Ήταν ήσυχη για κείνη, νομίζοντας ότι την είχε κλέψει ο ύπνος μετά την αϋπνία της νύχτας, κι είχε μισοκλείσει την πόρτα μην ξυπνήσει. Η ίδια έκανε τη δουλειά της όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. "Ο ύπνος είναι προτιμότερος από το φαγητό", σκεπτόταν κι ένιωθε ήρεμη με αυτή της τη σκέψη. Οι ήχοι από φύλλα ντουλάπας που άνοιγαν κι από συρτάρια του κομού που σύρονταν, την έκαναν να πάει να κοιτάξει από τη χαραμάδα. Η Ισιδώρα είχε ντυθεί με το κοραλλί φόρεμα που φορούσε την τελευταία φορά που είχε βγει περίπατο με τον αρραβωνιαστικό της, και χτενισμένη στεκόταν εμπρός στον καθρέφτη τοποθετώντας το καπελίνο στο κεφάλι της. Μ' ένα φόβο να της σφίγγει το στήθος, άνοιξε παραξενεμένη διάπλατα την πόρτα. Το γαλήνιο με έκφραση προσμονής πρόσωπο της κόρης της την έκανε ν' απορήσει. 
   "Για πού ετοιμάστηκες;" τη ρώτησε. Ένα τρέμουλο την κατείχε περιμένοντας την απάντηση. Η Ισιδώρα την κοίταξε μ' ένα χαμόγελο αφοπλιστικό.
   "Ξεχάστηκες, μητέρα; Θα έρθει ο Μάνθος να με πάρει να πάμε περίπατο. Θα πρέπει να είμαι έτοιμη. Δεν είναι σωστό να περιμένει. Δεν νομίζεις;"
   Πέρασε στο χέρι το όμορφο κεντητό πουγκάκι της. Ξανακοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη με κοκεταρία, παραμέρισε τη μητέρα της, που στεκόταν αποσβολωμένη στην πόρτα, και προχώρησε στον κιοσέ. Κάθισε στην ίδια θέση όπου πάντα τον περίμενε με τα χέρια αποθεμένα πάνω στα γόνατα. Η ίδια διέκοπτε κατά διαστήματα την προσμονή της. "Αργεί, αργεί σήμερα". Πλήθαιναν οι σκιές που περνούσαν απ' τα μάτια της και χάνονταν.
   Είχε από ώρα νυχτώσει. Οι λάμπες είχαν ανάψει. Ένα - ένα τα παράθυρα των σπιτιών σκορπούσαν το δειλό τους αντιφέγγισμα κι εκείνη καθόταν ασάλευτη να περιμένει με μια περήφανη λύπη στο παγωμένο πρόσωπό της -ίδιο γλυπτό- που άδικα προσπαθούσε να συγκρατήσει. Από στιγμή σε στιγμή έλεγες πως θα ξεσπούσε σ' ένα ατελείωτο κλάμα.
   "Μου το μήνυσε", είπε στη μητέρα της και με κουρασμένα τα μέλη της από το πολύωρο κάθισμα περπάτησε αργά, πηγαίνοντας να βγάλει το φόρεμά της. Ξάπλωσε, έκλεισε τα μάτια, δυο χοντρά δάκρυα κύλησαν στις άκρες κι ένα χαμόγελο απροσδιόριστο σχηματίστηκε στα χείλη της.
   Την άλλη μέρα κι άλλες στη σειρά ατελείωτες επαναλήφθηκε η ίδια σκηνή. Ντυνόταν με το ίδιο φόρεμα και περίμενε τον Μάνθο να έρθει να την πάρει. Φαρμακωμένη η Φραγκώ με τον καημό στα χείλη, κάθισε κι έγραψε στον Διαμαντή.

   Γιε μου,
   Σαν θα πατήσεις στον τόπο μας, οι δρόμοι θα λουλουδίσουν, ο κόσμος όλος καθώς κι η καρδιά μου. Μα θα έχουν λιγοστή μυρωδιά τα λουλούδια. Δεν θέλω να πω του καημού, για να μη μαραθούν ολότελα, όπως έχουν μαραθεί οι ανθοί στην καρδιά της Ισιδώρας μας. Πρέπει να γυρίσεις, γιε μου, εδώ στο σπίτι μας και μην ξαφνιαστείς. Γι' αυτό θέλω να σου γράψω αυτά που συμβαίνουν, να τα έχεις λίγο από πριν γνωρίσει, αν παρατηρήσεις πως η ίδια η θλίψη, μια θλίψη χωρίς λογική, άκαρδη, πήρε το πρόσωπο της αδελφής σου. Τη ζώνει ένας γελαστός πολλές φορές πόνος, γιατί πότε - πότε τα μάτια της -τα ζηλεμένα της μάτια, αχ πόσες τα ζήλεψαν κι ακόμη μες στην αρρώστια της τα ζηλεύουν- γελούν κι αχτινοβολούν, γιε μου, μα σεργιανίζουν σε άλλα μονοπάτια, που δεν μπορώ να τα ξέρω. Πόσα μονοπάτια να έχει, Διαμαντή μου, ο πόνος και πού βγάζουν; Εκείνη την έβγαλε στο μονοπάτι της τρέλας. Τόσο μακρύ κι ατέλειωτο πια να 'ναι και δεν μπορεί να βρει το δρόμο να γυρίσει; Πηγαίνοντας δεν πρέπει να άφησε τα χνάρια της να τα γνωρίσει για να επιστρέψει. Χάθηκαν στα βάθη του μυαλού της.
   Κόμπος δένεται η καρδιά μου σαν τη βλέπω μέρες στη σειρά να βάζει το κοραλλί της φουστάνι και να κάθεται στο καναπεδάκι του κιοσέ να περιμένει τον αρραβωνιαστικό της. Εκείνος πήρε την Ελισσώ του φαρμακοποιού. Φόδρα δεν βγαίνει μπροστά της. Αχ και να τη δεις, Διαμαντή μου, την αδελφή σου, ώρες μένει ασάλευτη με μια λύπη, κι είναι θαρρώ χειρότερη απ' το να βλέπεις τα δάκρυα να τρέχουν ποτάμι.
   Τώρα, τούτα τα φθινοπωριάτικα δειλινά, που έλεγε η ίδια πως είναι πασπαλισμένα μ' ασημόσκονη και ραντισμένα με δάκρυα του πελάγου, να τη δεις κάθεται στ' ακρογιάλι με την κιθάρα της μαζί με την Ερασμία να τραγουδεί το τραγούδι της. Ένα τραγούδι πάντα το ίδιο. Της αρέσει να φορά άσπρα ρούχα στην ακρογιαλιά και μια βελούδινη μαύρη κορδέλα στα μαλλιά, εκείνη -εσύ δεν ξέρεις- που φορούσε στην παράσταση του μάγου, εκεί όπου πρωτογνώρισε τον Μάνθο. Κακιά ώρα ήταν. Αυτές τις στιγμές βλέπει τον κόσμο από μακριά. Φοβάται να τον φέρει κοντά της. Το βλέπω στα μάτια της που ανοιγοκλείνουν τα βλέφαρα τρομαγμένα, όπως τα πουλιά που πεταρίζουν τις φτερούγες πριν αποφασίσουν να πετάξουν. Εκείνη φοβάται πολύ να πετάξει έτσι όπως έμειναν ξεπουπουλιασμένες οι φτερούγες της.
   Εχθές είπε ο θείος σου ο Παντιάς κάτι που δεν είχα ξανακούσει. Πως αγάπησε τον πόνο της και δεν μπορεί να τον αποχωριστεί. Σωστό είναι. Κάτι που αγαπάς, δεν τ' αποχωρίζεσαι. Μα εκεί που είσαι στην ξενιτιά, λέει, έχουν τρόπους και μπορούν να σε κάνουν ν' αποχωριστείς τη θλίψη, να φέρουν τον πραγματικό κόσμο μπροστά σου, κι όχι αυτόν που πλάθεις στα όνειρά σου. Αν και φανταστικός, σε κουμαντάρει σαν έχεις αδύνατο νου. Όπως κάνει κουμάντο στο νου της αδελφής σου. Να έρθεις, Διαμαντή μου, το ταχύτερο, μην αποκτήσει το κακό ρίζες. Πολύ με φοβίζει. Να φανείς εδώ να την πάρεις, να την πας σε καλούς γιατρούς της ψυχής να την εξετάσουν, να της δώσουν γιατρικά να γελάσει το χείλι της με τον τρόπο τον παλιό. Να γελάσει και το δικό μου. Εκείνα τα άλμπουμ που της έστελνες με τις φωτογραφίες της ξενιτιάς τα φυλλομετρά και τώρα. Πάντα θαρρώ πως έχει τη λαχτάρα να δει ξένους τόπους. Και θα σ' αγαπήσει πιότερο, γιε μου, όταν εσύ την πάρεις και την ταξιδέψεις, μια και το ταξίδι της, μου το 'πε μια μέρα πριν καλοαρρωστήσει, έμεινε μισό. Μπορεί γι' αυτό να γράφει ακόμη λόγια όπως κάπου-κάπου έκανε παλιά. Είναι όμορφα λόγια, σαν ζωγραφιές, κι όταν τα διαβάζει φωναχτά, τα μάτια της -αλήθεια, Διαμαντή μου- πλέουν μες στο νερό τους λες και ταξιδεύουν.
   Ο πατέρας σου δεν γύρισε ακόμη από την άλλη Ελλάδα. Πήρε μαζί του και τον παραγιό του τον Θοδωρή για να του μάθει τη δουλειά. Όπου να 'ναι θα φανούν. Μυαλό δεν μου έμεινε να τον θυμηθώ. Όμως, σαν να το χαίρομαι που εκείνος αργεί, γιατί την πίκρα τη βαριά φοβούμαι πως δεν θα τη χωρέσει η καρδιά του. Έλα να σε δει. Μακριά με λαχτάρα μεγάλη ταξιδεύουν τα μάτια του όταν μιλεί  για σένα και βουρκώνουν. Τακτοποίησε, γιε μου, τις δουλειές σου και έλα. Μέσα σε μια ομίχλη τυλίχτηκε το σπιτικό μας και σε περιμένει.

Νικολάκη-Καλαμάρη Ειρήνη, Το σπίτι στον Κάτω Αιγιαλό, εκδ. Διόπτρα, Αθήνα, 2009

Δεν υπάρχουν σχόλια: