Ποίηση

Ποίηση

Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

[ ΈΛΛΕΙΨΗ ΣΥΝΕΝΝΟΗΣΗΣ ] - Δ' ΜΕΡΟΣ

  
   Το κομποσκοίνι του και η Σύνοψη βρίσκονταν σ' ένα πλαϊνό τραπεζάκι. Ο Επίσκοπος Ραλφ άπλωσε να πιάσει το κομποσκοίνι κι έτσι που έτρεμαν τα χέρια του έριξε κατά λάθος χάμω τη Σύνοψη. Άνοιξε στη μέση πέφτοντας. Ο Αρχιεπίσκοπος, που ήταν πιο κοντά, τη σήκωσε και κοίταξε με περιέργεια το καφετί ξεραμένο λουλούδι που κάποτε ήταν τριαντάφυλλο.
   "Καταπληκτικό! Γιατί το κρατάς αυτό το πράγμα; Είναι κάποιο ενθύμιο από το σπίτι σου; Από τη μητέρα σου ίσως;"
   Τα μάτια που έβλεπαν πίσω από τις πανουργίες, τις ψευτιές και τις απάτες ήταν καρφωμένα ίσια στα δικά του κι εκείνος δεν πρόφταινε να κρύψει τη συγκίνησή του ή το φόβο του. "Όχι". Έκανε μια γκριμάτσα. "Δεν έχω αναμνηστικά από τη μητέρα μου".
   "Θα πρέπει όμως να σημαίνει πολλά για σένα για να το φυλάς μέσα στις σελίδες του πιο αγαπημένου σου βιβλίου. Πού το βρήκες; Για ποιο πράγμα μιλάει στην καρδιά σου;"
   "Για μια αγάπη τόσο αγνή σαν κι αυτή που έχω για το Θεό μου. Δε μολύνει το βιβλίο μου, Βιτόριο, το τιμάει".
   "Αυτό το υπέθεσα γιατί σε ξέρω. Μα μήπως είναι μια αγάπη που βάζει σε κίνδυνο την αγάπη σου για την Εκκλησία;"
   "Όχι. Ήταν για την Εκκλησία που την απαρνήθηκα, που θα την απαρνιέμαι πάντα. Την έχω ξεπεράσει, έχω προχωρήσει πολύ πιο πέρα απ' όλα αυτά και δεν μπορώ πια να κάνω πίσω".
   "Επιτέλους καταλαβαίνω τη θλίψη σου! Αγαπητέ μου Ραλφ, δεν είναι τόσο άσχημο όσο νομίζεις, πίστεψέ με. Θα κάνεις στη ζωή σου καλό σε πολλούς ανθρώπους, θ' αγαπηθείς από πολλούς ανθρώπους. Κι η κοπέλα, έχοντας τη σιγουριά της αγάπης που υποδηλώνει αυτό το παλιό ενθύμιο, δε θα νιώσει στερημένη ποτέ στη ζωή της. Γιατί κράτησες και την αγάπη μαζί με το τριαντάφυλλο".
   "Φοβάμαι πως δε με καταλαβαίνει καθόλου".
   "Α, όχι, αν την έχεις αγαπήσει έτσι, τότε θα πρόκειται για μια γυναίκα ικανή να καταλάβει. Αλλιώς θα την είχες ξεχάσει και θα 'χες πετάξει από πολύ καιρό το ενθύμιό της".
   "Ήταν κάποιες φορές που γονάτιζα με τις ώρες και προσευχόμουν για να βρω τη δύναμη να μην αφήσω τη θέση μου, να μην τρέξω κοντά της".
   Ο Αρχιεπίσκοπος άφησε την πολύθρόνα κι ήρθε να γονατίσει πλάι στο φίλο του. Εκτός από το Θεό και την Εκκλησία, που τα 'βλεπε σαν δύο έννοιες αξεχώριστες, λίγα πράγματα είχε αγαπήσει τόσο όσο τον όμορφο αυτόν άντρα.
   "Δε θα τα παρατήσεις, Ραλφ, και το ξέρεις πολύ καλά. Ανήκεις στην Εκκλησία, πάντα της ανήκες και πάντα θα της ανήκεις. Για σένα έχει πραγματικά νόημα η αποστολή σου, είσαι φτιαγμένος γι' αυτήν. Έλα να προσευχηθούμε τώρα και να το ξέρεις πως όσο ζω θ' αναφέρω  και το ρόδο σου στις προσευχές μου από δω και πέρα. Ο Αγαπημένος μας Θεός μάς στέλνει πολλές πίκρες και πολλές οδύνες, που πρέπει να μάθουμε να τις αντέχουμε για να κατακτήσουμε την αιωνιότητα, τόσο εσύ όσο κι εγώ".   


   Στα τέλη του Αυγούστου η Μέγκι πήρε ένα γράμμα από τον Λιουκ, όπου της έλεγε πως ήταν στο νοσοκομείο της Τάουνσβιλ με την αρρώστια του Βάιλ, μα πως δεν ήταν τίποτε σοβαρό κι ότι θα τον άφηναν να βγει μετά από λίγο.
   "Έτσι, φαίνεται πως δε θα χρειαστεί να περιμένουμε μέχρι το τέλος της χρονιάς για να κάνουμε τις διακοπές μας, Μεγκ. Για να γυρίσω πίσω στις φυτείες πρέπει να είμαι εκατό τα εκατό εντάξει οργανικά κι ο καλύτερος τρόπος για να το σιγουρέψω αυτό είναι να κάνω κανονικές διακοπές, σαν όλο τον κόσμο. Έτσι λέω να περάσω να σε πάρω σε καμιά βδομάδα περίπου. Θα πάμε στη λίμνη Ήτσαμ, στο οροπέδιο του Άθερτον, για κάνα δυο βδομάδες, ίσαμε να νιώσω τόσο καλά που να μπορώ να γυρίσω στη δουλειά".
   Η Μέγκι δεν μπορούσε να το πιστέψει και δεν ήξερε αν ήθελε να βρεθεί μαζί του, τώρα που της δινόταν η ευκαιρία. Αν και της είχε πάρει πολύ περισσότερο χρόνο να επουλώσει τα εσωτερικά της τραύματα, την ανάμνηση του μαρτυρικού πόνου που είχε υποστεί το κορμί της στο γαμήλιο ταξίδι της, απέφευγε να τη σκέφτεται πια. Την είχε καταχωνιάσει σε μια άκρη του μυαλού της και δεν την έβρισκε τρομακτική όπως πρώτα, κάθε που τη συλλογιόταν. Άλλωστε, μέσα από τα βιβλία που είχε διαβάσει στο μεταξύ είχε αντιληφθεί πως το μεγαλύτερο μέρος της οδύνης της οφειλόταν σε άγνοια, στην άγνοια τη δική της και στην άγνοια του Λιουκ. Αχ, Θεέ μου, κάνε να βγει ένα παιδί από τούτες τις διακοπές! Αν είχε ένα μωράκι να το αγαπάει, τα πράγματα θα γίνονταν αυτόματα πολύ πιο εύκολα. Την Ανν όχι μονάχα δεν θα την πείραζε να 'χει ένα παιδί στο σπίτι, αλλά και θα το χαιρόταν μ' όλη της την καρδιά. Κι ο Λούντυ θα το ήθελε. Της το 'χαν πει εκατό φορές, ελπίζοντας πως θα 'μενε αρκετά ο Λιουκ σε μια από τις επισκέψεις του για να δώσει ένα νόημα στη στείρα, δίχως αγάπη ζωή της γυναίκας του.
   Όταν τους είπε για το γράμμα τής δήλωσαν πως ήταν ενθουσιασμένοι, μα μέσα τους διατηρούσαν πολλές αμφιβολίες κι ενδοιασμούς.
   "Κόβω το κεφάλι μου πως τελικά θα βρει μια δικαιολογία το κάθαρμα να φύγει για διακοπές δίχως να την πάρει μαζί του", είπε η Ανν στον Λούντυ.
   Ο Λιουκ είχε δανειστεί από κάπου ένα αυτοκίνητο και πέρασε να πάρει τη Μέγκι νωρίς το πρωί. Ήταν αδύνατος, κίτρινος και κομμένος στο πρόσωπο. Η Μέγκι σοκαρίστηκε όταν τον είδε. Του έδωσε τη βαλίτσα της και μπήκε στο αυτοκίνητο. 
   "Τι είναι η ασθένεια του Βάιλ, Λιουκ; Μου 'γραψες πως δεν ήταν τίποτε το σοβαρό, όμως εμένα μου φαίνεται πως θα πρέπει να ήσουν πολύ άρρωστος στ' αλήθεια, έτσι που σε βλέπω".
   "Α, είναι κάτι σαν ίκτερος και το περνάνε όλοι όσοι δουλεύουν στα ζαχαροκάλαμα, αργά ή γρήγορα. Μας το μεταδίδουν οι αρουραίοι που υπάρχουν στις φυτείες μέσα από τις πληγές ή τις γρατσουνιές μας. Εγώ είμαι θηρίο από υγεία κι έτσι δε μ' έριξε πολύ άσχημα, σε σύγκριση με κάτι άλλους που το παθαίνουν. Οι γιατροί λένε πως θα 'μαι περδίκι σε λιγάκι".
   Ο δρόμος για την Ενδοχώρα ανηφόριζε μέσα από ένα μεγάλο φαράγγι που ήταν σωστή ζούγκλα με την άγρια κι άφθονη βλάστησή του και συνέχιζε στο μήκος ενός μεγάλου, ορμητικού ποταμού. Κάποια στιγμή συνάντησαν έναν πανέμορφο καταρράκτη. Τα νερά έπεφταν από κάπου ψηλά κι έκαναν καμάρα πάνω ακριβώς από το δρόμο για να χυθούν στο ποτάμι. Πέρασαν ανάμεσα στο βράχο και στο νερό διασχίζοντας μια στεγνή αψίδα λουσμένη με φανταστικά χρώματα και φωτοσκιάσεις. Κι όσο ανέβαιναν ο αέρας γινόταν πιο δροσερός, υπέροχα φρέσκος. Η Μέγκι είχε ξεχάσει πόσο όμορφα την έκανε να νιώθει το δροσερό αεράκι. Από την άλλη μεριά του ποταμού απλωνόταν η ζούγκλα, τόσο αδιαπέραστη που δεν τολμούσε κανείς να τη διαβεί. Δεν μπορούσες να διακρίνεις τίποτε στο εσωτερικό της, πίσω από τα τεράστια αναρριχητικά που κρέμονταν από τις κορφές των δέντρων, συνεχή κι ατέλειωτα, μοιάζοντας με τεράστιο κομμάτι πράσινου βελούδου που το 'χαν ρίξει πάνω από το δάσος.
   Η λίμνη Ήτσαμ βρισκόταν στην κορφή ενός οροπεδίου κι έμοιαζε ειδυλλιακή μέσα στον αγνό, ανόθευτο περίγυρό της. Προτού πέσει η νύχτα κάθισαν για λίγο στη βεράντα του ξενώνα τους να κοιτάξουν τα ήρεμα νερά.
   Κι ήταν θείο δώρο να βουλιάζεις σ' ένα μαλακό δροσερό κρεβάτι, να μη χρειάζεται να κάθεσαι ακίνητος σ' ένα σημείο μέχρι να το μουλιάσεις με τον ιδρώτα σου και να μετακινηθείς μετά με προσοχή σ' ένα άλλο, ξέροντας πως έτσι κι αλλιώς το πρώτο δε θα στέγνωνε, έστω κι αν απέφευγες να το ακουμπήσεις ξανά ως το χάραμα. Ο Λιουκ έβγαλε ένα πλακέ πακετάκι από τη βαλίτσα του, πήρε από μέσα μια φούχτα μικρά στρογγυλά πράγματα και τα άφησε στη σειρά πάνω στο κομοδίνο του.
   Η Μέγκι πήρε ένα από τα μυστηριώδη πραγματάκια και το περιεργάστηκε. "Τι στο καλό είν' αυτά;" ρώτησε με περιέργεια.
   "Προφυλακτικά". Είχε ξεχάσει την απόφαση που είχε πάρει, πριν δυο χρόνια, να μην της πει πως έπαιρνε μέτρα αντισύλληψης. "Τα φοράω πριν μπω μέσα σου, γιατί αλλιώς μπορεί να πιάσεις παιδί και δεν μπορούμε να φορτωθούμε τώρα μωρά, μέχρι ν' αγοράσουμε το κτήμα μας". Καθόταν γυμνός στην άκρη του κρεβατιού κι ήταν πολύ αδύνατος, τα πλευρά του μετριόταν και τα κόκαλα της λεκάνης του πετάγονταν έξω. Μα τα γαλάζια του μάτια γυάλισαν σαν άπλωσε να της πιάσει το χέρι που κρατούσε το προφυλακτικό. "Κοντεύουμε πια, Μέγκι, κοντεύουμε να φτάσουμε εκεί που θέλουμε! Πέντε χιλιάδες λίρες θέλουμε ακόμα και θ' αγοράσουμε το καλύτερο υποστατικό που υπάρχει δυτικά του Τσάρτερς Τάουερ".
   "Τότε, λοιπόν, πες πως τα 'χεις από τώρα τα λεφτά", του αποκρίθηκε κι ήταν αρκετά ήρεμη η φωνή της. "Μπορώ να γράψω στον Επίσκοπο Ντε Μπρικασάρ και να του ζητήσω να μας δανείσει τις πέντε χιλιάδες λίρες σου. Δεν πρόκειται να μας χρεώσει τόκο".
   "Δεν υπάρχει περίπτωση να κάνεις κάτι τέτοιο!" την έκοψε. "Διάβολε, Μεγκ, πού πήγε η περηφάνια σου! Θα δουλέψουμε να βγάλουμε τα λεφτά που χρειαζόμαστε, δε θα πάμε να τα δανειστούμε! Ποτέ μου δε χρώσταγα έστω και μια πεντάρα σε κανέναν και δε θ' αρχίσω τώρα να χρεώνομαι". 
   Ούτε που άκουγε τι της έλεγε και τον έβλεπε μέσα από μια τυφλωτική κόκκινη ομίχλη. Στη ζωή της όλη δε θυμόταν να έχει θυμώσει τόσο πολύ άλλη φορά! Ο ψεύτης, ο απατεώνας, ο εγωιστής! Πώς τολμούσε να της το κάνει αυτό, να την ξεγελάει για να μην της φτιάξει το παιδί της και να προσπαθεί να την πείσει κι από πάνω πως είχε τάχα την πρόθεση να γίνει κάποια μέρα κτηματίας! Τη στιγμή που είχε κιόλας βρει τη θεσούλα που τον βόλευε, δίπλα στον Αρν Σβένσον και μέσα στα ζαχαροκάλαμα.
   Κρύβοντας το θυμό της τόσο καλά που της έκανε και της ίδιας εντύπωση, έστρεψε την προσοχή της πίσω στο ελαστικό πραγματάκι που κρατούσε στα χέρια της. "Πες μου γι' αυτά τα προφυλακτικά. Πώς γίνεται και με σταματάνε από το να πιάσω μωρό;"
   Την πλησίασε και στάθηκε πίσω της κι η επαφή των κορμιών τους την έκανε ν' ανατριχιάσει. Από υπερένταση και διέγερση, σκέφτηκε ο Λιουκ, ενώ η Μέγκι ήξερε καλά πως ήταν από αηδία.
   "Τίποτε δεν ξέρεις, Μεγκ, τέλος πάντων;"
   "Όχι", του αποκρίθηκε, πράγμα που ήταν ψέμα γενικά, όμως ίσχυε για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Δε θυμόταν να 'χε διαβάσει πουθενά για προφυλακτικά.
   Άρχισε να της χαϊδεύει το στήθος, ανάλαφρα, παιχνιδιάρικα. "Κοίτα, όταν τελειώνω, βγάζω αυτό το ... δεν ξέρω πώς το λένε... το υγρό κι αν είμαι μέσα σου, δίχως να φοράω τίποτε, μένει εκεί. Κι όταν μένει εκεί για πολλή ώρα ή πολύ συχνά, σου φτιάχνει μωρά".
   Ώστε έτσι γινόταν! Το φόραγε το προφυλακτικό του σαν πέτσα από λουκάνικο! Ο απατεώνας!
   Ο Λιουκ έσβησε το φως και την τράβηξε να τη ρίξει στο κρεβάτι. Δεν άργησε ν' αρχίσει να ψαχουλεύει για την αντισυλληπτική του μέθοδο. Τον άκουσε να κάνει τους ίδιους ήχους όπως και στο πανδοχείο του Ντάνγκλο, ξέροντας τώρα πως σήμαινε ότι έβαζε το προφυλακτικό. Ο απατεώνας! Μα πώς μπορούσε να τον σταματήσει;
   Πασχίζοντας να μην τον αφήσει να καταλάβει πόσο την πονούσε, η Μέγκι το υπέμεινε. Γιατί να πονάει έτσι όμως, αν ήταν μια πράξη φυσική;
   "Πάλι δε σ' άρεσε, Μεγκ, έτσι δεν είναι;" τη ρώτησε μετά. "Θα πρέπει να είσαι φοβερά στενή για να συνεχίζει να σε πονάει τόσο ύστερα από την πρώτη φορά. Εντάξει, λοιπόν, δε θα σου το ξανακάνω. Δε σε πειράζει όμως να το κάνω στα στήθια σου, ε;"
   "Ουφ, τι με νοιάζει;" μουρμούρισε κουρασμένα. "Αν δεν πρόκειται να πονέσω, κάνε μου ό,τι θέλεις". 
   "Δε θα 'βλαπτε να 'δειχνες λιγάκι περισσότερο ενθουσιασμό, Μέγκι!"
   "Για ποιο λόγο να δείξω ενθουσιασμό;"
   Μα ο Λιουκ είχε κιόλας ερεθιστεί ξανά. Δυο χρόνια είχε περάσει δίχως ν' ασχοληθεί με τον έρωτα, γιατί δεν του 'μενε ώρα ούτε και δύναμη μετά τη δουλειά στα ζαχαροκάλαμα. Α, ήταν ωραίο πράγμα να 'σαι με μια γυναίκα, συνταρακτικό κι απαγορευμένο. Δεν ένιωθε στο παραμικρό παντρεμένος με τη Μεγκ. Ήταν ολόιδια όπως τότε που έβαζε χέρι στις κοπέλες στο βοσκοτόπι, πίσω από τη μπιραρία του Κυνούνα ή μετά, που έπαιρνε την ψηλομύτα τη δεσποινίδα Καρμάικλ στο όρθιο, στριμώχνοντάς τη στον τοίχο του υποστέγου για την κουρά. Η Μεγκ είχε ωραία στήθια, σφιχτά από την τόση ιππασία, έτσι ακριβώς όπως του άρεσαν και το προτιμούσε στ' αλήθεια να τελειώνει στα βυζιά της, τρελαινόταν να νιώθει το πράγμα του κλεισμένο ανάμεσά τους, δίχως προφυλακτικό. Τα προφυλακτικά σού έκοβαν πολλή από την ευχαρίστηση, αλλά θα ήταν σαν να πήγαινε γυρεύοντας για μπελάδες έτσι και δεν τα φόραγε, όταν έμπαινε μέσα της.
   Την άρπαξε από τους γλουτούς και την έβαλε να καθίσει πάνω του, μετά πήρε τη ρώγα ανάμεσα στα δόντια του και την ένιωσε να φουσκώνει και να σκληραίνει κάτω από τη γλώσσα του. Η Μέγκι τον σιχαινόταν και τον περιφρονούσε μ' όλη της την ψυχή για τα καμώματά του. Τι γελοία πλάσματα που ήταν οι άντρες, να βογκάνε και να γλείφουν και να χτυπιούνται για την απόλαυση που έπαιρναν από τούτο δω το πράγμα. Τον έπιανε ολοένα και μεγαλύτερη ταραχή, της έσφιγγε και της μάλαζε τους γλουτούς και την πλάτη της, ρουφούσε και βύζαινε σαν ένα μεγάλο πια γατί, που χιμάει ύπουλα στη μάνα του γυρεύοντας ξανά το γάλα της. Οι γοφοί του άρχισαν να κουνιούνται μ' έναν τρόπο ρυθμικό, πηγαίνοντας πάνω κάτω κι έτσι που ήταν ξαπλωμένη άγαρμπα πάνω του, γιατί μισούσε τόσο πολύ αυτό που της έκανε και δεν είχε καμιά διάθεση να τον βοηθήσει, αισθάνθηκε την άκρη του απροστάτευτου οργάνου του να γλιστράει ανάμεσα στα πόδια της.
   Επειδή δε συμμετείχε διόλου στην πράξη, το μυαλό της έκανε τη δική του διαδρομή. Κι ήταν τότε που της ήρθε η ιδέα. Αργά αργά, προσέχοντας όσο μπορούσε για να μην την πάρει είδηση ο Λιουκ, γλίστρησε μέχρι που βρέθηκε το πέος του ακριβώς στο πιο οδυνηρό γι' αυτήν σημείο. Κρατώντας την ανάσα της και μαζεύοντας όλο της το κουράγιο, έσφιξε τα δόντια της και πίεσε το φαλλό να μπει μέσα της, μα, μολονότι την πόνεσε, δεν είχε καμιά σύγκριση αυτός ο πόνος με τις προηγούμενες φορές. Το όργανό του γλίστραγε πιο καλά τώρα που δεν είχε το πλαστικό του ντύσιμο, ήταν πιο εύκολο να μπει και πολύ πιο υποφερτό.
   Ο Λιουκ άνοιξε τα μάτια του. Προσπάθησε να τη σπρώξει πέρα, αλλά, αχ, Θεέ μου! Ήταν απίστευτη η αίσθηση δίχως το προφυλακτικό. Ποτέ πριν δεν είχε μπει μέσα σε μια γυναίκα έτσι, ποτέ δεν είχε ζήσει τη διαφορά. Ήταν τόσο κοντά στο τέλος, τόσο ξαναμμένος, που δεν άντεχε να τη σπρώξει μ' όση δύναμη χρειαζόταν και μετά τύλιξε γύρω της τα χέρια του, γιατί δεν μπορούσε πια ν' ασχολιέται με το στήθος της. Μόλο που δεν ήταν αντρίκειο πράγμα να βάζεις τις φωνές, του ξέφυγε μια κραυγή άθελά του κι όταν τέλειωσαν όλα, τη φίλησε με τρυφεράδα.
   "Λιουκ;"
   "Τι είναι;"
   "Γιατί να μην το κάνουμε πάντα έτσι;"
   "Ούτε αυτή τη φορά θα 'πρεπε να το 'χαμε κάνει, Μεγκ, κι εσύ μου κουβεντιάζεις για πάντα! Το ξέρεις πως ήμουνα μέσα σου όταν τελείωσα;"
   Έγειρε πάνω του, του χάιδεψε το στήθος. "Μα δεν το βλέπεις και μόνος σου; Καθόμουνα πάνω σου! Δε μένει καθόλου μέσα, τρέχει και χύνεται στη στιγμή! Αχ, Λιουκ, σε παρακαλώ! Είναι τόσο πιο όμορφα, δεν πονάει σχεδόν καθόλου. Κι είμαι σίγουρη πως δεν υπάρχει φόβος, γιατί το νιώθω που τρέχει και μου φεύγει. Σε παρακαλώ!"   
   Ποιο ανθρώπινο πλάσμα θα μπορούσε ν' αρνηθεί ποτέ την επανάληψη της τέλειας απόλαυσης, όταν του την προσφέρουν με τρόπο τόσο πειστικό; Όπως κι ο Αδάμ, ο Λιουκ έγνεψε εντάξει, γιατί ήταν πολύ λιγότερο πληροφορημένος απ' ό,τι η Μέγκι τώρα πια.
   "Φαντάζομαι πως έχεις δίκιο κι είναι και για μένα πιο όμορφα όταν σ' αρέσει και δε με πολεμάς. Εντάξει, Μεγκ, από δω και πέρα θα το κάνουμε έτσι".
   Μέσα στο σκοτάδι η Μέγκι χαμογέλασε ευχαριστημένη. Γιατί δεν είχε τρέξει όλο, δεν της είχε φύγει όλο. Σαν τον ένιωσε να ζαρώνει και να βγαίνει από μέσα της, είχε σφίξει τους εσωτερικούς της μυς, όσο μπορούσε πιο πολύ, είχε γλιστρήσει από πάνω του κι είχε πλαγιάσει ανάσκελα, με τα λυγισμένα πόδια της κολλημένα το ένα με το άλλο, πασχίζοντας να κρατήσει αυτό που είχε απομείνει μέσα της με κάθε τρόπο. Αχά, καλέ μου κύριε. Θα σου δείξω εγώ! Περίμενε και θα δεις, Λιουκ Ο' Νηλ! Θα το πιάσω το μωρό μου οπωσδήποτε!
   Μακριά από τη ζέστη και την υγρασία της ακτής ο Λιουκ ανέρρωσε γρήγορα. Με το καλό φαγητό άρχισε να παίρνει ξανά το βάρος που χρειαζόταν και το πετσί του έχασε εκείνο το αρρωστιάρικο κίτρινο χρώμα, έγινε πάλι σκούρο μπρούντζινο. Δεν ήταν δύσκολο να πειστεί να γίνουν πρώτα τρεις οι αρχικές δυο βδομάδες και μετά τέσσερις, τώρα που είχε στο κρεβάτι του μια πρόθυμη Μέγκι να τον ξεμυαλίζει. Σαν τελείωσε ο μήνας όμως, επαναστάτησε.
   "Δεν υπάρχει δικαιολογία, Μεγκ. Είμαι μια χαρά, καλύτερα από ποτέ. Κι ενώ με χρειάζεται ο Αρν, εμείς καθόμαστε εδώ σαν να 'μαστε βασιλιάδες και τα λεφτά όλο και μας φεύγουν". 
   "Λιουκ, γιατί δεν το ξανασκέφτεσαι; Αν το θες πραγματικά το υποστατικό σου, μπορείς να το αποκτήσεις από τώρα".
   "Ασ' το λιγάκι ακόμα, Μεγκ. Άσε να μείνουμε όπως είμαστε για λίγο καιρό ακόμα".
   Φυσικά δε θα το παραδεχόταν ποτέ, όμως η σαγήνη του ζαχαροκάλαμου είχε μπει στο αίμα του, τον είχε ποτίσει η παράξενη μαγεία που ασκεί πάνω σε μερικούς άντρες η σκληρή δουλειά. Όσο θα κρατούσε η νεανική του δύναμη, ο Λιουκ θα 'μενε πιστός στις φυτείες. Το μόνο που μπορούσε να ελπίζει η Μέγκι ήταν πως θα τον ανάγκαζε ν' αλλάξει γνώμη κάνοντάς του ένα παιδί, έναν κληρονόμο του υποστατικού στην περιοχή του Κυνούνα.         

   Έτσι, η Μέγκι γύρισε πίσω στο Χίμελχοχ, να προσμένει και να ελπίζει. Μακάρι, μακάρι, Θεέ μου, να έπιανα παιδί! Θα διορθώνονταν όλα μ' ένα παιδί, μόνο να τα 'χε καταφέρει. Και πράγματι, ήταν έγκυος. Όταν το είπε στην Ανν και στον Λούντυ, τρελάθηκαν από τη χαρά τους. Ο Λούντυ ειδικά αποδείχτηκε σωστός θησαυρός. Έφτιαχνε τα πιο χαριτωμένα ρουχαλάκια, τα πιο περίτεχνα κεντίδια, δυο πράγματα που ποτέ δεν είχε βρει το χρόνο η Μέγκι να μάθει κι έτσι όσο έσπρωχνε εκείνος μια μικρή βελόνα, ράβοντας τα φίνα υφάσματα με τα τραχιά, μαγικά του δάχτυλα, η Μέγκι βοηθούσε την Ανν να ετοιμάσουν το παιδικό δωμάτιο.
   Το μόνο πρόβλημα ήταν πως είχε κακή και δύσκολη εγκυμοσύνη, είτε εξαιτίας της ζέστης είτε εξαιτίας της δυστυχίας της, δεν ήξερε ποιο από τα δυο έφταιγε. Η φυσιολογική πρωινή ναυτία εκείνης της κρατούσε όλη μέρα και τράβηξε για πολύ μετά από τους πρώτους μήνες. Μολονότι είχε πάρει λίγα κιλά, η κατακράτηση των υγρών την ταλαιπωρούσε άσχημα κι η πίεσή της ανέβηκε τόσο, που άρχισε ν' ανησυχεί ο γιατρός Σμιθ. Στην αρχή σκέφτηκε να τη στείλει στο νοσοκομείο του Καιρνς για όλη την υπόλοιπη εγκυμοσύνη της, μα, αφού έκατσε και τα λογάριασε, αποφάσισε πως έτσι μονάχη που ήταν δίχως τον άντρα της δίπλα της, δίχως φίλους, θα ήταν καλύτερα γι' αυτή να έμενε με τον Λούντυ και την Ανν που τη νοιάζονταν πραγματικά. Πάντως τις τρεις τελευταίες βδομάδες πριν τη γέννα της, έπρεπε οπωσδήποτε να πάει στο Καιρνς.
   "Και κοιτάξτε να καταφέρετε τον άντρα της να έρθει να τη δει!" είπε αυστηρά στον Λούντυ.
   Η Μέγκι είχε γράψει αμέσως στον Λιουκ να του πει ότι ήταν έγκυος, γεμάτη από τη συνηθισμένη γυναικεία σιγουριά πως τώρα που ήταν γεγονός τετελεσμένο η ανεπιθύμητη προοπτική, θα ενθουσιαζόταν ο άντρας της. Η απάντησή του της διέλυσε κάθε τέτοια ψειδαίσθηση. Ήταν έξαλλος. Διόλου δεν τον αφορούσε που θα γινόταν πατέρας. Γι' αυτόν σήμαινε απλά πως θα 'χε να θρέψει δύο στόματα από δω και πέρα αντί για ένα. Ήταν πικρό για τη Μέγκι να το καταπιεί, όμως το κατάπιε. Δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Το παιδί που μεγάλωνε μέσα της την έδενε με τον Λιουκ τόσο άρρηκτα όσο και η περηφάνια της.
   Αλλά ένιωθε άρρωστη, ανήμπορη, ένιωθε πως δεν την ήθελε και δεν την αγαπούσε, δεν του άρεσε που το είχαν συλλάβει, δεν ήθελε να γεννηθεί. Το ένιωθε μέσα της που πάλευε, που διαμαρτυρόταν αδύναμα ενάντια στο ότι μεγάλωνε για να γίνει πλάσμα και να 'ρθει στον κόσμο. Αν ήταν σε θέση ν' αντέξει το ταξίδι των τεσσάρων χιλιάδων χιλιομέτρων για το σπίτι, θα είχε φύγει, όμως ο γιατρός Σμιθ είχε κουνήσει το κεφάλι του αρνητικά με τρόπο που δεν άφηνε περιθώρια για κουβέντες. Άμα ήθελε, ας έμπαινε στο τρένο για μια βδομάδα ή και για περισσότερο, αλλά να το 'ξερε πως θα το 'χανε το παιδί, έστω κι αν έκανε κάποιους σταθμούς ενδιάμεσα. Και μολονότι ήταν τόσο απογοητευμένη, τόσο δυστυχισμένη, η Μέγκι δε θα έκανε συνειδητά το παραμικρό που θα μπορούσε να βλάψει το μωρό της. Μόνο που όσο περνούσε ο καιρός έσβηναν ο ενθουσιασμός της κι η λαχτάρα της να έχει κάποιο πλάσμα δικό της που να μπορεί να το αγαπάει. Το έμβρυο όσο πήγαινε και βάραινε μέσα της, γινόταν όλο και πιο δύστροπο.
   Ο γιατρός Σμιθ είπε πως ίσως θα έπρεπε να την πάνε στο Καιρνς ακόμα νωρίτερα. Δεν ήταν καθόλου σίγουρος πως η Μέγκι θ' άντεχε μια γέννα στο Ντάνγκλο, που διέθετε μονάχα υποτυπώδη μέσα περίθαλψης. Η πίεσή της είχε ανέβει επικίνδυνα, ο οργανισμός της κατακρατούσε ολοένα και πιο πολλά υγρά. Ο γιατρός ανέφερε κάτι μακρόσυρτους ιατρικούς όρους, μίλησε για τοξιναιμία κι εκλαμψία και τα ακαταλαβίστικα λόγια του τρόμαξαν την Ανν και τον Λούντυ τόσο, που τους έκαναν να συμφωνήσουν μαζί του, μόλο που ήθελαν πολύ να δουν το μωρό να γεννιέται στο Χίμελχοχ.
   Στα τέλη του Μάη έμειναν τέσσερις βδομάδες, τέσσερις βδομάδες μέχρι ν' απαλλαγεί η Μέγκι από το αβάσταχτο τούτο φορτίο, το αχάριστο τούτο παιδί. Είχε αρχίσει να το μισεί, να μισεί το πλάσμα που είχε θελήσει μ' όλη της την καρδιά, προτού ανακαλύψει πόσους μπελάδες και προβλήματα θα της σημιουργούσε. Γιατί το 'χε πάρει σαν σίγουρο πως θα περίμενε με λαχτάρα ο Λιουκ το μωρό από τη στιγμή που θα γινόταν πραγματικότητα η ύπαρξή του; Τίποτε στη στάση του ή στη συμπεριφορά του από το γάμο τους και μετά δεν είχε δείξει κάτι τέτοιο.
   Ήταν καιρός πια να το παραδεχτεί πως δεν έβγαζε παρά μονάχα στην καταστροφή η σχέση της με τον Λιουκ, να παρατήσει την ανόητη περηφάνια της και να κοιτάξει να διασώσει ό,τι μπορούσε από τα ερείπια. Είχαν παντρευτεί απλά για λάθος λόγους: εκείνος την είχε πάρει για τα λεφτά της, εκείνη για να ξεφύγει απ' τον Ραλφ ντε Μπρικασάρ, ενώ συνάμα πολεμούσε να κρατήσει μέσα της τον Ραλφ ντε Μπρικασάρ. Δεν είχαν ποτέ προσποιηθεί ή ισχυριστεί πως αγαπιόνταν και μονάχα η αγάπη θα μπορούσε να τους βοηθήσει να ξεπεράσουν τις τεράστιες δυσκολίες, που τους δημιουργούσαν οι διαφορετικοί στόχοι κι οι αντιφατικές επιθυμίες τους.        
   Το περίεργο ήταν πως δεν κατάφερε να μισήσει τον Λιουκ ούτε για μια στιγμή, ενώ έπιανε τον εαυτό της να μισεί τον Ραλφ ντε Μπρικασάρ ολοένα και πιο συχνά. Κι ωστόσο, αν καθόσουν να το σκεφτείς, ο Ραλφ της είχε φερθεί πολύ πιο καλοσυνάτα κι έντιμα από τον Λιουκ. Ούτε μια φορά δεν την είχε ενθαρρύνει να τον δει σ' οποιονδήποτε άλλο ρόλο εκτός από ιερέα και φίλο της, γιατί ακόμα και τις δυο φορές που την είχε φιλήσει ήταν εκείνη που είχε κάνει το πρώτο βήμα.
   Τότε λοιπόν γιατί τα είχε έτσι μαζί του; Γιατί να μισεί τον Ραλφ κι όχι τον Λιουκ; Κανονικά έπρεπε να ρίχνει το φταίξιμο στους δικούς της φόβους και τις δικές της ατέλειες, στην τεράστια, οργισμένη πίκρα που είχε νιώσει, επειδή την είχε κρατήσει ανυποχώρητα σε απόσταση, τη στιγμή που εκείνη τον αγαπούσε και τον ήθελε τόσο· να ρίχνει, ακόμα, το φταίξιμο στην ηλίθια παρόρμηση που την είχε κάνει να παντρευτεί τον Λιουκ Ο' Νηλ. Είχε προδώσει τον ίδιο της τον εαυτό και τον Ραλφ. Και δεν μετρούσε που δε θα μπορούσε ποτέ να τον παντρευτεί, να κοιμηθεί μαζί του, να κάνει το δικό του παιδί. Δε μετρούσε που δεν την ήθελε, που δεν την ήθελε. Το μόνο που μετρούσε ήταν πως εκείνη τον ήθελε, αυτόν και κανέναν άλλο, και δε θα 'πρεπε να είχε συμβιβαστεί ποτέ με κάτι λιγότερο.
   Όμως το γεγονός πως ήξερε τα στραβά στην πράξη δε σήμαινε τίποτε. Δεν άλλαζαν τα πράγματα. Ο Λιουκ Ο' Νηλ ήταν πάντα άντρας της, το παιδί του Λιουκ Ο' Νηλ συνέχιζε να μεγαλώνει μέσα της. Πώς θα μπορούσε να νιώσει ευτυχισμένη στη σκέψη του παιδιού του Λιουκ τη στιγμή που δεν το 'θελε ούτε κι ο ίδιος; Το κακόμοιρο, το φτωχό πλασματάκι. Τουλάχιστον, μόλις θα γεννιόταν, θα γινόταν ένα ξεχωριστό κομματάκι της ανθρωπότητας και τότε θα μπορούσε να το αγαπήσει ανεξάρτητα από τις καταβολές του. Μόνο που... και τι δε θα έδινε για ένα παιδί απ' τον Ραλφ ντε Μπρικασάρ! Για το αδύνατο, το ανέφικτο.
   Ο Ραλφ υπηρετούσε ένα θεσμό που επέμενε να του τα παίρνει όλα, να έχει την αποκλειστικότητα ακόμα και στο μέρος εκείνο του υπηρέτη του που ποτέ δε θα μπορούσε ν' αξιοποιήσει, στον ανδρισμό του. Η Μητέρα Εκκλησία απαιτούσε αυτή τη θυσία, θυσία στο βωμό της δύναμής της και της εξουσίας της πάνω του κι έτσι τον χαράμιζε, τον ξερίζωνε και τον αφάνιζε, φρόντιζε να σιγουρέψει πως θα τέλειωνε για πάντα η ύπαρξή του σαν θα έφτανε η ώρα του να πεθάνει. Μόνο που θα πλήρωνε κάποτε την απληστία της. Κάποια μέρα δε θα υπήρχαν πια άλλοι Ραλφ ντε Μπρικασάρ, γιατί θα υπολόγιζαν όλοι αρκετά τον ανδρισμό τους για ν' αντιληφθούν πως δεν είχε νόημα να τους ζητάει να τον θυσιάσουν, πως δεν είχε κανένα απολύτως νόημα...
   Ξάφνου σηκώθηκε όρθια και περπάτησε με δυσκολία μέχρι το σαλόνι, όπου καθόταν η Ανν διαβάζοντας ένα παράνομο αντίτυπο της απαγορευμένης νουβέλας του Νόρμαν Λίντσεη, Ρέντχιπ, κι ήταν φανερό πως απολάμβανε την κάθε αφορισμένη λέξη του κειμένου.
   "Ανν, νομίζω πως θα σου γίνει το χατίρι".
   Η Ανν σήκωσε το κεφάλι και την κοίταξε αφηρημένα. "Τι θες να πεις, χρυσό μου; Ποιο χατίρι;"
   "Τηλεφώνησε στο γιατρό Σμιθ. Θα γεννήσω εδώ και τώρα το βάσανο που 'χω στην κοιλιά μου".
   "Ω Θεέ μου! Πήγαινε στην κρεβατοκάμαρα και πλάγιασε -στη δική μας κρεβατοκάμαρα, όχι στη δική σου!"
   Βρίζοντας τις παραξενιές της μοίρας και την αποφασιστικότητα των μωρών, ο γιατρός Σμιθ βιάστηκε να καταφτάσει από το Ντάνγκλο με το παλιό του αυτοκίνητο, την ντόπια μαμή στο πίσω κάθισμα κι όσα περισσότερα από τα εργαλεία του μικρού του ιατρείου μπορούσε να κουβαλήσει μαζί του. Δεν είχε νόημα να την πήγαινε εκεί. Τα ίδια θα μπορούσε να της προσφέρει και στο Χίμελχοχ. Όμως κανονικά θα έπρεπε να βρίσκεται στο Καιρνς η κακόμοιρη η γυναίκα.
   "Ειδοποιήσατε τον άντρα της;" ρώτησε ανεβαίνοντας τα σκαλιά με τη μαμή πίσω του.
   "Του έστειλα τηλεγράφημα. Την έχω στο δικό μου δωμάτιο. Σκέφτηκα ότι θα 'σαστε πιο άνετα εκεί που θα 'χετε περισσότερο χώρο".
   Κουτσαίνοντας και με τα μπαστούνια της πάντα, η Ανν τους ακολούθησε στην κάμαρά της. Η Μέγκι ήταν στο κρεβάτι με τα μάτια διάπλατα και καταλάβαινες πως πονούσε μόνο γιατί την έβλεπες να σφίγγει κάθε τόσο τις γροθιές της, να μαζεύει άξαφνα το κορμί της. Γύρισε να χαμογελάσει στην Ανν κι η Ανν είδε τα μεγάλα γκρίζα μάτια της να 'χουν γεμίσει τρόμο.
   "Χαίρομαι που δεν πήγα στο Καιρνς τελικά", είπε. "Η μητέρα μου δεν πήγε ποτέ στο νοσοκομείο για να γεννήσει τα δικά της μωρά κι ο μπαμπάς μού είπε κάποτε πως ήταν πολύ δύσκολη η γέννα της στον Χαλ. Όμως τα έβγαλε πέρα η μάνα μου, όπως θα τα βγάλω κι εγώ πέρα. Δεν πεθαίνουμε έτσι εύκολα εμείς οι γυναίκες Κλήαρι".
   Μια ώρα αργότερα ο γιατρός βγήκε στη βεράντα να βρει την Ανν.
   "Τραβάει σε μάκρος το πράγμα κι είναι πολύ σκληρό και δύσκολο για τη νεαρή μας κυρία. Σπάνια είναι εύκολες οι πρώτες γέννες, αλλά αυτό το μωρό έχει άσχημη στάση στην κοιλιά της κι η Μέγκι ταλαιπωρείται και παιδεύεται δίχως να καταφέρνει τίποτε. Θα της έκαναν καισαρική αν ήταν στο Καιρνς, πράγμα που αποκλείεται να γίνει εδώ. Θα πρέπει να το σπρώξει μονάχη της έξω το παιδί".      
   "Διατηρεί ακόμα τις αισθήσεις της;"
   "Α, ναι! Και τι θαρραλέα που είναι, ούτε φωνάζει ούτε παραπονιέται. Νομίζω πως τελικά είναι οι καλύτερες που βασανίζονται περισσότερο. Με ρωτάει ολοένα αν έφτασε ο Ραλφ και πρέπει να της λέω κάποιο παραμύθι για την πλημμύρα που έπιασε τάχατες στο Τζόνστοουν. Όμως είχα την εντύπωση ότι τον έλεγαν Λιουκ τον άντρα της".
   "Έτσι είναι, Λιουκ τον λένε".
   "Χμ! Τι να πεις, ποιος ξέρει γιατί ζητάει αυτόν τον Ραλφ, όποιος κι αν είναι. Ο Λιουκ δεν της παραστέκεται και πολύ, ε;"
   "Ο Λιουκ είναι ένας μπάσταρδος και μισός".
   Η Ανν έγειρε μπροστά και στηρίχτηκε στο παραπέτο της βεράντας. Ερχόταν ένα ταξί από το δρόμο του Ντάνγκλο κι είχε στρίψει στην ανηφόρα που έβγαζε στο Χίμελχοχ. Με την καταπληκτική της όραση διέκρινε ακόμα κι από τόσο μακριά έναν μελαχρινό άντρα στο πίσω κάθισμα και στέναξε γεμάτη χαρά και ανακούφιση.
   "Δεν τολμάω να το πιστέψω αυτό που βλέπω, μα φαίνεται πως ο Λιουκ θυμήθηκε τελικά ότι έχει μια γυναίκα!"
   "Καλύτερα να πάω μέσα εγώ, να σ' αφήσω να τον δεις μονάχη σου. Δε θα πω τίποτε στη Μέγκι, για την περίπτωση που δε θα είναι ο άντρας της τελικά αυτός που έρχεται. Πάντως αν είναι, δώσ' του ένα φλιτζάνι τσάι κι άσε γι' αργότερα τα πιο δυνατά ποτά. Θα τα χρειαστεί".
   Το ταξί πλησίασε και στάθηκε έξω από το σπίτι. Για μεγάλη έκπληξη της Ανν, ο οδηγός βγήκε και πήγε στην πίσω πόρτα να την ανοίξει στον πελάτη του. Ο Τζο Καστιλιόνε, που είχε το μοναδικό ταξί του Ντάνγκλο, δεν τις συνήθιζε τέτοιου είδους ευγένειες.
   "Φτάσαμε στο Χίμελχοχ, Μακαριότατε", είπε, κάνοντας μια βαθιά υπόκλιση.
   Από το αμάξι βγήκε ένας άντρας με μακρύ μαύρο ράσο και μια φαρδιά μοβ ζώνη στη μέση του. Όπως γύρισε προς το μέρος της, η Ανν συλλογίστηκε για μια στιγμή πως ο Λιουκ Ο' Νηλ της έπαιζε κάποιο παιχνίδι. Μετά όμως είδε πως αυτός εδώ ήταν πολύ διαφορετικός, μεγαλύτερος από τον Λιουκ τουλάχιστον δέκα χρόνια. Θεέ μου! είπε μέσα της βλέποντάς τον ν' ανεβαίνει δυο δυο τα σκαλιά. Είναι ο πιο όμορφος άντρας που έχω δει στη ζωή μου! Ένας Αρχιεπίσκοπος, παρακαλώ!
   Τι γυρεύει ένας καθολικός Αρχιεπίσκοπος με δυο γερο-Λουθηρανούς σαν τον Λούντυ και μένα.
   "Η κυρία Μίλερ;" τη ρώτησε, χαμογελώντας της με τα καλοσυνάτα, απόμακρα μάτια του. Λες κι είχε δει πολλά που θα 'δινε τα πάντα να μην τα είχε δει κι είχε καταφέρει να πάψει να αισθάνεται πριν από πολύ καιρό.
   "Ναι, είμαι η Ανν Μίλερ".
   "Είμαι ο Αρχιεπίσκοπος Ραλφ ντε Μπρικασάρ, αντιπρόσωπος του Ποντίφικα στην Αυστραλία. Έχετε νομίζω κάποια κυρία Λιουκ Ο' Νηλ στο σπίτι σας;"
   "Μάλιστα, κύριε". Ραλφ; Ραλφ; Αυτός ήταν ο Ραλφ;
   "Είμαι ένας πολύ παλιός της φίλος. Μήπως θα μπορούσα να τη δω, σας παρακαλώ;"
   "Τι να σας πω, είμαι σίγουρη πως η Μέγκι θα χαιρόταν πάρα πολύ, Αρχιεπίσκοπε..." Όχι, αυτό ήταν λάθος, δεν έπρεπε να τον πει Αρχιεπίσκοπο παρά Μακαριότατο, όπως ο Τζο Καστιλιόνε. "... όμως κάτω από άλλες συνθήκες, γιατί τούτη τη στιγμή γεννάει κι είναι πολύ δύσκολη η γέννα της".
   Τότε είδε η Ανν πως διόλου δεν είχε καταφέρει να πάψει να αισθάνεται ο επισκέπτης της, παρά είχε μονάχα μάθει να στριμώχνει αυτά που ένιωθε σε μια γωνιά της συνείδησής του λες και τα θεωρούσε κατάντια και ντροπή του. Ήταν τόσο γαλάζια τα μάτια του, σαν μια θάλασσα που θα μπορούσε να σε πνίξει στα βάθη της, και τώρα γράφονταν μέσα τους τόσα πράγματα που την έκαναν ν' αναρωτιέται τι ήταν η Μέγκι γι' αυτόν τον άντρα και τι ήταν εκείνος για τη Μέγκι.
   "Το 'ξερα πως κάτι πήγαινε στραβά! Εδώ και πολύ καιρό ένιωθα πως κάτι πήγαινε στραβά, μα τελευταία μού είχε γίνει έμμονη ιδέα η ανησυχία μου, ώσπου δεν άντεξα κι ήρθα να δω από μόνος μου τι συμβαίνει. Σας παρακαλώ, αφήστε με να πάω κοντά της! Σκεφτείτε πως είμαι κληρικός, αν νομίζετε πως χρειάζεται να βρείτε κάποια δικαιολογία".
   Η Ανν δεν είχε έτσι κι αλλιώς την πρόθεση να του αρνηθεί. "Ελάτε μαζί μου. Από 'δω, Μακαριότατε, από 'δω". Κι όσο σερνόταν αργά αργά με τα μπαστούνια της, συλλογιόταν ολοένα: Είναι καθαρό και βολεμένο το σπίτι; Έχω ξεσκονίσει; Θυμηθήκαμε να πετάξουμε εκείνο το σάπιο αρνίσιο μπούτι ή μήπως το 'χουμε ακόμα στην κουζίνα και βρομάει ο τόπος; Κοίτα ώρα που βρήκε να μας επισκεφτεί ένα τόσο σπουδαίο πρόσωπο! Λούντυ, πότε στο καλό θα πάρεις τα χοντροπόδαρά σου να μαζευτείς! Πάνε ώρες που έστειλα τον μικρό να σε βρει στο τρακτέρ και να σε φωνάξει!
   Ο Αρχιεπίσκοπος Ντε Μπρικασάρ προσπέρασε τον γιατρό Σμιθ και τη νοσοκόμα σαν να μην υπήρχαν και γονάτισε πλάι στο κρεβάτι, παίρνοντας το χέρι της στο δικό του.
   "Μέγκι!"
   Κατάφερε να βγει από το φρικτό όνειρο, που το 'χε αφήσει να την τυλίξει γιατί είχε φτάσει να μη νοιάζεται πια για το τι θα της συνέβαινε κι είδε το αγαπημένο του πρόσωπο σκυμμένο πάνω της, τα πλούσια μαύρα μαλλιά να 'χουν τώρα δυο άσπρες τούφες στους κροτάφους, τα φίνα αριστοκρατικά χαρακτηριστικά λίγο πιο σκαμμένα, πιο υπομονετικά, αν θα 'ταν δυνατό κάτι τέτοιο, και τα γαλάζια μάτια καρφωμένα μ' αγάπη και λαχτάρα στα δικά της. Πώς είχε μπορέσει ποτέ να τον μπερδέψει με τον Λιουκ; Δεν υπήρχε άλλος όμοιός του, ποτέ δε θα υπήρχε γι' αυτήν κι είχε προδώσει τα όσα είχε στην καρδιά της για τούτον τον άντρα. Ο Λιουκ δεν ήταν παρά ένα θαμπό και ατελές αντίτυπό του. Ο Ραλφ, λαμπρός σαν τον ήλιο και το ίδιο απόμακρος. Αχ, τι όμορφο που ήταν να τον βλέπει ξανά!
   "Ραλφ, βοήθησέ με", του είπε.
   Φίλησε με πάθος το χέρι της, μετά το κράτησε πάνω στο μάγουλό του. "Πάντα θα σε βοηθάω, Μέγκι μου, το ξέρεις αυτό".
   "Προσευχήσου για μένα και το μωρό. Αν μπορεί κάποιος να μας σώσει είσαι εσύ. Βρίσκεσαι πολύ πιο κοντά στο Θεό απ' ό,τι εμείς. Κανένας δε μας θέλει, κανένας δε μας θέλησε ποτέ, ούτε κι εσύ".
   "Πού είναι ο Λιουκ;"
   "Δεν ξέρω και δε με νοιάζει". Έκλεισε τα μάτια της και γύρισε το κεφάλι της από την άλλη, μα τα δάχτυλά της έσφιγγαν με δύναμη τα δικά του, δεν έλεγαν να τον αφήσουν να φύγει.
   Τότε ο γιατρός Σμιθ τον άγγιξε στον ώμο. "Μακαριότατε, νομίζω πως πρέπει να βγείτε τώρα".
   "Αν κινδυνέψει η ζωή της θα με φωνάξετε;"
   "Την ίδια στιγμή".
   Ο Λούντυ είχε γυρίσει επιτέλους από τη φυτεία, τρελός απ' την αγωνία του που δεν έβρισκε κανέναν να του πει τι συνέβαινε, ενώ στην κάμαρα δεν τολμούσε να μπει.
   "Ανν, είναι καλά;" ρώτησε τη γυναίκα του, όταν την είδε να βγαίνει με τον Αρχιεπίσκοπο.
   "Για την ώρα, ναι. Ο γιατρός φοβάται ακόμα, όμως νομίζω πως υπάρχουν ελπίδες. Λούντυ, έχουμε έναν επισκέπτη. Να σου γνωρίσω τον Αρχιεπίσκοπο Ραλφ ντε Μπρικασάρ, έναν παλιό φίλο της Μέγκι".
   Πιο έμπειρος από τη γυναίκα του, ο Λούντυ λύγισε το ένα του γόνατο και φίλησε το δαχτυλίδι στο χέρι που του άπλωσε ο κληρικός. "Καθίστε, Μακαριότατε, να τα πείτε με την Ανν. Εγώ θα πάω να φτιάξω λίγο τσάι να πιούμε".
   "Εσείς είστε ο Ραλφ, λοιπόν", είπε η Ανν, στηρίζοντας τα μπαστούνια της σ' ένα τραπεζάκι από μπαμπού δίπλα της, ενώ ο Αρχιεπίσκοπος κάθισε αντίκρυ της με τις πτυχές του ράσου του να πέφτουν ολόγυρα, τις γυαλιστερές μαύρες μπότες του να φαίνονται από κάτω, γιατί είχε βάλει το ένα πόδι πάνω στο άλλο. Ήταν μια στάση κάπως θηλυπρεπής για έναν άντρα, όμως αυτό δε μετρούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση γιατί ήταν κληρικός κι άλλωστε είχε πάνω του κάτι το έντονα αρρενωπό, είτε καθόταν σταυροπόδι είτε όχι. Πιθανότατα δε θα 'ταν τόσο μεγάλος όσο της είχε φανεί με την πρώτη ματιά -γύρω στα σαράντα του ίσως. Τι κρίμα να χαραμίζεται έτσι ένας άντρας τόσο υπέροχος!  
   "Ναι, εγώ είμαι ο Ραλφ".
   "Από τη στιγμή που άρχισαν οι πόνοι του τοκετού της, η Μέγκι ζητούσε συνέχεια κάποιον Ραλφ. Και πρέπει να παραδεχτώ πως είχα απορήσει. Δε θυμόμουν να την είχα ακούσει ποτέ πριν ν' αναφέρει τ' όνομα Ραλφ".
   "Είμαι σίγουρος πως δεν το είχε κάνει". 
   "Από πού γνωρίζετε τη Μέγκι, Μακαριότατε; Πόσο καιρό;" 
   Ο ιερωμένος χαμογέλασε στυφά κι ένωσε τα λεπτά, πολύ όμορφα χέρια του έτσι που έφτιαχναν το σχήμα μιας μυτερής στέγης εκκλησιάς. "Τη Μέγκι την ξέρω από τότε που ήταν δέκα χρονών κοριτσάκι, σχεδόν απ' τη στιγμή που ήρθε από τη Νέα Ζηλανδία. Θα μπορούσατε να πείτε πως γνώρισα τη Μέγκι μέσα από πλημμύρες και φωτιές και συναισθηματική στέρηση, μέσα από το θάνατο και τη ζωή. Μέσα απ' όλα όσα πρέπει να υπομείνουμε εμείς οι άνθρωποι. Η Μέγκι είναι ο καθρέφτης, όπου είμαι αναγκασμένος να βλέπω ξανά και ξανά τη θνητή υπόστασή μου".
   "Την αγαπάτε!" έκανε η Ανν σαστισμένη.
   "Πάντα".
   "Είναι και για τους δυο σας μια τραγωδία".
   "Ήλπιζα πως θα 'ταν για μένα μόνο. Μιλήστε μου γι' αυτήν, πέστε μου τι της συνέβη από τότε που παντρεύτηκε. Πάνε πολλά χρόνια από την τελευταία φορά που την είχα δει, αλλά φοβάμαι πως δεν είναι ευτυχισμένη".
   "Θα σας τα πω όλα, μα μονάχα αν μου μιλήσετε πρώτα εσείς για τη Μέγκι. Α, δεν εννοώ τα προσωπικά σας, αλλά για τη ζωή που έκανε προτού έρθει στο Ντάνγκλο. Δεν ξέρουμε απολύτως τίποτε γι' αυτήν, ο Λούντυ κι εγώ, έξω από το ότι ζούσε κάπου κοντά στο Τζίλανμποουν. Και θα θέλαμε να μάθουμε περισσότερα, γιατί την αγαπάμε πολύ, αλλά η Μέγκι δε λέει ν' ανοίξει το στόμα της -νομίζω πως την εμποδίζει η περηφάνια της".
   Ο Λούντυ γύρισε κουβαλώντας ένα δίσκο με τσάι και βουτήματα και κάθισε ν' ακούσει κι εκείνος όσο τους έδινε ο Αρχιεπίσκοπος μια ιδέα για το πώς ζούσε η Μέγκι πριν παντρευτεί τον Λιουκ.
   "Ένα εκατομμύριο χρόνια να ζούσα, ποτέ δε θα το μάντευα πως είχαν έτσι τα πράγματα! Όσο σκέφτομαι πως ο Λιουκ Ο' Νηλ είχε το θράσος να την πάρει απ' όλα αυτά και να τη βάλει να δουλεύει σαν υπηρεσία! Και να μας ζητήσει κι από πάνω να καταθέτουμε τους μισθούς της στο δικό του βιβλιάριο! Το ξέρετε πως δεν είχε ποτέ μήτε μια πεντάρα στην τσέπη της η καημενούλα όσο καιρό ζει μαζί μας; Έβαλα τον Λούντυ και της έδωσε σε μετρητά ένα δώρο για τα Χριστούγεννα, όμως ήταν τόσες οι ανάγκες της μέχρι τότε, που τα ξόδεψε όλα μέσα σε μια μέρα και δε δεχόταν με τίποτε να της δώσουμε κι άλλα".
   "Δε χρειάζεται να τη λυπάστε τη Μέγκι", έκανε τραχιά ο Αρχιεπίσκοπος Ραλφ. "Δε νομίζω να λυπάται ούτε η ίδια τον εαυτό της, οπωσδήποτε όχι σε σχέση με τα λεφτά που μπορεί να της έλειψαν. Έτσι κι αλλιώς δεν της έφερναν και πολλή ευτυχία τα χρήματα στη ζωή της, άλλωστε, ξέρει πού ν' απευθυνθεί στην περίπτωση που αντιμετωπίσει κάποια δυσκολία. Εγώ θα 'λεγα πως την πλήγωσε η αδιαφορία του Λιουκ πολύ περισσότερο από το γεγονός πως δεν είχε δικά της χρήματα τόσο καιρό. Η καημένη μου η Μέγκι!"
   Η Ανν κι ο Λούντυ του περιέγραψαν με δυο λόγια τη ζωή της Μέγκι, ενώ ο Αρχιεπίσκοπος Ντε Μπρικασάρ καθόταν, με τα χέρια του ενωμένα στο ίδιο τριγωνικό σχήμα πάντα, τη ματιά του καρφωμένη σ' έναν όμορφο φοίνικα έξω από το σπίτι. Μήτε μια φορά δε συσπάστηκε  κάποιος μυς στο πρόσωπό του, ούτε άλλαξαν έκφραση αυτά τα όμορφα απόμακρα μάτια. Είχε μάθει πολλά από τότε που είχε πάει να υπηρετήσει τον Βιτόριο Σκαρπάντσα, τον Καρδινάλιο Ντι Κοντίνι-Βερτσέζε.
   Όταν τέλειωσε η αφήγηση, ο Αρχιεπίσκοπος αναστέναξε κι έστρεψε το βλέμμα του στα γεμάτα αγωνία πρόσωπά τους. "Εντάξει, λοιπόν, φαίνεται πως θα πρέπει να τη βοηθήσουμε εμείς, αφού ο Λιουκ δεν έχει σκοπό να της σταθεί. Αν πράγματι δεν τη θέλει ο άντρας της, είναι καλύτερα για κείνη να πάει πίσω στην Ντρογκίντα. Το ξέρω πως δε θέλετε να τη χάσετε, όμως πρέπει να προσπαθήσετε να την πείσετε να γυρίσει σπίτι της για το δικό της το καλό. Θα σας στείλω μια επιταγή από το Σίδνεϊ, να της τη δώσετε για να μη χρειαστεί να ζητήσει λεφτά από τον αδερφό της για το ταξίδι. Κι όταν φτάσει στους δικούς της, ας τους πει ό,τι θ' αποφασίσει η ίδια". Έριξε μια ματιά κατά την κάμαρα και ανακάθισε  γεμάτος εκνευρισμό πάνω στην πολυθρόνα του. "Θεέ μου, κάνε να γεννηθεί πια αυτό το παιδί!"
   Αλλά το παιδί δε γεννήθηκε παρά μονάχα είκοσι τέσσερις ώρες αργότερα, όταν κόντευε να πεθάνει η Μέγκι από τον πόνο και την εξάντληση. Ο γιατρός Σμιθ της είχε δώσει γερές δόσεις λάβδανου, γιατί σαν γνήσιος εκπρόσωπος της παλιάς σχολής το έβρισκε πάντα το πιο καλό βοήθημα κι έτσι η Μέγκι ένιωθε να στροβιλίζεται σε μια εφιαλτική δίνη, όπου συγκρούονταν και αλληλοσπαράζονταν ο κόσμος που είχε μέσα της κι ο κόσμος ο εξωτερικός. Μερικές φορές έβλεπε μπροστά της το πρόσωπο του Ραλφ, μετά της έφευγε ξανά αφήνοντάς τη να πνίγεται σε μανιασμένα κύματα πόνου. Μα παρέμεναν η ανάμνησή του κι η εικόνα του κι ήξερε μέσα της πως, όσο βρισκόταν εκείνος κοντά της, δε θα πέθαινε ούτε το μωρό της ούτε κι εκείνη.
   Κάνοντας ένα μικρό διάλειμμα, ο γιατρός Σμιθ άφησε τη μαμή μονάχη με την επίτοκο και πήγε να βάλει κάτι στο στόμα του, να στυλωθεί μ' ένα γεμάτο ποτήρι ρούμι και να κάνει τ' απαραίτητα τηλεφωνήματα για να σιγουρευτεί πως κανένας από τους υπόλοιπους αρρώστους του δεν είχε σταθεί τόσο εγωιστής που να σκεφτεί να πεθάνει σ' αυτό το διάστημα. Μετά κάθισε ν' ακούσει τα όσα έκριναν φρόνιμο να του πουν η Ανν κι ο Λούντυ.
   "Έχεις δίκιο, Ανν", είπε. "Πιθανότατα, ένας από τους λόγους της σημερινής της ταλαιπωρίας είναι που έχει κάνει πολλή ιππασία. Για τις γυναίκες που καβαλάνε συχνά άλογα είναι πολύ κακό που καταργήθηκε η παλιά γυναικεία στάση, με τα πόδια πλάγια. Έτσι που κάθονται τώρα καβάλα αναπτύσσουν μυς που δεν πρέπει".
   "Εγώ νόμιζα πως αυτή η θεωρία είναι παραμύθι των γιαγιάδων μας, που δεν έχει καμιά επιστημονική βάση", είπε ο Αρχιεπίσκοπος μαλακά.    
   Ο γιατρός Σμιθ τον κοίταξε έτοιμος για καβγά. Δεν του άρεσαν καθόλου οι καθολικοί παπάδες, που τους θεωρούσε μια φανατισμένη και θρησκόληπτη φάρα ανοήτων.
   "Ο καθένας είναι ελεύθερος να νομίζει ό,τι θέλει", είπε. "Όμως για πέστε μου, Μακαριότατε, αν φτάσουμε στο σημείο ν' αναγκαστούμε να δώσουμε προτεραιότητα στη Μέγκι ή στο παιδί, τι θα σας συμβούλευε η συνείδησή σας;"     
   "Η Εκκλησία είναι ξεκάθαρη σ' αυτό το σημείο, γιατρέ. Ποτέ δε θα πρέπει να προτιμάμε μια ζωή από την άλλη. Δεν μπορούμε να καταδικάσουμε το παιδί σε θάνατο για να σώσουμε τη μητέρα, ούτε ν' αφήσουμε τη μάνα να πεθάνει για να σωθεί το παιδί". Αντιγύρισε στο γιατρό Σμιθ ένα όμοια μοχθηρό χαμόγελο σαν το δικό του. "Μα έτσι και φτάσουν εκεί τα πράγματα, γιατρέ, δε θα διστάσω στιγμή να σας πω να σώσετε τη Μέγκι κι ας πάει στην ευχή το μωρό". 
   Ο γιατρός Σμιθ έμεινε με το στόμα ανοιχτό, μετά έβαλε τα γέλια και τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη. "Μπράβο, σας παραδέχομαι! Και μην ανησυχείτε, δεν πρόκειται να κοινοποιήσω τα λόγια σας. Πάντως, αφού συνεχίζει να ζει το μωρό, δε βλέπω σε τι θα μας βοηθούσε να το σκοτώσουμε".
   Κι η Ανν συλλογιόταν εκείνη τη στιγμή: Αναρωτιέμαι, τι θ' αποκρινόσαστε έτσι κι ήταν δικό σας το παιδί, Αρχιεπίσκοπε;  
   Κάπου τρεις ώρες αργότερα, όταν κατηφόριζε λυπημένα ο απογευματινός ήλιος στον ουρανό πίσω απ' το θολό περίγραμμα του Μπαρτλ Φρερ, ο γιατρός Σμιθ βγήκε από την κάμαρα.
   "Λοιπόν, τελειώσαμε", έκανε ικανοποιημένος. "Έχει πολύ δρόμο ακόμα μπροστά της η Μέγκι, αλλά θα τα βγάλει πέρα, αν το θέλει κι ο Θεός. Και το παιδί είναι ένα κοκαλιάρικο, κατσούφικο κοριτσάκι, ζυγίζει δυόμισι κιλά, έχει ένα τεράστιο κοκκινομάλλικο κεφάλι και τέτοια νεύρα που όμοιά τους δεν έχω ξαναδεί ποτέ μου σε νεογέννητο μωρό. Με τίποτε δεν ξεπαστρεύεται αυτό το νιάνιαρο και το ξέρω πολύ καλά, γιατί παρά τρίχα θα το σκότωνα εγώ πριν λίγο έτσι που έκανε".
   Πανευτυχής, ο Λούντυ άνοιξε τη σαμπάνια που είχε φυλαγμένη για την περίσταση και σηκώθηκαν κι οι πέντε τους όρθιοι με τα ποτήρια τους ξέχειλα: ο κληρικός, ο γιατρός, η μαμή, ο κτηματίας κι η ανάπηρη ήπιαν στην υγεία και την ευτυχία της μητέρας και του βρέφους της, που τους έπαιρνε τ' αυτιά με τις τσιρίδες του. Ήταν πρώτη Ιουνίου, η πρώτη μέρα του αυστραλέζικου χειμώνα.                                  

McCullough Colleen, Τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας, (Μετφ. Βικτώρια Τράπαλη), εκδ. BELL, ειδική έκδοση για το ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ, Αθήνα 2006

Δεν υπάρχουν σχόλια: