Ποίηση

Ποίηση

Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

[ ΈΛΛΕΙΨΗ ΣΥΝΕΝΝΟΗΣΗΣ ] - Ε' ΜΕΡΟΣ

   Είχε έρθει μια νοσοκόμα που θα έμενε μέχρι να διαφύγει η Μέγκι εντελώς τον κίνδυνο. Ο γιατρός κι η μαμή έφυγαν, ενώ η Ανν, ο Λούντυ κι ο Αρχιεπίσκοπος πήγαν να δουν τη Μέγκι.
   Έμοιαζε τόσο μικρούλα και εξαντλημένη στο διπλό κρεβάτι που ο Αρχιεπίσκοπος Ραλφ αναγκάστηκε ν' αποθηκεύσει έναν ακόμα ξεχωριστό πόνο στα βάθη του νου του, που θα τον ξεχώνιαζε αργότερα, να τον μελετήσει και να τον αντέξει. Μέγκι, κουρελιασμένη και νικημένη μου Μέγκι... θα σ' αγαπώ πάντα, όμως δεν μπορώ να σου δώσω αυτό που σου έδωσε ο Λιουκ Ο' Νηλ, έστω και με τόση απροθυμία.
   Το ανθρώπινο πλασματάκι που ήταν υπεύθυνο για όλ' αυτά βρισκόταν σ' ένα καλάθι στη γωνιά της κάμαρας και διόλου δε φαινόταν να εκτιμάει την προσοχή που του έδειχναν όσο στέκονταν ολόγυρα κοιτώντας το. Ούρλιαζε γεμάτο θυμό και νεύρα και συνέχιζε να ουρλιάζει δίχως σταματημό. Τέλος, η νοσοκόμα το πήρε μαζί με την κούνια του κι όλα του τα συμπράγκαλα και το πήγε στο δωματιάκι που του είχαν ετοιμάσει για δικό του. 
   "Πάντως τα πνευμόνια της είναι σίγουρα μια χαρά", είπε χαμογελώντας ο Αρχιεπίσκοπος Ραλφ, ενώ καθόταν στην άκρη του κρεβατιού κι έπαιρνε το λευκό χέρι της Μέγκι στα δικά του.
   "Μου φαίνεται πως δεν της αρέσει και πολύ ο κόσμος μας", αποκρίθηκε η Μέγκι αντιγυρίζοντάς του το χαμόγελο. Πόσο μεγαλύτερος φαινόταν! Λυγερός και καλοφτιαγμένος όπως πάντα, μα απίστευτα μεγαλύτερος συνάμα. Στράφηκε στην Ανν και στον Λούντυ και τους άπλωσε το άλλο της χέρι. "Αγαπημένοι μου, καλοί μου φίλοι! Τι θα γινόμουν χωρίς εσάς; Είχαμε κανένα νέο από τον Λιουκ;"
   "Έστειλε ένα τηλεγράφημα και λέει πως έχει πολλή δουλειά και δεν μπορεί να 'ρθει, μα σου εύχεται καλή τύχη".
   "Μεγάλη του καλοσύνη!" είπε η Μέγκι. 

   Η Ανν έσκυψε και τη φίλησε στο μάγουλο. "Θα σας αφήσουμε να τα πείτε με τον Αρχιεπίσκοπο, χρυσό μου. Θα 'χετε να κουβεντιάσετε ένα σωρό πράγματα τόσο καιρό που έχετε να ιδωθείτε". Γέρνοντας στο μπράτσο του Λούντυ έκανε νόημα στη νοσοκόμα, που κοίταζε χάσκοντας τον κληρικό λες και δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια της. "Εμπρός, Νέτυ, έλα να πιεις ένα τσάι μαζί μας. Αν σε χρειαστεί η Μέγκι, θα σε φωνάξει ο Μακαριότατος". 
   "Πώς θα την πεις την γκρινιάρα την κόρη σου;" τη ρώτησε σαν έμειναν μονάχοι στην κάμαρα. 
   "Τζαστίν".
   "Είναι πολύ όμορφο όνομα, αλλά πώς το διάλεξες;"
   "Το διάβασα κάπου και μ' άρεσε".
   "Μέγκι, δεν τη θες;"
   Το πρόσωπό της έμοιαζε να 'ναι όλο μάτια· μάτια μεγάλα βουρκωμένα, γεμάτα φως, που δεν έδειχναν μίσος μα μήτε κι αγάπη. "Φαντάζομαι πως τη θέλω. Ναι, τη θέλω. Αρκετά κόπιασα για να την αποκτήσω, σ' ένα σωρό πλεκτάνες κατέφυγα. Όμως όσο την είχα στην κοιλιά μου, δεν μπορούσα να νιώσω τίποτε εκτός από το ότι εκείνη δε με ήθελε. Δε νομίζω να γίνει ποτέ δικιά μου η Τζαστίν ή του Λιουκ ή οποιουδήποτε. Έχω την εντύπωση πως θ' ανήκει για πάντα στον εαυτό της".
   "Πρέπει να πηγαίνω, Μέγκι", της είπε μαλακά.
   Τα μάτια έγιναν τώρα πιο σκληρά, πιο φωτεινά, τα χείλια συστράφηκαν σ' ένα δυσάρεστο μορφασμό. "Αυτό το περίμενα! Δεν είναι αστείο που όλοι οι άντρες στη ζωή μου δε βλέπουν την ώρα να εξαφανιστούν από κοντά μου;"
   "Μη γίνεσαι πικρή, Μέγκι. Δεν αντέχω να σ' ακούω να μιλάς έτσι. Ό,τι και να σου συνέβαινε στο παρελθόν, εσύ κρατούσες πάντα τη γλύκα σου κι αυτό είναι που αγαπούσα περισσότερο σε σένα. Μην αλλάζεις, μη σκληρύνεις, σε παρακαλώ. Το καταλαβαίνω πως θα είναι φρικτό να σκέφτεσαι ότι ο Λιουκ δε νοιάστηκε αρκετά για να 'ρθει, αλλά μην αλλάζεις. Δε θα 'σουνα πια η Μέγκι μου".
   Όμως εκείνη συνέχιζε να τον κοιτάει σχεδόν σαν να τον μισούσε. "Αχ, άσε με τώρα, Ραλφ! Δεν είμαι η Μέγκι σου, ποτέ δεν ήμουνα! Δε με ήθελες, μ' έστειλες να βρω τον Λιουκ. Τι θαρρείς πως είμαι; Καμιά αγία ή καμιά καλόγρια; Ε, λοιπόν, δεν είμαι τίποτε από τα δυο! Είμαι ένα συνηθισμένο ανθρώπινο πλάσμα κι εσύ μου 'χεις καταστρέψει τη ζωή μου! Πόσα χρόνια σ' αγαπώ, πόσα χρόνια πέρασα περιμένοντας εσένα μονάχα, θέλοντας εσένα και κανέναν άλλον... Προσπάθησα σκληρά να σε ξεχάσω και μετά παντρεύτηκα έναν άντρα, που νόμιζα ότι σου 'μοιαζε λιγάκι, και δε με θέλει, δε με χρειάζεται ούτε κι εκείνος. Είναι τόσο πολύ να ζητάς από έναν άντρα να σε θέλει και να σε χρειάζεται;"
   Άρχισε να κλαίει μ' αναφιλητά. Σε λίγο κατάφερε να επιβληθεί στον εαυτό της και σταμάτησε. Στο πρόσωπό της υπήρχαν λεπτές ρυτίδες καμωμένες από βάσανα και πόνο κι ο Αρχιεπίσκοπος Ραλφ ήξερε πως δεν ήταν ρυτίδες που θα 'φευγαν, όταν θα ξεκουραζόταν και θα δυνάμωνε πάλι.
   "Δεν είναι κακός άντρας ο Λιουκ, δεν είναι καν αντιπαθητικός", συνέχισε η Μέγκι. "Είναι απλά άντρας. Ίδιοι είστε όλοι σας· σαν μεγάλες μαλλιαρές σκνίπες κυνηγάτε κάποια ανόητη φλόγα που βρίσκεται πίσω από ένα τζάμι τόσο καθαρό, που τα μάτια σας δεν το διακρίνουν κι όπως χτυπάτε πάνω στο τζάμι γινόσαστε κομμάτια. Και αν πάλι καταφέρετε να τρυπώσετε μέσα για να πετάξετε στη φλόγα σας, αυτή σας καίει και σας λιώνει. Ενώ έξω, στη δροσερή νύχτα, υπάρχει τροφή κι αγάπη και τα παιδιά που μπορείτε να κάνετε. Τα βλέπετε όμως όλ' αυτά, τα θέλετε; Όχι! Το μόνο που σας νοιάζει είναι να τρέχετε ολοένα κατά τη φλόγα σας, μέχρι που να πυρποληθείτε και να πεθάνετε!"
   Δεν ήξερε τι να της πει, γιατί αυτή την πλευρά της δεν την είχε δει άλλη φορά. Άραγε την είχε πάντα μέσα της ή ήταν προϊόν της αβάσταχτης δυστυχίας και της ερημιάς της; Η Μέγκι να λέει τέτοια πράγματα; Ούτε που την άκουγε καλά καλά, τόσο πολύ τον αναστάτωναν αυτά που του έλεγε κι έτσι δεν κατάλαβε πως έβγαιναν από τη μοναξιά και την ενοχή της.
   "Θυμάσαι το τριαντάφυλλο που μου 'δωσες το βράδυ που έφυγα από την Ντρογκίντα;" τη ρώτησε τρυφερά.
   "Ναι, θυμάμαι". Είχε σβήσει η ζωή από τη φωνή της, όπως και το φως από τα μάτια της. Τον κοίταζαν τώρα σαν μια ψυχή δίχως ελπίδα, ανέκφραστα και παγωμένα όσο και της μάνας της. 
   "Το έχω ακόμα, στη Σύνοψή μου. Και κάθε που βλέπω ένα τριαντάφυλλο σ' αυτό το χρώμα, σε σκέφτομαι. Σ' αγαπώ, Μέγκι. Είσαι το τριαντάφυλλό μου, η πιο όμορφη ανθρώπινη εικόνα και σκέψη στη ζωή μου!"
   Έπεσαν ξανά προς τα κάτω οι άκρες των χειλιών της, στα μάτια της έλαμψε πάλι εκείνο το παράφορο φως που το χρωμάτιζε μια υπόνοια μίσους. "Μια εικόνα, μια σκέψη! Μια ανθρώπινη εικόνα και σκέψη! Ναι, σωστά, αυτό είμαι για σένα όλο κι όλο! Κι εσύ, Ραλφ ντε Μπρικασάρ, δεν είσαι παρά ένας ρομαντικός κι ονειροπαρμένος ανόητος! Δεν έχεις ιδέα τι θα πει ζωή! Δεν είναι ν' απορεί κανένας που διάλεξες να γίνεις παπάς! Αν ήσουν κοινός άνθρωπος δε θα τα κατάφερνες με την καθημερινότητα πιο καλά απ' όσο τα καταφέρνει ο Λιουκ! Λες πως μ' αγαπάς, όμως δεν έχεις ιδέα τι θα πει αγάπη. Κάθεσαι μονάχα και ξεστομίζεις λόγια που τα 'χεις αποστηθίσει γιατί βρίσκεις πως ακούγονται όμορφα! Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι πώς και δεν έχετε καταφέρει εσείς οι άντρες ν' απαλλαγείτε ολωσδιόλου από τις γυναίκες, πράγμα που πολύ θα θέλατε να κάνετε, δεν έχω δίκιο; Θα 'πρεπε να βρείτε έναν τρόπο να παντρεύεστε αναμεταξύ σας. Θα 'σασταν απόλυτα ευτυχισμένοι τότε!"
   "Μέγκι, μη! Μη, σε παρακαλώ!"
   "Ω, φύγε από δω χάμω! Ούτε να σε βλέπω δε θέλω! Κι έχεις ξεχάσει ένα πράγμα, Ραλφ, σε σχέση με τα πολύτιμα τριαντάφυλλά σου -διαθέτουν επικίνδυνα, σουβλερά αγκάθια!"
   Ο Αρχιεπίσκοπος Ντε Μπρικασάρ βγήκε από την κάμαρα δίχως να γυρίσει να κοιτάξει πίσω του.  

   Ο Λιουκ δεν μπήκε ποτέ στον κόπο ν' απαντήσει στο τηλεγράφημα που τον πληροφορούσε πως ήταν ο ευτυχής πατέρας ενός κοριτσιού που ζύγιζε δυόμισι κιλά, όταν ήρθε στον κόσμο, με το όνομα Τζαστίν. Το μωρό όσο πήγαινε και δυνάμωνε κι η Μέγκι άρχισε να συνέρχεται. Ίσως θα ήταν καλύτερη η σχέση της με την γκρινιάρα, την κακότροπη μικρή της κόρη αν είχε καταφέρει να τη βυζάξει, όμως τα πλούσια στήθη, που τόσο άρεσαν στον Λιουκ, δεν είχαν ίχνος γάλα. Πράγμα που της φαινόταν ειρωνεία και δίκαιη τιμωρία συνάμα. Καταγινόταν να ταΐζει με το μπιμπερό και ν' αλλάζει το μικρό πλασματάκι καταπώς της όριζε το καθήκον, προσμένοντας την απαρχή κάποιου υπέροχου, δυνατού συναισθήματος. Μα το συναίσθημα δεν ερχόταν ποτέ. Δεν ένιωθε καμιά επιθυμία να πνίξει το μικρούλικο πρόσωπο στα φιλιά ή να δαγκώσει τα τοσοδούλικα δαχτυλάκια ή να κάνει οποιοδήποτε από τα χιλιάδες ανόητα πράγματα, που θέλουν να κάνουν οι μανάδες στα παιδιά τους. Δεν το ένιωθε για παιδί της κι ούτε κι εκείνο φαινόταν να τη θέλει ή να τη χρειάζεται διόλου. Εκείνο, εκείνο! Εκείνη, εκείνη! Δεν μπορούσε καν να θυμάται το φύλο του, να το λέει εκείνη!
   Ο Λούντυ κι η Ανν δεν το φαντάζονταν μήτε στ' όνειρό τους πως ήταν δυνατό να μη λατρεύει η Μέγκι την Τζαστίν, πως ένιωθε για την κόρη της λιγότερα πράγματα απ' όσα είχε νιώσει άλλοτε για τα μικρότερα παιδιά της μάνας της. Όποτε έβαζε τα κλάματα η Τζαστίν, η Μέγκι ήταν στη στιγμή στο πλάι της, έτοιμη να την πάρει στην αγκαλιά της, να της σιγομουρμουρίσει, να την κουνήσει και σίγουρα δεν υπήρχε δεύτερο μωρό που να το φρόντιζαν τόσο ή που να το άλλαζαν έτσι συχνά. Το παράξενο ήταν πως η Τζαστίν φαινόταν να μη θέλει να τη σηκώνουν αγκαλιά ή να την κουνάνε. Ησύχαζε πολύ πιο γρήγορα σαν την άφηναν μονάχη της.
   Όσο περνούσε ο καιρός έφτιαχνε σε εμφάνιση. Το μωρουδίστικο δέρμα της έπαψε να 'ναι κόκκινο, πήρε μια όψη διάφανη και διακρίνονταν από κάτω οι γαλάζιες φλέβες της, πράγμα που συνοδεύει συχνά τα κόκκινα μαλλιά. Τα μικρά χέρια και τα πόδια της γέμισαν και γίνηκαν χαριτωμένα, αφράτα και στρουμπουλά. Τα μαλλιά της άρχισαν να κατσαρώνουν και να πυκνώνουν κι ήταν ολοφάνερο πως έπαιρναν εκείνη την έντονη απόχρωση που είχαν και του παππού της του Πάντυ. Όλοι περίμεναν με αγωνία να δουν τι χρώμα θα γίνονταν τα μάτια της. Ο Λούντυ έβαζε στοίχημα πως θα 'ταν γαλάζια σαν του πατέρα της, η Ανν τα προέβλεπε γκρίζα σαν της μάνας της, η Μέγκι δεν είχε γνώμη. Όμως τα μάτια της Τζαστίν αποδείχτηκαν ολωσδιόλου δικά της και σ' έκαναν να παραλύεις όταν καρφώνονταν πάνω σου. Στις έξι βδομάδες άρχισαν ν' αλλάζουν και μέχρι να φτάσει η ένατη είχαν πια πάρει το τελικό χρώμα και σχήμα τους. Κανένας δεν είχε δει στη ζωή του τίποτε παρόμοιο. Γύρω από την εξωτερική περίμετρο της ίριδας είχαν ένα πολύ σκούρο γκρίζο δακτύλιο, αλλά η ίδια η ίριδα ήταν τόσο ανοιχτόχρωμη που δεν μπορούσες να την πεις ούτε γκρίζα ούτε γαλάζια. Ο πλησιέστερος χαρακτηρισμός ήταν να έλεγες πως είχε ένα σκούρο τόνο του άσπρου. Κι ήταν μάτια που καθηλώνονταν σ' ένα σημείο κι έμεναν εκεί, μάτια που δεν φαίνονταν φυσιολογικά παρά ανθρώπου τυφλού. Όμως μέσα στο χρόνο αποδείχτηκε πως η Τζαστίν έβλεπε μ' αυτά και πολύ καλά μάλιστα.
   Μολονότι δεν το είπε σε κανέναν, ο γιατρός Σμιθ ανησυχούσε στην αρχή για το μέγεθος του κεφαλιού της και την παρακολουθούσε συνέχεια τους πρώτους έξι μήνες· ιδιαίτερα αφού είδε αυτά τα παράξενα μάτια, αναρωτιόταν μήπως κι είχε νερό στο κεφάλι της, όπως το 'λεγε ακόμα, μόλο που στα βιβλία των ημερών του το ανέφεραν σαν υδροκεφαλία. Πάντως στο τέλος φάνηκε πως η Τζαστίν δεν υπέφερε από κανένα είδος εγκεφαλικής ανωμαλίας. Απλά, είχε ένα πολύ μεγάλο κεφάλι, μα όσο αναπτυσσόταν μειωνόταν όλο και πιο πολύ η διαφορά ανάμεσα σ' αυτό και στα υπόλοιπα μέλη του κορμιού της.
   Ο Λιουκ παρέμενε μακριά. Η Μέγκι του είχε γράψει ξανά και ξανά, αλλά εκείνος ούτε της απαντούσε ούτε ερχόταν να δει το παιδί του. Από τη μια μεριά τη βόλευε η στάση του. Δε θα ήξερε τι να του πει έτσι και τον έβλεπε κι ήταν σίγουρη πως δε θα έχανε τα μυαλά του με το παράξενο πλασματάκι που ήταν η κόρη του. Αν το παιδί ήταν κανένας γεροδεμένος, στρουμπουλός γιος, μπορεί να είχε συγκινηθεί ο άντρας της, μα η Μέγκι χαιρόταν μ' όλη της την καρδιά που είχε κάνει κόρη. Η Τζαστίν αποτελούσε τη ζωντανή απόδειξη πως δεν ήταν τέλειος σ' όλα ο πολύς Λιουκ Ο' Νηλ, γιατί αλλιώς δε θα 'σπερνε παρά μονάχα γιους.       
   Η μικρή τα 'βγαζε πέρα καλύτερα από τη Μέγκι και συνήλθε πολύ πιο γρήγορα από τη δοκιμασία του τοκετού. Μέχρι να γίνει τεσσάρων μηνών είχε πάψει να κλαίει τόσο πολύ και περνούσε μόνη της ώρες ολόκληρες παίζοντας με τις σειρές τις πολύχρωμες χάντρες που της είχαν κρεμάσει στην κούνια της. Μόνο που δε χαμογελούσε ποτέ σε κανέναν, όσες γκριμάτσες κι αν της έκαναν.
   Η Εποχή των Βροχών έπιασε νωρίς εκείνη τη χρονιά κι οι βροχές που έπεσαν ήταν χωρίς προηγούμενο. Η υγρασία έφτασε στο εκατό τοις εκατό και δεν έλεγε να κατέβει. Κι η βροχή έπεφτε για ώρες κάθε μέρα, μαστίγωνε τον τόπο ολόγυρα στο Χίμελχοχ, λάσπωνε το κόκκινο χώμα, μούλιαζε τα ζαχαροκάλαμα, γέμιζε τον πλατύ, βαθύ ποταμό Ντάνγκλο δίχως όμως να τον κάνει να ξεχειλίσει από τις όχθες του, γιατί ήταν τόσο σύντομη η διαδρομή του, που το νερό πρόφταινε να χυθεί αρκετά γρήγορα στη θάλασσα. Ενώ η Τζαστίν καθόταν στην κούνια της και περιεργαζόταν τον κόσμο μέσα από τα περίεργα εκείνα μάτια, η Μέγκι κοίταζε μελαγχολικά το βουνό Μπαρτλ Φρερ που εξαφανιζόταν πίσω από ένα σχεδόν συμπαγές τείχος βροχής, για να εμφανιστεί ξανά σαν αραίωναν οι στάλες.
   Κάποτε έβγαινε ο ήλιος κι από τη γη υψώνονταν τρεμουλιαστά σύννεφα ατμού, τα βρεγμένα ζαχαροκάλαμα άστραφταν και λαμποκοπούσαν στο φως κι ο ποταμός έμοιαζε με μεγάλο χρυσό φίδι. Και τότε εμφανιζόταν στο θόλο τ' ουρανού το ουράνιο τόξο τόσο πλούσιο σε χρώματα, με φόντο του τα μουντά σκούρα σύννεφα, που θα 'κανε οποιοδήποτε άλλο τοπίο, εκτός από τα μέρη του Βόρειου Κουήνσλαντ, να φαίνεται ωχρό και άτονο μπροστά του. Μα επειδή ήταν στο Βόρειο Κουήνσλαντ, η αιθέρια λάμψη του ουράνιου τόξου δεν ξεπερνούσε και δε μείωνε τίποτε απ' όσα έβλεπες τριγύρω κι η Μέγκι σκέφτηκε πως τώρα ήξερε γιατί ήταν τόσο καφετιά και γκρίζα η γη του Τζίλανμποουν. Το Βόρειο Κουήνσλαντ είχε σφετεριστεί και το δικό του μερτικό από την παλέτα με τα χρώματα του Δημιουργού. 
   Μια μέρα στις αρχές του Δεκέμβρη η Ανν βγήκε στη βεράντα και κάθισε πλάι της κοιτώντας την καλά καλά. Αχ, πόσο αδυνατούλα ήταν, πόσο δίχως ζωή! Ακόμα και τα όμορφα χρυσαφιά μαλλιά έμοιαζαν να 'χουν χάσει τη λάμψη τους.
   "Μέγκι, δεν ξέρω αν ήταν σωστό αυτό που έκανα, όμως το έχω κάνει τώρα πια και θέλω να μ' ακούσεις τουλάχιστον πριν πεις όχι". 
   Η Μέγκι στράφηκε προς το μέρος της χαμογελαστή. "Πολύ σοβαρά μου τα λες, Ανν! Τι είναι αυτό που θα πρέπει ν' ακούσω;"
   "Ο Λούντυ κι εγώ ανησυχούμε για σένα. Δεν έχεις συνέλθει ακόμα τελείως από τη γέννα της Τζαστίν και τώρα που έπιασαν οι βροχές μάς φαίνεσαι ακόμα χειρότερα. Δεν τρως και χάνεις συνέχεια βάρος. Πάντα το 'βλεπα πως δε σου πήγαινε το κλίμα, αλλά τουλάχιστον τα 'βγαζες πέρα όσο δε γινόταν κάτι που να σε καταβάλει. Τώρα νομίζουμε πως είσαι άρρωστη κι ότι θ' αρρωστήσεις ακόμα πιο σοβαρά, αν δεν κάνουμε κάτι για την κατάστασή σου". 
   Σταμάτησε και πήρε μια ανάσα.
   "Έτσι, πριν κάνα δυο βδομάδες, έγραψα σ' ένα φίλο μου που έχει ταξιδιωτικό γραφείο και κανόνισα να πας για διακοπές. Και μην αρχίσεις να διαμαρτύρεσαι για τα έξοδα. Δεν πρόκειται να βγουν μήτε από την τσέπη του Λιουκ μήτε από τη δικιά μας. Ο Αρχιεπίσκοπος μάς έστειλε μια πολύ μεγάλη επιταγή για σένα και μας έστειλε κι ο αδερφός σου μια άλλη -νομίζω πως η χειρονομία του ήταν νύξη για να πας να τους δεις για λίγο καιρό. Αυτά τα χρήματα, λοιπόν, είναι για σένα και το παιδί απ' όλους τους δικούς σου. Κι αφού το κουβεντιάσαμε με τον Λούντυ, αποφασίσαμε πως το καλύτερο που είχαμε να κάνουμε με τις επιταγές σου ήταν να ξοδέψουμε ένα μέρος τους για να σε στείλουμε διακοπές. Μόνο που δε νομίζω ότι οι σωστές διακοπές για σένα τούτη τη στιγμή θα ήταν το να γυρίσεις σπίτι, στην Ντρογκίντα. Αυτό που πιστεύουμε, ο Λούντυ κι εγώ, είναι ότι σου χρειάζεται περισσότερο ένα διάστημα περισυλλογής. Να μην έχεις κοντά σου ούτε την Τζαστίν ούτε εμάς, τον Λιουκ ή τους δικούς σου στην Ντρογκίντα. Έχεις βρεθεί ποτέ μονάχη σου, Μέγκι; Καιρός να το κάνεις. Έτσι, σου κλείσαμε ένα σπιτάκι στο Μάτλοκ, ένα νησί είναι, για δυο μήνες, από την αρχή του Γενάρη μέχρι την αρχή του Μάρτη. Την Τζαστίν θα τη φροντίζουμε εγώ κι ο Λούντυ. Το ξέρεις πως δεν πρόκειται να πάθει κακό κοντά μας, όμως, αν ανησυχείς έστω και τόσο για το παιδί, έχεις το λόγο μας πως θα σε ειδοποιήσουμε στη στιγμή  έτσι και της συμβεί κάτι. Άλλωστε το Μάτλοκ έχει τηλέφωνο".
   Το ουράνιο τόξο είχε φύγει, όπως κι ο ήλιος. Οι ουρανοί ετοιμάζονταν για μια καινούρια βροχή.
   "Ανν, αν δεν είχα εσένα και τον Λούντυ αυτά τα τρία χρόνια, νομίζω πως θα 'χα τρελαθεί. Το ξέρεις αυτό. Μερικές φορές ξυπνάω τα βράδια κι αναρωτιέμαι τι θα μου είχε συμβεί, αν με είχε πάει ο Λιουκ σε λιγότερο καλοσυνάτους ανθρώπους. Εσείς με φροντίσατε πολύ περισσότερο απ' όσο ο άντρας μου".
   "Ανοησίες! Αν σ' είχε πάει ο Λιουκ σε τίποτε αντιπαθητικούς ανθρώπους, θα 'χες γυρίσει πίσω στην Ντρογκίντα. Και ποιος ξέρει; Μπορεί αυτό να ήταν το καλύτερο για σένα".
   "Όχι. Δεν έχω περάσει όμορφα κοντά στον Λιουκ, όμως ήταν πολύ πιο καλά που έμεινα -πρέπει να το ψάξω ίσαμε το τέλος το πράγμα".
   Η βροχή είχε αρχίσει να πέφτει ξανά στις μακρινές φυτείες.
   "Έχεις δίκιο, δεν είμαι καλά", είπε η Μέγκι. "Δεν είμαι καλά από τότε που έπιασα την Τζαστίν και μετά. Προσπάθησα να το πολεμήσω για να συνέλθω, μόνο που φαντάζομαι πως έτσι και φτάσουμε όλοι μας σε κάποιο σημείο κούρασης, μετά δε μας απομένει δύναμη να βοηθήσουμε τον εαυτό μας. Αχ, Ανν, είμαι τόσο κουρασμένη κι αποθαρρημένη! Δεν μπορώ καν να γίνω καλή μητέρα για την Τζαστίν και της το χρωστάω αυτό. Εγώ είμαι που την ανάγκασα να 'ρθει στη ζωή. Δε μου το ζήτησε από μόνη της. Μα πάνω απ' όλα μ' έχει απελπίσει που δε μου δίνει ο Λιουκ μια ευκαιρία να τον κάνω ευτυχισμένο. Δε σκοπεύει να ζήσει μαζί μου ή να μ' αφήσει να του φτιάξω ένα σπιτικό. Δε θέλει τα παιδιά μας. Δεν τον αγαπώ -ποτέ δεν τον αγάπησα έτσι όπως πρέπει ν' αγαπάει μια γυναίκα τον άντρα που παντρεύεται και μπορεί να το 'χει καταλάβει αυτό. Μπορεί να φερόταν διαφορετικά αν τον αγαπούσα. Κι έτσι, πώς να τον κατηγορήσω; Φαντάζομαι πως μονάχα τον εαυτό μου θα πρέπει να θεωρώ υπεύθυνο".
   "Αγαπάς τον Αρχιεπίσκοπο, έτσι δεν είναι;"
   "Ω, από τότε που ήμουνα μικρό παιδί! Του φέρθηκα άσχημα τότε που ήρθε. Ο καημένος ο Ραλφ! Δεν είχα δικαίωμα να του πω τα όσα του είπα, γιατί ποτέ δε μ' άφησε να ελπίζω, ξέρεις τι εννοώ. Παρακαλώ μονάχα να 'χε το χρόνο να τα σκεφτεί και να κατάλαβε πως πονούσα, πως ήμουν εξαντλημένη και φρικτά δυστυχισμένη. Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν πως έπρεπε να είναι δικαιωματικά δικό του το παιδί κι ότι δε θα ήταν ποτέ, ποτέ δε θα μπορούσε να είναι. Είναι άδικο! Οι προτεστάντες μπορούν να παντρεύονται, γιατί όχι κι οι καθολικοί; Και μη μου πεις πως δε νοιάζονται οι Ευαγγελιστές ιερωμένοι για τα ποίμνιά τους όπως νοιάζονται οι παπάδες μας, γιατί δε θα σε πιστέψω. Έχω συναντήσει άκαρδους καθολικούς κι υπέροχους προτεστάντες. Όμως εξαιτίας της αγαμίας του κλήρου μας αναγκάστηκα να φύγω μακριά από τον Ραλφ, να φτιάξω το σπιτικό και τη ζωή μου με κάποιον άλλο, να γεννήσω κάποιου άλλου το παιδί. Και ξέρεις κάτι, Ανν; Αυτό είναι τόσο σιχαμερό όσο και το να παραβίαζε ο Ραλφ τους όρκους του ή ίσως και πιο σιχαμερό ακόμα. Την εχθρεύομαι την Εκκλησία που φτάνει έτσι αβασάνιστα στο συμπέρασμα πως είναι αμαρτία που αγαπώ τον Ραλφ ή που αγαπάει εκείνος εμένα". 
   "Φύγε, Μέγκι, φύγε για λίγο καιρό. Πήγαινε να ξεκουραστείς, να κοιμάσαι όσο θες και να τρως καλά και σταμάτα να τα σκέφτεσαι και να στενοχωριέσαι. Μετά, σαν θα γυρίσεις, ίσως να βρεις έναν τρόπο να πείσεις τον Λιουκ ν' αγοράσει το υποστατικό σας αντί να το κουβεντιάζει μονάχα. Το ξέρω πως δεν τον αγαπάς, όμως νομίζω πως, αν σου δινόταν η ευκαιρία, μπορεί να γινόσουν ευτυχισμένη μαζί του".
   Τα γκρίζα μάτια είχαν το ίδιο χρώμα με τη βροχή που έπεφτε με δύναμη. Οι φωνές τους είχαν δυναμώσει για ν' ακούγονται πάνω από τον απίστευτο σαματά, που έκαναν οι χοντρές σταγόνες καθώς χτυπούσαν πάνω στη σιδερένια στέγη.
   "Μα αυτό ακριβώς είναι, Ανν! Όταν πήγα με τον Λιουκ στο Άθερτον, συνειδητοποίησα τελικά πως όσο έχει τα κότσια να κόβει ζαχαροκάλαμα δεν πρόκειται να τα παρατήσει. Την αγαπάει τη ζωή που κάνει, την αγαπάει στ' αλήθεια. Πεθαίνει να 'ναι με άντρες δυνατούς κι ανεξάρτητους σαν κι εκείνον. Πεθαίνει να τριγυρνάει από το ένα μέρος στο άλλο. Τώρα που το σκέφτομαι θα πρέπει να το 'χε πάντα στο αίμα του να τριγυρνάει. Κι αν χρειάζεται μια γυναίκα, όχι για τίποτ' άλλο δηλαδή, παρά μονάχα για την ευχαρίστησή του, εξαντλείται τόσο στα ζαχαροκάλαμα που δεν μπορεί ούτε έτσι να ζήσει μια σχέση. Και... πώς να σου το πω; Ο Λιουκ είναι από τους άντρες που πραγματικά δε νοιάζονται αν τρώνε το φαΐ τους μέσα από μια κατσαρόλα ή αν κοιμούνται στο πάτωμα. Δεν καταλαβαίνεις; Δεν μπορείς να τον συγκινήσεις προσφέροντάς του όμορφα πράγματα γιατί δεν τον ενδιαφέρουν τα όμορφα πράγματα. Έρχονται μάλιστα στιγμές που νομίζω πως τα μισεί. Τα μισεί γιατί είναι βολικά κι ευχάριστα και μπορεί να τον κάνουν μαλθακό. Δεν έχω απολύτως κανένα όπλο στα χέρια μου για να τον αποτραβήξω από το σημερινό τρόπο ζωής του".
   Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε νευριασμένη τη σκεπή, σαν να είχε κουραστεί πια να φωνάζει. "Δεν ξέρω αν είμαι αρκετά δυνατή για ν' αντέξω να ζήσω μονάχη, δίχως ένα δικό μου σπιτικό, τα επόμενα δέκα ή δεκαπέντε χρόνια ή δεν ξέρω κι εγώ πόσο θα του πάρει του Λιουκ να εξαντληθεί απ' τη δουλειά του. Είναι όμορφα εδώ μαζί σας, δε θέλω να νομίσεις πως είμαι αχάριστη. Όμως θέλω ένα σπιτικό! Θέλω να 'χει αδέρφια η Τζαστίν, θέλω να ξεσκονίζω τα δικά μου έπιπλα, να κάνω κουρτίνες για τα δικά μου παράθυρα, να μαγειρεύω στη δικιά μου κουζίνα για το δικό μου άντρα. Αχ, Ανν! Είμαι μια απλή, συνηθισμένη γυναίκα. Δεν είμαι μήτε φιλόδοξη μήτε έξυπνη ή καλλιεργημένη, το ξέρεις. Το μόνο που θέλω είναι να έχω έναν άντρα, παιδιά, το δικό μου σπίτι. Και λίγη αγάπη από κάποιον!"
   Η Ανν έβγαλε το μαντίλι της, σκούπισε τα μάτια της και προσπάθησε να χαμογελάσει. "Τι κλαψιάρες που είμαστε κι οι δυο μας! Αλλά καταλαβαίνω, Μέγκι, στ' αλήθεια καταλαβαίνω! Δέκα χρόνια έχω παντρεμένη με τον Λούντυ, τα μόνα πραγματικά ευτυχισμένα στη ζωή μου. Έπαθα παράλυση όταν ήμουν πέντε χρονών και μ' άφησε σε τούτο το χάλι. Ήμουνα πεπεισμένη πως δε θα με κοίταζε ποτέ κανένας. Κι ούτε με κοίταζαν, δηλαδή. Όταν γνώρισα τον Λούντυ ήμουνα τριάντα κι έκανα την καθηγήτρια για να βγάλω το ψωμί μου. Εκείνος ήταν δέκα χρόνια μικρότερός μου κι έτσι δεν μπορούσα να τον πάρω στα σοβαρά, όταν μου 'πε ότι μ' αγαπούσε κι ήθελε να με παντρευτεί. Τι φρικτό πράγμα, Μέγκι, να καταστρέφεις τη ζωή ενός τόσο νέου άντρα! Για πέντε χρόνια του φερόμουνα με το χειρότερο τρόπο που μπορείς να διανοηθείς, μα ο Λούντυ δεν το 'βαζε κάτω. Έτσι, τον παντρεύτηκα κι έγινα αληθινά ευτυχισμένη κοντά του. Λέει κι εκείνος πως είναι ευτυχισμένος, όμως δεν ξέρω αν θα πρέπει να τον πιστέψω. Αναγκάστηκε να παραιτηθεί από πολλά πράγματα, από τα παιδιά που θα μπορούσε να είχε κάνει για παράδειγμα, και τώρα πια φαίνεται μεγαλύτερος κι από μένα ακόμα, ο κακομοίρης μου".
   "Φταίει η ζωή, Ανν, και το κλίμα".
   Η βροχή σταμάτησε τόσο ξαφνικά όσο είχε αρχίσει. Βγήκε ο ήλιος, το ουράνιο τόξο ζωγραφίστηκε μ' όλη του τη δόξα στον ανταριασμένο ακόμα ουρανό, τα σύννεφα διαλύθηκαν παρασυρμένα από τον αέρα και πρόβαλε πίσω τους το μαβί περίγραμμα του Μπαρτλ Φρερ.
   Η Μέγκι μίλησε ξανά. "Θα πάω. Σας χρωστάω μεγάλη ευγνωμοσύνη που το σκεφτήκατε, γιατί είναι ίσως πράγματι αυτό που χρειάζομαι. Μόνο... σίγουρα δε θα σας είναι πρόβλημα να κρατήσετε την Τζαστίν;" 
   "Και βέβαια όχι! Ο Λούντυ τα 'χει σκεφτεί και τα 'χει κανονίσει όλα. Η Άννα Μαρία, που δούλευε εδώ πριν έρθεις εσύ, έχει μια μικρότερη αδερφή, την Ανουντσιάτα, που θέλει να πάει στην Τάουνσβιλ να γίνει νοσοκόμα. Όμως είναι μικρή ακόμα, το Μάη θα κλείσει τα δεκάξι και το σχολείο το τελειώνει σε λίγες μέρες. Έτσι θα 'ρθει εδώ όσο θα λείπεις. Και ξέρει αρκετά πράγματα από μωρά. Η φαμίλια των Τεσοριέρο διαθέτει ορδές ολάκερες από δαύτα".
   "Στο Μάτλοκ, είπες... Πού είναι;"
   "Κοντά στο Πέρασμα του Γουιτσάντεη, στο Μεγάλο Κοραλλιογενές Φράγμα. Είναι πολύ ήσυχο κι απομονωμένο μέρος, ιδανικό για νιόπαντρα ζευγάρια, όπως λένε. Ξέρεις τώρα... Μικρά σπιτάκια και μπανγκαλόους αντί για ξενοδοχεία. Δε θα χρειάζεται να τρως σε καμιά γεμάτη κόσμο τραπεζαρία ή να φέρεσαι ευγενικά σ' ένα σωρό ανθρώπους, που θα προτιμούσες να μην τους έβλεπες καθόλου μπροστά σου. Και τούτη την εποχή είναι σχεδόν έρημο, εξαιτίας των καλοκαιριάτικων κυκλώνων που ο κόσμος τούς φοβάται πολύ. Οι βροχές δεν είναι τόσο μεγάλο πρόβλημα, όμως κανένας δε θέλει να πηγαίνει στο Φράγμα το καλοκαίρι. Ίσως γιατί οι πιο πολλοί απ' όσους πηγαίνουν εκεί για τις διακοπές τους έρχονται από το Σίδνεϊ και τη Μελβούρνη και στα μέρη τους είναι όμορφο το καλοκαίρι, οπότε δε χρειάζεται να φεύγουν. Αλλά τον Ιούνιο, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο το 'χουν κλεισμένο οι Νότιοι για τρεις χρονιές από τώρα".  

   Η Μέγκι πήρε το τρένο για την Τάουνσβιλ την τελευταία μέρα του 1937. Μολονότι είχε μόλις αρχίσει τις διακοπές της, ένιωθε κιόλας πολύ καλύτερα, γιατί είχε αφήσει πίσω της τη βρόμα της μελάσας του Ντάνγκλο. Η Τάουνσβιλ, ο μεγαλύτερος οικισμός στο Βόρειο Κουήνσλαντ, ήταν μια γεμάτη ζωντάνια πόλη πολλών χιλιάδων κατοίκων, με άσπρα ξύλινα σπίτια χτισμένα πάνω σε ψηλούς πασσάλους. Το τρένο της είχε ανταπόκριση σχεδόν αμέσως με το καράβι κι έτσι δεν της έμενε χρόνος να εξερευνήσει το άγνωστο μέρος, όμως από μια πλευρά δεν τη στενοχωρούσε καθόλου που έπρεπε να τρέξει για να προφτάσει το πλοίο δίχως να 'χει την ευκαιρία να κάτσει να το σκεφτεί. Μετά από το φρικτό εκείνο θαλασσινό ταξίδι, δεκάξι χρόνια πριν, όταν είχαν διασχίσει τη Θάλασσα της Τασμανίας, δεν πρόσμενε με καμιά ιδιαίτερη λαχτάρα τις τριάντα έξι ώρες που την περίμεναν μέσα σ' ένα καράβι πολύ πιο μικρό από το Γουοχάιν.
   Όμως αυτή τη φορά ήταν πολύ διαφορετικά. Γλιστρούσαν απαλά πάνω σε νερά ήρεμα σαν λάδι κι εκείνη ήταν τώρα είκοσι έξι χρόνων κι όχι δέκα. Ο αέρας από τον προηγούμενο κυκλώνα είχε κοπάσει και, μέχρι που να πιάσει ο επόμενος, η θάλασσα καταλάγιαζε εξαντλημένη. Μόλο που ήταν μεσημέρι ακόμα, η Μέγκι ακούμπησε το κεφάλι της στο μαξιλάρι και βυθίστηκε σ' έναν δίχως όνειρα ύπνο ως την άλλη μέρα που την ξύπνησε ο καμαρότος στις έξι το πρωί, φέρνοντάς της ένα φλιτζάνι τσάι κι ένα πιάτο με βουτήματα. 
   Στο κατάστρωμα την περίμενε μια καινούρια Αυστραλία, αλλιώτικη. Σ' έναν καθάριο ουρανό, σχεδόν άχρωμο, έβλεπες μια ρόδινη και μαργαριταρένια λάμψη ν' ανεβαίνει αργά αργά από το ανατολικό χείλος του ωκεανού και να διαχέεται μέχρι που βγήκε ο ήλιος να σταθεί πάνω από τον ορίζοντα και το φως έχασε τη γενέθλια κοκκινίλα του, έγινε μέρα. Το πλοίο έσκιζε αθόρυβα νερά, αμόλυντα, τόσο διάφανα που από την κουπαστή έβλεπες τα βάθη τους, τις μαβιές θαλασσινές σπηλιές και τα ψάρια που περνούσαν πλάι στο καράβι. Σαν αγνάντευες ίσια μπροστά η θάλασσα είχε ένα πρασινωπό χρώμα, πιτσιλισμένο με βαθυκόκκινες σαν το κρασί κηλίδες, στα σημεία όπου υπήρχαν φύκια ή κοράλλια στο βυθό κι ολόγυρα λες και ξεφύτρωναν από μόνα τους νησιά με κάτασπρες κι αμμουδερές ακρογιαλιές γιομάτες φοίνικες -νησιά με βλάστηση ζούγκλας και βουνοκορφές ή κάτι άλλα, επίπεδα νησάκια όλο θάμνους, που μόλις ξεπερνούσαν την επιφάνεια της θάλασσας.
   "Αυτά τα επίπεδα νησιά είναι τα πραγματικά κοραλλιογενή", της εξήγησε κάποιος από το πλήρωμα. "Όταν έχουν σχήμα δαχτυλιδιού και περικλείουν μια λίμνη στη μέση, λέγονται ατόλες, ενώ, αν είναι μονάχα μια ξέρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, τα λέμε χαμηλά νησιά. Τα νησιά με τους λόφους είναι κορφές βουνών που βρίσκονται κάτω από το νερό, όμως περιβάλλονται κι εκείνα από κοραλλιογενείς ξέρες κι έχουν πολλές λίμνες!"
   "Το Μάτλοκ πού βρίσκεται;" ρώτησε η Μέγκι.
   Την κοίταξε παραξενεμένος. Ήταν σκέτη αντίφαση να πηγαίνει μια γυναίκα μονάχη σ' ένα νησί σαν το Μάτλοκ, όπου έκαναν συνήθως το γαμήλιο ταξίδι τους νιόπαντρα ζευγάρια. "Τώρα έχουμε πορεία για το Πέρασμα του Γουιτσάντεη, μετά θα βγούμε στον Ειρηνικό. Το Μάτλοκ, από τη μεριά που βρέχεται από τον ωκεανό, το χτυπάνε τα μεγάλα κύματα που καλύπτουν εκατό μίλια απόσταση από τα βάθη του Ειρηνικού, σαν τρένα εξπρές, μουγκρίζοντας τόσο δυνατά που δεν μπορείς ν' ακούσεις ούτε τι λες από μέσα σου. Το φαντάζεστε να βρεθείτε πάνω σ' ένα κύμα που θα σας ταξιδέψει εκατό ολάκερα μίλια;" Αναστέναξε μελαγχολικά. "Θα 'μαστε στο Μάτλοκ πριν δύσει ο ήλιος, κυρία".
   Και μια ώρα πριν το λιόγερμα το μικρό καράβι άνοιξε δρόμο μέσα στο κύμα που γύριζε, αφού είχε σπάσει κιόλας στην ακρογιαλιά, με τους αφρούς του να υψώνονται σαν τείχος, φτιαγμένο με νερό κι ομίχλη, κατά τον ουρανό. Μια εξέδρα στηριγμένη σε λεπτοφτιαγμένους πασσάλους κάλυπτε ένα χιλιόμετρο απόσταση πάνω από τις ξέρες που διακρίνονταν τώρα, όπως είχαν τραβηχτεί τα νερά με την άμπωτη, και παραπίσω απλωνόταν μια ψηλή απόκρημνη ακτή, που διόλου δεν ταίριαζε με τις προσδοκίες της Μέγκι για κάποιο δοξαστικά τροπικό τοπίο. Ένας άντρας μεσόκοπος στεκόταν περιμένοντάς την. Τη βοήθησε να κατέβει από το καράβι στην αποβάθρα και πήρε από έναν άντρα του πληρώματος τις βαλίτσες της.
   "Η κυρία Ο' Νηλ; Καλώς ορίσατε", τη χαιρέτησε. "Είμαι ο Ρομπ Γουώλτερ. Ελπίζω να τα καταφέρει τελικά ο άντρας σας να έρθει. Διαφορετικά δε θα 'χετε και καλή συντροφιά στο Μάτλοκ τέτοια εποχή. Είναι χειμωνιάτικο θέρετρο το νησί μας".
   Διέσχιζαν μαζί τα όχι και τόσο στέρεα σανίδια της αποβάθρας. Κάτω από τα πόδια τους τα εκτεθειμένα κοράλλια έμοιαζαν αναλυτά στον ήλιο που βασίλευε κι η τρομακτική θάλασσα απλωνόταν με πολύβουο, πανέμορφο παιχνίδισμα γαλατένιου αφρού.
   "Ευτυχώς είχαν τραβηχτεί μέσα τα νερά, γιατί θα 'ταν πιο δύσκολο το ταξίδι σας. Βλέπετε εκείνη την καταχνιά, πέρα στην Ανατολή; Εκεί τελειώνει το Μεγάλο Κοραλλιογενές Φράγμα. Σαν τα μάτια μας το 'χουμε, εμείς που ζούμε στο Μάτλοκ, αυτό είναι που μας προστατεύει από το πολύ κακό. Και τώρα ακόμα που σπάνε πάνω του τα κύματα, το νησί μας έρχεται και τρέμει από την αντάρα". Τη βοήθησε να μπει στο αυτοκίνητο. "Τούτη η μεριά του Μάτλοκ είναι λίγο άχαρη κι άγρια, ε; Σταθείτε όμως να δείτε την άλλη, που θα σας πάω τώρα, την απάνεμη. Α! Εκείνη είναι ωραίο πράγμα".
   Πήραν ένα στενό δρομάκι τρέχοντας με μεγάλη ταχύτητα, που δεν ήταν όμως επικίνδυνη γιατί αυτό ήταν το μοναδικό αυτοκίνητο που υπήρχε στο Μάτλοκ. Στο διάβα τους περνούσαν ανάμεσα από φοίνικες και πυκνή βλάστηση κι είχαν έναν ψηλό λόφο από τη μια μεριά του δρόμου, μέχρι που κάλυψαν σχεδόν οχτώ χιλιόμετρα κατά μήκος του νησιού.
   "Αχ, τι όμορφα που είναι!" έκανε η Μέγκι.
   Είχαν βγει τώρα σ' έναν άλλο δρόμο που στριφογύριζε γύρω από τις αμμουδερές όχθες μιας ρηχής λιμνοθάλασσας σε σχήμα μισοφέγγαρου. Στο βάθος έβλεπες άσπρους αφρούς να πετάγονται ψηλά, εκεί που έσπαγε ο ωκεανός στην άκρη της λίμνης για να τη στολίσει με πανέμορφες νταντέλες, όμως μέσα στην αγκάλη της προστατευτικής κοραλλιογενούς ξέρας τα νερά της λιμνοθάλασσας ήταν ήρεμα κι ήσυχα, ένας καλογυαλισμένος ασημής καθρέφτης περασμένος εδώ κι εκεί με μπρούντζινες πινελιές.
   "Το νησί έχει πλάτος οχτώ χιλιόμετρα και μήκος δεκάξι", της εξήγησε ο οδηγός της. Πέρασαν μπροστά από ένα άσπρο κτίσμα με φαρδιά βεράντα και παράθυρα που θύμιζαν βιτρίνες μαγαζιού. "Το παντοπωλείο", της είπε με τον αέρα του ιδιοκτήτη. "Εδώ μένουμε εγώ κι η κυρά και σας λέω πως καθόλου δεν της καλοφάνηκε σαν έμαθε ότι θα 'ρχόσαστε, μια γυναίκα μονάχη. Νομίζει πως θα ξελογιαστώ, έτσι ακριβώς το είπε. Ευτυχώς που μας είπε ο πράκτορας ότι θέλατε απόλυτη ησυχία κι απομόνωση, γιατί ησύχασε λιγάκι η κυρά σαν είδε πως σας έβαλα στο πιο απόμακρο σπιτάκι που έχουμε. Ψυχή δεν υπάρχει κατά τη δική σας μεριά. Το μοναδικό ζευγάρι έξω από σας μένει από τούτη την άκρη του συγκροτήματος. Μπορείτε να λιάζεστε και να κολυμπάτε δίχως τίποτε πάνω σας -δεν πρόκειται να σας δει κανένας. Η κυρά δεν πρόκειται να μ' αφήσει από τα μάτια της όσο θα 'σαστε σεις κοντά μας. Όταν θα θέλετε κάτι δε χρειάζεται να μπαίνετε στον κόπο να κάνετε τόσο ποδαρόδρομο για να 'ρθετε να το πάρετε, να μου τηλεφωνείτε και θα σας το φέρνω εγώ. Α, και θα 'ρχομαι κάθε απόγευμα με το σούρουπο να βλέπω αν είστε εντάξει, ό,τι και να λέει εκείνη. Κοιτάτε να 'στε κανονικά ντυμένη εκείνη την ώρα, μη τυχόν κι έρθει καμιά φορά μαζί μου η κυρά για βόλτα".
   Ένα μονόπατο κτίσμα με τρία δωμάτια ήταν το σπιτάκι της κι είχε την ιδιωτική του πλαζ μπροστά, ένα κομμάτι της ακρογιαλιάς προφυλαγμένο από τις δυο του μεριές από κάτι αιχμηρές προεξοχές του λόφου που κατέβαιναν ίσαμε τη θάλασσα. Κι εκεί τέλειωνε κι ο δρόμος. Μέσα ήταν πολύ απλό μα βολικό. Το νησί είχε δική του γεννήτρια κι έτσι υπήρχε ένα μικρό ψυγείο, ηλεκτρικό φως, το τηλέφωνο που της είχαν κιόλας υποσχεθεί κι ακόμα, ένα ραδιόφωνο. Το καζανάκι της τουαλέτας δούλευε, το μπάνιο είχε νερό πόσιμο. Περισσότρες σύγχρονες ανέσεις απ' όσες υπήρχαν είτε στη Ντρογκίντα είτε στο Χίμελχοχ, συλλογίστηκε η Μέγκι. Φαινόταν με την πρώτη ματιά πως οι πιο πολλοί πελάτες ήταν από το Σίδνεϊ ή τη Μελβούρνη και τόσο μπολιασμένοι με τον πολιτισμό, που δεν μπορούσαν να κάνουν δίχως τις βολές του. 
   Όταν την άφησε μονάχη ο Ρομπ, που βιάστηκε να φύγει για να γυρίσει στην καχύποπτη κυρά του, η Μέγκι άνοιξε τις βαλίτσες της και επιθεώρησε το βασίλειό της. Το μεγάλο διπλό κρεβάτι ήταν πολύ πιο άνετο από το βικτοριανό εκείνο κατασκεύασμα όπου είχε περάσει την πρώτη νύχτα του γάμου της. Πράγμα φυσικό στο κάτω κάτω, αφού τούτο το μέρος ήταν ένας αληθινός παράδεισος για νεόνυμφους και το πρώτο πράγμα που θ' απαιτούσαν οι πελάτες του θα ήταν ένα σωστό κρεβάτι. Ενώ οι πελάτες του πανδοχείου του Ντάνγκλο ήταν συνήθως πολύ μεθυσμένοι για να νοιαστούν που έτριζαν οι σομιέδες. Τόσο το ψυγείο όσο και τα ντουλάπια της κουζίνας είχαν ένα σωρό προμήθειες από τρόφιμα και πάνω στον πάγκο υπήρχε ένα μεγάλο καλάθι με μπανάνες, ανανάδες, μάνγκος. Έτσι λοιπόν θα έτρωγε καλά και θα κοιμόταν καλά.
   Την πρώτη βδομάδα της φαινόταν πως δεν έκανε τίποτ' άλλο έξω από το να τρώει και να κοιμάται. Δεν το 'χε καταλάβει μέχρι τότε πόσο κουρασμένη ήταν, μήτε πως έφταιγε το κλίμα του Ντάνγκλο για την ανορεξία της. Στο όμορφο τούτο κρεβάτι κοιμόταν στη στιγμή σαν πλάγιαζε για δέκα και δώδεκα ολόκληρες ώρες. Κι όσο για φαγητό, έτρωγε συνέχεια, ακόμα κι όταν πήγαινε στη θάλασσα, έπαιρνε μάνγκος μαζί της. Και για να πούμε την αλήθεια, το πιο λογικό ήταν να τρως τα μάνγκος είτε στη θάλασσα είτε στην μπανιέρα έτσι ζουμερά που ήταν κι έτρεχαν οι χυμοί τους όταν τα δάγκωνες. Έτσι όπως βρισκόταν μέσα στη λιμνοθάλασσα η μικρή της ακρογιαλιά, τα νερά ήταν αρυτίδιαστα κι ήρεμα σαν καθρέφτης, πολύ ρηχά, δίχως να ταράζονται από ρεύματα. Κι όλες ετούτες οι ιδιότητες την ενθουσίαζαν, γιατί δεν ήξερε να κολυμπάει. Όμως έτσι αλμυρό που ήταν το νερό έμοιαζε να τη σηκώνει από μόνο του στην επιφάνεια κι η Μέγκι άρχισε να πειραματίζεται. Όταν ανακάλυψε πως μπορούσε να επιπλέει για δέκα δευτερόλεπτα συνέχεια, πέταξε απ' τη χαρά της. 
   Νιώθοντας να 'χει λευτερωθεί απ' το βάρος της, λαχταρούσε να μπορούσε να κινείται στο νερό τόσο εύκολα κι άνετα όσο και τα ψάρια.
   Έτσι, αν τη στενοχωρούσε που δεν είχε συντροφιά, ήταν μονάχα επειδή θα της άρεσε να είχε κοντά της κάποιον που θα τη μάθαινε κολύμπι. Κατά τα άλλα, το έβρισκε υπέροχο που ήταν μόνη της. Πόσο δίκιο είχε η Ανν! Όλη της τη ζωή την είχε περάσει έχοντας πάντα ένα σωρό ανθρώπους κοντά της. Το να μην έχει κανέναν ήταν φοβερά ανακουφιστικό, μια κατάσταση απόλυτης γαλήνης. Δεν αισθανόταν διόλου μοναξιά. Δεν αισθανόταν να της λείπουν η Ανν ή ο Λούντυ ή η Τζαστίν ή ο Λιουκ και, για πρώτη φορά μέσα σε τρία χρόνια, δε λαχταρούσε να βρεθεί στην Ντρογκίντα.
   Ο γερο-Ρομπ δεν την ενοχλούσε ποτέ, παρά πέρναγε μονάχα κάθε που σουρούπωνε και σταματούσε το αυτοκίνητο μακριά από το σπιτάκι της, στο βάθος του δρόμου, ίσα για να τη δει να του κουνάει φιλικά το χέρι της, προτού βάλει μπρος να φύγει ξανά με την απρόσμενα νόστιμη κυρά του πάντα στο πλάι του. Κάποια μέρα της τηλεφώνησε να της πει πως θα 'παιρνε το άλλο ζευγάρι τους πελάτες του για μια βόλτα με το σκάφος του, που είχε πάτο από γυαλί, και μήπως θα ήθελε να πάει κι εκείνη μαζί τους.
   Ένιωθε σαν να της είχαν δώσει άδεια εισόδου σ' έναν καινούριο πλανήτη, όσο κοίταζε από το γυάλινο κατάστρωμα τα χιλιάδες λεπταίσθητα σχήματα να πλέουν και ν' αναδεύονται μέσα στο γνώριμο κι αγαπημένο τους στοιχείο, το νερό. Ανακάλυψε πως τα ζωντανά κοράλλια δεν ήταν όμοια μ' εκείνα τα μπογιατισμένα που υπήρχαν στον πάγκο με τα σουβενίρ του παντοπωλείου, παρά είχαν χρώματα απαλά, στους τόνους του ροζ ή του μπεζ ή του γκριζογάλανου από φυσικού τους και γύρω στον κάθε κόμβο και στον κάθε τους βραχίονα τρεμούλιαζε ένα μαγευτικό ουράνιο τόξο από χρώματα σαν ορατή αύρα. Τεράστιες θαλάσσιες ανεμώνες με τα γαλάζια ή κόκκινα ή πορτοκαλιά ή μαβιά τους ακτίνια να τρεμουλιάζουν ολόγυρά τους, τεράστιες άσπρες αχηβάδες, που προσκαλούσαν τον τολμηρό εξερευνητή να ρίξει μια ματιά μέσα στα κλειστά μυστηριώδη χείλια τους, φύκια σε φωτεινό πράσινο χρώμα, που σάλευαν σαν να χόρευαν παρασυρμένα από τα θαλάσσια ρεύματα. Κανένας από τους τέσσερις επιβάτες του σκάφους δε θα ξαφνιαζόταν στο ελάχιστο, αν έβλεπε άξαφνα μπροστά του μια γοργόνα: ένα γυαλιστερό γυμνό στήθος, μια στριφογυριστή ουρά, μαλλιά που θ' ανέμιζαν νωχελικά, ένα χαμόγελο σαγηνευτικό που θα χλεύαζε συνάμα την αδυναμία των θαλασσινών και το γήτεμά τους. Όμως τα ψάρια! Σαν ζωντανά πετράδια προσπέρναγαν, αμέτρητα την κάθε φορά, άλλα στρογγυλά σαν κινέζικα φαναράκια, άλλα λεπτά και μακρόστενα, ντυμένα με χρώματα που λαμποκοπούσαν από τη ζωηράδα τους και την ιδιότητα του νερού να διασπά το φως. Μερικά έμοιαζαν με ζωντανές φλόγες σε τόνους του χρυσού και του πορφυρού, άλλα είχαν ένα ψυχρό κι ασημί γαλάζιο, άλλα περιβολή πιο χτυπητή και φανταχτερή κι από κείνη των παπαγάλων. Υπήρχαν ζαργάνες, σφύραινες, ένα κοπάδι παράξενο που κρυβόταν σε κάποια θαλασσινή σπηλιά, περιμένοντας τα θύματά του με στόματα ορθάνοιχτα, και κάποια στιγμή είδαν κι έναν λυγερό ασημένιο καρχαρία που λες κι έκανε έναν αιώνα μέχρι να περάσει σιωπηλός κάτω από το σκάφος τους.
   Ναι, πολύ το χάρηκε η Μέγκι που πήγε μαζί τους. Όμως δεν ήθελε να πάει άλλη φορά, μήτε να πιάσει φιλίες με το ζευγάρι που είχε φέρει μαζί του ο Ρομπ. Πήγαινε και βουτούσε στη θάλασσα και περπατούσε και λιαζόταν. Το παράξενο ήταν πως δεν την ένοιαζε καν που δεν είχε βιβλία να διαβάσει, γιατί υπήρχε πάντα κάτι το ενδιαφέρον που άξιζε να κάτσεις να το μελετήσεις και να το περιεργαστείς.
   Είχε ακολουθήσει τη συμβουλή του Ρομπ κι είχε πάψει να φοράει ρούχα. Στην αρχή έκανε σαν το κουνέλι που τρομάζει με το παραμικρό, έτρεχε να κρυφτεί κάθε φορά που έπεφτε μια καρύδα από τις φοινικιές ή που τσάκιζε ένα κλαράκι. Μετά όμως από αρκετές μέρες απόλυτης μοναξιάς άρχισε να νιώθει πως πραγματικά δε θα την πλησίαζε κανένας, ότι ήταν στ' αλήθεια όπως της τα 'χε πει ο Ρομπ. Βρισκόταν σ' έναν αποκλειστικά δικό της χώρο. Έτσι παράτησε κατά μέρος τις ντροπές. Και τριγυρνώντας στα μονοπάτια, ξαπλώνοντας στην άμμο, τσαλαβουτώντας στο ζεστό τούτο, αλμυρό νερό, άρχισε να αισθάνεται σαν ζώο που είχε γεννηθεί και είχε μεγαλώσει σ' ένα κλουβί, για να βρεθεί λεύτερο σ' έναν κόσμο απαλό, ηλιόλουστο, απλόχωρο και φιλικό.
   Μακριά από τη Φη, τ' αδέρφια της, τον Λιουκ, όλη τη σκληρή και γεμάτη απαιτήσεις ζωή της, η Μέγκι ανακάλυψε την ανάπαυλα στην πιο καθαρή της μορφή. Ένα ολόκληρο καλειδοσκόπιο τρόπων σκέψης ύφαινε και ξήλωνε πρωτόφαντα σχήματα στο μυαλό της. Για πρώτη φορά στη ζωή της δεν απασχολούσε ολοένα με κάποια συγκεκριμένα καθήκοντα τον εαυτό της και συνειδητοποίησε ξαφνιασμένη πως ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να μπλοκαριστεί η πνευματική δραστηριότητα του ανθρώπου είναι ακριβώς η ενασχόλησή του με πράγματα καθημερινά, ο φόρτος που επιβάλλεται στο κορμί του.
   Χρόνια πριν ο πατήρ Ραλφ την είχε ρωτήσει ποια πράγματα την απασχολούσαν κι εκείνη του είχε απαντήσει: ο μπαμπάς και η μαμά, ο Μπομπ, ο Τζακ, ο Χιούη, ο Στιου, τα μικρά, ο Φρανκ, η Ντρογκίντα, η δουλειά, η πλημμύρα. Δεν του το είχε πει, μα στην κορφή της λίστας υπήρχε το δικό του όνομα, πάντα. Τώρα είχαν προστεθεί η Τζαστίν, ο Λιουκ, ο Λούντυ, η Ανν, τα ζαχαροκάλαμα, η νοσταλγία για το σπίτι, οι βροχές. Και, φυσικά, η σωτήρια διέξοδος που της έδιναν τα βιβλία. Όμως όλα τούτα είχαν περάσει από πάνω της τόσο στην τύχη, ήταν τόσο ασύνδετα μεταξύ τους. Δεν της είχε δοθεί η ευκαιρία, δεν είχε την παιδεία να κάτσει ήσυχα και να βρει ποια ακριβώς ήταν η Μέγκι Κλήαρι, η Μέγκι Ο' Νηλ. Τι ήθελε; Ποιος πίστευε πως ήταν ο προορισμός της στη γη; Λυπόταν για την έλλειψη της κατάλληλης παιδείας, γιατί δεν είχε ποτέ της τη δυνατότητα να καλύψει από μόνη της το κενό, δεν είχε ποτέ της αρκετό ελεύθερο χρόνο. Κι ωστόσο, να που τώρα είχε το χρόνο, την ηρεμία, να που ήταν φροντισμένες οι καθημερινές ανάγκες της και κυλούσαν οι μέρες της νωχελικά. Μπορούσε να ξαπλωθεί στην άμμο και να προσπαθήσει.
   Εντάξει, λοιπόν, πρώτ' απ' όλα υπήρχε ο Ραλφ. Ένα στεγνό, γεμάτο απελπισία γέλιο. Ήταν ίσως λάθος που άρχιζε απ' αυτόν, αλλά από την άλλη μεριά ο Ραλφ ήταν κάτι σαν θεός: τα πάντα άρχιζαν και τελείωναν μαζί του. Κι ήταν έτσι από κείνη τη μέρα, που είχε γονατίσει μπροστά της στο σκονισμένο προαύλιο του σταθμού του Τζίλυ να την πάρει στην αγκαλιά του μέσα στο λιόγερμα. Από κει και πέρα υπήρχε πάντα ο Ραλφ. Και πιθανόν να υπήρχε μέχρι το τέλος. Ακόμα κι αν δεν τον ξανάβλεπε ποτέ πια, την ώρα που θ' άφηνε την τελευταία της ανάσα ήταν σχεδόν σίγουρη πως σ' αυτόν θα 'τρεχε η σκέψη της. Ήταν στ' αλήθεια να τρομάζεις που μπορούσε να μετράει τόσο πολύ για σένα, να σημαίνει τόσα πολλά πράγματα ένα και μόνο άτομο.
   Τι είχε πει στην Ανν; Πως ήταν απλές και συνηθισμένες οι ανάγκες της -πως ήθελε έναν άντρα, παιδιά, ένα δικό της σπιτικό. Κάποιον που να την αγαπάει. Δεν ήταν και τόσα πολλά αυτά που ζήταγε. Στο κάτω κάτω, οι πιο πολλές γυναίκες τ' αποκτούσαν. Όμως πόσες από τις γυναίκες που τα είχαν αποκτήσει ήταν στ' αλήθεια ευτυχισμένες;
   Παραδέξου το, Μέγκι Κλήαρι, Μέγκι Ο' Νηλ. Ο άντρας που θες είναι ο Ραλφ ντε Μπρικασάρ και δεν μπορείς να τον έχεις. Και συνάμα φαίνεται πως σ' έχει καταστρέψει με την παρουσία του, πως σου 'χει αποστερήσει τη δυνατότητα να ζήσεις ευτυχισμένη μ' οποιονδήποτε άλλον. Εντάξει λοιπόν. Ας υποθέσουμε πως δεν είναι δυνατόν να ζήσεις την αγάπη και τον έρωτα μ' έναν άντρα. Δε σου μένει παρά ν' αγαπήσεις κάποια παιδιά. Κι η αγάπη που θες να σου 'χουν εσένα θα πρέπει να είναι απ' αυτά τα παιδιά. Πράγμα που οδηγεί στον Λιουκ και στα δικά του τα παιδιά.
   Αχ, Θεέ μου, Αγαπημένε, Θεέ μου, Αγαπημένε! Όχι, όχι Αγαπημένε! Τι έχει κάνει ποτέ ο Θεός για μένα, εκτός απ' το να μου στερήσει τον Ραλφ; Δεν έχουμε και τόση αδυναμία ο ένας στον άλλον, ο Θεός κι εγώ. Και ξέρεις κάτι, Θεέ; Δε με τρομάζεις πια όπως άλλοτε. Πόσο σε φοβόμουνα, Εσένα και την τιμωρία Σου! Σ' όλη μου τη ζωή ακολουθούσα τον ίσιο δρόμο από το φόβο τον δικό Σου. Και τι κέρδισα; Διόλου καλύτερα δεν είμαι απ' ό,τι θα ήμουν αν είχα παραβεί όλους Σου τους νόμους και τους κανόνες. Δεν είσαι Θεός Εσύ, δαίμονας του φόβου είσαι. Μας αντιμετωπίζεις σαν παιδιά, απειλώντας μας ολοένα με κάποια επικρεμάμενη τιμωρία. Αλλά εμένα δε με τρομάζεις πια. Γιατί δε θα 'πρεπε να μισώ τον Ραλφ, αλλά Εσένα. Δικό Σου είναι το φταίξιμο, όχι του καημένου του Ραλφ. Εκείνος το μόνο που κάνει είναι που ζει μέσα στο φόβο Σου, όπως ζούσα κι εγώ παλιότερα. Δεν το πιστεύω πως είναι δυνατόν να Σ' αγαπάει, μου είναι αδιανόητο. Δε βλέπω τι θα μπορούσε ν' αγαπάει κανένας σε Σένα.
   Κι ωστόσο το ξέρω πως Σ' αγαπάει. Και πώς να σταματήσω εγώ ν' αγαπώ έναν άντρα που αγαπάει το Θεό; Όσο σκληρά κι αν προσπαθώ, φαίνεται πως δεν τα καταφέρνω. Είναι ο Ήλιος μου και το Φεγγάρι μου και κλαίει η ψυχή μου και τον ζητάει. Ε, λοιπόν, θα πρέπει να πάψεις να τον ζητάς, Μέγκι Ο' Νηλ, τελεία και παύλα. Θα κοιτάξεις ν' αρκεστείς στον Λιουκ και στα παιδιά του Λιουκ. Θα πάρεις τον Λιουκ από τις καταραμένες του φυτείες με κάθε θυσία και θα πας να ζήσεις μαζί του στο μέρος εκείνο που δεν έχει μήτε δέντρα μήτε τίποτε. Θα πας να πεις στον διευθυντή της τράπεζας του Τζίλυ πως στο μέλλον θα πρέπει να βάζει στο δικό σου όνομα το εισόδημά σου και τα λεφτά αυτά θα τα χρησιμοποιήσεις για να 'χεις στο δίχως δέντρα σπιτικό σου όλες τις βολές και τις ανέσεις που δε θα σκεφτεί ο Λιουκ να σου προσφέρει. Θα τα χρησιμοποιήσεις για να μορφώσεις τα παιδιά του Λιουκ όπως πρέπει, να τα εξασφαλίσεις να μην τους λείψει ποτέ τίποτε στη ζωή.
   Έτσι θα γίνει, Μέγκι Ο' Νηλ, και δεν έχουμε να πούμε τίποτ' άλλο. Είμαι η Μέγκι Ο' Νηλ, όχι η Μέγκι ντε Μπρικασάρ. Ακόμα και σαν όνομα είναι αστείο -Μέγκι ντε Μπρικασάρ. Θα 'πρεπε να με λένε Μέγκαν ντε Μπρικασάρ κι εγώ το μισούσα πάντα το Μέγκαν. Αχ, δε θα πάψω ποτέ να πονάω που δε θα 'ναι του Ραλφ τα παιδιά; Γιατί τελικά αυτό είναι το μεγαλύτερο ερώτημα, το πιο σκληρό μου βάσανο. Πες το στον εαυτό σου ξανά και ξανά. Η ζωή σου σού ανήκει, Μέγκι Ο' Νηλ, και δεν πρόκειται να τη χαραμίσεις, κάνοντας όνειρα για έναν άντρα και για παιδιά που δεν θα μπορέσεις ποτέ ν' αποκτήσεις.
   Έτσι! Αυτό θα πει να είσαι έντιμη με τον εαυτό σου! Δεν έχει νόημα να συλλογιέσαι το παρελθόν, τα όσα πρέπει ν' αφήσεις πίσω σου. Αυτό που μετράει είναι το μέλλον και το μέλλον ανήκει στον Λιουκ, στα παιδιά του Λιουκ. Δεν ανήκει στον Ραλφ ντε Μπρικασάρ. Ο Ραλφ ντε Μπρικασάρ αποτελεί το παρελθόν σου.
   Η Μέγκι γύρισε μπρούμυτα πάνω στην άμμο κι έκλαιγε όπως δεν είχε κλάψει από τότε που ήταν τριών χρονών παιδί: με δυνατούς λυγμούς να της ξεσκίζουν το στήθος και μονάχα τα καβούρια και τα πουλιά να παραστέκουν στην ερημιά της.             


McCullough Colleen, Τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας, (Μετφ. Βικτώρια Τράπαλη), εκδ. BELL, ειδική έκδοση για το ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ, Αθήνα 2006

Δεν υπάρχουν σχόλια: