Ποίηση

Ποίηση

Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017

ΈΝΑΣ ΜΙΚΡΟΣ ΑΘΩΟΣ ΔΗΜΙΟΣ

  
    Ένα νέο πρόσωπο άρχισε ν' ανεβαίνει τη σκάλα. Φορούσε ασιδέρωτα παραμελημένα ρούχα κι έσερνε ξοπίσω τα πόδια του σαν ουρές. Δεν είχε ούτε χαρά ούτε βιασύνη. Ο επόπτης τσεκάρισε τ' όνομά του. Φίλιπ Στόκερ.
   Κανένας δεν τον έφερε. Ήρθε ολομόναχος με άδεια χέρια, χωρίς αποσκευές, σαν να βγήκε στο διπλανό καπνοπωλείο για ν' αγοράσει τσιγάρα. 
   Έφτανε όμως να του ρίξεις μια πιο προσεχτική ματιά για να καταλάβεις ότι κείνο που 'λειπε από κείνον τον ταξιδιώτη δεν ήταν η βαλίτσα. Ήταν κάτι άλλο, άγνωστο, που τ' άφησε σ' έναν επίσης άγνωστο τόπο.
   Όχι μια αποσκευή. Του 'λειπε η ίδια η δύναμη να δεχτεί τη ζωή... Απουσίαζε από πάνω του ως κι η απλή νοημοσύνη ενός ζώου.
   Ανέβηκε τη σκάλα σαν υπνοβάτης ψάχνοντας με το χέρι του να βρει τα κάγκελα για να στηριχτεί. Ήταν ένα τραγικό, ακυβέρνητο πλάσμα...
   Ο ελεγκτής τον κοίταξε παραξενεμένος κι έξυσε με το μολύβι το τσουλούφι του. Μια ξανθιά συνοδός τον οδήγησε προσεχτικά στη θέση του. Κείνος κάθισε, έκλεισε τα μάτια και παραδόθηκε στην ανυπαρξία του. Δεν ήταν ούτε είκοσι πέντε χρονών, καστανός, με ισκιερά γκριζωπά μάτια. Οι τσέπες του ήταν άδειες. Μια φωτογραφία μιας ηλικιωμένης γυναίκας ήταν όλη κι όλη η περιουσία του. Ήταν μια γριούλα με μπαμπακένια μαλλιά, που σε κοιτούσε με κάτι παρακαλεστικά μάτια...
   Η συνοδός τον τοποθέτησε με υπηρεσιακή απάθεια κι απομακρύνθηκε.
   Δεν ήταν δική της δουλειά να εμβαθύνει στου ενός και του άλλου τα αισθήματα. Τα κορίτσια αυτής της δουλειάς σιγά σιγά αποχτούν την απάθεια που 'χουν οι νοσοκόμες. Τούτη, όμως, τη φορά η συνοδός με τα ξανθά μαλλιά δεν μπόρεσε να μείνει ως το τέλος αδιάφορη. Είχε τέτοιον αφανισμό κείνος ο νέος, τόσην ερημιά, που, και πέτρινος να 'σουν, θ' αναρωτιόσουν τι έχει. Μα ποιος τάχα να ήταν ο προορισμός του ταξιδιού ενός τόσο απελπισμένου ανθρώπου; Και ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος; Τώρα τίποτα, κανένας. Πριν από λίγα χρόνια ήταν ο Φιλ Στόκερ, ένα καλοχτενισμένο παλικάρι, γελαστό και ήσυχο από μιαν ανατολική γειτονιά του Σαν Φρανσίσκο. Καθόταν με τη μητέρα του σ' ένα χαρωπό σπιτάκι γεμάτο λουλούδια και στοργή. Ο Φιλ αγαπούσε τα γλυκά, τα μπαλόνια που πετούσαν στον αέρα και τα χρωματιστά μικρά μπουκάλια -προπάντων τα γαλάζια. Αυτό έγινε από τότε που ο πατέρας του τού έφερε μέσα σ' ένα απ' αυτά ένα πηχτό σιρόπι που μοσκοβολούσε τριαντάφυλλα. Ο πατέρας δεν έμενε πολύν καιρό στο σπίτι. Τριγύριζε τον κόσμο μ' ένα βαπόρι που ζήτημα ήταν αν έπιανε τρεις φορές το χρόνο στο λιμάνι τους. Φορούσε μαύρα ρούχα με κίτρινα χρωματιστά κουμπιά, που μύριζαν πάντα ναφθαλίνη. Αυτή η μυρουδιά του έμεινε από τότε και, κάθε φορά που τύχαινε να τη νιώσει, βουρκώναν τα μάτια του. Θυμάται πως τον ζηλεύανε όλα τα παιδιά γι' αυτόν τον πατέρα. Ήταν λιγνός, καλομίλητος σ' όλους, με κυματιστά μαύρα μαλλιά. Πνίγηκε στον πόλεμο, στη μέση του ωκεανού, και κανείς πια δεν έμαθε τίποτα γι' αυτόν. Μια μέρα, λέει, το βαπόρι τους συναπαντήθηκε μ' ένα υποβρύχιο στ' ανοιχτά της Καραϊβικής που, χωρίς καμιά προειδοποίηση, τους έστειλε μια τορπίλα. Ήταν ίσα ίσα, στον ωκεανό. Κι όλοι έλεγαν πως ήταν τόσο βαθιά τα νερά εκεί, που μπορεί, κι ως αυτή την ώρα που μιλάμε, ο πατέρας να μην έχει φτάσει στον πάτο. 
   Τέτοιος πατέρας ούτε στα παραμύθια δεν μπορούσε να βρεθεί. Μάζευε σαν το μερμήγκι ό,τι παράξενο είχε ο κόσμος και το 'φερνε στον Φιλ.
   Τα βράδια, στο μικρό σαλόνι του σπιτιού καθόταν κάτω απ' το γαλάζιο ηλεκτρικό και τον άκουγε αχόρταγα. Όλος ο κόσμος στου πατέρα το στόμα γινόταν πιο μαγευτικός.
   "Είναι ένας τόπος, που λες, Φιλ...", άρχιζε ο πατέρας, "που οι άνθρωποι δε φοράνε απάνω τους ούτε τσιγαρόχαρτο".
   "Γιατί το κάνουν αυτό;" ρωτούσε το αγόρι.
   "Είναι κι απ' τη ζέστη... μα φταίει κι η φτώχεια".
   "Γιατί γίνεται η φτώχεια, πατεράκη; Ποιος τη φκιάνει;"
   "Αυτοί που φκιάνουν το πλούτος. Όποιος φκιάνει πλούτος για τον εαυτό του, φκιάνει φτώχεια για τους άλλους. Έτσι είναι".
   Το παιδί έμενε με τους μεγάλους ως τα μεσάνυχτα και τα μάτια του κοκκίνιζαν σαν του ξενύχτη. Ο πατέρας τού έλεγε συχνά και για έναν άλλο τόπο, που κάθε φορά που περνούσε από κει άφηνε και λίγη καρδιά. Όχι πως ήταν τόσο πολύ πλούσιος... μα να, ήταν έτσι ήμερος, γελαστός, γεμάτος ζεστασιά, ξανθά κρασιά και λουλούδια. Το όνομά του ήταν λίγο ασυνήθιστο: Ελλάδα. Οι άνθρωποί του -έλεγε- ήταν απ' τους πιο παλιούς του κόσμου. Αν έβγαινες λίγο παραόξω απ' το βαπόρι, θα 'βλεπες τα χαλάσματα των σπιτιών τους. Ήταν όλα άσπρα - κάτασπρα, κι αυτοί το ίδιο, άσπροι και πέτρινοι.
   "Και τι δουλειά κάνανε οι άνθρωποι του τόπου αυτού;" ρωτούσε τ' αγόρι.
   Εδώ ο πατέρας έξυνε τ' αυτί του. Δεν ήταν και τόσο σίγουρος.
   "Έχω ακουστά, Φιλ", έλεγε, "μα δεν είμαι και τόσο σίγουρος... έχω ακουστά πως τάχατες ήταν όλοι τους δάσκαλοι. Ποιος έζησε απ' αυτούς για να το βεβαιώσει; Μια φορά που είχα βγει παραόξω είδα πάνω σ' ένα λόφο κάτι κορίτσια μαρμαρωμένα. Τώρα, τι κάνανε εκείνα τα κοριτσόπουλα και τα μαρμάρωσαν; Και γιατί τα γδύσανε;... Δε μου είπαν".
   "Αλλού είδες τέτοια κορίτσια;"
   "Όχι. Αλλού πουθενά δεν έχει".
   Ήταν πάλι άλλος ένας τόπος, λίγο πιο ψηλά, με τ' όνομα Ιταλία, που οι άνθρωποί της, αν τους εμποδίζανε το τραγούδισμα, θα σκάζανε. Αυτό, νους ανθρώπου δεν μπορούσε να το χωρέσει.
   "Μιλιά δεν έχουν;"
   "Έχουν... Μα η πιο συνηθισμένη μιλιά τους είναι το τραγούδι. Σ' αυτό μπορώ να πάρω όρκο... Ό,τι έχουν να πουν, το λένε με το τραγούδι και το λένε ακόμη πιο καλά". Σ' έναν άλλο τόπο πάλι, άμα γύρευες να πιεις νερό, τους έπιανε ανησυχία και στέλνανε για γιατρό.
   Ο πατέρας δε χόρταινε να λέει τις ιστορίες του με απλή παιδιάστικη γλώσσα. Ό,τι έβλεπε τ' ανιστορούσε στο παιδί χωρίς παραπανίσια στολίδια. Κάποτε του είπε και μια ιστορία τόσο σπουδαία, που το παιδί έμεινε άυπνο ολόκληρη τη νύχτα. Μια φορά -λέει- είχανε χάσει το δρόμο μες στη θάλασσα. Μα έχει δρόμο η θάλασσα, θα μου πεις. Και βέβαια έχει... Μα κείνη τη μέρα οι τιμονιέρηδες κάτι πάθανε. Μπεκρουλιάζανε όλη τη μέρα, και τη νύχτα χάσανε τη ρότα. Ωκεανός ήταν -σκέφτηκαν- ανοιχτωσιά, άσ' το, πού θα πάει; Στον τοίχο θα κουτουλήσει; Το πρωί βρέθηκαν αντίκρυ σ' ένα δαχτυλίδι.
   "Άμα μεγαλώσεις, να πας να το δεις, Φιλ. Δεν έχει ο κόσμος , απ' τη μιαν άκρη ως την άλλη, άλλο τέτοιο νησί. Γύρω γύρω μια δαχτυλιδένια στεριά και μέσα νερό. Γκαγκάου το λένε... να το θυμάσαι. Γκαγκάου. Άνθρωπος να το δούλευε στο ασημοχυτήρι, πάλι με τέτοιο μεράκι δε θα το 'κανε. Γκαγκάου... να το θυμάσαι".
   "Κόσμο έχει απάνου του;"
   "Αμέ!... Μα είναι κι αυτός παραξενότροπος σαν και το νησί του. Σκέψου...  Βλέπει κείνο το νησί του... το βλέπει έτσι παράξενο κι όμως δε σαστίζει. Κανέναν δεν τον νοιάζει τι κάνει ο κόσμος έξω απ' αυτούς. Μα ανάμεσα σ' αυτούς τους ανθρώπους ήβρα κι έναν που δεν τους έμοιαζε με τίποτις. Κάπνιζε σε μια χωματένια πίπα ένα δυνατό φυτό κι ούτε καταδέχτηκε να γυρίσει να μας δει. Καθότανε κάτου απ' τα δέντρα κι έβλεπε κάτι κορίτσια με λουλούδια, που χορεύανε λίγο πιο πέρα".
   "Αμερικάνος είσαι;" του λέω.
   "Ναι. Τι σε πειράζω;"
   "Τίποτα".
   "Αντίο, λοιπόν".
   "Δε σε βρίσανε".
   "Άκουσες τι σου είπα; Αντίο!"
   Έβγαλε απ' το στόμα την πίπα του, την ανακάτεψε μ' ένα ξυλαράκι και την ξανάβαλε στο στόμα.
   "Μην τύχει και νοιάζεσαι..., του λέω, να μάθεις πότε φεύγουμε;"
   "Όχι ευχαριστώ. Πότε φεύγετε, είπες; Όποτε σας αρέσει... Τι με νοιάζει;"
   "Έλεγα..., του λέω, ... έλεγα μην ήθελες να σε πάρουμε μαζί μας".
   "Λάθος κάνεις, φίλε".
   "Μήπως λαχτάρησες να δεις τον τόπο σου. Κατάλαβες;"
   "Είπα. Λάθος κάνεις, φίλε. Λαχτάρησα να μη δω καθόλου τον τόπο μου... Τώρα το είδες τι λαχτάρησα! Ύστερα, είμαι πολύ χορτάτος και βαριέμαι να λαχταρήσω. Ικανοποιήθηκες τώρα; Μυστήριοι είσαστε εσείς απ' τον άλλο κόσμο. Εγώ κάθομαι εδώ και δεν πειράζω κανέναν... εσείς γιατί έρχεστε και με πειράζετε; Τι σας κάνω; Κι όλοι το ίδιο τροπάρι μου τσαμπουνάτε: Θέλεις να δεις την πατρίδα; Όχι, ευχαριστώ. Αν θέλει κείνη να με δει, ας κοπιάσει. Εμένα δε μου κάνει κέφι. Πατρίδα, λέει... Για να φάω ένα κομμάτι ψωμί έπρεπε να τσακίζω τα κόκαλά μου. Τώρα κάθομαι εδώ και το ψωμί έρχεται μονάχο του μες στα χέρια μου. Ευχαριστώ. Πες της τα χαιρετίσματα και ότι είμαι καλύτερα μακριά της".
   "Δεν την αγαπάς... , του λέω".
   "Το βρήκες".
   "Δεν έχεις όμως δίκιο. Αυτή τ' αγαπάει όλα τα παιδιά της".
   "Και τότε γιατί τ' αφήνει νηστικά; Λοιπόν, άσ' τα. Μια μέρα ήμασταν σ' ένα καράβι, που κουτούλησε απάνω σε κάτι. Όλοι νομίσαμε πως έπεσε σε τίποτα ξέρες και κείνο είχε πέσει στον Παράδεισο. Τα βλέπεις κείνα τα κοριτσόπουλα που χοροπηδάνε; Ε, άλλο τίποτα δεν κάνουνε. Φάε, πιε, χοροπήδα... κι ύστερα πέσε γλυκά γλυκά και κοιμήσου. Κι εσύ μου λες να σηκωθώ και να 'ρθω εκεί για να κρυώνω. Θενκ-γιου. Εδώ είναι σαν να φορώ κάθε μέρα γούνα. Ξέρεις τι νύχτες κάνει εδώ; Κοιμάσαι κάτω απ' τον ουρανό κι όποτε θέλεις πιάνεις και καμιά κουβεντούλα με κανένα αστέρι. Είναι πολύ καταδεχτικά εδώ".
   "Ναι, αλλά... άμα πεθάνεις, ποιος θα σε θάψει; Θα σε φάνε τα γεράκια".
   Ο άνθρωπος γέλασε με πολύ φιλοσοφικό χάχανο.
   "Γιατί; Τα σκουλήκια είναι καλύτερα; Έπειτα, εγώ θ' αργήσω να πεθάνω. Τρώω όσο μπορώ, κοιμάμαι όσο θέλω, έχω όλα τα δόντια μου και τ' άντερά μου δουλεύουν καλά. Πες στην πατρίδα να κοιτάζει το δικό της χάλι. Κι ας μ' αφήσει εμένα ήσυχο".
   Εδώ η φωνή του πατέρα βάθαινε. Έβγαζε έναν μεγάλο αναστεναγμό. 
   "Και όμως... Αυτός ο άνθρωπος, Φιλ, δεν ήταν απ' τους χειρότερους Αμερικάνους. Αν φυλλομετρούσες τη ζωή του, δε θα 'βρισκες ούτε μισόν άνθρωπο που να τον είχε πειράξει. Μακάρι να 'μασταν τουλάχιστον τέτοιοι. Αυτός ο άνθρωπος δεν πήγε για να "ελευτερώσει" κείνο το νησί, ούτε πήγε με ξεδιπλωμένη καμιά σημαία. Πήγε να φάει, να χουζουρέψει και να πεθάνει. Είδα αργότερα καράβια με σημαίες στο πιο ψηλό κατάρτι, που πήγαν και τους τσαλαπατήσανε. Όχι, Φιλ. Ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν απ' τους χειρότερους Αμερικάνους. Ξέρω τι σου λέω..."
   Του κόσμου τις ιστορίες έφερνε απ' τα ταξίδια του ο πατέρας. Μιλούσε και για κάτι λιμάνια φραγμένα απ' τους πάγους, που, το 'θελες δεν το 'θελες, σε αιχμαλώτιζαν για μήνες μες στις πολιτείες τους, ανάμεσα σε κάτι ξανθούς ανθρώπους με γαλανά μάτια, που μύριζαν ψαρίλα.
   Μα ο ομορφότερος τόπος που περνούσε απ' τις ιστορίες του πατέρα, αυτός που δεν παράλλαζε καθόλου από παραμύθι, ήταν ένας τόπος κοντά στον ήλιο, που τον έλεγαν "Ήσυχο πρωινό". Δε χόρταινες να τ' ακούς αυτά που 'λεγε γι' αυτόν τον τόπο. Οι άνθρωποι ήταν μικροφκιαγμένοι, με σκιστά μάτια, με ψιλή φωνή και πολύ μαλακά φερσίματα. Αυτοί οι μικροδέματοι άνθρωποι τρώνε το ρύζι όπως τα παιδιά το γλυκό. Το φαΐ τους είναι ολόκληρο παιχνίδι με κάτι ξυλαράκια που ανεβοκατεβαίνουν στο στόμα σαν ράμφη πουλιών. Τον ξενομερίτη -όποιος και να 'ναι- τον κοιτούνε σαν τον γείτονά τους, κι ούτε τους ξαφνιάζει που 'χει άλλο χρώμα. Έχουνε πολλά μεράκια κείνοι οι άνθρωποι.
   Μα το πιο μεγάλο τους μεράκι είναι η μουσική. Όλες οι πολιτείες είναι γεμάτες μουσικές. Ως και στα απόμερα χωριά οι σκαφτιάδες κι οι ζευγολάτες, σαν αποτελειώνουνε τη μεσημεριάτικη δουλειά, στρώνονται στο χορό κι ύστερα κάθονται και τρώνε το σκέτο τους ρύζι. Πολύ μεράκι ακόμη ξοδεύουνε για να φτιάξουνε τις σκεπές τους. Μικρά είναι τα σπίτια, ταπεινά, μα τα κάνουνε σαν εκκλησίτσες. Τα γράμματά τους πάλι είναι σκέτα πλουμίδια. Θέλει να σου πει κάτι γι' αγάπη, λόγια της καρδιάς, και δε στα λέει, παρά στρώνεται κάπου, πιάνει το φτερό και σου ζωγραφίζει ολόκληρο ανθισμένο περιβόλι. Κι εσύ το κοιτάζεις και σκέφτεσαι... "να, αυτό θα πει αγάπη". Και ντρέπεσαι για τη φτώχεια της δικής σου γλώσσας.
   Ο Φιλ ρώτησε τον πατέρα αν έχει εκεί κάτω κανένα φίλο. 
   "Ναι...", είπε ο πατέρας. "Όσους γνώρισα είναι φίλοι μου. Μα μπορώ να σου πω κι όσους δε γνώρισα. Κείνοι οι άνθρωποι είναι φίλοι σου και πριν τους γνωρίσεις. Μα είχα κι έναν αδελφό. Πακ Νιόλ ... τον έλεγαν. Μην πασκίζεις, δε θα τον βρεις. Οι πιο πολλοί έχουν το ίδιο όνομα. Ή "Πακ" θα τους λένε... ή "Κιμ"."
   "Μα πώς γίνεται;"
   "Ε, να, γίνεται".
   "Κρίμα..."
   "Μη σκας".
   "Σκάω, γιατί αν καταφέρω καμιά φορά να πάω κατακεί, πώς θα μπορέσω να βρω το φίλο σου;"
   "Δεν πειράζει. Θα βρεις άλλον και είναι το ίδιο".
   Ο πατέρας μπορούσε να μιλάει ολόκληρες βδομάδες γι' αυτόν τον τόπο και για τους φίλους του. Είχε κάνει σ' εκείνα τα λιμάνια ένα σωρό ταξίδια. Πλεύριζε το βαπόρι στο μουράγιο και φόρτωνε ρύζι. Θυμόταν πως οι φορτωτήδες, ύστερα απ' το σκόλασμα της δουλειάς, μαζεύανε το ρύζι μεσ' απ' το χώμα και τις λάσπες σπυρί σπυρί για να ταΐσουν τα παιδιά τους. Ας ήταν η πατρίδα τους πατρίδα του ρυζιού. Το ρύζι τούς έλειπε. Φορτώνανε καραβιές για τους άλλους και τα παιδιά τους πλαγιάζανε νηστικά. "Μια φορά είδα και χειρότερα. Είχανε το ρύζι πάνω στην αποβάθρα βουνό και το βαπόρι κάπνιζε και δε φόρτωνε. Στο τέλος, σήκωσε άγκυρα κι έφυγε. Οι αστυνομικοί τότε περιχύσανε το ρύζι με πετρέλαιο και του βάλανε φωτιά... Κι όποιος νηστικός ζύγωνε να πάρει ένα σπυρί τον τουφεκούσανε. Σαν δεν έχουνε τα μάτια μου τέτοια ειδωμένα..." Η πείνα ξεκλήριζε κάθε χρόνο ένα σωρό φαμελιές. Ποιος να τους λυπηθεί; Οι σερίφηδες ήταν χορτάτοι. Όποιος έλεγε "πεθαίνω", του δίνανε και μια κλοτσιά από πάνω για να πεθάνει γληγορότερα.
   Κείνο το βράδυ που γινόταν λόγος για την Κορέα, ο πατέρας έμεινε ως αργά. Ήταν πιο λυπημένος απ' όλες τις βραδιές. Τώρα οι άνθρωποι κείνοι πεινούσαν περισσότερο, μα αυτό δεν είναι το χειρότερο. Ήσαν και σκλαβωμένοι -να ποιο ήταν το χειρότερο. Ο τόπος τους ήτανε κοντά στον ήλιο και φως δεν είχανε.
   Η βραδιά κείνη που μίλησε ο πατέρας με τόσο πόνο για τη χώρα των παραμυθιών του ήταν η τελευταία. Το άλλο πρωί έφυγε για την Ευρώπη μ' ένα βαπόρι φορτωμένο κανόνια.
   Και δεν ξαναγύρισε... Αυτό είχε γίνει στα μέσα του Μεγάλου Πολέμου. Από 'κει κι ύστερα ο Φιλ μεγάλωσε πια μόνο με τη μητέρα που έριξε όλη της την αγάπη απάνω του.
   Έτσι πέρασαν τα χρόνια, τέλειωσε ο πόλεμος και μπήκε η ειρηνική ζωή γεμάτη από το φόβο του πολέμου. Η νίκη αναγγέλθηκε με μια μπόμπα που έκαψε τα μωρά μιας πόλης για να μάθουν να μην ξανακάνουν πόλεμο. Όταν μια κανονιά της ειρήνης σκοτώνει τόσους πολλούς μαζί ανθρώπους, ο ερχόμενος πόλεμος δε χρειάζεται να κηρυχθεί. Άρχισε με τη λήξη του.

   Στο Σαν Φρανσίσκο αργήσανε να πάρουνε είδηση ότι ο πόλεμος τελείωσε. Δεν πολυείχαν και την έγνοια του. Έπειτα, ούτε σειρήνες ξεφωνίζανε, ούτε αεροπλάνα κάνανε γύρους πάνω απ' την πόλη. Μόνο στα σπίτια που χάσανε άνθρωπο κλαίανε. Μα κανείς δεν τους άκουσε, γιατί οι μουσικές παίζανε πιο δυνατά και τα κορίτσια ρίχνανε απ' τα μπαλκόνια ψιλό ψιλό χαρτί χρωματιστό.
   Ο Φιλ, σαν ήρθε η είδηση για τον πατέρα, δεν ήταν ακόμη ούτε δεκαπέντε χρονών, μα έπρεπε να καμωθεί τον μεγάλο για να παρηγορήσει και τη μητέρα. Άλλον άντρα το σπίτι δεν είχε. Καλόπιασε τη μητέρα, έκανε τάχα με ξεγνοιασιά έναν περίπατο και το βράδυ πήγε κι έπεσε στο κρεβάτι και λούστηκε στο κλάμα. Κανένας δεν είχε τέτοιον πατέρα, ακόμα ούτε κι ανάμεσα στους πεθαμένους. Και το κακό ήταν που δεν ήξερε ποιον έπρεπε να τιμωρήσει γι' αυτόν το θάνατο. Του είπαν ότι έπρεπε να είναι περήφανος κι αυτός τους μίσησε. Ένας πολιτικοντυμένος αξιωματικός που -σαν μιλούσε, στράβωνε το στόμα του- του 'δωσε μια στην πλάτη και του είπε:
   "Φιλ, καρτέρα. Γρήγορα θα πάρεις το αίμα του πίσω".
   Μα κείνος δεν καταλάβαινε πώς θα γινόταν αυτό. Κείνος έχασε τον πατέρα... Τι το ήθελε το αίμα του; Αν έβρισκε τον πατέρα του, γιατί να μην έπαιρνε τον ίδιο παρά να πάρει το αίμα του; Αλλόκοτα πράματα έλεγε κείνος ο αστυνομικός... και είχε και μια γυαλάδα στα μάτια του, που του Φιλ του έφερνε ανατριχίλα. Τον σιχάθηκε με το πρώτο. Ήταν απ' τα μούτρα που στον πόλεμο κάνουν μονάχα τους "μάνατζερ", χειροκροτούν και εισπράττουν μόνο τα εισιτήρια του πολέμου.
   Στο σκολειό, και βέβαια, ο Φιλ δεν ξαναπήγε πια. Έπρεπε να δουλέψει, να κρατήσει το σπίτι ορθό. Η μητέρα ξαφνικά είχε γεράσει. Απ' τη μια μέρα στην άλλη άσπρισαν τα μαλλιά της. Τώρα η αγάπη της γι' αυτό το παιδί έγινε τρέλα. Μακριά απ' τον Φιλ ούτε έτρωγε, ούτε κοιμόταν. Σηκωνόταν μ' όλα της τα γηρατειά και πήγαινε έξω απ' το εργοστάσιο και τον περίμενε να σκολάσει. Δεν είχε τίποτα άλλο πια να κάνει σ' αυτόν τον κόσμο παρά να αγαπά κείνο το παιδί.
   Στο μεταξύ, τ' αγόρι ψήλωνε με σιγουριά. Η φωνή του πρώτα βράχνιασε, κατόπι πάλεψε λίγο ανάμεσα στην αντρική και στην κοριτσίσια και στο τέλος σταμάτησε στην αντρική. Ήταν καστανός με απαλές γραμμές και μια βουλίτσα στο πιγούνι. Το βράδυ όμως που σκολούσε απ' τη δουλειά, η βουλίτσα κείνη ήταν γεμάτη μουντζούρες. Ένα βράδυ μπήκε στο σπίτι τους ένας χοντροπλασμένος άνθρωπος με μακρύ μαντίλι στην τσέπη του σακακιού και τους είπε ότι ο κύριος Δήμαρχος έδινε την άδεια να θαφτούν όλοι όσους πήρε το νερό ή χάθηκαν κάπου στον πόλεμο και δεν ξαναβρέθηκαν. Και λοιπόν, ήταν πολύ ευτυχής που είχε την τιμή να φέρει τις ευχαριστίες του κυρίου Δημάρχου για την αντρεία του αειμνήστου Ιακώβου Στόκερ και να τους προσκαλέσει στην κηδεία. Ω, δεν ήταν να βάλει κανείς πολύ κόπο. Να, ως εδώ παραόξω ήταν το εκκλησάκι. Η επιθυμία του κυρίου Δημάρχου ήταν να τιμήσει την κηδεία ο ίδιος, αυτοπροσώπως, αλλά, βλέπεις, οι κηδείες ήταν πολλές, ένεκα που η κάθε γειτονιά είχε και τον δικό της ήρωα. Και, λοιπόν, ο κύριος Δήμαρχος δεν ήταν πολλά κομμάτια, και γι' αυτό γεια σας και αιωνία του η μνήμη του Ιακώβου Στόκερ -και, αύριο, λοιπόν με το καλό στην εκκλησία. Πολλά τα έτη σας. 
   Η μητέρα είπε κακοφανισμένη πως δεν είχε κανείς καμιά δουλειά ν' ανακατεύεται στο δικό της πένθος. Είχανε τον τρόπο κείνοι να πάνε να κλάψουν τον πεθαμένο τους όπου θέλανε... και δεν είχανε το δικαίωμα κείνοι που τον θάψανε μια φορά να θέλουν τώρα να τον ξαναθάψουν. Ένα θάψιμο του 'φτανε.
   "Ναι, αλλά ο αείμνηστος Ιάκωβος..."
   "Ω, ο Τζακ δεν νοιάζεται για τις ευχαριστίες του κυρίου Δημάρχου".
   Ο ξένος κούμπωσε το σακάκι του και το 'συρε με δύναμη προς τα κάτου.
   "Την καλημέρα μου, κυρία Στόκερ...", είπε πατώντας μια δαγκανιά στο χείλι του. "Εγώ ένα πράμα ξέρω. Δεν είναι σωστό πράμα να λέει η γειτονιά ότι ο Ιάκωβος Στόκερ πάει στον άλλο κόσμο και κανείς απ' τους σπιτικούς του δεν ήρθε να τον κατευοδώσει. Τα σεβάσματα του κυρίου Δημάρχου!"
   Έφυγε σαν να 'σπαζε κάτω απ' τις πατούσες του σκουλήκια. Ο Φιλ ένιωσε γι' αυτόν σιχασιά. Μα τώρα είχαν να σκεφτούν την τελευταία φράση κεινού του χοντρανθρώπου. Όχι. Ο θαλασσομάχος Τζακ Στόκερ δεν άφηνε πίσω του αδιάφορη γυναίκα και παιδί. Κι αν γειτονιά ήθελε να γιορτάσει τη μνήμη του, καλώς να το κάνει. Μα οι Δήμαρχοι και οι κάτι τέτοιοι ποζάτοι παλικαράδες δεν είχαν καμιά θέση στο πένθος τους.
   Την Κυριακή, ο Φιλ κι η μητέρα του ντύθηκαν τα καθαρά τους ρούχα και πήγαν στην εκκλησία. Όλοι παραμέρισαν για να περάσουν η γυναίκα και το παιδί του πνιγμένου. Ο παπάς δεν τα πολυάργησε τα γράμματά του. Είπε ό,τι ήταν για να πει και κατόπι γύρισε σ' ένα μπουλούκι νταγλαράδες που φορούσαν όλοι πένθος και τους είπε πως ήταν η σειρά τους. Τότε ο ίδιος κείνος χοντρομπαλάς που 'ρθε στο σπίτι, προχώρησε μπροστά, έβγαλε απ' την τσέπη ξανά το θεόρατό του μαντίλι και το πέρασε πέντ' - έξι φορές απ' τη μύτη του. Όλα έδειχναν πως για κείνον τον άνθρωπο ήταν πολύ δύσκολο αυτό που ήθελε να κάνει. Στο τέλος, πήρε τη ζώνη του που είχε πέσει κάτω απ' την κοιλιά του, την ανέβασε πάνω στην κοιλιά και είπε με βροντερή άχρωμη φωνή τα παρακάτω λόγια:
   "Λοιπόν... πεθαμένε νεκρέ... να. Είμαστε όλοι εδώ, εσύ, Τζακ, τα 'κανες όλα εντάξει. Η πατρίδα δεν έχει κανένα παράπονο. Λοιπόν, αιωνία σου η μνήμη... να, τι ήθελα να πω. Τώρα το παιδί σου, ο Φίλιππος Στόκερ, θα ακολουθήσει το παράδειγμά σου και θα το δείξει, δηλαδή, θέλω να πω, κι αυτός...  όπως όλα εδώ τα παιδιά μας... θα το δείξουν για καλά. Γιατί είμαστε μια πατρίδα που πρέπει να φροντίζει για την ελευθερία. Τίποτα, ούτε ένα σεντς δεν αξίζει η ζωή χωρίς την ελευθερία...  γι' αυτό όλα τα παιδιά θα κάνουν σαν και σένα, ομοίως και ο υιός σου Φίλιππος".
   Η μητέρα έσφιξε τον Φιλ κοντά της και της ήρθε να ξεφωνίσει. Της ήρθε για μια στιγμή να χυθεί και να ξεσκίσει κείνον τον άνθρωπο.
   Μα κείνος χωρίς να πάρει είδηση συνέχιζε:
   "... Λοιπόν να, αείμνηστε νεκρέ... αυτά ήθελα να πω και, λοιπόν, η μνήμη σου ας είναι αιώνια. Και, ζήτω!..."
   Το μούτρο του ήταν κολυμπημένο στον ιδρώτα. Η μητέρα με τον Φιλ σκύψανε μπροστά στο άδειο φέρετρο -που είχε μέσα ένα μπουκάλι θάλασσα- υποκλιθήκανε και φύγανε με κάτι κρύο και άγριο στην ψυχή τους. Ήταν σαν να επέτρεψαν να κάνουν στον νεκρό τους κάποια ντροπή. Σαν να τον εξέθεσαν γυμνό μπροστά στα ξένα μάτια. Ύστερα γύρισαν στο σπίτι και κλειδώθηκαν μέσα για καμιά εικοσαριά ώρες. Κλείσανε πόρτες και παράθυρα και βγάλανε και το κουδούνι της πόρτας. Δε θέλανε βίζιτες και παρηγοριές. Ας κοιτούσε ο καθένας τη δουλειά του. Η μητέρα είπε: "Όχι, δε θέλω να 'ρθει πια κανείς, κανείς". Ο Φιλ την κοίταξε μ' έναν τρόπο στοργικό στα μάτια.
   "Μα... κανείς; Εντελώς κανείς, μάνα;" ρώτησε κάπως ντροπιασμένα.
   Η μητέρα τον περιεργάστηκε... λιγάκι ξαφνιασμένη.
   "Όχι... Κανείς...", είπε αποφασιστικά.
   Τότε θυμήθηκε ξαφνικά ότι την ώρα του αποχαιρετισμού, εκεί μπροστά στο άδειο φέρετρο, πήρε το μάτι της κάποιο λιγνό κορίτσι. Τώρα που βάλθηκε να το ξανασκεφτεί, θυμήθηκε ότι ήταν και κλαμένο.
   "Φιλ...", είπε και ανασηκώθηκε απ' το ντιβάνι.
   "Ναι, μαμά..."
   "Οι Ρότζερς έχουν κάποιον δικό τους σκοτωμένο ή εγώ κάνω λάθος;"   
   "Καθώς ξέρω, όχι. Καθώς ξέρω, δεν τους έλειψε, όχι, κανείς στον πόλεμο".
   "Αυτό είναι. Εγώ κάνω λάθος".
   "Γιατί μαμά;"
   "Μου φάνηκε πως είδα την πιο μικρή τους -Σάλλυ δεν τη λένε;"
   "Μμ... ναι".
   "Ναι, έτσι μου φάνηκε... πως είδα τη μικρή τους να κλαίει. Μα να το που έκανα λάθος".
   Ο Φιλ την κοίταξε κατακόκκινος.
   "Όχι, μαμά", της λέει, "δεν κάνεις λάθος. Ήταν η Σάλλυ Ρότζερς και της έκανε πολύ πόνο να μας βλέπει εκεί γύρω σε μια άδεια κάσα".
   "Να το!" έκανε η μητέρα πικραμένη... "Ακόμη καλά καλά δεν σε είδα και μια Σάλλυ έρχεται να σε πάρει μέσα απ' τα χέρια μου".
   Ο Φιλ ρίχτηκε απάνω της και την καλόπιανε.
   "Κανείς δεν μπορεί να με πάρει απ' τα δικά σου τα χέρια, μαμά. Όσο για τη Σάλλυ, αυτή ούτε και το θέλει, γιατί κείνη σ' αγαπά πιο πολύ".
   "Πιο πολύ... Τι ψεύτες που είσαστε κι οι δυο... Ας μην ήμουν η μητέρα του Φιλ Στόκερ και θα την έβλεπα εγώ αυτή τη μικρούλα τι είδους αγάπη θα μου 'χε".
   Μα η μικρή γειτόνισσα δεσποινίς Σάλλυ δεν εφάνηκε όλες τις κατοπινές μέρες κι έτσι η συζήτηση αυτή δεν είχε άλλο αποτέλεσμα, παρά να μάθει η μητέρα πως κάποιο άλλο πλάσμα με φουστάνια παραμόνευε να της αρπάξει μέσα απ' τα χέρια της το γιο της... Όπως η θάλασσα κι όπως ο πόλεμος.
   Έτσι φύγανε τα χρόνια μοναχά τους κι ο Φιλ έδειξε μια μέρα πως ήταν ένας αληθινός ψημένος άντρας. Χρόνο στο χρόνο έχυνε μπόι και τα ρούχα του δεν του μπαίνανε. Τρεις φορές τη μέρα η Σάλλυ Ρότζερς έπαιρνε την απόφαση να πάρει μια φόρα και να πάει να πέσει στην αγκαλιά του, μα και τις τρεις ανέβαλλε. Τον είχε κάνει κόνισμα στην καρδιά της -τέτοια αγάπη τού είχε. Και σ' όποιον δίπλα και να τον έβαλε... ήταν πάντα ο καλύτερος κι ο πρώτος. Μα μιλιά δεν βγήκε απ' το στόμα κανενός τους για τίποτα. Ούτε και πήραν ποτέ το κουράγιο να προτείνουν ο ένας στον άλλον κάποιον περίπατο, τέλος πάντων... δυο βήματα. Όλα τα λόγια που είχανε ως τώρα αλλάξει ήταν όλο κι όλο ένα γειά σου.
   "Γεια σου, Σάλλυ..."
   "Γεια σου, Φιλ..."
   Μα το 'ξεραν καλά ότι με τούτη τη φτωχή φιλολογία είχαν καταφέρει κι οι δυο να τρελαθούν από έρωτα. Ήξεραν φυσικά πως ένα στεγνό "γεια σου" δε θα πει τίποτα, μα αυτοί είχαν καταφέρει να τα πουν μ' αυτό όλα και τώρα δεν τους έμενε πια παρά να παντρευτούν. Ύστερα, η Σάλλυ ήταν από φυσικού της λιγάκι ντροπαλή -όχι λιγάκι, πολύ ντροπαλή. Κείνο που έμπαινε εμπόδιο ήταν αυτό που οι μεγάλοι το 'λεγαν "υποχρεώσεις στην πατρίδα". Τούτο το φθινόπωρο ο Φιλ περίμενε να τον καλέσουν στρατιώτη. Είχε κάνει πια και τις ετοιμασίες του. Το ίδιο βράδυ, ο παχύς άνθρωπος με το κρεμασμένο μαντίλι έκανε πάλι την επίσκεψή του στο σπίτι. Τίναξε απ' το πέτο του σακακιού του τη σκόνη που δεν υπήρχε και έβγαλε καινούργιο λόγο.
   Είπε ότι η πατρίδα βασιζόταν σ' αυτόν, γιατί -όπως και να το κάνεις- ένας Στόκερ ήταν πάντα ένας Στόκερ. Έβηξε, έριξε στο στόμα του μια τσίκλα κι είπε στον Φιλ πως ήταν πολύ τυχερός και τον χτύπησε στην πλάτη. Τώρα... γιατί ακριβώς ήταν τυχερός; Σώπα συ... κείνος ήξερε. Και του 'κλεισε το μάτι. Καθόλου δεν αποκλειότανε κείνο το χρόνο -βία τον ερχόμενο- να του δινόταν η ευκαιρία, αυτουνού του Φίλιππου Στόκερ, να πάρει το αίμα του πατέρα του πίσω. Όλο υπονοούμενα κι όλο σαχλές γκριμάτσες ήταν το μούτρο κεινού του ανθρώπου. Τι τάχα ήθελε να πει με κείνη την κουβέντα; Κι άλλος ένας του το 'χε κάποτε πει και με τα ίδια λόγια. Πάνε τώρα χρόνια, τη μέρα που ανάγγειλαν το χαμό του πατέρα του... "Σώπα, Φιλ, γρήγορα θα πάρεις το αίμα του πίσω". Το ίδιο τώρα κι αυτός. Η μητέρα τον αγριοκοίταξε κι εκείνος πήρε τις παχουλές του σάρκες κι έφυγε.
   "Μαμά...", λέει ο Φιλ καταλαβαίνοντας το αίμα μέσα του να καίει, "δεν ξέρω... μα δε θα ήθελα να ξαναβρεθώ αντίκρυ σ' αυτό το υποκείμενο άλλη φορά. Δε θα ήθελα, προπάντων, να βρεθώ από δω κι ύστερα που θα κρατώ πιστόλι. Θα ήθελα να βρεις έναν τρόπο να το πληροφορηθεί αυτό... Γιατί, αν επιμένει "να πάρω το αίμα του πατέρα μου πίσω...", έτσι όπως θα τον έχω μπροστά μου, μπορεί και να κάνω λάθος στο αίμα... Αυτό ήθελα να σου πω..."
   Και βγήκε όξω ν' ανασάνει.
   Η Σάλλυ σάστισε που τον είδε έτσι, την καθημερινή, με τα γιορτινά του. Έτυχε να γυρίζει από κάτι ψώνια και τον ξεχώρισε από μακριά. Έτσι τον ξεχώριζε πάντα αυτή, από μακριά -κι ας βρισκόταν ο Φιλ ανάμεσα σε χίλιους. Σαν άρχισαν να κοντοζυγώνουν, αργοπόρησαν λίγο κι οι δυο σήμερα το βήμα τους. Κάτι πιο πολύ από ένα "γεια σου" ήθελαν να πουν σήμερα, για πρώτη φορά. Τι ήταν όμως αυτό; Ω, το 'ξεραν και οι δυο... Μα... πώς τ' αρχίζουν; Εδώ σ' έχω!
   "Γεια σου, Φιλ..."
   "Γεια σου, Σάλλυ..."
   Ε, καλά, αυτό το ξέρουμε. Παρακάτω...
   Το παρακάτω όμως ήταν πιο δύσκολο κι από μια αγόρευση. Ο Φιλ ζορίστηκε σαν να ήταν να πάρει βουτιά. Στο τέλος, με χίλιους κόπους, βρήκε μια λέξη ακόμη:
   "Τι χαμπαράκια, Σάλλυ;"
   "Καλά..."
   Ύστερα; Λίγο ακόμη και θα χώριζαν. Ευτυχώς που έσωσε την κατάσταση η Σάλλυ.
   "Πώς έτσι γιορτινός...", τον ρώτησε και γίνηκε σαν ντομάτα.
   Ο Φιλ γέλασε σαν μικρό τρυφερό μουσκάρι:
   "Είναι που φεύγω... Περί αυτού ακριβώς πρόκειται. Κατάλαβες;"
   "Α... έτσι...", έκανε ντροπαλή και κακιωμένη η άλλη. "Τότε λοιπόν ... καλό ταξίδι".
   "Ευχαριστώ".
   Και ξεκίνησε κουτά να φύγει. Ξάφνου όμως γύρισε σαν τάχα κάτι να θυμήθηκε:
   "Α, Σάλλυ. Ξέρεις... κείνο, μόλις γυρίσω".
   "Ούτε και ξέρω ποιο... κι ούτε και πού πας ξέρω".
   "Πάω για το στρατό... Έτσι λοιπόν... Μόλις γυρίσω".
   "Ποιο, Φιλ;..."
   "Τίποτα..."
   Η Σάλλυ έπαιζε με κάτι μαντιλάκια που κρατούσε στο χέρι. Ύστερα ξεδίπλωσε κάτι κεντήματα.
   "Ίσαμε τότε θα το 'χω τελειώσει...", είπε. "Ούου... ως τότε, σίγουρα θα τα 'χω τελειώσει".
   "Τι πράμα, Σάλλυ;" ρώτησε χαζά ο στρατιώτης.
   "Τίποτα..."
   Και χώρισαν. Στο δρόμο ο Φιλ είχε τέτοια φούρκα που του ερχότανε να φάει το γιακά του. Ορίστε άνθρωπος που ήθελε να ποζάρει και για αρραβωνιαστικός της Σάλλυ Ρότζερς! Αμ' αυτός δεν μπορούσε να της πει ούτε μια λέξη. Έτσι λοιπόν, είμαστε; Ε, όχι! Κάνει μεταβολή και τρέχει ξοπίσω της. Βρήκε το κορίτσι να κλαίει.
   "Στάσου!" της λέει και την αδράχνει απ' το χέρι. "Κατάλαβες καλά τι ήθελα να σου πω; Ε; Το κατάλαβες;" Και της σφίγγει το χέρι να της το σπάσει. "Το κατάλαβες;"
   "Ποιο;" έκανε κείνη. "Ποιο;"
   "Το... Ε, καλά, τόσο ζόρικο είναι;"
   Κείνη χάιδεψε το πονεμένο της χέρι.
   "Για γάμο ήθελα να σου πω. Κατάλαβες;"
   "Αλήθεια; Αυτό;..."
   "Όχι!"
   Ο στρατιώτης έκανε την πιο άγρια μεταβολή της ζωής του. Τότε τον άρπαξε απ' το χέρι κείνη.
   "Ήσυχα, Φιλ...", του λέει σοβαρά... "Και να μην το 'λεγες τώρα, εγώ πάλι θα σε περίμενα. Τώρα... μπορείς να φύγεις ήσυχος".
   Αυτή ήταν η Σάλλυ Ρότζερς... Ένας άγγελος που τόσα χρόνια δεν έλεγε λέξη... ίσως και για να μη χάσει τους αγγελικούς της τρόπους.
   Μα ο στρατιώτης δεν ήταν διόλου ήσυχος. Όχι, διόλου.
   "Ήσυχος", είπε. "Εγώ, ναι, θα είμαι ήσυχος. Μα οι νεαροί που θα μείνουνε πίσω δε θα είναι καθόλου ήσυχοι. Τόσο δα καρτερούν να ξεμακρύνω για να μπερδευτούν μες στα φουστάνια του κοριτσιού μου. Όχι. Δεν θα είμαι διόλου ήσυχος".
   Η Σάλλυ κέρωσε σαν να την χαστούκισες. Έτσι; Έτσι λοιπόν μιλά αυτός σε κείνην;
   "Τότε καλά... Φιλ...", είπε πληγωμένη. "Μια κι έτσι στέκονται τα πράγματα, μπορείς να φύγεις πιο πολύ ήσυχος. Γιατί εγώ δεν αξίζω τίποτα και δεν έχω λόγο να σε περιμένω. Ώρα καλή".
   Ο Φιλ χύθηκε καταπάνω της.
   "Θα μου το κάνεις αυτό;"
   "Τίποτα δε θα κάνω. Μονάχα θα περιμένω. Αν θέλεις να κάνω και τίποτ' άλλο, δεν μπορώ".
   "Τότε περίμενε!"
   "Δεν έχω ανάγκη απ' τη διαταγή σου".
   Ο Φιλ πήρε φόρα κι έφυγε γεμάτος τρελό έρωτα, έφευγε γρήγορα για να μην τη δείρει.

   Και τώρα, πριν γίνει καλά καλά αρραβωνιαστικός της Σάλλυ Ρότζερς... πριν προφτάσει να το πιστέψει πως μεγάλωσε, πριν μάθει καλά καλά πώς σκοτώνουν, να τον αρματωμένος να πετά μ' άλλους τριάντα πάνω απ' την Ιαπωνική θάλασσα. Τον προόριζαν για ρίξιμο μαζί με άλλους τριάντα, πίσω στα μετόπισθεν του εχθρού. Τώρα θυμήθηκε κείνον τον αποκρουστικό άνθρωπο που του έκλεισε το μάτι. "Τούτο το χρόνο, Φίλιπ, βία τον ερχόμενο, θα σου δοθεί η ευκαιρία να πάρεις το αίμα του πατέρα σου πίσω".
   Η χώρα του "Ήσυχου Πρωινού", τους είπαν, δεν είχε καθόλου ήσυχους ανθρώπους -προπάντων η μισή.
   Τους είπαν ακόμη ότι η γη είναι ριγέ και ότι κάθε ρίγα έχει και τ' όνομά της. Και μια τέτοια ρίγα που τ' όνομά της ήταν "Τριακοστός Όγδοος Παράλληλος" έσκιζε το "Ήσυχο Πρωινό" στη μέση... Τώρα... ακούστε και τα παρακάτω: κείνοι που ήσαν κάτω απ' αυτή τη ρίγα ήταν όλοι αγγελούδια, μπουχτισμένοι όλοι από ελευθερία και πολιτισμό... Κι όσο για τους άλλους, που ήταν πάνω απ' τη ρίγα, ήταν όλοι τους φονιάδες... Μ' ένα λόγο, μπάσταρδοι και ρεμάλια του διαόλου... που πήγαν να κλέψουν τη λευτεριά των αλλονώνε. Και λοιπόν, μια και η δουλειά των Αμερικανών είναι να φροντίζουνε να μοιράζουνε καλά τις ελευθερίες, ήρθαν εδώ για να πάρουν την κλεμμένη Ελευθερία απ' τους κλέφτες και να τη δώσουν πίσω στους νοικοκύρηδες! Έτσι!
   Ο δεκάρικος λόγος που τους έβγαλαν, πριν τους φορτώσουν στο αεροπλάνο, κράτησε τρεις ώρες. Αφού το χώμα, που ήταν κάτω απ' τα τακούνια του αξιωματικού, είχε πατηκωθεί σαν να χόρευε απάνω του κλακέτες. Ο αξιωματικός είχε πάρα πολύ συγκινηθεί απ' τον πατριωτικό του λόγο και, για να μη δακρύσει, έφτυνε. Τους είπε ότι κείνοι οι κερατόσποροι εκεί κάτω βάλθηκαν να χαλάσουνε όλη την ελευθερία, να μην αφήσουνε σπυράκι ελευθερία για κανέναν. Τους είπε ακόμη ότι κάπου χίλια μίλια μακριά από κει κινδύνευε η Πατρίδα. (Τώρα, τι της ήρθε της Πατρίδας να πάει να κινδυνέψει τόσο μακριά απ' τον τόπο της... αυτό ήταν ένα μυστήριο που μόνο οι αξιωματικοί το καταλάβαιναν.) Τους εξήγησε ακόμη, ο αξιωματικός, ότι οι άνθρωποι που πήγαιναν να σκοτώσουν ήταν τέτοιοι που δεν τους άξιζε τίποτε άλλο. Ένα καλό καλό σκότωμα και τίποτ' άλλο. Δε χρειάζεται γιατί. Είναι όλοι τους μια διαόλου σπορά, η χειρότερη σπορά που γίνηκε σ' αυτόν τον κόσμο. Αφού ως και το Θεό διώξανε απ' την ψυχή τους. Ο αξιωματικός αυτό το είπε πολύ θυμωμένος, αλλά τους φαντάρους σταλιά δεν τους ένοιαξε. Τι τους ένοιαζε; Δικός τους ήταν ο Θεός, ό,τι θέλανε τον κάνανε. Πού τον είδαν αυτοί και τον γνώρισαν κι έπρεπε τώρα να πάνε να τον υπερασπίσουν; Επειδή δηλαδή ένα ανθρωπάκι, χίλια μίλια μακριά από δω, μάλωσε με το Θεό του, πρέπει εγώ να σηκωθώ από δω και να πάω να του ζητήσω το λόγο; Άλλο κι αυτό!...
   Ο αξιωματικός σε μια στιγμή στράφηκε ξεχωριστά στον Φιλ. "Έφτασε η ώρα, Στόκερ...", του λέει, "να πάρεις το αίμα του πατέρα σου πίσω..." Περίεργο αίμα ήταν αυτό το αίμα του πατέρα του, μα την αλήθεια! Τι γύρευε εκεί κάτω; Και γιατί άφησε την Αμερική και πήγε να τρυπώσει και να κινδυνέψει μες στο πετσί ενός ξένου κίτρινου ανθρώπου; Αυτά όμως πρέπει να ήσαν βαθιές φιλοσοφίες και δεν τις έπιανε το μικρό του μυαλό...
   Έτσι, πριν ακόμη καλά καλά ο αξιωματικός τελειώσει το λόγο του, βρέθηκαν ζουφωμένοι μες στο στομάχι του αεροπλάνου και πετούσαν κατά τη χώρα του "Ήσυχου Πρωινού". Σ' όλη τη διαδρομή σκεφτόταν ο Φιλ τις ιστορίες του πατέρα. Τους μόλους με το καμένο ρύζι, τα νηστικά μωράκια, το φίλο του Πακ-Νιόλ.
   Σκέψου τώρα να το φέρει η συμφορά και ο αδερφικός αυτός φίλος του πατέρα του να πάει από δικό του βόλι. Μα ο Φιλ δεν κάθισε να το ψιλολογήσει. Πολύ πριν τον ζαλικώσουν με το γυλιό και πριν τον ερεθίσουνε με τις ρητορείες τους οι αξιωματικοί... και πολύ πριν τον μπαρκάρουν μέσα σ' αυτό το αεροπλάνο, είχε πάρει την απόφασή του. Δε θα πυροβολούσε ούτε δέντρο, ούτε πουλί, ούτε φύλλο αυτού του τόπου. Δε θα πυροβολούσε, προπάντων, άνθρωπο... Ας του 'λεγαν όλοι ότι είναι εχθροί του, ότι είναι εχθροί του όλοι... δηλαδή όχι όλοι, μόνο οι Βόρειοι, γιατί οι Νότιοι ήταν όλοι περιστεράκια. Τώρα, πώς τα κατάφερε η Γεωγραφία να κάνει έτσι καλούς και κακούς τους ανθρώπους, αυτό ήταν μια στρατιωτική φιλοσοφία που μόνο οι αξιωματικοί την ήξεραν. Ωστόσο, όμως, πού ακούστηκε να σου δείχνουν τους εχθρούς σου οι άλλοι; Άνθρωποι που ποτέ δε γνώρισες, δεν έβλαψες, πώς τα κατάφεραν να γίνουν εχθροί σου; Ναι, αλλά... βλάπτουν τον Πολιτισμό... σου λένε. Και τι είναι ο Πολιτισμός; Παππούς μου, για να προσβληθώ και να πάω να τους τιμωρήσω; Όποιος το πήρε για... προσωπική του προσβολή, ας πάει να τους ζητήσει το λόγο. Όσο για μένα, καμιά διάθεση δεν έχω να πάω να γαζώσω με το πολυβόλο μου άγνωστα κορμιά... μόνο και μόνο γιατί είναι Βόρειοι! Μα και μεις Βόρειοι δεν είμαστε -έτσι δε μας λένε; Βορειοαμερικάνους. Έτσι δε μας λένε;... Λοιπόν;... Θα θέλαμε να 'ρθούνε σε μας να μας σκοτώσουν;
   Μέσα στ' αεροπλάνο, με το σαγόνι ακουμπισμένο στο γόνατο, καθίσανε όλοι να τα συλλογιστούν όλα τούτα άλλη μια φορά. Τους είχαν βαφτίσει κιόλας μ' ένα φοβερό όνομα. Τους είπαν "Διμοιρία Θανάτου". Τους διάλεξε το Επιτελείο να θυσιαστούν, λέει, για στρατηγικούς λόγους. Και το χειρότερο σ' αυτή την ιστορία είναι ότι έπρεπε όλοι να είναι ευτυχισμένοι και χαρούμενοι. Ο Φιλ έβαλε τα δυνατά του να γίνει λίγο χαρούμενος, μα δεν τα κατάφερε.
   Το σκάφος, όλες αυτές τις ώρες, τραμπαλιζότανε σαν κούνια κρεμασμένη απ' τα σύννεφα. Ο Φιλ δυσκολευότανε στην αναπνοή... ήταν κι οι αρματωσιές του αλεξίπτωτου που τον σφίγγανε στο στήθος. Να, λοιπόν, που η ζωή του τελείωνε έτσι άχαρα, χωρίς να το θέλει. Και το χειρότερο ήταν που πήγαινε να τελειώσει με τον πιο ακατανόητο τρόπο. Μέσα στο στομάχι του μεταγωγικού σώπαιναν όλοι, ανίκανοι να καταλάβουν την αφορμή της θυσίας τους. Ο τρόμος όλο και μεγάλωνε, έπαιρνε μέσα τους μπόι. Να βρεθούν άξαφνα, τόσα παιδιά, μέσα σε μιαν άγνωστη χώρα, ριγμένα απ' τον ουρανό, και να τους παραμονεύουν από παντού οι κάννες...
   Όταν το σκάφος έφτασε πάνω απ' τη Χερσόνησο, η χώρα της "Πρωινής Γαλήνης" ήταν τώρα χώρα της αδιάκοπης βουής. Είχε κιόλας νυχτώσει. Φως δεν άναψαν. Το σκάφος έσκιζε τα σύννεφα σβηστό. Και τότε ο τρόμος χύθηκε μέσα τους μαζί με τη νύχτα ακόμη πιο σκοτεινός. Τίποτα δεν ακουόταν -εξόν απ' τις προπέλες που γύριζαν με άγριο βουητό. Δεν εσάλευε κανένας.
   Όλοι μένανε ακίνητοι σαν ν' αφουγκράζουνταν τις τελευταίες τους στιγμές. Το ταξίδι πια από δω και πέρα ήταν μια κοπιαστική ισορρόπηση ανάμεσα στην τίμια δειλία και την ασυλλόγιστη αποκοτιά. Θ' άφηναν, λοιπόν, να πεθάνουν όλοι έτσι ηλίθια; Θα 'κοβαν τη ζωή που 'χαν μπροστά τους -μια ζωή όλο νιότη- και θα την πετούσαν σαν άχρηστη απόφυση στη λάσπη; Ποιος έκανε αυτή την απάνθρωπη αριθμητική; Δεν ήταν κανένας τους κουρασμένος απ' τη ζωή και δεν είχε πάρει κανείς τους την απόφαση να πεθάνει μόνος. Τους βάφτισαν "ήρωες", χωρίς κανείς να τους ρωτήσει αν συμφωνούν.
   Όλα τα παιδιά κάνουν στη ζωή τους όνειρα κι όλα λαχταρούν να βρεθούν κάποτε στη χώρα των παιδικών τους παραμυθιών, μα κανένας δε σκέφτηκε να πάει εκεί κουβαλώντας της δώρο το θάνατο. Να γιατί ο Φιλ είχε, πιο πολύ απ' όλους, την πιο ματωμένη καρδιά.
   Το αεροπλάνο κάποτε λιγόστεψε την ταχύτητά του κι άρχισε να φέρνει κύκλους πάνω από κάποιο σημείο. Όλοι ήταν αραδιασμένοι μπροστά στην πόρτα, έτοιμοι -με το σύνθημα- να πέσουν. Πρώτος στη σειρά ήταν ο Φιλ. Ο αξιωματικός σήκωσε το χέρι, μ' ένα άσπρο γάντι. Έτοιμοι!... Κάτω ήταν το χάος. Σίγουρα κάπου τέλειωνε ο ουρανός, μα το σκοτάδι συνεχιζόταν ακόμη. Μια σπίθα κρεμασμένη κάπου ολομόναχη έτρεμε να χαθεί.
   Τη νύχτα όλα είναι μαύρα, ακόμη και τα πιο γνώριμα πράματα. Ένας πηχτός αέρας περνούσε έξω απ' την πόρτα. Ο Φιλ ένιωσε μια ανατριχίλα.
   Όποιος βρισκόταν να υποστηρίξει ότι ο θάνατος ήταν κάτι αλλιώτικο, τότε δεν είχε ποτέ πλησιάσει το θάνατο.
   "Πέσε!" φώναξε ο αξιωματικός.
   Μπορούσε να βάλει στοίχημα ότι δεν τον άκουσε. Μια γοργή ιδέα πέρασε απ' το νου του. Αν έλεγε "όχι"; Το πιστόλι του αξιωματικού κρεμόταν στη μέση του σαν άγριο σκυλί που καμώνεται το κοιμισμένο. Δεν πρόφτασε να το ξανασκεφτεί. Ήταν στο κενό. Μπορούσε να βάλει στοίχημα ότι δεν τον έσπρωξαν, μα ήταν πια κρεμασμένος. Το κεφάλι του πονούσε και γύριζε σαν το πουλί που το χτύπησαν στον αέρα. Πρώτη φορά ένιωσε πως βρισκόταν έτσι, χωρίς ούτε τα πόδια του να πατούν πουθενά, ούτε τα χέρια του να κρέμονται από κάπου. Η καρδιά του δερνόταν σαν αφηνιασμένο ζώο και δάγκανε τα στέρνα του να βγει. Το αεροπλάνο πέρασε ξαφνικά βουίζοντας δαιμονισμένα από πάνω του κι ήταν σαν να γκρεμιζόταν ο ουρανός. Τ' αυτιά του δε δούλευαν καλά. Τη δεύτερη φορά που ξαναπέρασε τ' αεροπλάνο τού φάνηκε πως τρύπωσε μες στο κρανίο του. Μακριά, πολύ μακριά, σχεδόν πίσω απ' τη γη, ανέβαιναν κάτι βουβοί κρότοι... Ήταν ο Πόλεμος ή ο Θάνατος που βούιζε έτσι; Σε μια στιγμή του φάνηκε πως άκουσε ένα γέλιο να τρυπάει τη νύχτα. Ήθελε να πιάσει τ' αυτιά του, μα δεν τα 'βρισκε. Το αλεξίπτωτο πάνω απ' το κεφάλι του σφύριζε σαν το πανί ενός ναυαγισμένου πλοίου. Μόνο στα κακά όνειρα οι άνθρωποι πάσχουν έτσι και πετούν.
   Και βρισκόταν στη χώρα του "Ήσυχου Πρωινού"... Μα πού ήταν το πρωινό; Και πού βρισκόταν η ησυχία; Εδώ ήταν μάλλον η χώρα του ταραγμένου βραδινού.
   Μεσάνυχτα σ' έναν αξημέρωτο τόπο. Αέρας πνέει μαύρος, χωρίς ζωή. Ένα χάος πάνω απ' το χάος. Τα σκοινιά που βαστούσε του κόψανε τα χέρια. Και κάτω δεν υπήρχε γη κι ούτε υπήρχε "κάτω". Κι ούτε "απάνω" υπήρχε. Και τίποτα δεν ήταν σωστό, λογικό και βαλμένο στον τόπο του. Το αλεξίπτωτο του έκρυβε τα άστρα -αν υπήρχαν άστρα... Όλα οδηγούσαν στο θάνατο και ήταν χειρότερα απ' το θάνατο.
   Το αλεξίπτωτο άρχισε να παραδέρνει. Το ίδιο και το κορμί του Φιλ. Ήθελε να υπήρχε ήλιος για να 'βλεπε την κάννη που θα τον σημαδεύει. Μια που δε γινόταν αλλιώς παρά να πεθάνει, ας πέθαινε τουλάχιστον φανερά. Είχε μιαν άξαφνη περιέργεια να δει το θάνατο κατάματα. Να ξέρει από πού έρχεται. Ας ήξερε τουλάχιστον γιατί τον κάνανε το θάνατο αναπόφευκτο... Και διάλεξαν ίσα ίσα αυτή την ώρα κι αυτό τον τόπο για να του τον ποτίσουν. Λένε πως οι άνθρωποι λίγο πριν πεθάνουν -σ' όποιαν ηλικία κι αν βρίσκονται- γίνονται γέροι.
   Ο θάνατος -λένε- σ' ωριμάζει κι ύστερα σε παίρνει. Γι' αυτό το ωρίμασμα μπορεί να του χρειαστούν κι εκατό χρόνια, μα του φτάνουν και τρία λεπτά.
   Μα ο Φιλ, αντίθετα, κατάλαβε ότι έγινε μικρό παιδάκι που θέλει να τρέξει στο λιβάδι με τις πεταλούδες κι εκείνοι τον υποχρέωσαν να παίξει μεσάνυχτα το φονιά. Ένας κρότος ακούστηκε... Κατάλαβε πως τον έκανε το κορμί του. Είχε βρεθεί κάπου πεσμένος με τα γόνατα. Ύστερα άρχισε να σέρνεται... Ένα αγκάθι τού έσκισε το πόδι... και ξάφνου βρέθηκε ανάσκελα σ' ένα λάκκο. Πέθανε, λοιπόν, κιόλας και τον θάψανε; Τι περίεργος ήταν ο θάνατος... Ποτέ δεν τον φανταζόταν έτσι. Να λοιπόν που κάτι μένει... Να που δεν τελειώνουν με το θάνατο όλα. Σου περισσεύει λίγη ζωή. Κι άμα βάλεις και τα δυνατά σου ... μπορείς να βρεις και λίγη σκέψη, να συλλογιστείς. Κι ίσως -όσο κι αν είναι άψυχο το χέρι σου- μπορείς να το σαλέψεις λίγο για ν' αγκαλιάσεις κάτι. Μόνο το φως λείπει. Να γιατί τον φοβούνται το θάνατο. Γιατί είναι μαύρος. Και να γιατί είναι πιο φοβερός... Γιατί μπορείς και τον αισθάνεσαι. Μπορείς να λες: "είμαι πεθαμένος".
................................................................................................................ 
   
   Το αλεξίπτωτο πετάρισε λίγο ακόμη σαν φτερό κι ύστερα έπεσε από πάνω του και τον σκέπασε.
   "Μανούλα... τι ζεστό που είναι το πάπλωμά σου. Σ' ευχαριστώ που 'ρθες και στον άλλο κόσμο να με σκεπάσεις για να μην κρυώνω".

   Η μέρα, που την ξυπνούν απ' τον ύπνο τα πουλιά... Το φως, που σκαρφαλώνει τα βουνά για να 'ρθει... Η αυγή, που της ανοίγει το δρόμο το φεγγάρι... Όλα αυτά ήρθαν σήμερα ανάποδα.
   Ο Φιλ, ασάλευτος μες στο λάκκο που είχε πέσει, ρουφούσε το... θάνατό του. Ξάφνου, ένα ξεμοναχιασμένο ταμπούρλο ανέβηκε γεμάτο τρόμο πάνω απ' την πρωινή ατμόσφαιρα. Και μεμιάς, κάθε μικρό ζώο και έντομο της νύχτας έπεσε σε βαθύ θάνατο. Το ταμπούρλο για λίγο βουβάθηκε. Μα σε λίγο ξανάρχισε συντροφευμένο με άλλο ένα. Τώρα κροτούσαν και τα δυο μαζί προσπαθώντας να ξεπεράσει το ένα το άλλο. Το αεράκι πότε πότε ξεμάκραινε για λίγο το μπουμπουνητό τους. Μα σε λίγο το ξανάφερνε πιο δυναμωμένο, σχεδόν άγριο. Μα κάποτε σταμάτησαν απότομα και τα δυο. Ο Φιλ ανάσανε. Μια ορμητική σιωπή μπήκε ανάμεσα στους δυο κρότους και τους χώρισε όπως χωρίζουν δυο σκυλιά που μαλώνουν. Πέρασαν μερικά λεπτά άπνοα. Και ξαφνικά ορμούν εκατό ταμπούρλα μαζί! Ολόκληρος ο αποκοιμισμένος κάμπος γέμισε με ταμπούρλα που χιμούσαν σαν λύκοι από παντού. Πού ήταν τώρα οι άλλοι σύντροφοί του και τι κάνανε; Να είχαν άραγε πεθάνει κι αυτοί; Α... ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι τόσο πολύπλοκο πράμα είναι ο θάνατος. Ότι τόσα πολλά πράματα μαζί, τόσοι κρότοι, τόσος τρόμος, τόση βουή και τόση σιωπή -ήταν αυτό που οι απλοί άνθρωποι λένε "θάνατο".
   Τα ταμπούρλα έσκιζαν με πάταγο τη νύχτα. Έπεφταν, έπεφταν, σαν τις στάλες μιας σιδερένιας βροχής. Και πετροβολούσαν και κουρέλιαζαν την ησυχία αυτής της χώρας, της χώρας της "Πρωινής Γαλήνης". Και τώρα πια δε σταματούσαν, ούτε για ν' ανασάνουν ούτε για ν' αφουγκραστούν τους κρότους τους. Τώρα πια, εδώ τα τουφέκια ήταν άχρηστα. Με τέτοια όπλα ο κάθε στρατιώτης, κι ο πιο γενναίος, και ζωντανός ακόμη να ήταν το πρωί, θα ήταν διαλυμένος και παράλυτος. Μέσα στο κορμί του Φιλ, εκεί κατά το μεσημέρι, δε ζούσε πια ούτε ένα νεύρο. Έτσι, σαν τράβηξαν κάποτε από πάνω του το αλεξίπτωτο και τον ξεσκέπασαν, δεν μπορούσε να σαλέψει ούτε το ματόφυλλό του. Τρεις μικρόσωμοι άνθρωποι με κοφτά μάτια τον κοιτούσαν σιωπηλοί. Ένας έσκυψε και σήκωσε το όπλο που κοιμόταν μαζί του. Ο Φιλ δεν αντιστάθηκε. Του κάνανε νόημα να σηκωθεί. Δεν μπόρεσε. Τότε συνόδεψαν τα σχήματά τους και με κάτι σκόρπιες συλλαβές που δεν είχαν κανένα νόημα. Δε γινόταν συνεννόηση.  Έσκυψαν λοιπόν οι δυο και τον σήκωσαν. Ξάφνου ο ένας τού έριξε ένα ολότελα παιδικό βλέμμα. Και τότε, για πρώτη φορά, ο Φιλ ανακάλυψε ότι είχε ξημερώσει! Ότι δεν ήταν νύχτα... κι ότι δεν ήταν πεθαμένος. Σηκώθηκαν και προχωρούσαν βορινά διασχίζοντας κάτι άγρια βάτα. Ο Φιλ έριξε μια ματιά κατά τον ήλιο και ανακάλυψε ότι ήταν πιο μεγάλος απ' τον αμερικάνικο. Είχαν δίκιο λοιπόν τα παραμύθια του πατέρα. Τώρα δεν είχε πια κανένα φόβο. Ο φόβος είναι κάτι που έρχεται. Άμα τον ζεις, ησυχάζεις. Το ίδιο κι άμα τον ξεπεράσεις. Βάδιζε μαζί με κείνους τους μικρούς στρατιώτες που τον συνόδευαν σαν να τον έβγαζαν περίπατο. Πιο κάτω βρήκαν ένα πεσμένο δέντρο. Καθίσανε κι οι τρεις να χαρούν λίγο ήλιο. Ο ένας έβγαλε κάτι φτηνά λασπωμένα τσιγάρα και τα μοίρασε. Ήταν τυλιγμένα σ' ένα φτωχό κουτί που 'χε για ζωγραφιά ένα παράξενο βουνό που πάνω του έγραφε: "Κουγκ - Γκαν - Σαν". Τράβηξε την πρώτη ρουφηξιά... Ήταν πολύ ευχάριστα. Κείνος που του είχε πρωτογελάσει του ξαναγέλασε πάλι άλλη μια φορά ακουμπώντας του και τον ώμο.
   "Είσαι ο Πακ - Νιόλ;..." τον ρωτά ξεθαρρεμένος ο Φιλ.
   "Χα... Χα..." λέει ο ξένος στρατιώτης κι ενθουσιάζεται.
   Να το λοιπόν που δεν έκανε λάθος ο πατέρας. Ο Πακ - Νιόλ, ο παλιόφιλός του ήταν εκεί με τα μισόκλειστά του μάτια και τον κερνούσε τσιγάρα. 
   "Θέλετε τώρα κι απ' τα δικά μου;" έκανε ο Φιλ κι έβγαλε το πακέτο του.
   Δε του χαλάσανε το χατίρι. Περάσανε από ένα "Τσέστερφιλντ" στ' αυτί τους και το καπνίσανε στο δρόμο. Είχε άλλη γεύση για τους ξένους αυτός ο καπνός. Του το δώσανε να το καταλάβει με κάτι μισόγελα και μικρά ξεφωνητά. Περίεργη ήταν η γλώσσα τους. Είχε μόνο συλλαβές χωρίς να γίνονται λέξεις. Μια ώρα αργότερα μπαίνανε στο στρατόπεδο. Ήταν μια μικρή ισόπεδη κοιλάδα με κάτι μακρόστενες παράγκες τυλιγμένες με συρματόπλεγμα. Μακριά στο βάθος διαγράφονταν κάτι αχυροσκεπές... Πιόκ - Τον ήταν τ' όνομά του. Ο Πακ - Νιόλ τον παρουσίασε στο στρατοπεδάρχη και κάτι πήρε να του λέει. Κουβέντιασαν κι οι δυο τους εκεί καμιά δεκαριά λεπτά. Και μ' όλο που μιλούσαν μόνο με συλλαβές, τα κατάφεραν και συννενοήθηκαν μια χαρά. Στο τέλος, ο διοικητής γύρισε κατά τον Φιλ.
   "Ήρτες στον τόπο μας..." του λέει αμερικάνικα... "ήρτες στον τόπο μας και πέφτεις οπλισμένος πίσω απ' τις γραμμές του Ι - Τζον - Μπου... Τι ήρτες να κάνεις;"
   "Δε με βλάψατε..." λέει ο Φιλ.
   "Αυτό είναι πολύ σωστό..." κάνει ο αξιωματικός. "Γι' αυτό σε ρωτώ ακόμα μια φορά. Τι ήθελες να κάνεις στο Ι - Τζον - Μπου;"
   "Τίποτα... Δεν ξέρω..." αποκρίθηκε αμήχανα ο Φιλ. "Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω".
   "Καλά. Και τότε λοιπόν γιατί ήρτες; Σε ξαναρωτώ".
   "Ο αξιωματικός μου θα μπορούσε να σου εξηγήσει. Εγώ δεν ξέρω. Με γκρεμίσανε απ' τ' αεροπλάνο. Αυτό μόνο ξέρω. Τίποτα άλλο δεν ξέρω".
   "Και δε σου είπανε τι και τι θα κάνεις;"
   "Μου είπανε "για να πάρω πίσω του πατέρα μου το αίμα". Τι γυρεύει εδώ κάτου του πατέρα μου το αίμα; Κείνον τον πνίξανε στον ωκεανό. Ακόμα δεν το κατάλαβα τι θέλει εδώ το αίμα του πατέρα μου".
   Ο αξιωματικός έπαιξε λίγο με το μολύβι. Ύστερα κοίταξε συλλογισμένος τον αιχμάλωτο.
   "Όλοι...", του λέει,  "...όλοι έχουμε από λίγο αίμα του πατέρα σου... Και ο πατέρας σου έχει λίγο αίμα από μας. Όλα τα αίματα μονοιάζουν σαν αδέρφια, τα μυαλά μερικών δε θέλουν να μονοιάσουν. Ναι...", συνεχίζει, "...έχω λίγο αίμα του πατέρα σου, μα για να μου το πάρεις πίσω πρέπει να πάρεις και την ψυχή μου. Την παίρνεις;"
   "Δεν έχω λόγο..." είπε ο Φιλ.
   "Το λοιπόν, δεν είσαι εχθρός μου;"
   "Όχι, δεν είμαι. Αυτό είναι σωστό. Κι ούτε και ήρθα με τη θέλησή μου εδώ. Αυτό είναι ακόμη πιο σωστό. Τούτος ο τόπος είναι το "Ήσυχο Πρωινό". Τι μας έκανε;"
   "Να το που το λες κι εσύ. Τι σας έκανε; Κι όμως ήρθατε να τον πατήσετε".
   "Ο αξιωματικός μου μπορεί... εγώ όχι...", είπε ο Φιλ. "Ούτε και που το ήξερα. Ο πατέρας μου, αυτός που πνίγηκε στον ωκεανό όπως σας έλεγα, μου 'πε ότι είναι καλός τούτος ο τόπος και ότι είναι γεμάτος με φίλους του... Λοιπόν, τι λόγο είχα να 'ρθω να τον βλάψω;"
   "Έτσι είναι... Το κακούργημα είναι που τρώγαμε το ρύζι μας... Τι άλλο έπρεπε να κάνουμε για να μη βλάφτουμε τους άλλους; Οι δικοί σου εκεί κάτω λένε πως είμαστε φονιάδες. Γιατί όμως; Ποιον σκοτώσαμε αναίτια; Αν, όπως το λένε, είμαστε φονιάδες, ας μας δείξουν ποιον σκοτώσαμε. Και τότε, γιατί ξεκινούν απ' την άκρη του κόσμου για να 'ρθουνε εδώ να μας κάψουνε; Ξέρω γιατί είμαστε "φονιάδες". Γιατί δεν τους αφήνουμε να μας σκοτώσουν με την ησυχία τους. Ε, ναι, τέτοιοι φονιάδες είμαστε! Δεν έχουμε τίποτα μαζί σου, στρατιώτη... Μα δε θα σε δώσουμε πίσω, γιατί θα σε ξαναστείλουν να μας σκοτώσεις. Τράβα με το λοχία μας εκεί κάτου. Είναι κι άλλοι δικοί σου. Το ρύζι μας είναι λίγο. Πολεμάμε. Κι οι πατάτες μας το ίδιο, το ίδιο και τα "μου" μας... λιγοστά. Μα δε θα πεθάνετε. Σας έχουμε κι ένα ραδιόφωνο για ν' ακούτε τα τραγούδια του τόπου σας".
   "Όπως και να το πεις, ο τόπος του καθενός είναι ο ωραιότερος του κόσμου. Να, πάρε τον τόπο τούτο, τον δικό μας... αν δεν τον αγαπούσαμε τόσο πολύ και δεν τον προστατεύαμε, οι δικοί σου δε θα μας λέγανε φονιάδες. Πήγαινε τώρα με το λοχία μας. Ό,τι θέλεις να 'ρχεσαι να μου το λες ελεύθερα. Εύχομαι το κακό να μην κρατήσει πολύ -από τους δικούς σου εξαρτάται. Όσο γληγορότερα τον τελειώσουν τον πόλεμο, τόσο το καλύτερο για όλους μας. Λοιπόν, ώρα σου καλή".
   Ο Πακ - Νιόλ με το πηχτό του ήσυχο γέλιο τού 'κανε νόημα να πάει μαζί του.
   Αλλάξανε πρώτα με τον αξιωματικό κάτι συλλαβές, κατόπι φορτώσανε τον Φιλ με τα πράματά του και τραβήξανε για τον καταυλισμό.
   Κάτι νταγλαράδες ίσαμε κει πάνου καθόντουσαν ξαπλανταρωμένοι κάτω απ' τον ήλιο και φουμέρνανε. Κλοτσούσαν κι ο ένας τον άλλον με βρισιές και πειράγματα. Μόλις είδαν τον νεοφερμένο, πέσανε πάνω του σαν τις μύγες. "Μπερλίνα" τον είχαν κάνει. Πες μας και τούτο, πες μας και τ' άλλο. Αν στη Γουόσιγκτον είναι ακόμη Πρόεδρος κείνο το "λεβεντόπαιδο" που 'μοιαζε σαν παπαγαλάκι με γυαλιά. Αν η Μαίρυλιν είναι ακόμη στην τρίχα... και πόσες φορές παντρεύτηκε... Αν εκεί κάτου είναι ακόμη χειμώνας... και πότε τέλος πάντων θα τελειώσει αυτό το "σκατένιο βιολί", ο πόλεμος. Ο Φιλ τους έλεγε το καθετί που ήξερε. Όσο για τον Πρόεδρο, τους είπε ότι λείπει στο ψάρεμα και ότι, τέλος, κάτι άλλαξε στην Αμερική από τότε που φύγανε. Οι πόρτες των σπιτιών γέμισαν άστρα... Όχι, βέβαια, όλες μα κάμποσες και προπάντων στις γειτονιές. Γιατί; Να, για τον καθένα που πεθαίνει εδώ κάτω παραγγέλνει ο Κυβερνήτης και ζωγραφίζουνε στην πόρτα του σπιτιού του ένα άστρο.
   "Ωχ!... Δε θέλετε, ρε παιδιά, να 'χουμε γίνει όλοι άστρα;" ρώτησε ένας κοκκινομάλης. 
   "Εγώ προτιμώ φεγγάρι...", έκανε ένας μικροκάμωτος με μελιά μάτια.
   "Δε θέλουμε να γίνουμε άστρα!..." φώναξε νευριασμένος ένας που στεκόταν λίγο παράμερα. "Ας τελειώσουνε αυτόν τον σκυλοπόλεμο να πάμε στα σπίτια μας σαν άνθρωποι! Αυτή τη γνώμη έχω εγώ... Με λένε Ντικ Άουερ...", λέει στον Φιλ και του απλώνει το χέρι.
   "Τι χαμπαράκια;"
   "Μούρλια είναι εδώ!..." είπε ένας χοντρός που έμενε ακόμα ξαπλωμένος. "Αν μάλιστα δεν είχαμε και κείνες τις κουτσουλιές, θα ήταν πιο σπουδαία. Πάρε τσιγαράκι. Με λένε Σαμ. Τίποτα άλλο".
   "Τι πάει να πει κουτσουλιές;" ρώτησε ο Φιλ.
   "Λέει για τ' αυγά που γεννάνε οι σιδερένιες "κότες" μας", του εξηγούν οι άλλοι.
   "Μα καλά..." έκανε ο Φιλ. "Βομβαρδίζουνε ακόμα και σας;"
   "Κλάνουνε όπου τύχει. Να, ακόμα προχτές, λιανίσανε καμιά δεκαριά παιδιά. Οι μπόμπες είναι κάτι ζώα που κανένα τους δε γνωρίζει τ' αφεντικό του".
   "Δεν ψιλολογάνε ποιους σκοτώνουνε", ξανάπε φουρκισμένος πάντα ο Ντικ Άουερ. "Όπου δούνε κεραμίδι, ρίχνουνε. Τις έχουνε, βλέπεις, παραπανίσιες. Όλη η ιστορία είναι να μη γυρίσει ο πιλότος στη βάση του φορτωμένος. Το πού θα τις ρίξει δεν τον νοιάζει".
   Ο Φιλ μοίρασε τα λίγα τσιγάρα που του περισσέψανε. Τα καπνίζανε όλοι με δίψα κλείνοντας τα μάτια.
   "Τσιγαράκι απ' την πατρίδα...", λέει ο Σαμ. "Όμορφος, πιπεράτος καπνός..." Και τον άφηνε να βγει κλωστές κλωστές απ' τη μύτη.
   Καθίσανε όλοι ανακλαδιστά, ρουφούσαν κι ύστερα παρακολουθούσαν τα γαλάζια φιδάκια όπως φεύγανε κατά τον ουρανό.
   "Πώς τη βολεύετε λοιπόν εδώ;" ξαναρώτησε ο Φιλ.
   "Μούρλια!..." είπε ξανά ο Σαμ. "Θυμάσαι τ' όνομά μου; Σαμ. Τίποτ' άλλο. Το υπόλοιπο είναι παραπανιστό".
   "Ανεργία...", είπε ο κοντούλης.
   "Μουχλιάζεις λίγο λίγο σαν το λασπόψωμο...", είπε ένας ξασπρουλιασμένος.
   "Κι από μάσες;"
   "Ρύζι...", κάνει ο ίδιος. "Κοντεύουμε όλοι να γίνουμε πιλάφια".
   "Δεν τους περισσεύει...", λέει ο Ντικ.
   "Όχι, δεν πήγα να τους κατηγορήσω".
   "Κείνοι πεινάνε πιο πολύ από μας".
   "Το ξαναλέω. Δεν πήγαινα με σκοπό να τους κατηγορήσω".
   Ο Ντικ έβαλε το τσιγάρο κάτω απ' τη μύτη του και τραβούσε τη μυρουδιά του.
   "Σ' αρέσει;" του λέει ο Φιλ.
   "Σπουδαίο. Πέρσι το χειμώνα, πριν πιαστώ, πιάσαμε κάτι δικούς τους. Καλύτερα να μη σου πω τι τους κάναμε".
   "Θα ήθελα να μάθω".
   "Έχεις δει δαμάλια δεμένα; Έτσι τους δέσαμε όλους απ' το λαιμό. Είχαμε μαζί μας και κάτι παιδιά απ' το Τέξας, κάτι γελαδάρηδες που τους έκανε κέφι να παίζουνε μαζί τους ροντέο... Καλύτερα να μην τα θυμάμαι. Θέλεις να σου πω κι άλλα; Εκεί κάτου κατά το Φουζάν είναι το Κόγιε -θα το 'χεις ακουστά".
   "Τι 'ναι τούτο;"
   "Το λένε στρατόπεδο... δικαίωμά τους... Μα για τη δική μου γνώμη, είναι ένα βαρέλι παστωμένο με ανθρωπάκια".
   "Και τους θρέφουνε και άσκημα;"
   "Αυτό δεν είναι τίποτα. Μια μέρα τους καλέσανε ν' απαρνηθούνε μια παράξενη θρησκεία που έχουνε".
   "Ξέρω...", λέει ο Σαμ απ' την ξάπλα του. "Είναι ένας Θεός με μπόλικα γένια και μαύρο φιόγκο. Κάποιος τραπεζίτης με πολύ, καθώς φαίνεται, παραδάκι. Άκουσα κιόλας που το λέγανε: "Τα κεφάλαια" του Μαρξ. Πολύ παραδάκι και πολύ γένι. Δε χωνεύω το γένι. Με φαγουρίζει και στο ξένο πρόσωπο να το βλέπω. Κι εσένα, φίλε", λέει στον Φιλ, "σου φύτρωσε μπόλικο. Σου χρειάζεται ένα γερό ξούρισμα με μάρκα Pal. Δεν υπάρχει καλύτερο ξούρισμα απ' τη μάρκα Pal. Προτιμάτε όλοι τη μάρκα Pal".
   Ο Ντικ νεύριασε:
   "Πάλι τη ρεκλάμα της εταιρίας του άρχισε. Δεν είσαι πια πλασιέ, φίλε. Ξύπνα".
   "Είμαι. Ένας καλός πλασιέ δεν το ξεχνά αυτό ποτέ. «Μπλακ Σφογκ», της Εταιρίας «Ντάρτι εντ Σφογκ - σκοινιά, κατράμια, λίπη». Μια μέρα ο καλός αυτός πλασιέ έπεσε στο ποτάμι -εξ απροσεξίας του δηλαδή. Αμέσως οι περαστικοί του ρίξανε ένα σκοινί για να πιαστεί. Ο φιλαράκος μας όμως θυμήθηκε αμέσως το επάγγελμά του και τους πέταξε πίσω το σκοινί".
   » "Πάρτε το πίσω...", τους λέει... "Τι μου ρίχνετε αυτό το παλιόσκοινο;"
   » "Και τι θέλεις να κάνουμε, άνθρωπε; Εσύ πνίγεσαι".
   » "Να μου ρίξετε ένα σκοινί της Εταιρίας «Ντάρτι εντ Σφογκ», είναι το μόνο σίγουρο".
   Ο Ντικ αγρίεψε.
   "Τράβα πιο πέρα να σαλιαρίσεις κι άσε να συνεχίσουμε τη συζήτησή μας. Πού μείναμε, φίλε -πώς είπες τ' όνομά σου;"
   "Φίλιπ Στόκερ".
   "Εντάξει, Στόκερ. Λοιπόν, πού μείναμε;"
   "Εκεί στο Κόγιε... που θέλανε να τους αλλάξουνε στανικώς μια θρησκεία που πιστεύανε".
   "Ναι, είχανε μια θρησκεία. Αλλά τους άλλους τι τους έβλαφτε;"
   "Σ' αυτό είμαι σύμφωνος μαζί σου".
   "Ναι, μα οι δικοί μας δε λέγανε το ίδιο. Τους δώσανε μια ορισμένη διορία να την αλλάξουνε. Οι άλλοι είπαν "όχι". Η διορία τελείωσε. Αλλά καλύτερα ας τ' αφήσω..."
   "Όχι, πες μου, τι έγινε;"
   "Δούλεψε πολυβόλο. Πέσανε οι πρώτες χιλιάδες... κατόπι οι άλλοι σηκώσανε τα χέρια".
   "Και τι τους κάνανε;"
   "Τους βάλανε να υπογράψουνε. Αλλά με τι μελάνι; Δε με ρωτάς;"
   "Σε ρωτώ. Λέγε".
   "Με κανένα μελάνι. Τους βάλανε και υπογράψανε με το αίμα τους".
   Ο Φιλ ανατρίχιασε.
   "Και τώρα, τι θα μας κάνουνε εμάς μετά απ' αυτό, μπορείς να μου πεις;" ρωτάει ανήσυχος τον Ντικ.
   "Τίποτα δε θα μας κάνουνε. Θα μας ετοιμάσουνε το συσσίτιό μας. Να τον κιόλας που έρχεται ο σιτιστής να πάρει και τα στοιχεία τα δικά σου, ονοματεπώνυμον κ.λπ."
   "Και σε τι γλώσσα συνεννοείται μαζί σας;"
   "Σε καμιά γλώσσα. Ξέρει κάτι ξεκοιλιασμένα εγγλέζικα. Τα υπόλοιπα τα συμπληρώνει με τα χέρια".
   "Και σε τι γλώσσα σε γράφει;"
   "Δε σε γράφει. Σε ζωγραφίζει. Μας έχει κάνει όλους λουλουδάκια. Να τον κιόλας. Γκουτ μόρνινγκ, σέρτζαν".
   "Κουτμόνι...", έκανε ο άνθρωπος και ξεγύμνωσε φιλικά τα δόντια του. 
   Ο Φιλ τον κοίταξε στα μάτια και βάλθηκε να προσέχει το γέλιο του. Ύστερα του είπε τ' όνομά του. Ο σιτιστής έστρωσε το κατάστιχό του πάνω στο γόνατο, δάγκασε το φτερό του, το βούλιαξε μέσα σ' ένα πηχτό μελάνι και βάλθηκε προσεχτικά προσεχτικά να τον ζωγραφίζει... (Ω, είχε δίκιο ο πατέρας... δίκιο σ' όλα.) Σαν τέλειωσε ο σιτιστής τη ζωγραφική του, δίπλωσε το χαρτί και κέρασε τον Φιλ άλλο ένα χαμόγελο.
   "Είσαι ο Πακ - Νιόλ;" τον ρωτά με λαχτάρα ο Φιλ.
   "Γιες... γιες... γιες... Πακ - Γκνιόλ, φρεντ!..."
   Κι ο Φιλ πλημμύρισε από βαθιά συγκίνηση που, ύστερα από τόσα χρόνια, αντάμωσε, γι' άλλη μια φορά, το φίλο του πατέρα του.

   Ο καιρός, τούτον το χειμώνα της αιχμαλωσίας, ήταν αλύπητος. Κατέβαζαν τα βουνά άγριο νερόχιονο και οι κάμποι γέμιζαν κρούσταλλο. Ξεπάγιαζαν όλοι, ντόπιοι και ξένοι. Ένας μικρός λαός με σκιστά ματάκια και πέσανε απάνω του τόσοι πολλοί... μικροί και μεγάλοι. Κουβάλησαν τα νιάτα της Ευρώπης και τα βάλανε να πολεμήσουνε για μια ακαταλαβίστικη υπόθεση. Πάνω σ' αυτή τη ματωμένη γη ξαγρύπνησαν και ξεπάγιασαν κορμιά φερμένα απ' την ηλιόχαρη Μεσόγειο. Νιάτα ξεριζωμένα βίαια απ' τα χώματά τους. Χωριατόπουλα που η γεωγραφία τους τελείωνε στο φράχτη του χωριού τους... ανάκατες φυλές, γλώσσες και τραγούδια. Και κανείς δεν μπόρεσε να τους ξεκαθαρίσει γιατί; Τους λέγανε ότι ο σκοπός ήταν "ιερός" και "μεγάλος" κι αυτοί τον βλέπανε μικρό και σιχαμερό. Ήρθε για μερικούς η αιχμαλωσία για να τους βοηθήσει να πάνε λίγο μακρύτερα. Υπήρχε εκεί μπόλικος άδειος καιρός. Ο Φιλ μεγάλωσε δέκα χρόνια... και δεν είχαν περάσει ούτε τρεις μήνες απ' τη μέρα που τον φέρανε. Κάθε μέρα και κάποιος καινούργιος Πακ - Νιόλ θα τον ζέσταινε με το γέλιο του, θα του 'διωχνε τον παράξενο τρόμο που τον γέμιζε αυτός ο πόλεμος. Ο κόσμος από κει φαινόταν θαμπός και συγχισμένος σαν να τον έσβησες με μολυβιές. Μόνο μια μικρή ζωγραφιά -η μητέρα με τη Σάλλυ- καθισμένες στο κατώφλι του σπιτιού, ήταν ακόμη καθαρή. Το ραδιόφωνο έλεγε ότι πρέπει το δίχως άλλο ο πόλεμος αυτός να τελειώσει. Το ίδιο έλεγε στον Φιλ κι ο Πακ - Νιόλ και το θέλανε κι οι δυο. Μόνο τα αεροπλάνα είχαν αντίρρηση. Κείνα είχαν αναλάβει να τελειώσουν τον πόλεμο με τον δικό τους τρόπο. Μια μέρα έφτασε εκεί ένας ξανθός άνθρωπος μ' ένα κόκκινο σταυρό στο μπράτσο και τους μοίρασε πολλές ελπίδες. Τους είπε ακόμα ότι μπορούσαν να γράψουν από ένα δελτάρι με λίγα λόγια στα σπίτια τους. Όλοι τραβήχτηκαν παράμερα, σαλιώνανε τα μολύβια τους και γράφανε. Ξάπλωσε κι ο Φιλ μπρούμυτα κι έγραψε αυτό το γραμματάκι:
   «Αγαπημένες μου, μαμά και Σάλλυ. Ζω και είμαι πολύ καλά. Μόνο ο χειμώνας μάς παγώνει λίγο άσκημα. Εδώ οι άνθρωποι όλοι είναι φιλόξενοι και καλοί και άσκημα κάνανε να μας λένε πως είναι βάρβαροι. Γλίτωσα από μεγάλο κίνδυνο, τώρα όμως είμαι μια χαρά και δεν πρέπει ν' ανησυχείτε, γιατί είμαι βέβαιος πως γρήγορα θα γυρίσω κοντά σας. Θα περιμένετε όμως λίγο -όχι βέβαια να νικήσουμε, μα να τελειώσει αυτός ο απαίσιος πόλεμος και να ξαναβρεθώ κοντά σας. Σας σφίγγω, αγαπητή μου μαμά και Σάλλυ, στην αγκαλιά μου και μένω παντοτινά δικός σας, Φιλ».
   Όταν μετά από καιρό γύρισε ο Φιλ στο σπίτι, το ξαναβρήκε αυτό το δελτάρι, μα να πως το είχαν καμωμένο: «Αγαπητή μου μαμά και Σάλλυ. Ζω και είμαι πολύ άσκημα. Εδώ οι άνθρωποι είναι βάρβαροι. Γλίτωσα από μεγάλο κίνδυνο, όμως είμαι βέβαιος πως θα γυρίσω ζωντανός. Θα περιμένω λίγο να νικήσουμε και να ξαναβρεθώ κοντά σας. Σας σφίγγω, αγαπητή μου μαμά και Σάλλυ, στην αγκαλιά μου και μένω παντοτινά δικός σας, Φιλ».
   Σε λίγες μέρες το στρατόπεδο σηκώθηκε απ' το Πιόκ - Τον. Απ' τη νοτιά προχωρούσαν καταπάνω με τα τανκς τσαλαπατώντας ό,τι βρίσκανε μπροστά τους. Σε τρεις μήνες είχαν αλλάξει τέσσερα στρατόπεδα. Στο τέλος, ανέβηκαν στις όχθες του Γιαλού και εγκαταστάθηκαν στο Τσουν - Γκαν - Ζιν. 
   Ο πόλεμος, όμως, όλο ανέβαινε κατά τα βόρεια, σκαρφάλωνε στα βουνά, πηδούσε σε ποτάμια και ισοπέδωνε τα σπίτια. Το ραδιόφωνο φώναζε στη γλώσσα του τόπου και κατόπι το γύριζε σ' όλες τις γλώσσες πως δεν φταίνε κείνοι αν πολεμάνε. Πως, αν θέλανε κάτι μ' όλη τους την ψυχή, ήταν να τους αφήσουνε ήσυχους στον τόπο τους. Ότι με κανέναν δεν είχαν προσωπικό άχτι, μα και δεν ήταν διατεθειμένοι να δώσουνε σε κανέναν το κεφάλι τους να το κόψει. Ότι ο ζευγάς αυτού του τόπου ήθελε το καλό του ζευγά κάθε άλλου τόπου, αλλά δε θ' αφήσει σε κανέναν να του περάσουν τη ζέβλα στη θέση του βοδιού. Ότι τον πόλεμο μπορούν να τον τελειώσουν κείνοι που τον άρχισαν -αν θέλουν- και αύριο το πρωί. Αυτοί, έτοιμοι είναι και τώρα. Και τους στέλνανε και μηνύματα, μα κείνοι τους τα γύριζαν πίσω με μπόμπες. Δε θέλανε συνεννόηση, θέλανε πόλεμο κι όπου το βγάλει. Θημωνιές ολόκληρες τις είχανε τις μπόμπες, αν τις αφήνανε θα παλιώνανε και θα περνούσε η μόδα τους. Λοιπόν, είχανε δίκιο οι άνθρωποι που τον συνέχιζαν. Έπειτα, άλλον τρόπο για να γιατρέψουνε τους Κορεάτες απ' τη βαρβαρότητά τους δεν είχαν. Μα οι βάρβαροι αυτοί δεν είχαν σκοπό να αυτοκτονήσουν. Και πολεμούσαν. Εξάλλου, ήταν ο μόνος τρόπος για να σώσουνε τη... βαρβαρότητά τους.
   Ο Φιλ, σε κάθε τέτοια μετακίνηση του στρατοπέδου, ακολουθούσε τη φάλαγγα με μαύρες σκέψεις. Τα αεροπλάνα τους τώρα τους κυνηγούσαν και στις μετακινήσεις. Γιατί τώρα, τούτα τ' αεροπλάνα τούς σκοτώνουν; Σίγουρα γιατί θα 'χουν γίνει "εχθροί". Αλλά πώς γίνανε; Μα κι αν γίνανε -που δε γίνανε- πώς το μάθανε κείνοι αμέσως αμέσως και κουβαλήθηκαν εκεί με τις μπόμπες τους; Ο πόλεμος κάθε μέρα και μπερδευόταν πιο πολύ στο μυαλό του Φιλ. Κάθε μέρα γινόταν και πιο αξεδιάλυτος. Ανακατεύτηκε η ιδέα "λευκός" και "κίτρινος", "εχθρός" και "φίλος". Και στο τέλος μείνανε... κίτρινοι άνθρωποι που τους σκότωναν οι άσπροι γιατί ήταν κίτρινοι και άσπροι άνθρωποι που τους σκότωναν οι κίτρινοι γιατί δεν ήταν κίτρινοι... και που αυτό μπέρδεψε ακόμη πιο πολύ τα πράματα, γιατί, να, τώρα που σκοτώνανε και άσπροι τους άσπρους. Τι βρισκόταν λοιπόν πίσω απ' αυτήν τη βρόμικη ιστορία; Σίγουρα μια άλλη ιστορία ακόμη πιο βρόμικη και πίσω απ' αυτήν άλλη μια ακόμη τρισχειρότερη.
   Ο Φιλ ένα πράμα κατάλαβε καλά· και γι' αυτό του αρκούσε το μικρό του μυαλό: ότι άδικα κάνανε όλο κείνο το δρόμο απ' την Αμερική ως εδώ. Ίσως, αν ήξερε λίγη πολιτική, να το 'βλεπε κάπως αλλιώτικα, μα κείνος τώρα τα 'βλεπε έτσι κι ήταν ευχαριστημένος που δεν ήξερε πολιτική. Ο Φιλ δεν καταλάβαινε γιατί σώνει και καλά πρέπει να 'χεις εχθρούς. Μα κι αν ακόμη δε γινόταν αλλιώς κι αν ήταν υποχρεωμένος να 'χει εχθρούς, γιατί τάχα να πάει τόσο μακριά να τους βρει; Ήταν κάτι μούτρα εκεί στη γειτονιά, κάτι αντεροβγάλτες του καλού Θεού, που ήταν ένα κι ένα για εχθροί του. Γεμάτη ήταν η πόλη με κάτι τέτοιους ξιπασμένους που κουναρίζανε τα μεριά τους σαν καλοθρεμμένα άλογα και ξερνοβολούσανε βρισιές και πειράγματα στον καθένα που δεν ήταν της σειράς τους. Να μούτρα για εχθροί κι ίσα ίσα μπρος στη μύτη του. Τι θέλεις και μπαίνεις στο βαπόρι και σκίζεις μια ολόκληρη θάλασσα για να 'ρθεις εδώ να ξεκοιλιάσεις ανθρώπους που δε γνώρισες;
   Μια μέρα, τ' αεροπλάνα σκοτώσανε τέσσερις απ' τους δικούς τους καθώς λιάζονταν εκεί στην άκρη του καταυλισμού. Είχαν απλώσει τα δίκοχά τους, πά' στα μάτια τους και βάλθηκαν να σκέφτονται τα κορίτσια τους. Έκαναν και κάνα-δυο πειράγματα συναμεταξύ τους πάνω σ' αυτό, ώσπου τους πήρε ο ύπνος. Τότε πέρασαν τρία από πολύ χαμηλά και τους θέρισαν. Στην κηδεία ήρθε κι ένας αξιωματικός, Κορεάτης. Τους είπε πως μέρα νύχτα πασκίζουν να το σταματήσουν το κακό, μα ότι οι δικοί τους δε θέλουν να καταλάβουν καμιά γλώσσα. Πάνω σ' αυτό τέλειωσε το μικρό του λόγο ο αξιωματικός και τους είπε να 'χουνε υπομονή, γιατί εκεί στην Καεζόγκ κάτι γίνεται για ανακωχή. Έτσι τους παρηγόρησε λίγο για το χαμό των συντρόφων τους. 
   Ωστόσο δεν ήταν ψέματα αυτό που τους είπε ο αξιωματικός για την Καεζόγκ. Οι συζητήσεις για την ανακωχή σέρνουνταν σιγά σιγά χωρίς βιάση, μα κάπου έβγαζαν. Σκοντάφτανε -λέει- στο δικό τους ζήτημα, των αιχμαλώτων. Τι θα τους κάνανε; Θα τους αμολούσαν κι όπου πάει ο καθένας τους ή θα τους παραδίνανε μετρημένους; Μήνες κράτησε αυτός ο καβγάς. Στο τέλος, κάπου καταλήξανε. Και μια μέρα σφυρίξανε οι σάλπιγγες. Ο ουρανός καθάρισε ευθύς απ' τα θανατερά πουλιά. Τα κανόνια σκύψανε τις μουσούδες τους στο χώμα. Το μακρουλό κορμί της χώρας ήταν κατάκοιτο και τρύπιο απ' τις πληγές. Τώρα χρειάζονταν γερά, νέα χέρια για να το γιατρέψουνε, να το πλάσουνε ξανά απ' την αρχή. Μα τα χέρια τα πιο πολλά κείτουνταν κόκαλα μες στο χώμα κι όσα έζησαν ήταν κουρασμένα και μισερά. Κι όλα έπρεπε ν' αρχίσουν απ' την αρχή, σαν να ήταν η μέρα κείνη η πρώτη μέρα της δημιουργίας. Άδειασαν τα στρατόπεδα. Άδειασε και το Κόγιε. Οι άνθρωποί του κοιτούσαν ξαφνιασμένοι τον ήλιο, σαν να τους ανέβασαν απότομα ψηλά από κάποιον Άδη. 
   Η δική τους η φάλαγγα έφτασε στο Φουζάν για να πάρει από κει το βαπόρι. Ο Φιλ είχε προφτάσει να στείλει ένα τηλεγράφημα στη μητέρα και στη Σάλλυ. «Έρχομαι γεμάτος αγάπη». Μυρμήγκιαζαν οι άνθρωποι εκεί στην αποβάθρα. Γυροβολούσαν πάνω κάτω βιαστικοί και σαστισμένοι απ' την ξαφνική χαρά. Μα του Φιλ του έκανε εντύπωση κάτι ασυνήθιστο που γινότανε μ' αυτόν και τους συντρόφους του. Απ' την πρώτη κιόλας μέρα. Από τότε που ήρθαν να τους πάρουν εκεί στον Παράλληλο, στην Καεζόγκ. Απ' την πρώτη στιγμή ανακάλυψε ότι δεν ήταν ελεύθεροι. Κάτι μαντράχαλοι, με ατσάκιστα κορμιά και μεγάλα επιδεικτικά πιστόλια, τους είχαν διαρκώς από κοντά. Μα αυτό δεν ήταν το μόνο. Απ' την πρώτη κιόλας στιγμή όλο παράξενα καμώματα τους κάνανε. Πρώτα τους πήραν το σαπούνι τους, τις τσατσάρες τους, τις ξυριστικές τους μηχανές. Ύστερα τους γδύσανε απ' τα ρούχα της αιχμαλωσίας και τους αναγκάσανε να φορέσουν κάτι παράξενα λερά και καταξεσκισμένα ρούχα. Κατόπι τους κλείσανε σ' ένα βαπόρι και τους ταξιδέψανε έτσι κάμποσες ώρες. Στο τέλος τους ξεφορτώσανε στην πλατεία μιας μικρής πόλης και τους φωτογραφίσανε. Ο αξιωματικός τούς διέταξε να μη γελάνε... γιατί, είπε, βγαίνουνε χαλασμένες οι φωτογραφίες. Οι στρατιώτες ήταν γεμάτοι φούρκα. Στο τέλος, ο Ντικ Άουερ δεν άντεξε. Σε μια στιγμή που περνούσε από μπροστά του ένας επιλοχίας, τον τράβηξε απ' το μανίκι.
   "Άκου δω...", του λέει. "Συγγνώμη... Μπορείς να μου ξεκαθαρίσεις τι πάει να πει όλο τούτο το κουκλοθέατρο; Υπόχρεος θα σου μείνω". 
   "Τι θέατρο;" κάνει ανήξερος ο επιλοχίας. 
   "Το κουταβάκι παρασταίνεις; Βγάζουνε τα ζεστά σου ρούχα και σε ντύνουνε με λινάτσες. Ύστερα αφήνουνε το μούτρο σου να γεμίσει τρίχα, σε τσαλακώνουνε καλά καλά κι ύστερα σε στήνουνε μπροστά στη μηχανή και σου λένε: «Μη γελάς!... Αγριοκοίτα». Γιατί, φίλε; Μπορείς εσύ να μου εξηγήσεις; Πολύ υπόχρεος θα σου μείνω".
   "Γιατί θέλουνε να σε φωτογραφίσουνε όπως ήσουνα στην αιχμαλωσία, Μακ... Να γιατί".
   "Στην αιχμαλωσία; Και γιατί δε μ' αφήνουνε έτσι όπως ήμουνα στην αιχμαλωσία; Ε; Γιατί με μασκαρεύουνε; Τι καλπιές είναι αυτές;"
   Ο επιλοχίας πάει από πάνω του και του λέει άγρια:
   "Άκου δω!... Πες στη γλώσσα σου να κάτσει ήσυχα γιατί θα σ' την κατουρήσω! Συνεννοηθήκαμε;"
   "Με συγχωρείς. Μπορείς μια στιγμούλα να μου το επαναλάβεις αυτό που είπες;"
   Μα ο επιλοχίας δεν πρόφτασε. Ένας παπάς πολύ λυπημένος κατέβηκε από 'να σταχτί αυτοκίνητο.
   "Προσοχήηηηη!" φώναξε ο επιλοχίας.
   Ο παπάς προχώρησε βαστώντας ένα βιβλιαράκι και τ' άνοιξε μπροστά στους αραδιασμένους φαντάρους. Φόρεσε τα γυαλιά του -κάτι γυαλάκια με χρυσό σκελετό- και διάβασε όσο τραβούσε η ψυχή του. Στο τέλος, έκλεισε το βιβλιαράκι κι άρχισε να διαβάζει έναν κατάλογο με ονόματα. Οι αιχμάλωτοι άκουσαν σιωπηλοί το προσκλητήριο που κάναν σ' όλους εκείνους τους συντρόφους τους που χάθηκαν απ' τις δικές τους μπόμπες. Στο τέλος ο παπάς αράδιασε κάτι χαϊδευτικά λόγια και κατόπι τραβήχτηκε παράμερα και σταύρωσε φρόνιμα φρόνιμα τα χέρια του. Τότε πήρε τη θέση του ένας αξιωματικός. Ήταν κατακόκκινος απ' το θυμό του κι άφησε ν' αδειάσει όλη η φούρκα του για τους "κίτρινους δήμιους".
   Έφτυσε λίγο κι ύστερα γούρλωσε τα μάτια του και πάσκισε να κάνει τη φωνή του λίγο τρεμουλιαστή:
   "Στέκομαι μπροστά στα μαρτυρικά κορμιά του Μάλκομ Τζέσαπ, του Τίμορ Άλαμπυ, του Άντριους Χάσκετ, του Τζον Μπέιλυ... Οι δήμιοι, αφού τους βασάνισαν με καυτά σίδερα, τους εκθέσανε με ματωμένες πληγές στον ήλιο και αφού στο τέλος κείνοι υπέκυψαν, πέσανε πάνω στα ανυπεράσπιστα κορμιά τους και τους βασανίσανε ακόμη και νεκρούς... Τι τρέχει εκεί;"
   Ένας θολός θόρυβος σηκώθηκε μέσα απ' τη μάζα των αιχμαλώτων. Κάτι υπόκωφα μουγκρητά μιας ταραχής κι αποδοκιμασίας. 
   "Τι τρέχει;" είπε πάλι ο αξιωματικός.
   Τα μουγκρητά δυνάμωσαν πιο πολύ.
   "Τι τρέχει εκεί;" ξαναρώτησε αγριεμένος ο αξιωματικός.
   Η βουή σηκώθηκε πιο δυνατή.
   "Δεν είναι αλήθεια αυτό!..." ξεχώρισε η φωνή του Ντικ Άουερ.
   "Ποιος το είπε αυτό;" ξεφώνισε σκυλιασμένος ο αξιωματικός.
   Ο Ντικ προχώρησε δυο βήματα μπροστά.
   "Μ' αρέσει η αλήθεια...", είπε. "Τα πράματα έγιναν αλλιώτικα. Το σωστό είναι ότι τα ίδια τα δικά μας αεροπλάνα τα λιώσανε τα παιδιά".
   "Πιάστε τον!" φώναξε ο αξιωματικός. "Είναι δηλητηριασμένος!"
   Δυο - τρεις με τα πιστόλια τον αρπάξανε και τον στριμώξανε σ' ένα αυτοκίνητο κλειστό σαν φέρετρο. Σε δυο λεπτά το αυτοκίνητο έβαλε μπρος κι έφυγε.
   "Δεν μπορεί κανένας να ξέρει περισσότερα από έναν αξιωματικό!..." έχωσε τη μύτη του ο επιλοχίας.
   "Είχα τα μάτια μου μαζί...", είπε ήσυχα ο Φιλ. "Ό,τι είδα είναι πολύ αλλιώτικο. Όλο το δίκιο είναι με το μέρος του Ντικ Άουερ".
   "Πρόσεξε εσύ εκεί, γιατί θα σε στείλουμε για «πλύση»", ούρλιαξε άγρια ο επιλοχίας.
   "Σ' όλους χρειάζεται ένα καλό πλύσιμο για να φύγουν οι βρομιές που μας γεμίσατε απ' τη μέρα που μας απελευθερώσατε...", είπε ξανά ο Φιλ.
   "Έχεις και κάποιες βρομιές μες στο καύκαλό σου. Αυτές είναι που θέλουν το πλύσιμο. Λοιπόν, μίλα ίσια".
   "Λέω ό,τι βλέπω".
   "Να μάθεις να λες ό,τι πρέπει".
   "Αυτό που πρέπει, λοιπόν, είναι να λέω ψέματα;"
   "Να λες ό,τι είναι σωστό". 
   "Και το αληθινό δεν είναι σωστό;"
   "Να σου πάρει ο διάολος τη γλώσσα, παλιομπάσταρδε! Είσαι λοιπόν κι εσύ απ' αυτούς τους άθεους; Θα πας για μπουγάδα -ο διάολος να με πάρει. Εγώ θα σε πλύνω, πουτάνας γιε, και θα πιω τα πλυστικά ουίσκι!"
   Ο επιλοχίας αποτραβήχτηκε. Τότε προχώρησε ξανά μπροστά ο αξιωματικός.
   "Τώρα που ησυχάσατε", είπε πιο μαλακά, "ακούστε και τα παρακάτω. Θα 'ρθουνε κάτι σκουλήκια, δημοσιογράφοι και τα τέτοια, και θ' αρχίσουνε να σας ψειρίζουνε, θα κάνουν το καθετί για να σας καταφέρουνε να πείτε ψέματα. Το νου σας".
   "Πληρώνουνε τίποτις γι' αυτό;" ρώτησε ο Σαμ.
   "Όχι, τίποτις".
   "Τότε τι λόγο έχω ν' ανοίξω το στόμα μου; Να ποια είναι η δική μου γνώμη".
   "Λοιπόν...", συνέχισε ο αξιωματικός..., "αφού η αλήθεια είναι ότι τρώγατε ρίζες, ποιος ο λόγος να το κρύψετε;"
   "Όχι ρίζες...", τον διέκοψε ο Φιλ. "Ρύζι..."
   "Ε, Μακ!..." φώναξε ο επιλοχίας. "Δεν μπορείς να ξέρεις εσύ πιο πολλά από έναν αξιωματικό".
   "Τα μάτια μου ξέρουν πιο πολλά απ' όλους τους αξιωματικούς του κόσμου...", είπε ήσυχα ο Φιλ.
   Κείνη ακριβώς τη στιγμή το αυτοκίνητο με τον Ντικ ξαναγύρισε. Ένας δεκανέας πήδηξε κάτω κι ήρθε μπρος στον αξιωματικό.
   "Κάτι έπαθε και ξερνοβολάει...", λέει και δείχνει κατά τον Ντικ.
   "Τι πράμα;"
   "Το παλικάρι που μας δώσατε τώρα δα. Κάτι έπαθε και βγάζει τα σκώτια του".
   "Βγάλτε τον να δω...", διατάζει ο αξιωματικός. 
   "Τώρα πια δεν ξερνοβολάει...", λέει ο δεκανέας. "Τα τίναξε. Κάτι φαίνεται θα 'φαγε".
   Ο δεκανέας γύρισε στ' αυτοκίνητο. Έγινε ησυχία. Ο αξιωματικός έβηξε. Έβηξε κι ο επιλοχίας. Και προχώρησε μπροστά.
   "Βλέπω ότι τώρα όλοι έχετε τη γνώμη ότι τα 'πε καλά ο αξιωματικός", λέει ο επιλοχίας. "Έτσι;"
   "Μούρλια!..." φωνάζει ο Σαμ.
   Τελείωσε. Όλη η διαδικασία ήταν για να στερεωθεί κακότεχνα ένα βρόμικο ψέμα. Ο πόλεμος δεν τελείωσε. Άλλαξε σχήματα. Κείνοι που τον κούρντισαν, ζήτησαν απλώς λίγη αναβολή για να τον λύσουν και να τον μεταφέρουν αλλού.
   Ο Φιλ απ' αυτή τη στιγμή άρχισε ν' ανοίγει σιγά σιγά τα μάτια του. Πήρε να πετά ένα - ένα τα λόγια που του φόρτωσαν απ' τα θρανία ως τους στρατώνες. Ένα κενό άνοιξε μέσα του. Κάτι φωνές άρχισαν να τον ρωτούνε, φωνές προσταχτικές κι επίμονες, που δεν μπορούσαν να τις σκεπάσουν οι φανφάρες.

   Το οπλιταγωγό «Τζένεραλ Μακ - Ρη» έσκιζε τον ωκεανό ήσυχο σαν βόδι. Στην άλλη άκρη του ωκεανού υψώνουνταν κατάφωτα τα σπίτια και το περίμεναν. Ήταν κι αυτό μια μικρή πόλη με τα υπόγειά της, τα μπαλκόνια της, τις φυλακές της. Οι φαντάροι κοιμούνταν ξαπλανταρωμένοι στο κατάστρωμα, κακόκεφοι απ' τη σιγανή πλήξη που δίνουν τα ατελείωτα ταξίδια. Ύστερα, το ταξίδι αυτό δεν ήταν ταξίδι του γυρισμού. Έμοιαζε πιο πολύ με "μεταγωγή" κρατουμένων. Οι οπλισμένοι άντρες της Στρατιωτικής Αστυνομίας επιτηρούσαν με μάτι άγρυπνο την κάθε κίνησή τους. Νερό να πήγαινες να πιεις, θα 'χωναν τη μύτη τους μες στο ποτήρι σου. Στα ρέλια ν' ακουμπούσες, θα 'ρχόταν κι η αφεντιά τους δίπλα να κρεμαστεί σαν φουσκωμένο ρούχο. Και να 'ναι και το βαπόρι αργοσάλευτο...
   Ο Φιλ ήταν μπλοκαρισμένος από παντού. Ήταν ο πιο "επικίνδυνος" απ' όλους. Με κείνο το πείσμα του να υποστηρίζει τους "κίτρινους κακούργους", αποδείχτηκε ένας καθαρός άθεος. Ένας αντιαμερικάνος απ' τους πιο λυσσασμένους. Γι' αυτό κι απ' την έδρα παράγγειλαν να τους τον στείλουν δεμένον, γιατί πολλή δουλειά είχαν να κάνουν μαζί του. Του ετοιμάζανε μια σειρά από μαθήματα "εθνικής μετεκπαίδευσης" και στο τέλος μια γερή πλύση εγκεφάλου. Η μέθοδος αυτή απέδωσε σ' όλες τις περιπτώσεις. Η καταγωγή της χανόταν μες στις σκοτεινές στοές του Μεσαίωνα κι ήρθε να τελειοποιηθεί μες στη μεταλλική συνείδηση του Κλαν. Ο άνθρωπος -σαν μηχανικό συγκρότημα που είναι- πρέπει να μπορεί να λυθεί και να ξανασυνδεθεί απ' την αρχή. Μπορείς ν' απομονώσεις χωριστά όλα τα εξαρτήματα, να τα καθαρίσεις ένα - ένα ή να τα αφαιρέσεις και να τα αντικαταστήσεις με άλλα. Ο εγκέφαλος είναι μια πλάκα που καταγράφει ό,τι θέλει κείνος. Προσπάθησε, λοιπόν, να τον κάνεις να καταγράψει ό,τι θέλεις εσύ. Αν δεν το καταφέρεις, σπάσ' την. Στην Αμερική άρχισε να διαδίδεται επικίνδυνα η ειλικρίνεια. Κακό φρούτο. Δημιουργεί πολίτες τίμιους, δηλαδή βλαβερούς. Η ειλικρίνεια υπονομεύει την πειθαρχία, διαφοροποιεί το σύνολο και διαλύει την πατρίδα. Χωρίς τίμιους μπορώ να κάνω πατρίδα, χωρίς πειθαρχικούς δεν κάνω. Οι πολλές γνώμες είναι πολλά τιμόνια και ρίχνουν το καράβι έξω. Τα προβλήματα είναι τσιμπούρια. Άφησέ με να σε κουμαντάρω. Έχω τον τρόπο να σε καθαρίσω απ' όλες αυτές τις ψείρες. Μια και μπορεί να σκέφτεται ο γελαδάρης, γιατί να σκέφτονται κι οι γελάδες; Στο μακρινό αυτό ημισφαίριο το πνεύμα είναι λίγο, γι' αυτό και δεν το μοιράζουνε, γιατί δεν θα 'πεφτε στον καθένα τίποτα. Είναι λίγο σαν το χρυσάφι, γι' αυτό και πρέπει να το 'χουν κείνοι που έχουν και το χρυσάφι. 
   Το «Τζένεραλ Μακ - Ρη» είναι πολύ αργοσάλευτο και μπορούμε μ' όλη μας την ησυχία να κάνουμε λίγη ανθρώπινη γεωγραφία. Εξάλλου θα το κάνουμε μ' έναν τρόπο πολύ αμερικάνικο, τηλεγραφικό, και θα τελειώνουμε γρήγορα. Αυτό που λέμε "Ιστορία" απαρτίζεται από πολλές μικρές προσωπικές ιστορίες. Κι εδώ, το κάθε οικογενειακό δέντρο έχει στη ρίζα του και λίγο αίμα. Κοντά στο σκελετό του κάθε προγόνου αναπαύεται κι ένα ματωμένο μαχαίρι. Ο μακρινός αυτός πρόγονος ή σκότωσε κάποιον στον Παλιό Κόσμο κι ήρθε στον Νέο για να γλιτώσει. Ή ήταν φτωχός που ήρθε να πλουτίσει. Και πλούτισε το χώμα με το αίμα του. Κυνηγοί ήταν όλοι οι παππούδες ή κυνηγημένοι -απαίσια κληρονομιά που ακολουθεί τις γενιές σαν εφιαλτικό πλέγμα. Κοντά σ' αυτούς, κάποιοι ονειροπόλοι, οι ιδαλγοί που σώσανε ως τα σήμερα ό,τι ευγενικό έχει αυτός ο τόπος. Ύστερα ήρθαν άλλοι. Στον Παλιό Κόσμο πέφτανε λιμοί. Ψηλά στα χωριά, που ήσαν χτισμένα σε γκρεμούς, άκουαν οι γιδάρηδες κάποιο παράξενο παραμύθι. Ήταν πέρα, μακριά απ' τη μεγάλη θάλασσα, ένας καινούργιος κόσμος γεμάτος ευτυχία. Πετούσαν τις γκλίτσες τους και τρέχανε να μπούνε σ' ένα βαπόρι. Οι αρχαίοι κάτοικοι του τόπου, όσοι γλίτωσαν απ' το μαχαίρι, τρύπωσαν μες στις σπηλιές ή ανέβηκαν και κούρνιασαν ψηλά στ' απάτητα βουνά. Μα σ' έναν τέτοιο πληθυσμό, σαν τον νέο, δύσκολα επιπλέουν οι ανθρωπιστές κι οι ονειροπόλοι. Κι όσοι τόλμησαν, το πλήρωσαν -όπως ο Αμπραάμ Λίνκολν- με τη ζωή τους. Μέσα στις κατοπινές εκατονταετίες, οι άνθρωποι και οι τρόποι βέβαια άλλαξαν, αλλά η νοοτροπία έμεινε η ίδια. Πουθενά αλλού ο πλούσιος δεν είναι τόσο πολύ πλούσιος και τόσο πολύ απαίδευτος. Η θεότητα που βασιλεύει στη σύγχρονη αμερικάνικη ζωή είναι η γενίκευση. Δυο κατηγορίες πολιτών υπάρχουνε: τα "καλά παιδιά" και οι "κακοποιοί". Και είναι "καλά παιδιά" όλοι οι άγαρμποι και άνοστοι νέοι που γλείφουν με ηδονή την τσίκλα τους... κι αυτό είναι όλο. Που παίζουνε κάθε Κυριακή το ωραίο τους χόκεϊ και που βγαίνουνε το βραδάκι με το ωραίο τους κορίτσι... κι αυτό είναι όλο. Και "κακοποιοί" είναι κείνοι που τους τσιμπάνε λίγο το κεφάλι τα προβλήματα, που σκύβουν πάνω από ένα βιβλίο, που λένε ένα "γιατί". Και αυτό δεν είναι όλο. Στην Αμερική, δυο κεφάλια μπορούν να ζήσουν πάνω στον ίδιο ώμο, δυο γνώμες πάνω στην ίδια ήπειρο δε ζουν. Το Δόγμα είναι κοφτό και απλό: ή θα 'χεις τη δική μου γνώμη, ή δε θα 'χεις καμιά γνώμη. Η δεύτερη γνώμη είναι σκοτούρα. Και να γιατί, εδώ που όλα μηχανοποιήθηκαν -απ' τα παπούτσια ως τα μυαλά- ιδρύθηκε και το «Εθνικόν Πλυντήριον Εγκεφάλων».
   Σίγουρα, άμα ξεφυλλίσει κανείς τα κατάστιχα της υπηρεσίας Ευρεσιτεχνιών, θα σκοντάψει σε κάποιο όνομα κάποιας ξεστρατισμένης μεγαλοφυίας. Σε κάποιο σκοτεινό σταυροδρόμι της ζωής θ' αντάμωσαν η σύφιλη, ο αλκοολισμός και η σοφία και γεννήσανε αυτόν τον εφευρέτη.
   Να τι ήταν το φορτίο που κουβαλούσε το «Τζένεραλ Μακ - Ρη»: ένα φορτίο άπλυτα μυαλά, που μια μέρα το βαπόρι πλεύρισε επιτέλους πλάι στο εθνικό λοιμοκαθαρτήριο να τ' αδειάσει. Κάτι επιβάτες φέρνανε γύρω γύρω και ψιλορωτούσαν. Μα κανενός δεν του έκανε καρδιά να ρωτήσει δυνατά. Μόνο ένας με καλό σβέρκο πήρε το κουράγιο.
   "Γεια σου, έθνος!..." λέει στον σκοπό.
   Ο σκοπός δεν πρόσεξε. Είχε και τα δυο του μάτια κολλημένα σαν χαρτόσημα στο βαπόρι. Ο άλλος ξαναδοκίμασε:
   "Γεια σου, έθνος, είπα!..." φώναξε δυνατότερα στον σκοπό.
   Κείνος έκλεισε το δεξί του μάτι και τον κοίταξε λοξά με τ' αριστερό.
   "Ας πούμε γεια σου...", του απαντά κρύα κρύα.
   "Όμορφη θάλασσα... ε;"
   "Ας πούμε όμορφη... Τι σε νοιάζει;"
   "Παστρικούτσικη, σκερτσόζα, σαν πουτανίτσα".
   "Τι πάρε - δώσε έχεις μαζί της;"
   "Έχω και παραέχω... Το μεσημεράκι - ένεκα που τα τράβηξα λίγο- την τάισα δυο πιάτα φαΐ. Την τάισα έτσι στόμα με στόμα σαν περιστεράκι... χα χα... Γουστόζικα δεν τα λέω;"
   Ο άλλος κρύωσε πιο πολύ. Σχεδόν ζάρωσε σαν ζώο που το πειράξανε. 
   "Παρεξηγήθηκες;"
   "Έχω εδώ την υπηρεσία μου".
   "Όχι. Σε ρωτώ αν παρεξηγήθηκες..."
   "Τι να παρεξηγηθώ; Έχω την υπηρεσία μου".
   "... Γιατί είναι κάτι μούτρα απ' τους δικούς σας", συνεχίζει ο «σβέρκος», "που επειδή φορέσανε ένα αμπέχονο και κρεμάσανε κι ένα πιστόλι κάνουνε τον κρύο... κατάλαβες;"
   "Δεν έχω λόγο να κάνω τον κρύο... είναι ένεκα που έχω υπηρεσία".
   "Είμαι σύμφωνος μαζί σου. Παίρνεις, λοιπόν, τώρα ένα τσιγαράκι;"
   "Όχι, γιατί είμαι εν ώρα υπηρεσίας".
   "Το καπνίζεις αργότερα... Πού, λοιπόν, τα πάτε αυτά τα πουλάκια; Λιποτάχτες, ε;"
   "Κάτι χειρότερο..."
   "Μπα... Σαν τι;" 
   "Έχει πιάσει το κεφάλι τους κάτι ακαθαρσίες και τα πάνε για πλύσιμο". 
   "Ε, λοιπόν, τους μυρίστηκε η μύτη μου από τρεις ώρες αλάργα. Κείνο που δεν μπορώ να καταλάβω είναι γιατί ανοίξανε διαφορές με το Θεό. Είναι αλήθεια ότι τα βάλανε και με το Θεό, ή είναι τίποτις διαδόσεις;"
   "Όλα να τα περιμένεις".
   "Λοιπόν, σ' ευχαριστώ, φίλε... Φρόντιζε καλά την πατρίδα. Πάρε κι ένα πουράκι για παραΰστερα. Κι όσο για το πλύσιμο που λες, δεν υπάρχει καλύτερο σαπούνι απ' το «Οϊλμάστερ». Γεια σου. Είσαι φίνο παιδί. Στρογγυλό και ζόρικο. Από κάτι τέτοιους σαν και σένα κρατιέται ακόμη η πατρίδα. Λοιπόν... φύλαγέ την. Γεια σου".
   Σήκωσε το "σβέρκο" του και τον πήγε πιο πέρα.
   Τι "ψείριζε"; Δικός του σκοπός. Και σάματι ήταν μόνο ένας. Πήχτρα ήταν το λιμάνι από κάτι τέτοιους. Χασομέρηδες, σουλατσαδόροι "αλήτες". Το βαπόρι κάπνιζε στο ντοκ ήρεμα. Ήταν και κάτι πουλιά που παίζανε με το κατάρτι του γαϊτανάκι. Μιαν άχαρη ιστορία είχε τούτο το βαπόρι. Να κουβαλά φανταράκια απ' τα λιμάνια του κόσμου και να τ' αδειάζει στην Κορέα... κι ύστερα να τα παίρνει από κει κόκαλα και να τα μοιράζει ξανά στα λιμάνια... Άχαρη ιστορία. Τώρα το ναυλώσανε να κουβαλήσει στα "πλυντήρια" αυτούς τους φαντάρους. Μα ήταν η πρώτη φορά που πήρε ανθρώπους ζωντανούς και τους γύριζε πίσω πάλι ζωντανούς. 
   Οι αποβάθρες ήταν πλημμυρισμένες από ένα παράταιρο πλήθος. Κι ανάμεσά του ήταν και κάτι βρόμικα αυτιά έτοιμα ν' αγκιστρωθούν απ' την πρώτη λέξη. Αυτές είναι οι πιο μεγάλες ασκήμιες των λιμανιών. Πιο πολύ κι απ' τους οχετούς που αδειάζουν εκεί το έμπυο της πόλης... κι απ' τα καράβια που μουχλιάζουν στα σάπια νερά.
   Δεν πρόφτασε το καράβι να πλευρίσει και το κοπάδι τους γέμισε όλο το χώρο. Μπορείς να φέρνεις μαζί σου τη χολέρα, τη σύφιλη και τη διαφθορά. Μπορείς να είσαι λαθρέμπορος, παραχαράκτης, μαστροπός... Ουέλ καμ... Καλώς όρισες. Έχεις το ελεύθερο να περάσεις. Εδώ, κύριε, είναι Αμέρικα, χώρα της Ελευθερίας. Δεν την τρομάζουν ούτε η μπόχα σου, ούτε η αχορταγιά σου. Φέρε εδώ ψείρες, φέρε ψώρες, φέρε όλες τις ανομίες του κόσμου... Ουέλ καμ. Εδώ είναι χώρα εισαγωγής των πάντων. Μόνο ιδέες μη μου φέρνεις. Μπορεί -σκύλου γιε- εσένα λέω με το γλυκούτσικο γέλιο... μπορεί να μη σου ερευνήσω τη βαλίτσα σου, ούτε το πορτοφόλι, ούτε τις τσέπες. Το παλιοκαύκαλό σου, όμως, θα το ανοίξω, παλιομπάσταρδε, να το ερευνήσω! Θα σ' το ανοίξω! Ιδέα δε θα πατήσει, όχι, πάνω στο έδαφός μας! Θα την ψοφήσουμε με D.D.T. Θα την κυνηγήσουμε με τα λιβάνια, με τη μπαρούτη, με ό,τι υπάρχει και δεν υπάρχει σ' αυτή τη γη! Δε θα την αφήσουμε να ριζώσει! Εδώ δεν είναι Ευρώπη που πάλιωσε κι άφησε τις ψείρες να την τρώνε. Εδώ είναι Αμερική, χώρα της Ελευθερίας, που πλούτισε και χόρτασε  γιατί κάνει "ψεκασμό" σ' όλα τα λιμάνια της. Περάστε, κύριε! Τι είν' αυτό που κρατάτε απάνω σας; Πιστόλι; Ορίστε. Είστε ελεύθερος να το περάσετε. Εδώ, κύριοι, είναι η χώρα της Ελευθερίας! Πώς είπατε; Δεν είναι, είπατε, πιστόλι;
   "Όχι, κύριε. Είναι βιβλίο". 
   "Βιβλίο; Πνίξτε τον τον μπάσταρδο! Την τρόμπα με το D.D.T. Είναι μολυσμένος! Περάστε, κύριοι! Εδώ η χώρα της Ελευθερίας!"
   Μα το βαπόρι έφτασε. Κι αδειάζει...

   Τα μάτια του Φιλ έτρωγαν το πλήθος της αποβάθρας. Όπου έβλεπε μαύρο φουστάνι, όπου ξάκριζε γκρίζα μαλλιά, στύλωνε με λαχτάρα τα μάτια του.
   Μα η μητέρα δε φαινόταν πουθενά. Τα μαντίλια καλωσόριζαν άλλους. Κάτι άλλους που κρεμούσαν τα κορμιά τους απ' τα κάγκελα του διπλανού ποσταλιού.
   Χιλιάδες μικρές χρωματιστές χάρτινες κορδέλες έδεναν το πλοίο με τη στεριά. Σε λίγο το ποστάλι έφυγε κόβοντας και την τελευταία κλωστή.
   Ο κόσμος κούνησε απότομα, λίγο ξεχασμένα, τα μαντίλια του και κατόπιν αραίωσε. Τότε φάνηκε να προχωρεί ένα μεγάλο μουντό αυτοκίνητο και να πλευρίζει κάτω απ' τη σκάλα του «Μακ - Ρη». Ήταν φανερό τι ζητούσε. Η μορφή του Ντικ Άουερ, του στρατιώτη με το ατρόμητο ύφος, πέρασε απ' τα μάτια του Φιλ, μελανιασμένη απ' την ασφυξία. Ξαφνικά ο Φιλ κάτι ένιωσε δίπλα του. Έτσι, όπως ήταν όλοι κρεμασμένοι απ' τα ρέλια και περίμεναν το ξεφόρτωμα, μια φωνή βόγκηξε κατά το πλήθος που κινούνταν αμέριμνο στην αποβάθρα:
   "Εε! Σεις! Κόσμε! Αμερικάνοι! Εγώ να σας τα πω τι και τι έγινε εκεί κάτω στην Κορέα. Μα πιο καλά να μη σας τα πω, γιατί δε θα μπορέσω". 
   Όλοι από κάτω σηκώσανε τα μάτια τους κατά το βαπόρι και ψάχνανε να βρούνε το ρήτορα. Ο Φιλ πάγωσε. Ο ξαφνικός κείνος ρήτορας ήταν ένα απ' τα καλύτερα παιδιά του λόχου του, τι το 'πιασε;
   Έκανε να τρέξει κοντά του. Μα από κάτω είχε αρχίσει κιόλας ο "διάλογος".
   "Ε, Μακ...", φωνάζει ένας με μια μηχανή. "Σου αγοράζω όλα τα λόγια σου με ένα δολάριο το ένα. Κράτα τα μες στο στόμα σου ώσπου ν' ανέβω".
   "Θα τα ξεράσω για να τ' ακούσει όλη η Αμερική. Δεν είναι για τα μούτρα σου!"
   "Από μένα θα τα μάθει όλα η Αμερική, απ' το Μπροντ-Κάστιγκ... Κράτα, λοιπόν, το στόμα σου".
   "Δε θα τα μάθει από έναν άκαπνο η Αμερική. Θα τα μάθει από έναν στρατιώτη". 
   "Εγώ είμαι η Αμερική. Στάσου κι έρχομαι".
   Το πλήθος από κάτου τον πήρε στο ψιλό.
   "Σιγά να μην πέσουνε τ' άστρα σου..."
   "Τράβα από κει την αρίδα σου να περάσει η Αμερική...", είπε ένας με πράσινο καπέλο.
   Ο Φιλ τον έφτασε κι έμπηξε τα νύχια του στο μπράτσο του στρατιώτη.
   "Αν η ψυχή σου έγινε σκέτο νερό, τράβα να την κατουρήσεις, τι ξεφωνίζεις;" του λέει άγρια.
   "Θα ξεφωνίσει!..." πετάγεται από παραδίπλα του ο Σαμ. "Όλοι θα ξεφωνίσουμε!... Αν ξέρατε τι κάναν εκεί κάτου στους συντρόφους μας τα κίτρινα τσακάλια, κανείς δε θα 'χε κέφι να γελάσει".
   "Σε αγκαζάρω και σένα!..." φωνάζει από κάτω κείνος με τη μηχανή.
   "Έχω κι εγώ πολλά να πω...", φώναξε τώρα κι ένας τρίτος.
   Ο Φιλ έχανε τον κόσμο. Πού πήγε το ζεστό αίμα που έβαφε τα μάγουλα αυτών των παιδιών; Πώς άσπρισαν έτσι τα χείλη τους;...
   Το κλειστό αυτοκίνητο εκεί κάτω στη σκάλα τα 'λεγε όλα. Ευτυχώς, όμως, το κακό σταμάτησε ως εκεί. Σε λίγο, ένας αξιωματικός τον έδειξε:
   "Αυτός είναι που κρατά ακόμη και τους άλλους. Απομονώστε τον γρήγορα. Φέρτε τον κάτω".
    Τον κατέβασαν σηκωτό κάτω. Μπροστά στην πόρτα του αυτοκινήτου ο αξιωματικός έδειξε στον Φιλ αυτούς που φωνάζανε.
   "Τους βλέπεις; Αυτός είναι ο δρόμος σου. Θα τον πάρεις;"
   Νόμισε πως άκουσε μέσα του ένα πρόβατο να βελάζει.
   "Όχι...", είπε.
   Ο αξιωματικός έκανε μια χειρονομία απόγνωσης.
   "Δε γίνεται τίποτα...", τους λέει. "Πάρτε τον για πλύση".
   Οι δυο σωματοφύλακες τον αρπάξανε άτσαλα και τον κλείσανε στο αυτοκίνητο-φέρετρο. Η μηχανή πήρε να δουλεύει. Ύστερα άρχισε να κυλά.
   Το αυτοκίνητο τώρα έτρεχε, μα αυτός δεν το καταλάβαινε. Ο κόσμος, οι δρόμοι, οι άνθρωποι, οι φωνές, ήταν όλα πίσσα. Μόνο η όψη της μητέρας έκανε να του φέξει λίγο, μα ξανάσβηνε σαν τ' ολόγυμνο κερί που παγιδεύεται στη θύελλα. Στην αρχή περίμενε ότι θ' αρχίσει να ξερνά... Κι ύστερα ότι θα πέθαινε. Μα τίποτα απ' αυτά δεν έγινε. Το αυτοκίνητο σε λίγο σταμάτησε κι αυτός ζούσε. Άνοιξαν και τον βγάλανε. Ήταν ζαλισμένος και το κεφάλι του πονούσε σαν να του το ζουλήξανε με τανάλια. Βρισκόταν σε κάποιον αυλόγυρο ζωσμένο με ψηλά τείχη. Στο κέντρο άνοιξε μια πόρτα και του είπαν: "Προχώρα...". Δυο άνθρωποι με χαλασμένο κέφι τον σπρώξανε να προχωρήσει. Τρίκλιζε. 
   "Πονώ...", είπε.
   "Δεν πειράζει... Όλα θα βγουν με το πλύσιμο...", του είπαν.
   Γέλασαν σαν να 'βριζαν. Προχώρησαν σ' ένα διάδρομο.
   "Εδώ...", του είπαν.
   Μπροστά του βρισκόταν μια πόρτα με μουντό χρώμα που άνοιξε μόνη της σαν να τον γνώρισε.
   "Πέρασε εδώ...", του είπε αθέατη από δεξιά μια στρυφνή φωνή.
   Η πόρτα έκλεισε πίσω του. Βρισκόταν σε μια σάλα που ο ένας της τοίχος ήταν καθρέφτης.
   "Είσαι ο Φίλιππος Στόκερ;" ρώτησε η ίδια φωνή.
   "Το κεφάλι μου έχει ένα φρικτό πόνο...", είπε σκοτισμένος ο Φιλ.
   "Το κεφάλι σου έχει και πολλά άλλα άσκημα πράματα...", είπε η φωνή. "Γι' αυτό σε φέραμε εδώ, για να σ' το καθαρίσουμε. Άμα τα μάτια δεν ξέρουνε να βλέπουνε, Στόκερ... τότε το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να σ' τα βγάλουμε".
   Η φωνή εδώ δυνάμωσε. Πήγε κι ήρθε μες στην αίθουσα κάνοντας μια απαίσια βουή:
   "Φίλιπ Στόκερ... Όποιος απαρνιέται την αλήθεια, απαρνιέται την Πατρίδα".
   "Τίποτα δεν απαρνήθηκα!" φώναξε στο κενό ο Φιλ. "Είπα ό,τι είδα".
   "Οι καλοί στρατιώτες λένε ό,τι πρέπει".
   "Κι οι κακοί τι κάνουν;"
   "Η Αμερική δεν έχει κακούς στρατιώτες. Κακοί είναι μόνο όσοι παίζουνε το βιολί του Λένιν".
   "Δεν ξέρω κανέναν τέτοιο βιολιστή...", είπε αθώα ο Φιλ.
   "Καλά... Δεν έχω σκοπό να πονοκεφαλιάσω μαζί σου. Θέλω να μου πεις με ποιο τρόπο σφάξανε οι κίτρινοι τους στρατιώτες μας..."
   "Ψέματα! Όλα αυτά είναι ψέματα!..." φώναξε ο Φιλ.
   "Να σε ποια κατάσταση σε φέρανε τα δηλητήρια, Στόκερ. Σε ρωτώ για τελευταία φορά. Ως πότε θα επιμένεις να λες ψέματα;"
   "Θα επιμένω πάντα να λέω την αλήθεια".
   Μια μπουνιά έπεσε με πάταγο πάνω σ' ένα αθέατο τραπέζι. Τα φώτα μεμιάς σβήσανε, όλα μαζί.
   "Φίλιπ Στόκερ...", ξεφώνισε τώρα η φωνή μέσα απ' το σκοτάδι. "Εσύ ήσουν που παρακολούθησες τη σφαγή. Λοιπόν, πες την. Από δω δε θα βγεις, αν δεν πεις την αλήθεια".
   Ο Φιλ τέντωσε με δύναμη τα μάτια του να δει. Τα μαλλιά του κολλούσαν στο μέτωπό του... κι ήταν κρύα σαν ψιλά φίδια.
   "Θα πεις όλα τα κακουργήματα που είδαν τα μάτια σου. Θα πεις για τους κίτρινους ανθρωποφάγους. Θα τα πεις όλα με τη δικιά σου φωνή. Αλλιώς, ετοιμάσου ν' αποχαιρετήσεις τον κόσμο".
   Τα χείλη του Φιλ είχαν ξεραθεί τόσο που δεν είχε τη δύναμη ούτε να τα βρέξει. Ξαφνικά τα φώτα πάλι άναψαν. Μες στον καθρέφτη τώρα είδε έναν άνθρωπο που δυσκολεύτηκε να τον γνωρίσει. Έλεγες πως όλο του το αίμα άσπρισε μες στο σώμα του.
   "Κανένας δεν μπορεί ν' αντέξει στη δύναμη της Αλήθειας, Στόκερ", ξανάπε η φωνή. "Και τώρα που ησύχασες και ξαναβρήκες και το φως σου, πες τα κακουργήματά τους".
   "Δεν είδα κανένα...", ψιθύρισε ξεψυχισμένα ο Φιλ.
   "Έτσι; Τότε δεν γίνεται αλλιώς. Θα σου αδειάσουμε το κεφάλι".
   Ξαφνικά ο Φιλ είδε μες στον καθρέφτη τον εαυτό του ν' αναποδογυρίζει με το κεφάλι κάτω.
   Ο άνθρωπος γέλασε ξερά κι ακούστηκε να σηκώνεται.
   "Θα ξαναγυρίσω σε μια βδομάδα...", είπε. "Ως τότε θα 'χει κιόλας αδειάσει το κεφάλι σου και θα σου βάλουμε καινούργια μυαλά... Αμερικάνικα. Χαίρετε".
   Τώρα ήταν ολομόναχος με τα πόδια στον αέρα. Ήθελε να μετακινηθεί, μα φοβόταν μη σπάσει το κεφάλι του. Ανακατευόταν κιόλας σαν ν' ανέβηκαν όλα τα σπλάχνα του στο στόμα. Του φαινόταν πως ο ιδρώτας είχε κάνει αυλάκι στο μέρος που πατούσε το κεφάλι του. Σε μια στιγμή έβαλε όλα του τα δυνατά και ξεφώνισε άγρια μες στην άδεια σάλα:
   "Μητέρα... Πού είσαι... Ξύπνα με!!"
   Από κάπου πολύ βαθιά σηκώθηκαν κάτι ξερά γέλια.
   "Ξύπνα με!..." ξεφώνισε πιο σπαραχτικά ο Φιλ.
   Τα γέλια ακούστηκαν τώρα πιο ξέμακρα.
   Το φως έμενε ακίνητο σαν νεκρό. Ποτέ δεν θυμόταν να είχε δει πιο άσπρο φως. Η σάλα τούτη πρέπει να ήταν το διαμέρισμα κάποιου νεκροταφείου. Να είσαι θαμμένος με το κεφάλι... Ρολόγια δεν υπήρχαν για να μετράς το περπάτημα του χρόνου. Μα ούτε και μπορούσε να μετρήσει ο Φιλ. Το μυαλό είχε ανεβεί στα πόδια του. "Θα ξανάρθω σε μια βδομάδα", είπε κείνη η φωνή. Μόλις αυτό καταφέρνει ακόμη να θυμάται. Ύστερα το ξέχασε κι αυτό, τα ξέχασε όλα. Δεν καταλάβαινε να υπάρχει κανένα μέρος του κορμιού του που να μπορεί να σκέφτεται. Είχε αδειάσει όλο. Κι αυτό που λένε νους, σίγουρα θα χύθηκε στο πάτωμα μαζί με τον ιδρώτα του.
   Άρχισε να κερδίζει μια - μια τις αισθήσεις του απ' τη στιγμή που ανακάλυψε ότι το κορμί του ήταν στη σωστή του στάση και το κεφάλι του ξαναβρισκόταν στη θέση του. 
   "Να... Φιλ... που ξανάγινες πάλι ένα κομμάτι ζωντανό...", λέει κείνη η φωνή σαν να μιλούσε μέσα από αχλύ. "Αν τώρα θέλεις, ξαναγίνεσαι άνθρωπος, στο χέρι σου είναι. Το κεφάλι σου πλύθηκε απ' τις ακαθαρσίες. Τώρα είναι καθαρό, καθαρό... έτοιμο να γεμίσει με σωστά μυαλά. Τι θυμάσαι, Φιλ;"
   Μάταια ο Φιλ πάσκισε να θυμηθεί κάτι, ν' ανεβεί από κει που έπεσε... Αδύνατο. Τώρα πια δεν είχε τη δύναμη ούτε να πασκίσει.
   Τίποτα. Πίσω του ήταν το απόλυτο κενό. Ο πίνακας της μνήμης του ήταν άδειος. Πάσκισε πάλι. Ξανά και ξανά... Βασανίστηκε... Τίποτα.
   Μια πόρτα ξάφνου έτριξε πίσω του. Κάποιος τον έπιασε απ' το μπράτσο. Κάτι του είπε στ' αυτί και μετά του το τράβηξε κιόλας χαϊδευτικά. Το χνώτο του βρομούσε δυνατό καπνό. Διασχίσανε τον αυλόγυρο και πέρασαν μέσα σε μια καθαρή ολόφωτη αίθουσα με γραφείο, τηλέφωνα και λουλούδια. Ένας κουρασμένος άνθρωπος με γυαλιά καθόταν πολυάσχολος στο γραφείο του.
   "Είναι ο Στόκερ...", είπε ο συνοδός του.
   "Α, Στόκερ...", είπε ο άνθρωπος χωρίς να τον κοιτάξει. "Έχουμε εδώ την αναφορά σου, Στόκερ... αυτήν που μας έκανες χτες..."
   Του άπλωσε ένα γραφομηχανημένο χαρτί.
   "Προσπάθησε να την αποστηθίσεις...", του είπε. "Προσπάθησε, παιδί μου, γιατί η Επιτροπή δεν τη δέχεται γραπτή. Έχεις κάμποσο καιρό μπροστά σου. Στο καλό, Στόκερ... Α, έφαγες; Πέρασε, παιδί μου, απ' τον μπουφέ κάτι να τσιμπήσεις".
   «... Η πρώτη τους δουλειά ήταν ν' αδειάσουνε το γυλιό μου και να φάνε τα σαπούνια μου...».
   Έτσι άρχιζε την έκθεση της αιχμαλωσίας του το άλλο πρωί στην Επιτροπή ο στρατιώτης Φίλιπ Στόκερ. Είχε ένα ύφος ήμερης ειλικρίνειας, ένα ύφος μικρού παιδιού που διηγείται με απόλυτη πίστη τα παραμύθια που του είπε ο πατέρας του. Με απόλυτη πεποίθηση, χωρίς φόβο ή δισταγμό:
   «Μας πήραν τα παπούτσια μας και μας προστάξανε να φορέσουμε στα πόδια κάτι αχυρένια σακούλια. Το μεσημέρι μάς ταΐσανε κάμπιες με ρύζι και το βράδυ εξαφανίσανε τον πρώτο της παρέας, γιατί δεν ήθελε να συμφωνήσει ότι δεν υπάρχει Θεός...». 
   Το απόγευμα τα ξανάπε σ' έναν ουλαμό υπαξιωματικών και το βράδυ τον παρουσιάσανε στους δημοσιογράφους...
   Ο Φιλ Στόκερ είχε συνέλθει. Μπορούσε πια άφοβα να παραδοθεί καθαρός στην κοινωνία.
   Το άλλο πρωί, η κυρία Στόκερ, πηγαίνοντας ν' ανοίξει στο κουδούνισμα της πόρτας, βρέθηκε μπροστά σ' έναν άγνωστο άνθρωπο... Έναν κλαμένο δίχως δάκρυα, χαρούμενο δίχως γέλιο... έναν πεθαμένο που περπατά. Στο πρόσωπό του γνώρισε με τρόμο το γιο της κι έπεσε στο πάτωμα.
   Είδε κείνος την ηλικιωμένη γυναίκα, την είδε να πέφτει, δρασκέλισε και μπήκε μέσα.

   Άμα τον έβλεπες από μακριά δεν έδειχνε ο Φιλ τίποτα το τρομερό. Έμοιαζε μ' ένα παλικάρι ξεχειλισμένο από έκσταση, μικρό πουλί που το μέθυσε η ζωή με τις καλοκαιρινές της μοσκοβολιές. Μα στην πραγματικότητα ήταν ένα νέο ακυβέρνητο καράβι που μια νύχτα με θύελλα κόπηκαν τα σκοινιά του και παράδερνε στο πέλαγο. Δεν είχε παρελθόν, ούτε και κανένα απ' τα πράματα που έβλεπε και άγγιζε δεν είχαν παρελθόν. Κόψανε από πάνω του τη μνήμη και την πέταξαν. Η ζωή αποχτούσε ιστορία απ' την ώρα που την αντίκρισαν τα καινούργια του μάτια. Προσπαθούσε ν' αγαπήσει τη γκριζόμαλλη κείνη γυναίκα που, κατά σύμπτωση, είχε το ίδιο μ' αυτήν όνομα, που τον έλεγε παιδί της και που επέμενε -άγνωστο γιατί- να τον παρακαλά να τη λέει "μητέρα". Είναι σκληρό να 'ρχεται κανείς στον κόσμο σ' αυτή την ηλικία. Το πιο παράξενο ήταν που αυτή η κυρία -η κυρία Στόκερ- έδειχνε να τον γνωρίζει πολύ πριν τη γνωρίσει αυτός κι είχε τη συνήθεια να του δείχνει πάντα τη φωτογραφία κάποιου παιδιού, που ποτέ δεν είδε στη ζωή του -άσχετο αν έγραφε στο πλάι: "Στην καλή μου μαμά, Φιλ".
   Μπορεί κι άλλος να 'χει το δικαίωμα να 'χει μαμά και να λέγεται Φιλ Στόκερ. Μια δεσποινίς -η δεσποινίς Σάλλυ απ' τη γειτονιά- έριχνε πάνω του κάτι απελπισμένα μάτια. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι γύρευαν απ' αυτόν κείνα τα απελπισμένα μάτια, ούτε και γιατί ήταν απελπισμένα μάτια. Είχε προσέξει και αυτό: ότι όλα τα μάτια που τον κοιτούσαν ήταν απελπισμένα. Δεν μπορούσε να καταλάβει... γιατί ήταν απελπισμένα κείνα τα μάτια. Μήπως ήταν αυτός που τα γέμιζε μ' απελπισία;
   Η κυρία Στόκερ έτρεμε γύρω του σαν ξεπαγιασμένο πουλί γύρω απ' τη φωτιά. Ήταν όλη μια έγνοια. Μα κεινού τα μάτια ποτέ δε σταμάτησαν απάνω της. Γλιστρούσαν... κι έφευγαν χωρίς ο ίδιος να το θέλει.
   Η μητέρα με τη Σάλλυ μιλούσαν τ' απόβραδα χαμηλόφωνα στην αυλή, πάσκιζαν να βρουν φερσίματα και λόγια που να του ξανάδιναν πίσω την παλιά του ψυχή, που να τον έφερναν ξανά κοντά τους. Ν' αρχίσει να ξανακαταλαβαίνει τη γλώσσα τους.
   Έτσι κύλησε κάποιο διάστημα. Χειρότερα δεν μπορούσαν να φανταστούν, γιατί δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι υπάρχουν και χειρότερα. Σφίγγανε τις γροθιές τους προς άγνωστη κατεύθυνση, μην ξέροντας κατά πού να καταραστούν. Ο Φιλ είχε απομείνει για πάντα εκεί κάτου... εκεί που τον στείλανε να σκοτωθεί. Από κει έφερε μόνο το κορμί του, κάτι σαν μια φωτογραφία του. Η μουσική ζωή, που άλλοτε κυλούσε γάργαρη σ' αυτό το σπίτι, έφυγε αφήνοντας στη θέση της μια μουντή σιωπή. Η Σιωπή τώρα καθόταν τα βράδια στα καθίσματα του μεγάλου σαλονιού, εκεί που φλυαρούσαν κάποτε ξέγνοιαστα οι γειτόνοι. Δεν έμπαιναν πια ξένοι στο σπίτι. Τους ερχόταν πικρό να κοιτάζουν κείνο το παιδί με τη χαμένη μνήμη και να μην έχουν με τι να κυλήσουν τις ώρες τους. Ο Φιλ τους κοιτούσε χωρίς περιέργεια μα και χωρίς εμπιστοσύνη. Του ήταν δύσκολο ν' ακούει όλες αυτές τις αφηγήσεις για ένα άγνωστο παρελθόν, για πρόσωπα και γεγονότα που ούτε τα είδε ούτε τ' άκουσε. 
   Μια μέρα, στην πόρτα του σπιτιού σταμάτησε ένα κλειστό αυτοκίνητο.
   Ένας στρογγυλοπρόσωπος κακοξουρισμένος άνθρωπος έβγαλε απ' το τζάμι του αυτοκινήτου το κεφάλι του και ρώτησε αν ο στρατιώτης Φιλ Στόκερ ήταν εκεί.
   "Δεν είναι πια στρατιώτης...", είπε η μητέρα.
   "Τώρα είναι που είναι πιο πολύ στρατιώτης...", είπε απ' το τζάμι του ο κακοξουρισμένος άνθρωπος κι έψαξε να βρει μέρος για να φτύσει.
   "Ό,τι κι αν είναι... τώρα πια είναι μονάχα δικός μου. Και σας παρακαλώ να φύγετε".
   Ο άνθρωπος κατσούφιασε.
   "Κυρία Στόκερ", της λέει με χαλασμένη φωνή, "αν θέλετε το καλό σας, δε σας συμβουλεύω να τα βάλετε με την Πατρίδα. Στη χώρα αυτή, η Πατρίδα είναι πιο πάνω απ' όλα και δε σας συμβουλεύω να ξεχωρίσετε τα νιτερέσα της. Θέλουμε το στρατιώτη Στόκερ και το πράμα τελειώνει εδώ. Ε, παλικάρι...", λέει στον Φιλ που τον είδε να ξεπροβάλει απ' την πόρτα.
   Ο Φιλ στάθηκε και τον κοιτούσε απαραξένευτα. Ο άνθρωπος απ' το τζάμι τον κάλεσε τώρα με το δάχτυλο.
   "Ψιτ... Παλικάρι... έλα δω που κάτι σε θέλω. Σου 'χω μια θέση εδώ δίπλα μου, στα μαλακά. Έτσι μπράβο. Να, αυτό θα πει καλόγνωμο παλικάρι. Πώς να μην πάει μπρος η πατρίδα... Ωπαλάκια. Έτοιμος; Μπρος! Πάμε..."
   Η μητέρα ξεφώνησε, μα το αυτοκίνητο τη γέμισε σκόνη κι έφυγε. Και κείνη έμεινε κει στο πρεβάζι κι έβλεπε το παιδί της να φεύγει σαν να 'φευγε για τον άλλο κόσμο.
   Ο Φιλ ήταν ανέμελος. Δεν ήξερε... Μα ούτε και τον ένοιαζε πού τον πάνε. Το καινούργιο μυαλό που του βάλανε ήταν τεμπέλικο, ένας πρωτόγονος μηχανισμός, καλός μόνο για να υπακούει. Το αυτοκίνητο μπήκε τώρα στις φαρδιές λεωφόρους, κύλησε αγέρωχα κάτω απ' τις σκιές των μεγάλων σπιτιών και πήγε και φρενάρισε σύρριζα σε μια πόρτα ψηλή με μπορντούρες από σφυρηλατημένο μέταλλο.
   "Έλα, Στόκερ...", λέει ο συνοδός του. "Πήδα κάτω σαν καλό παιδί να πάμε που σε θέλει ο πρόεδρός μου".
   Ο Φιλ κατέβηκε και πέρασε πρόθυμα την ψηλή πόρτα. Στρίψανε σ' ένα διάδρομο, μπήκαν στο βάθος και σταμάτησαν μπρος σ' έναν μεγαλοκάμωτο άντρα που καμάρωνε τα παπούτσια του.
   "Όλα έτοιμα...", λέει ο συνοδός.
   "Μπιούτιφουλ!... Ένα λεπτό να δώσω είδηση".
   Πήγε κι ήρθε με δυο δρασκελιές. Ύστερα άπλωσε μια χερούκλα και χάιδεψε τον Φιλ δείχνοντας μια σειρά άγρια χρυσά δόντια.
   Ο συνοδός φεύγοντας γαργάλισε την πλάτη του Φιλ.
   "Να είσαι φρόνιμος, ε, Στόκερ; Γεια σου τώρα".
   Το μάθημα ήταν σύντομο. Όλοι οι άνθρωποι από δω και πέρα που δούλεψαν με τον Φιλ είχαν την ιδιοτροπία να μην τον κουράζουν. Του δώσανε ν' αποστηθίσει ένα απλό παραμύθι γραμμένο στη μηχανή: «Είδα με τα μάτια μου και άκουσα με τ' αυτιά μου τον (ένα όνομα) να ασκεί ψυχική και ηθική βία πάνω στους (ονόματα) προσπαθώντας να τους μυήσει στον αθεϊσμό και να τους παρασύρει εις πράξεις στρεφομένας ενάντια στην Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση. Δηλώνω επίσης ότι προσπάθησε να εξαγοράσει και μένα με ρούβλια».
   Το μάθημα δεν είχε ποικιλία. Η Ανακριτική Επιτροπή είχε τυφλή εμπιστοσύνη στις καταθέσεις του μάρτυρος Φίλιπ Στόκερ. Έτσι, ο Φιλ, ο γιος του ήρωα Τζακ Στόκερ που κοιμόταν στα βάθη των ωκεανών, πήρε τον τίτλο του "αξιόπιστου μάρτυρα" στις ανακριτικές επιτροπές που καταδιώκανε τα πολιτικά... εγκλήματα. Κι έτσι, κάθε μέρα, βυθιζόταν όλο και βαθύτερα στο χαμό. Τέτοια αταραξία μόνο τα αξιολύπητα τέρατα και μόνο τα όντα που τα πότισε ολοκληρωτικά η πώρωση μπορούν να έχουν.
   Δε ζήτησε, φυσικά, ποτέ να μάθει τι απόγιναν όλοι κείνοι οι άνθρωποι που 'δειξε το δάχτυλό του για προδότες. Η ζωή, η γαλήνη, η ευτυχία του καθενός κρεμόταν απ' το άβουλο και ανίσχυρό του χέρι, φτάνει να το θέλαν κείνοι που το κατεύθυναν. Εκεί που είχαν φτάσει τα πράματα, μόνο ένας θάνατος μπορούσε να σώσει όλους τους αθώους και τον ίδιο -πιο αθώο απ' αυτούς- απ' τα χέρια του Φίλιπ Στόκερ.
   Μετά από κάθε τέτοια επιχείρηση η τσέπη του γύριζε πάντα πιο βαριά, χωρίς να τον μέλλει γιατί. Η κυρία Στόκερ δεν άργησε να μάθει τη δουλειά που έκανε ο μονάκριβός της. Και στη θέση που ήταν πρώτα η λατρεία, τώρα μπήκε η φρίκη. Και μια μέρα τα χείλη της -πανιασμένα από αποτροπιασμό- ξεστόμισαν κείνο που ποτέ μητέρας χείλη δεν ξεστόμισαν: "Ας ήταν να μην είχε γυρίσει απ' τον πόλεμο". Η Σάλλυ έφυγε τρομαγμένη απ' τη γειτονιά κι εγκαταστάθηκε στο σπίτι μιας θείας της στην άλλη άκρη της πολιτείας. Ένα σύννεφο γεμάτο καταστροφή πλανιόταν πάνω απ' το μικρό σπίτι των Στόκερ. Και μια βραδιά έσπασε. Η μητέρα έβαλε όλα της τα δυνατά να ξυπνήσει μέσα της, όχι το φίλτρο, να ξυπνήσει τον άνθρωπο. Κάλεσε όλες τις θερμές αναμνήσεις που τους είχαν δέσει μαζί. Κάλεσε και τον πατέρα που κοιμόταν στον μαύρο βυθό...
   "Φιλ... αγαπημένο μου παιδί... παιδάκι μου... Γονατίζω... να, γονάτισα μπροστά σου... Λυπήσου τ' άσπρα μαλλιά της μητέρας σου... Πώς έφυγες τόσο μακριά απ' την αγκαλιά μου;... Σφίξε το χέρι μου και μην τ' αφήσεις ποτέ άδειο, γιατί θα σου το γεμίσουν πάλι βρόμικα χρήματα. Τι θα πω στον πατέρα σου που θα πάω στον άλλο κόσμο;... Γιατί... θα πάω, Φιλ. Δεν μπορώ πια να ζω σ' αυτόν τον κόσμο... μητέρα ενός φονιά... Φιλ... γλυκέ μου... Ως κι ο πατέρας θα πάρει το δρόμο να 'ρθει να σε σταματήσει... Πώς βρίζεις έτσι την καρδιά της μητέρας σου;... Φιλ... Φιλ..."
   Είχε πέσει στο πάτωμα κι έβρεχε τα πόδια του και τον καλούσε με τα πιο γλυκά και τρυφερά επίθετα... Τίποτα. Το παιδί την κοιτούσε ακατανόητα... παραδομένο στην αθώα και απάνθρωπη σιωπή του. Ύστερα βγήκε στη βεράντα και βάλθηκε να καθαρίζει τα δόντια του. Κάτω η πόλη μηρύκαζε μ' ένα υπόκωφο βουητό τους θορύβους που σύναξε όλη την ημέρα. 
   Το άλλο πρωί, ο Φιλ, καθώς έκανε να περάσει απ' το σαλόνι, σκόνταψε σ' έναν μαύρο όγκο που κρεμόταν απ' την πλαφονιέρα. Έτρεξε ν' ανοίξει το παράθυρο... Στον πρώτο ήλιο που είχε ξεσκαλώσει απ' τους όγκους των σπιτιών, είδε τα μάτια της μητέρας να τον κοιτούν γυάλινα και πεταγμένα με τρόμο απ' τις κόγχες. Ο Φιλ στην αρχή δεν κατάλαβε ποια ήταν. Μα το θέαμα τον τρόμαξε και φώναξε τη μητέρα του. Δεν πήρε απόκριση. Έτρεξε στην κουζίνα, εκεί που κάθε πρωί του ετοίμαζε το ζεστό του. Μετά έτρεξε στην κάμαρά της. Το κρεβάτι της ήταν ξέστρωτο. Στο τέλος γύρισε ξανά στο σαλόνι και στάθηκε ακόμη μια φορά μπροστά στο κρεμασμένο σώμα...
   Εκεί τον πήρε το μεσημέρι... Το άγουρο μυαλό του σιγά σιγά ωρίμαζε. Έβγαινε λίγο λίγο απ' το χάος... Τα μεγάλα γυάλινα μάτια της πεθαμένης άνοιξαν μες στη συνείδησή του μια χαραμάδα κι από κει μπήκε λίγο φως. Και ξαφνικά, απότομα, μέσα σε κείνα τα μάτια είδε όλα τα μάτια κεινών που χάσανε εξαιτίας του την ευτυχία τους να τον ρωτούν: "Φιλ Στόκερ... γιατί μας το 'κανες αυτό;"
   Τις πρώτες απογευματινές ώρες κάτι ξεφωνητά δυνατά σαν ουρλιάσματα αναστάτωσαν την ήσυχη γειτονιά. Όλοι τρέξανε κατά το μικρό σπιτάκι. Ένα παλικάρι ξέσκιζε τα ρούχα του...
   Ο Φίλιπ Στόκερ έγινε ξανά ο Φίλιπ Στόκερ, το γλυκό παλικάρι της γειτονιάς, που όμως ήταν βαριά χτυπημένο απ' το χαμό της μητέρας του, χωρίς να ξέρει ότι ο φονιάς ήταν αυτός.
   Όταν το άλλο απόγευμα τελείωσαν όλα, κείνος έμεινε αμίλητος, αχτένιστος, πάνω στο χώμα που αναπαυότανε η μητέρα... και μετά πήρε άγνωστους δρόμους. Δεν ήθελε πια να ξαναγυρίσει σε κείνο το σπίτι. Όλα ήταν κρύα. Δεν έβρισκε ούτε μια γωνιά για να ζεστάνει την παραζαλισμένη ψυχή του. Βρισκόταν σ' έναν κόσμο άδειον από αγάπη γι' αυτόν, έναν κόσμο αδιάφορο κι εχθρικό. Αν άπλωνε τα χέρια του, δε θ' άγγιζε τίποτα.
   Θυμήθηκε τα μάτια της Σάλλυ, πόσο ήταν τρομαγμένα και ξένα τον τελευταίο καιρό. Όχι, δεν είχε να πάει πουθενά. Και τότε θυμήθηκε τον πατέρα... Τα γλυκά και γαληνεμένα μάτια του. Μα πού να πάει να τα βρει; Εδώ όλα τα μάτια ήταν γι' αυτόν γεμάτα έχθρα. Ναι, έπρεπε να πάει ν' ανταμώσει τον πατέρα! Πώς όμως; Ο ωκεανός ήταν απέραντος και σκοτεινός... Μα, ωστόσο, ήταν πιο φιλικός, γιατί είχε μέσα του τον πατέρα. Ο πατέρας κοιμάται στον ωκεανό. Κι αυτός έπρεπε να φύγει, να φύγει από δω, το γρηγορότερο... Ν' αδειάσει τους δρόμους απ' τον εαυτό του... Να φύγει απ' τα τρομαγμένα μάτια του κόσμου. Στην ανάγκη, να βουλιάξει, να διαλυθεί... μα μακριά, μακριά απ' όλους, απ' όλους... και, προπάντων, μακριά απ' τον εαυτό του... Μακριά, να βρει τον παλιό Φιλ, τον μικρό άκακο Φιλ, αυτόν που καβαλίκευε στα γόνατα του πατέρα... που αγαπούσε τη μητέρα... τη Σάλλυ Ρότζερς, την αλήθεια... Μα για να βρει κείνον τον Φιλ, έπρεπε χωρίς άλλο να σκοτώσει τούτον. Έπρεπε να τον διώξει απ' αυτόν τον κόσμο, να τον σκορπίσει, να τον διαλύσει, να μη βρουν τ' αχνάρια του... Έπρεπε να πάει ν' ανταμώσει κάποιον που να δεχτεί να τον αφανίσει. Κι αυτό μόνο ο ωκεανός μπορούσε να το κάνει...
   Λίγο πιο κάτου βούιζε ένα αεροδρόμιο. Θ' ανέβαινε σ' ένα αεροπλάνο. Και στη μέση του ωκεανού θα πέταγε τον εαυτό του απ' την πόρτα σαν άχρηστο μολυσμένο ρούχο. Σαν καταραμένη πέτρα που σκοντάφτανε απάνω της οι ανίδεοι άνθρωποι. Ναι, θ' ανέβαινε σ' αυτό το πουλί κι από κει θα πετροβολούσε τον ωκεανό που πήρε τον πατέρα του, πετώντας στον ωκεανό τον ίδιο τον εαυτό του.
   Δεν απόμενε παρά η διαδικασία με τα διαβατήρια και τα μπιλιέτα. Φυσικά ήταν δύσκολο. Ο Φίλιπ Στόκερ χρήσιμος, σαν το πολύτιμο μέταλλο, όσο βρισκόταν στη χώρα της Ελευθερίας, ήταν ένα όργανο πολύ επικίνδυνο έξω απ' αυτήν. Γι' αυτό δεν θα τον άφηναν να φύγει. Αλλά σε μια χώρα όπου πουλιούνται με κεραυνοβόλα ταχύτητα πολυκατοικίες και συνειδήσεις, θα ήταν αστείο να μη βρεθεί να του πουλήσει κάποιος ένα διαβατήριο. 
   Έτσι, δεν άργησε να βρεθεί στο μεγάλο αεροδρόμιο και να πάρει το αεροπλάνο που 'ταν έτοιμο να περάσει τον ωκεανό...

Λουντέμης Μενέλαος, Το ρολόι του κόσμου χτυπά μεσάνυχτα, Εκδόσεις "Ελληνικά Γράμματα", Αθήνα 2000, ειδική έκδοση για την εφημερίδα "ΤΑ ΝΕΑ" (Πεζογραφία), Αθήνα 2010

Δεν υπάρχουν σχόλια: