Ποίηση

Ποίηση

Ποίηση

Ποίηση

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

ΈΡΩΣ ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΣ

Α'
   Ήταν εποχή, που οι υπάλληλοι του Αγγλικού Τηλεγραφείου έπαιζαν, στην μικρήν εκείνη πόλι, ρόλο χρυσής νεολαίας. Παιδιά καλών οικογενειών οι περισσότεροι, χωρίς ανάγκες, εξώδευαν το μικρό τους μισθό σε λούσα και σε διασκεδάσεις. Στην ενδυμασία και στους τρόπους, οι δυο ή τρεις ξένοι τηλεγραφηταί, νεαροί Άγγλοι, εύσωμοι και ροδοκόκκινοι, εχρησίμευαν ως υπόδειγμα εις τους εντόπιους. Τα ίδια κομψά και πλατειά κοστούμια, τα ίδια παράξενα καπέλλα, τα ίδια χρωματιστά υποδήματα, οι ίδιες σκερτσόζικες γραβάτες, και πάντα στην κομπότρυπα ένα λουλούδι φανταχτερό. Τους σχετικώς ευπόρους επροσπαθούσαν να μιμούνται και οι πτωχότεροι συνάδελφοι. Έτσι ολόκληρον το σωματείον εσκορπούσε μια λάμψι, που είχε την ιδιότητα να τραβά κάθε πεταλούδα ή πεταλουδίτσα, το δε γυναικείον όνειρον των δεκαοκτώ και είκοσι χρόνων ήταν εκεί ο "άγγλος" τηλεγραφητής, όπως εδώ στας Αθήνας ο Εύελπις ή ο Δόκιμος.
   Τις περισσότερες επιτυχίες εμετρούσεν ο Χρηστάκης Ζαμάνος. Δεν ήταν ο πιο εύμορφος, ούτε ο πιο πλούσιος. Μελαχροινός πολύ, με παχειά χείλη, με κάτασπρα δόντια, με σγουρά κατάμαυρα μαλλιά, αμούστακος σχεδόν, ψηλός και ατελείωτος, καθώς εφορούσε την αγγλική του φορεσιά, έμοιαζε λιγάκι μ' εξωτικόν ημιάγριον, που επολιτίσθη τόρα-ύστερα από Άγγλους. Σου είχεν όμως μια γλύκα, μια χάρι ο μασκαράς! Το γέλιο του μάλιστα -ένα χαμόγελο παιδικό, γεμάτο καλωσύνη κι' αθωότητα- έσταζε μέλι και κατακτούσε κόσμο. Τον αγαπούσαν όλοι, χωρίς να ερωτά κανείς τι ήταν από μέσα. Οι γυναίκες, μικρές, μεγάλες, ετρελλαίνοντο να τον βλέπουν· τα ματάκια εγλάρωναν ερωτικώτατα μόλις τον αντίκρυζαν στον περίπατο και οι τσέπες του χαϊδεμένου ήσαν πάντα γεμάτες ραβασάκια, από τα παρθενικά και δειλά ως τα πιο τολμηρά και ξετσίπωτα.
   Η Στέλλα, η μεγαλύτερη κόρη του Παναγή Βιολάντη, τον εκύτταζεν αδιάφορα. Δεν είχε τόση φιλοδοξία αυτή· δεν έβαλε ποτέ με το νου της να κατακτήση νέον, που καθεμιά τον ήθελε και του το έδειχνεν. Έπειτα είχε και την υπερηφάνεια του το καλό κορίτσι. Δεν θα καταδέχετο ποτέ να γίνη μια απ' τις πολλές. Ν' αγαπηθή από έναν άνθρωπο αληθινά, να τον αγαπήση αληθινώτερα, να της τον δώση με την ευχή του ο πατέρας της και να ζήσουν ευτυχισμένοι, αυτό, ναι, ήταν τ' όνειρό της. Κ' εννοούσεν ότι ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν, δεν μπορούσε να είναι ο Χρηστάκης Ζαμάνος· γι' αυτό, αν και τον εγνώρισε λιγάκι, αν και της άρεσε κατά βάθος, εξακολουθούσε να τον κυττάζη αδιάφορα. 'Οποτε την εχαιρετούσεν εις τον περίπατον, η Στέλλα ανταποκρίνετο με όλην την σοβαρότητα και την αξιοπρέπεια· και κάποτε που εκάθησε δίπλα της εις το Ζαχαροπλαστείον -σύμπτωσις βέβαια- δεν εγύρισε να τον κυττάξη ούτε μία φορά.

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

[ Ο ΑΝΘΟΣ ΈΚΡΥΒΕ ΦΑΡΜΑΚΙ ]

   
Ο ταχυδακτυλουργός και η ... σφήκα, όσο κι αν φαίνονται εκ πρώτης όψεως άσχετα, εντούτοις έπαιξαν διαδοχικά το ρόλο τους ώστε να γνωριστούν ο Μάνθος με την Ισιδώρα, την εικοσιδυάχρονη πια κόρη του Ηλία και της Φραγκώς Καστριώτη.
   Η Ισιδώρα ήταν ένα σπάνιο πλάσμα αξιοζήλευτο, προνομιούχο, λόγω της μεγάλης καλλιέργειάς της και της εκπληκτικής ομορφιάς της. Τόσο εκπληκτικής, που όταν την αντίκριζες σου κοβόταν η ανάσα. Η όλη της παρουσία ήταν συνυφασμένη με την πατίνα μιας παλιάς αρχοντιάς που είχε κληρονομήσει από τον παππού της τον Σταυρινό και ίσως από πιο μακρινούς προγόνους. Με επιδερμίδα καμωμένη από φίλντισι, με μια ελαφριά χλωμάδα που δεν τη θάμπωνε και δεν της στερούσε λάμψη, καθώς όλο της το πρόσωπο φωτιζόταν από το βαθυπράσινο των ματιών της κι από τις ίριδες που σε κάθε της χαμόγελο χρύσιζαν. Η ομορφιά αυτή, κλεισμένη σ' ένα πλαίσιο από κατάμαυρα σγουρά μαλλιά που στους ίσκιους γίνονταν μπλε και που στηρίζονταν σ' ένα λυγερό αυχένα, δημιουργούσε κάτι το εκθαμβωτικό. Σαν συμπλήρωμα έρχονταν οι συμμετρικές αναλογίες του κορμιού της. Οι κινήσεις της, αργές, με συστολή, επέτειναν τη γοητεία που ασκούσε δίχως να αντιλαμβάνεται η ίδια το μέγεθός της, κι αυτό την καθιστούσε ακόμη πιο ελκυστική.
   Το πνεύμα της ήταν ανοιχτό σε κάθε είδους μάθηση. Περνώντας από μικρή αρκετό χρόνο στο σπίτι του θείου της του Παντιά, αδερφού της μητέρας της, και έχοντας τακτική επαφή με τη γυναίκα του την Έμιλι, μάθαινε για τον διαφορετικό τρόπο ζωής των ανθρώπων μακρύτερα από το νησί της. Μεγάλωνε με την ιδέα να επισκεφτεί τις χώρες για τις οποίες της μιλούσαν και που για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του, σε μια απ' αυτές ζούσε από καιρό ο αδερφός της ο Διαμαντής. Στα γεμάτα αγάπη και ενδιαφέρον γράμματά του, εκτός από την προσπάθεια που κατέβαλλε για να καταπολεμήσει τη νοσταλγία του και να συνηθίσει στον ξένο τόπο που από πλευράς εργασίας τον ικανοποιούσε, έγραφε και για τα πολλά όμορφα και παράξενα που τον εντυπωσίαζαν εκεί.

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

[ ΤΑ ΣΙΝΙΑΛΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ]


 
   Μπορεί να ήταν οι αναθυμιάσεις, ανάβουνε με την υγρασία τα στάρια και στο χαπιάρισμα γίνονται ζαβομάρες, μπορεί και να 'φταιγε το παστό, καούρα τον έπιασε τον Σάββα Σαλταφέρο, μα δεν του πήγαινε ν' αφήσει μονάχο τον Νικηφόρο στο αμπάρι, αγγάρεψε το βαφτιστηράκι του και τον Στέλιο, με πλάτες, ποντίκια κι οι δυο, πιάστε να τον αποθέσουμε στην πλώρη, δέκα λεπτών δουλειά.   
   Με το τσιγάρο στο χέρι, κουκουλωμένος τη νιτσεράδα για το αγιάζι, ξενύχτησε δίπλα στο φέρετρο.
   Σκίζανε το νερό, τσιμουδιά ο Ατλαντικός.
   Του πετούσε τις γόπες, ρίξε μια τζούρα κι εσύ, ρε ρουφήχτρα ατελείωτη, πού να προλάβουνε να πιάσουνε λιμάνι, από Καριπίσο ως Παραμαρίμπο τρία μερόνυχτα μπάρκος και ο Νικηφόρος τετέλεσται, από κάτι σαν βρογχοπνευμονία.
   Στουπέτσι το στόμα από τα τσιγάρα, κάτι περουβιάνικα σκάρτα, δυο πακέτα κάπνισε ο Σαλταφέρος, το χάραμα ακούμπησε στα πόδια του νεκρού την κασετίνα, τέσσερα είχανε απομείνει, πήγε στην καμπίνα κι άφησε το μαρκόνη του να χαζέψει για τελευταία φορά την ανατολή μόνος, μόνος κατάμονος είναι ο καθένας σ' αυτή τη ζωή, σκεφτόταν ο καπετάνιος, ο Νικηφόρος τέρμα και οι λοιποί παρόντες, παρόντες στο Παραμαρίμπο και με παρά, όσο για την ξινή, δεκαπέντε χρόνια κατεβασμένα τα μούτρα κι επειδή η ζωή δεν είναι δια δύο, θα ροκάνιζε τη σύνταξη να φαρδαίνει κι άλλο ο κώλος της, ενώ ο Νικηφόρος ο ακαταπόνητος, ο χρυσόκαρδος, ο άριστος θαλασσινός, ο περιζήτητος ασυρματιστής της εταιρείας, που οι γυναίκες στα λιμάνια, αν και σκορδοφάγο, τον κερνάγανε έναν πούτσο τζάμπα, πήρε δρόμο στα σαράντα ένα του.
   Τρία χρόνια πριν, το '26, ο Σαλταφέρος είχε λάβει από Άνδρο φάκελο με φωτογραφία, η Μίνα με τις κόρες, Όρσα και Μόσχα, στη φαρδιά σκάλα της διπλανής Μεγαλόχαρης, Τήνος, και πίσω δυο λόγια σκέτη ξεραΐλα, να υπομένεις τις δυσκολίες προς χάριν αποκαταστάσεως Ορσαλίας και Μόσχας και η Παναγία δεν παραπονείται δια την απουσία σου.

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

[ Ο ΝΑΥΑΓΟΣ ]

   30 Νοεμβρίου 18⭐⭐.
   Εκείνο που μου στοίχισε πιο πολύ στο ναυάγιο της "Αγγέλικας" ήταν που μαζί με το βαπόρι πήγε φούντα τριάντα οργιές στο βυθό του Αιγαίου και το ημερολόγιό μου. Παλιά κακή συνήθεια, να γράφω κάθε βράδυ τι μου έτρεξε ολημερίς, τα γεγονότα, στοχασμούς και συναισθήματα. Θυμάμαι τον Περιβολάκη, τον καθηγητή μου στο Γυμνάσιο του Αργοστολιού, με το γαλάζιο ρούχο και τ' άσπρο παντελόνι, θαυμαστή του Σολωμού και φίλο του Πολυλά, που μας έλεγε κοιτώντας μας στα μάτια: "Να πάρετε συνήθεια να κρατάτε ημερολόγιο από τις καθημερινές σας πράξεις, είτε καλές είτε κακές είναι, γραμμένο με κάθε παρρησία. Έτσι μόνο θα μπορέσετε να κάνετε έλεγχο στον εαυτό σας". "Με κάθε παρρησία...". Τι λόγος! Ο κάθε άνθρωπος που γράφει κάτι τι έξω απ' τη δουλειά του, όσο και να κοροϊδεύεται πως η πένα του ενδιαφέρει μονάχα αυτόν τον ίδιο, έχει πάντοτε μακρινότερη, ύπουλη κ' υποσυνείδητη προοπτική την πιθανή δημοσιότητα. Ποιος δε χορεύει μανιακά στο παζάρι της ματαιότητας; Και τότε, πώς να ρίξεις στο χαρτί όλο τον "εμαυτό" σου, με την παρρησία εκείνη που θα σήκωνε την τρίχα του καθενού; Γιατί ο καθένας στον "εμαυτό" του, θ' αναγνώριζε τον εαυτούλη του.
   Αν ο σκοπός ενός ημερολογίου ήταν αυτός που μας κατηχούσε ο Περιβολάκης, τότε θα σκίζαμε κάθε πρωί τ' αποβραδινά μας γραψίματα, άχρηστα πια, μια κ' έκαμαν τον περί αυτοελέγχου προορισμό τους. Τότε δε θα στενοχωριόμουν εγώ, ο ταπεινός κι' άμουσος ναυτικός, για το χάσιμο του ημερολογίου μου. Μα ο Περιβολάκης μάς κορόϊδευε ξεγελώντας τον εαυτό του. 

Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

[ ΣΧΕΔΙΑΖΟΝΤΑΣ ΜΙΑΝ ΑΠΟΔΡΑΣΗ ΣΤΙΣ ΘΑΛΑΣΣΕΣ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ]


 - Εμείς οι ιδιωτικοί ντετέκτιβ είμαστε τα θερμόμετρα της κατεστημένης ηθικής Μπισκουτέρ. Εγώ σου λέω πως αυτή η κοινωνία είναι σάπια. Δεν πιστεύει σε τίποτα.

   - Ναι, αφεντικό.
   Ο Μπισκουτέρ δεν έδινε δίκιο στον Καρβάλιο μόνο επειδή μάντευε πως ήταν μεθυσμένος, αλλά και γιατί ήταν πάντα διατεθειμένος να αποδέχεται τις καταστροφές.
   - Τρεις μήνες τώρα και δεν σταυρώσαμε πελάτη. Ούτε ένας σύζυγος που να ψάχνει για τη γυναίκα του. Ούτε ένας πατέρας που να ψάχνει για την κόρη του. Ούτε ένας κερατάς που να θέλει αποδείξεις για την απιστία της γυναίκας του. Τάχα δεν το σκάνε πια οι γυναίκες από τα σπίτια τους; Ούτε τα κορίτσια; Ναι, Μπισκουτέρ. Όσο ποτέ άλλοτε. Σήμερα όμως οι σύζυγοί τους και οι πατεράδες τους στα παπάρια τους κι αν το σκάνε. Έχουν χαθεί οι παραδοσιακές αξίες. Δημοκρατία δεν θέλατε;
   - Εμένα το ίδιο μου έκανε, αφεντικό.
   Όμως ο Καρβάλιο δεν μιλούσε με τον Μπισκουτέρ. Ρωτούσε τους πράσινους τοίχους του δωματίου ή κάποιον που, υποθετικά, καθόταν λίγο πιο πέρα από το τραπέζι του γραφείου του· ήταν ένα τραπέζι σε στιλ της δεκαετίας του 1940, με βερνίκια απαλά, που είχαν σκουρύνει ύστερα από τριάντα χρόνια, λες και βρίσκονταν πάντα στο μούσκιο εκείνου του ημίφωτος του γραφείου της κεντρικής λεωφόρου. Στράγγιξε ένα ακόμα ποτήρι παγωμένο ρακί και συσπάστηκε από την ανατριχίλα που διαπέρασε τη ράχη του. Δεν είχε καλά καλά ακουμπήσει το ποτήρι στο τραπέζι και ο Μπισκουτέρ τού το ξαναγέμισε. 
   - Φτάνει, Μπισκουτέρ. Πάω να πάρω λίγο αέρα.

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

[ Ο ΔΡΑΠΕΤΗΣ ΤΟΥ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟΥ ]

   
Στο τρίστρατο απόθεσε καταγής τη θήκη με τη βιόλα του ο κοντόχοντρος ανθρωπάκος. Κάθισε πάνω στην ταξιδιωτική τσάντα ν' αναπαυτεί λιγάκι και με το βλέμμα μέτρησε τους δρόμους που ανοίγονταν ακτινωτά μπροστά του. Είχε φτάσει με βήμα γρήγορο ως εκεί, για να προλάβει την ταχυδρομική άμαξα του Πιζίνο. Ίσαμε πού θα πήγαινε; Ακόμη δεν μπορούσε ν' αποφασίσει.
   Έτσι σκυφτός όπως καθόταν, κουβαράκι, μισοκρυμμένος μέσα στα κουρέλια μιας χαμηλής συννεφιάς που έγλειφε τον ορεινό δρόμο, έμοιαζε με γκριζωπό θάμνο. Τούφες από τ' άταχτα μακριά μαλλιά του ξεφεύγαν από την κορδέλα που τα κράταγε δεμένα πίσω απ' το κεφάλι του κι ο άνεμος που φυσούσε στα υψώματα τα παράσερνε πέρα δώθε σαν φύκια κολλημένα σε θαλάσσιο βράχο.
   Πάλευε μην αποκοιμηθεί -γιατί δεν είχε κλείσει μάτι όλο το βράδυ στο πανδοχείο και προσπαθούσε να πάρει απόφαση, τώρα καθώς περίμενε, προτού χρειαστεί να πει στον αμαξά ποιος είναι ο προορισμός του.
   Ερχόταν από την καρδιά της βόρειας Ιταλίας, από το Βένετο. Είχε ταξιδέψει με άμαξα, μεγάλες διαδρομές τις είχε κάνει πεζοπορώντας, είχε ανέβει σε κάρα αγροτικά που σέρναν βόδια αργοβάδιστα, είχε καθίσει πίσω από καβαλάρηδες που δέχτηκαν να τον μεταφέρουν για σύντομες αποστάσεις, από χωριό σε χωριό, μέσα στην εύφορη κι υγρή πεδιάδα.
   Εδώ και λίγους μήνες η Ιταλία βρισκόταν σε μεγάλη αναταραχή: η Ρώμη είχε κι αυτή ανακηρυχθεί δημοκρατία τον Αύγουστο της χρονιάς εκείνης, του 1798. Και οι Ρωμάνοι, με χαιρεκακία που δύσκολα κρυβόταν, λέγαν καμαρώνοντας πως ο Βοναπάρτης θα υποχρέωνε ακόμα και τον Πάπα να του παραχωρήσει τις δικές του κτήσεις. Οι πόλεις έβραζαν από τα συντάγματα του απελευθερωτικού στρατού των Επαναστατών, οι πολίτες συγκεντρώνονταν και λογομαχούσαν ζωηρά για την κατάργηση των τίτλων της αριστοκρατίας και για τον αναδασμό της γης. Στο Ρέτζιο-Εμίλια, στη Μπολώνια, στη Βερόνα, ο μικρόσωμος ταξιδιώτης ανάσαινε, όπως σε τόσα άλλα μέρη της Ιταλίας εκείνη τη χρονιά, τον γοητευτικό και άγριον αέρα της δημοκρατίας, που είχε σα θύελλα φυσήξει πίσω από τις Άλπεις κι είχε φτάσει στην ευλογημένη, την ηλιόλουστη χώρα, ανακατεμένος με τα ζωηρά τραγούδια των Γάλλων, τις στριγγές νότες από τα πίφερα, το βρόντο από τα ταμπούρλα και τη μυρωδιά του βασιλικού αίματος.

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016

[ O MAΘΗΤΕΥΟΜΕΝΟΣ ]

   Μια μέρα ένα ψηλό δεκαεφτάχρονο παιδί, με μάγουλα κόκκινα σαν το λειρί του γερο-κόκορα, ήρθε να χτυπήσει την πόρτα τους και ρώτησε τη Μαντλέν αν μπορούσε να παρακαλέσει τον κύριο ντε Σαιντ-Κολόμπ να τον διδάξει βιόλα και σύνθεση. Η Μαντλέν τον βρήκε πολύ όμορφο και τον κάλεσε να περάσει στο σαλόνι. Ο νεαρός, με την περούκα στο χέρι, ακούμπησε στο τραπέζι ένα γράμμα διπλωμένο στα δύο και σφραγισμένο με πράσινο κερί. Η Τουανέτ ξαναγύρισε με τον Σαιντ-Κολόμπ, που κάθισε σιωπηλά στην άλλη άκρη του τραπεζιού, δεν άνοιξε το γράμμα κι έκανε νόημα ότι άκουγε. Η Μαντλέν, ενώ το αγόρι μιλούσε, έβαλε πάνω στο μεγάλο τραπέζι, που ήταν σκεπασμένο μ' ένα γαλάζιο ύφασμα, ένα μπουκάλι κρασί τυλιγμένο με ψάθα κι ένα πιάτο από φαγιέντσα με γλυκά.
   Λεγόταν κύριος Μαρέν Μαραί (1). Ήταν φουσκομάγουλος. Είχε γεννηθεί στις 31 Μαΐου 1656 και, επειδή είχε ωραία φωνή, σε ηλικία έξι ετών τον είχαν πάρει στη βασιλική χορωδία της εκκλησίας που βρίσκεται απέναντι απ' την είσοδο των ανακτόρων του Λούβρου. Επί εννέα χρόνια φορούσε λευκό στιχάριο, κόκκινο ράσο, τετράγωνο μαύρο σκουφί. Κοιμόταν στον κοιτώνα του μοναστηριού και μάθαινε όχι μόνο γράμματα αλλά και να σημειώνει τις νότες, να τις διαβάζει και να παίζει βιόλα στο λίγο χρόνο που του έμενε διαθέσιμος -τα παιδιά της χορωδίας έτρεχαν συνέχεια στις ακολουθίες του όρθρου, στις παρακλήσεις στα ανάκτορα, στις επίσημες λειτουργίες και στους εσπερινούς.

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2016

[ ΟΙ ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΟΙ ]

Πρώτη ημέρα
ΏΡΑ ΠΡΩΤΗ
Όπου φτάνουν στους πρόποδες της μονής και ο Γουλιέλμος αποδεικνύει την ευστροφία του.
   Ήταν ένα ωραίο πρωινό στα τέλη Νοεμβρίου. Τη νύχτα είχε ρίξει λίγο χιόνι και η γη ήταν σκεπασμένη μ' ένα δροσερό πέπλο, που έφτανε τα τρία δάχτυλα. Αμέσως μετά τον Όρθρο παρακολουθήσαμε τη λειτουργία μες στο σκοτάδι σ' ένα χωριό κάτω στην κοιλάδα. Έπειτα ξεκινήσαμε για τα βουνά, ενώ ο ήλιος ξεμύτιζε.
   Καθώς σκαρφαλώναμε το απότομο μονοπάτι που τυλιγόταν γύρω απ' το βουνό, είδα το μοναστήρι. Δεν θαμπώθηκα από τα τείχη που το περιτριγύριζαν -όμοιά τους είδα σ' ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο- μα από έναν επιβλητικό όγκο, που, όπως έμαθα, ήταν το Οικοδόμημα. Ήταν ένα οκταγωνικό κτίριο, που, από μακριά, έμοιαζε τετράγωνο (σχήμα τέλειο, που εκφράζει τη στερεότητα και το απόρθητο της Πόλεως του Θεού), με τις μεσημβρινές του όψεις να πατούν στο επίπεδο του αβαείου, ενώ οι βορινές έμοιαζαν να φυτρώνουν από τις πλαγιές του βουνού, απ' όπου υψώνονταν κατακόρυφα. Λέω ότι από κάποια σημεία, κοιτάζοντας ψηλά, ο βράχος έμοιαζε να υψώνεται στα ουράνια, χωρίς να παραλλάζει χρώμα και υλικό και, ξαφνικά, γινόταν οχυρό και πύργος (έργο γιγάντων εξοικειωμένων με γη και ουρανό). Τρεις σειρές παράθυρα μαρτυρούσαν τον τρισυπόστατο ρυθμό της ανέγερσής του, ώστε αυτό που ήταν τετράγωνο στη μορφή επί γης, γινόταν τρίγωνο πνεύμα στον ουρανό. Πλησιάζοντας περισσότερο, κατάλαβα ότι σε κάθε γωνία υπήρχε ένας επτάγωνος πύργος, με τις πέντε πλευρές στο εξωτερικό μέρος του τετράγωνου σχήματος -οι τέσσερις λοιπόν, από τις οκτώ πλευρές του μεγάλου οκταγώνου σχημάτιζαν τέσσερα μικρότερα επτάγωνα, που απ' έξω φαίνονταν σαν πεντάγωνα. Δεν υπάρχει κανείς να μην κατανοεί τη θαυμαστή αρμονία τόσων ιερών αριθμών, που ο καθένας τους έχει ένα λεπτό υπερφυσικό νόημα. Οκτώ, ο αριθμός της τελείωσης κάθε τετραγώνου, τέσσερα, ο αριθμός των Ευαγγελίων, πέντε, ο αριθμός των κύκλων του κόσμου, εφτά, ο αριθμός των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος. Στον όγκο και στη μορφή, το Οικοδόμημα έμοιαζε, όπως είδα αργότερα στον Νότο της ιταλικής χερσονήσου, με το Καστέλλο Ουρσίνο ή το Καστέλλο νταλ Μόντε, όμως η απρόσιτη τοποθεσία του το έκανε πιο τρομερό και άξιο να γεννήσει τον φόβο στον ταξιδιώτη που το πλησίαζε σιγά σιγά. Ευτυχώς, εκείνο το καθαρό χειμωνιάτικο πρωινό, το κτίριο δεν μου φανερώθηκε με τη μορφή που το είδα τις ημέρες της θύελλας.

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016

[ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ]

   Τρέμοντας ολόκληρος, στάθηκα έξω από τη σκαλιστή πόρτα, το μεγάλο πορτόνε του Μοσέ Σφόρνο. Ήταν ένα τυπικό φλωρεντίνικο σπίτι εκείνης της περιόδου. Τρίπατο, πέτρινο, με καμαρωτά παράθυρα, προκαλούσε δέος σ' ένα χαμίνι των δρόμων και τρόφιμο των μπορντέλων όπως εγώ. Το χλωμό φως ενός κεριού χυνόταν στο δρόμο από ένα παράθυρο κι έριχνε τεράστια τη σκιά μου στο λιθόστρωτο. Στεκόμουν χαμένος στις σκέψεις μου, μέχρι που συνειδητοποίησα ότι προσπαθούσα να καθυστερήσω την είσοδό μου στο σπίτι. Άπλωσα το χέρι μου στο ρόπτρο που είχε το σχήμα αστεριού με έξι ακτίνες, μα σταμάτησα ξανά βλέποντας στο φως του φεγγαριού ότι τα χέρια μου και τα μπράτσα μου ήταν πασαλειμμένα αίματα. Από μέσα από το σπίτι ερχόταν μυρωδιά κρεμμυδιών και λαδιού. Ήταν η ώρα του δείπνου. Πώς μπορούσα εγώ, ένας ξένος, πασαλειμμένος αίματα και βρομιές, να εισβάλω σ' αυτό το οικογενειακό άσυλο;
   Έκανα να φύγω, μα τότε άνοιξε η πόρτα και η φιγούρα του Σφόρνο διαγράφηκε στο κίτρινο φως του κεριού.
   "Κάτι άκουσα. Ή μάλλον κάτι αισθάνθηκα", είπε χαϊδεύοντας τα γένια του. "Κι είπα πως μπορεί να είσαι εσύ".
   "Ελευθερώθηκα από τον Σιλβάνο", είπα χαμηλόφωνα. Στο στήθος μου υπήρχε ένα οδυνηρό κενό που με έκανε να τα χάνω. Όλα αυτά τα χρόνια που λαχταρούσα την ελευθερία μου δεν περίμενα πως θα ένιωθα τόσο άδειος. Όμως, τι απομένει όταν πέσει η φυλακή; Πώς θα γέμιζα τώρα τις μέρες μου; Η απάντηση στο πρόβλημά μου ήταν πραγματικά η ζωή με κάποιους ξένους;
   "Πέρασε μέσα".

Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

[ΜΠΛΕΓΜΕΝΗ ΣΤΟΝ ΙΣΤΟ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ] - Γ' ΜΕΡΟΣ

   
   Τρεις μέρες αργότερα, παραμονή Πρωτοχρονιάς του έτους 1494, ο Κάρολος ο Η' και τα στρατεύματά του κατέλαβαν την πόλη. Αν εξαιρέσουμε τα εγκλήματα και τις λεηλασίες που διέπραξαν εις βάρος των Εβραίων, συμπεριφέρθηκαν μάλλον καλά σε σύγκριση με τους Γότθους ή τους Βανδάλους. Παρ' όλ' αυτά, οι ανώτεροι κληρικοί -όπως, δηλαδή, και σχεδόν όλοι οι υπόλοιποι- έτρεξαν να κρυφτούν σε κελάρια, στάβλους και παράσπιτα. Εκείνο το πρωί, ο Κάρολος ήρθε στο Βατικανό. Ο πατέρας τον περίμενε μόνος στο θρόνο του, στα Διαμερίσματα των Βοργιών, ενώ μια χούφτα καρδινάλιοι είχαν κρυφτεί τρέμοντας στο υπνοδωμάτιό του. Στεκόμουν στο πλάι του. Ο Κάρολος μπήκε στην αίθουσα του θρόνου. Ξαφνιάστηκα. Εγώ περίμενα έναν καινούριο Καρλομάγνο, έναν ένδοξο, αλαζονικό στρατηλάτη. Όμως ο Κάρολος ο Η' ήταν ένας κουτσός, παραμορφωμένος νάνος με πρησμένα χείλη, άψυχα μάτια, μύτη γαμψή και χέρια που τινάζονταν νευρικά όλη την ώρα. Είχε ύψος μόνο ενάμισι μέτρο, ωστόσο έδειχνε ακόμη πιο κοντός εξαιτίας της τεράστιας καμπούρας του, που τον έκανε να σκύβει μπροστά. Για να δει οτιδήποτε πέρα από τα παπούτσια του, ήταν αναγκασμένος να τεντώνει τη μέση του προς τα πίσω. Η αποκρουστική μορφή του -τι ιεροσυλία!- έχει αποτυπωθεί για πάντα στην πρώτη σελίδα της κατά τα άλλα θαυμάσιας Βίβλου του Αταβάντε. Πίσω από τον Κάρολο έκανε την εμφάνισή του ο Καίσαρ, ψηλός, ευθυτενής, αρρενωπός, με κόκκινα άμφια και μάτια στο χρώμα του κοβαλτίου. Αυτός ναι, συλλογίστηκα, μοιάζει με Καρλομάγνο. Ο Κάρολος πλησίασε τον Πάπα κουτσαίνοντας. Έπεσε στα γόνατα πάνω στα σκαλιά του θρόνου και φίλησε το πόδι του Πάπα, το οποίο ούτως ή άλλως δεν απείχε παρά ελάχιστα εκατοστά από τη μύτη του. Ο Πάπας σηκώθηκε και βοήθησε τον Κάρολο να σταθεί στα ασταθή ποδάρια του.