Ποίηση

Ποίηση

Ποίηση

Ποίηση

Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

[ ΤΟ ΣΦΥΡΙΓΜΑ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ ]

   Πελοπόννησος, 
στη νοτιοδυτική πλευρά της,
Μάραθος, 1951
   Το πανηγύρι δε θα τελείωνε προτού η αγάπη, που γεννήθηκε με το ζέσταμα του κλαρίνου και με την πρώτη σπρωξιά που έδωσε το δοξάρι στο παραδοσιακό βιολί, δώσει τις υποσχέσεις της.
   Ο Γιάννος ερωτεύτηκε τη Βενέτα με το που ακούμπησε το βλέμμα του πάνω της. Η ιστορία της οικογένειάς της κληροδοτούσε από τη μια γυναίκα στη μεθεπόμενη, γενιά παρά γενιά όπως λεγόταν, έναν μεγάλο, καταδικασμένο έρωτα. Εκείνη την ώρα, που ο Γιάννος την πρωτοκοίταξε, βρήκε ο ήλιος να χαμηλώσει τα φώτα του και να αρχίσει να δύει. Κοκκίνησαν από ερωτική συστολή. Και ο ήλιος και ο νέος. Έντρομος ο Γιάννος είδε, ή του φάνηκε, ένα κύμα κόκκινης φωτιάς να φεύγει από τον ήλιο και να χύνεται στα μαλλιά του όμορφου κοριτσιού. Έπεφτε πάνω της με ορμή το κύμα, ερχόμενο από πίσω, κι αυτό το έκανε διπλά τρομακτικό, γιατί το κορίτσι ήταν απροστάτευτο. Έτρεξε προς το μέρος της κι έβαλε το σώμα του ανάμεσα σ' αυτήν και στον ήλιο. Τα κόκκινα μαλλιά της ξανάδειξαν καστανά, το βαθύ χρώμα του γινομένου κάστανου. Το κορίτσι σήκωσε το βλέμμα του και τον κοίταξε με λατρεία.
   Ερωτεύτηκε ο ένας τον άλλο με την πρώτη ματιά. Όταν με το τέλος της γιορτής ο καθένας τους πήρε το δρόμο για το σπίτι, γνώριζε πως δεν επέστρεφε μόνος του. Πως δε θα ήταν ποτέ ξανά στη ζωή μοναχός του.
   Η Βενέτα τις επόμενες μέρες δεν έβγαλε τον νέο από το μυαλό της. Συνεχώς μιλούσε γι' αυτόν στη μεγαλύτερη ξαδέρφη της, τη Ζαμπία, όσο μοιράζονταν τα δειλινά κεντώντας.

Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

[ Η ΦΥΛΑΚΗ ΤΩΝ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΩΝ ]

   Ωστόσο, ο Φοίβος ήταν ακόμα ζωντανός. Άνθρωποι σαν κι αυτόν μένουν για πολλά χρόνια στη ζωή. Όταν ο κύριος Φιλίπ Λελιέ, ο έκτακτος βασιλικός επίτροπος, είχε πει στη δύστυχη Εσμεράλδα ότι "δίνει μάχη με το θάνατο", είχε κάνει κάποιο λάθος ή ίσως ήθελε να αστειευτεί. Όταν ο αρχιδιάκονος είχε πει και πάλι στη φυλακισμένη: "Κατάλαβέ το, επιτέλους, ότι είναι νεκρός!" είναι αλήθεια ότι δεν γνώριζε κάτι τέτοιο, αλλά είτε ήταν σίγουρος πως είχε γίνει είτε στηριζόταν σε μια τέτοια εκδοχή ή δεν είχε καμία αμφιβολία, ή τελικά είχε ελπίσει πως αυτό είχε συμβεί. Θα ήταν πάρα πολύ δύσκολο να πει στη γυναίκα που αγαπούσε τόσο πολύ κάτι καλό για τον αντίζηλό του. Κάθε άντρας, αν βρισκόταν στη δική του θέση, θα είχε συμπεριφερθεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο.
   Βεβαίως, το τραύμα που είχε υποστεί ο Φοίβος ήταν πολύ σοβαρό, αλλά όχι τόσο όσο θα ήθελε να πιστεύει για τον εαυτό του ο αρχιδιάκονος. Ο φαρμακοποιός, στον οποίο τον είχαν πάει αμέσως μόλις τον βρήκαν, είχε φοβηθεί ότι η ζωή του κινδύνευε πολύ τις πρώτες οχτώ ημέρες και του το είχε ανακοινώσει στα λατινικά μάλιστα. Αλλά τελικά, η νεαρή του ηλικία μπόρεσε να επικρατήσει της πληγής του. Και όπως γίνεται πολλές φορές με τις προβλέψεις και τις διαγνώσεις, η φύση είχε κάνει το δικό της παιχνίδι και είχε σώσει τη ζωή του ασθενή πίσω από την πλάτη του τραύματός του. Και καθώς ήταν ακόμα ξαπλωμένος στο κρεβάτι του φαρμακοποιού, ο Φοίβος είχε περάσει απ' την πρώτη ανάκριση του Φιλίπ Λελιέ και των ανακριτών του εκκλησιαστικού δικαστηρίου, κάτι που δεν του είχε αρέσει καθόλου. Κι έτσι, κάποιο πρωινό που είχε νιώσει ότι ήταν πολύ καλύτερα, άφησε σαν πληρωμή στο φαρμακοποιό τα χρυσά σπιρούνια από τις μπότες του και έφυγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Κι εξάλλου, αυτή του η κίνηση δεν είχε φέρει καμία ανατροπή στην έρευνα που γινόταν για την υπόθεση.
   Εκείνη την εποχή, η δικαιοσύνη δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία στη σαφήνεια και στις λεπτομέρειες μιας δίκης που γινόταν στο κακουργιοδικείο. Για κείνη ήταν αρκετό να οδηγείται τελικά ο κατηγορούμενος στην αγχόνη. Κι έτσι, οι δικαστές είχαν όσες αποδείξεις τούς έφταναν για να καταδικάσουν την Εσμεράλδα, είχαν πιστέψει ότι ο Φοίβος είχε φύγει από τη ζωή και όλα είχαν πάρει ένα τέλος.
   Ο Φοίβος πάλι, δεν είχε πάει και πολύ μακριά. Είχε πάει απλώς να συναντήσει τη μονάδα στην οποία υπηρετούσε, στο στρατόπεδο του Κε αν Μπρι, στο Ιλ ντε Φρανς, σε μικρή απόσταση απ' το Παρίσι.

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

ΈΡΩΣ ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΣ

Α'
   Ήταν εποχή, που οι υπάλληλοι του Αγγλικού Τηλεγραφείου έπαιζαν, στην μικρήν εκείνη πόλι, ρόλο χρυσής νεολαίας. Παιδιά καλών οικογενειών οι περισσότεροι, χωρίς ανάγκες, εξώδευαν το μικρό τους μισθό σε λούσα και σε διασκεδάσεις. Στην ενδυμασία και στους τρόπους, οι δυο ή τρεις ξένοι τηλεγραφηταί, νεαροί Άγγλοι, εύσωμοι και ροδοκόκκινοι, εχρησίμευαν ως υπόδειγμα εις τους εντόπιους. Τα ίδια κομψά και πλατειά κοστούμια, τα ίδια παράξενα καπέλλα, τα ίδια χρωματιστά υποδήματα, οι ίδιες σκερτσόζικες γραβάτες, και πάντα στην κομπότρυπα ένα λουλούδι φανταχτερό. Τους σχετικώς ευπόρους επροσπαθούσαν να μιμούνται και οι πτωχότεροι συνάδελφοι. Έτσι ολόκληρον το σωματείον εσκορπούσε μια λάμψι, που είχε την ιδιότητα να τραβά κάθε πεταλούδα ή πεταλουδίτσα, το δε γυναικείον όνειρον των δεκαοκτώ και είκοσι χρόνων ήταν εκεί ο "άγγλος" τηλεγραφητής, όπως εδώ στας Αθήνας ο Εύελπις ή ο Δόκιμος.
   Τις περισσότερες επιτυχίες εμετρούσεν ο Χρηστάκης Ζαμάνος. Δεν ήταν ο πιο εύμορφος, ούτε ο πιο πλούσιος. Μελαχροινός πολύ, με παχειά χείλη, με κάτασπρα δόντια, με σγουρά κατάμαυρα μαλλιά, αμούστακος σχεδόν, ψηλός και ατελείωτος, καθώς εφορούσε την αγγλική του φορεσιά, έμοιαζε λιγάκι μ' εξωτικόν ημιάγριον, που επολιτίσθη τόρα-ύστερα από Άγγλους. Σου είχεν όμως μια γλύκα, μια χάρι ο μασκαράς! Το γέλιο του μάλιστα -ένα χαμόγελο παιδικό, γεμάτο καλωσύνη κι' αθωότητα- έσταζε μέλι και κατακτούσε κόσμο. Τον αγαπούσαν όλοι, χωρίς να ερωτά κανείς τι ήταν από μέσα. Οι γυναίκες, μικρές, μεγάλες, ετρελλαίνοντο να τον βλέπουν· τα ματάκια εγλάρωναν ερωτικώτατα μόλις τον αντίκρυζαν στον περίπατο και οι τσέπες του χαϊδεμένου ήσαν πάντα γεμάτες ραβασάκια, από τα παρθενικά και δειλά ως τα πιο τολμηρά και ξετσίπωτα.
   Η Στέλλα, η μεγαλύτερη κόρη του Παναγή Βιολάντη, τον εκύτταζεν αδιάφορα. Δεν είχε τόση φιλοδοξία αυτή· δεν έβαλε ποτέ με το νου της να κατακτήση νέον, που καθεμιά τον ήθελε και του το έδειχνεν. Έπειτα είχε και την υπερηφάνεια του το καλό κορίτσι. Δεν θα καταδέχετο ποτέ να γίνη μια απ' τις πολλές. Ν' αγαπηθή από έναν άνθρωπο αληθινά, να τον αγαπήση αληθινώτερα, να της τον δώση με την ευχή του ο πατέρας της και να ζήσουν ευτυχισμένοι, αυτό, ναι, ήταν τ' όνειρό της. Κ' εννοούσεν ότι ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν, δεν μπορούσε να είναι ο Χρηστάκης Ζαμάνος· γι' αυτό, αν και τον εγνώρισε λιγάκι, αν και της άρεσε κατά βάθος, εξακολουθούσε να τον κυττάζη αδιάφορα. 'Οποτε την εχαιρετούσεν εις τον περίπατον, η Στέλλα ανταποκρίνετο με όλην την σοβαρότητα και την αξιοπρέπεια· και κάποτε που εκάθησε δίπλα της εις το Ζαχαροπλαστείον -σύμπτωσις βέβαια- δεν εγύρισε να τον κυττάξη ούτε μία φορά.

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

[ Ο ΑΝΘΟΣ ΈΚΡΥΒΕ ΦΑΡΜΑΚΙ ]

   
Ο ταχυδακτυλουργός και η ... σφήκα, όσο κι αν φαίνονται εκ πρώτης όψεως άσχετα, εντούτοις έπαιξαν διαδοχικά το ρόλο τους ώστε να γνωριστούν ο Μάνθος με την Ισιδώρα, την εικοσιδυάχρονη πια κόρη του Ηλία και της Φραγκώς Καστριώτη.
   Η Ισιδώρα ήταν ένα σπάνιο πλάσμα αξιοζήλευτο, προνομιούχο, λόγω της μεγάλης καλλιέργειάς της και της εκπληκτικής ομορφιάς της. Τόσο εκπληκτικής, που όταν την αντίκριζες σου κοβόταν η ανάσα. Η όλη της παρουσία ήταν συνυφασμένη με την πατίνα μιας παλιάς αρχοντιάς που είχε κληρονομήσει από τον παππού της τον Σταυρινό και ίσως από πιο μακρινούς προγόνους. Με επιδερμίδα καμωμένη από φίλντισι, με μια ελαφριά χλωμάδα που δεν τη θάμπωνε και δεν της στερούσε λάμψη, καθώς όλο της το πρόσωπο φωτιζόταν από το βαθυπράσινο των ματιών της κι από τις ίριδες που σε κάθε της χαμόγελο χρύσιζαν. Η ομορφιά αυτή, κλεισμένη σ' ένα πλαίσιο από κατάμαυρα σγουρά μαλλιά που στους ίσκιους γίνονταν μπλε και που στηρίζονταν σ' ένα λυγερό αυχένα, δημιουργούσε κάτι το εκθαμβωτικό. Σαν συμπλήρωμα έρχονταν οι συμμετρικές αναλογίες του κορμιού της. Οι κινήσεις της, αργές, με συστολή, επέτειναν τη γοητεία που ασκούσε δίχως να αντιλαμβάνεται η ίδια το μέγεθός της, κι αυτό την καθιστούσε ακόμη πιο ελκυστική.
   Το πνεύμα της ήταν ανοιχτό σε κάθε είδους μάθηση. Περνώντας από μικρή αρκετό χρόνο στο σπίτι του θείου της του Παντιά, αδερφού της μητέρας της, και έχοντας τακτική επαφή με τη γυναίκα του την Έμιλι, μάθαινε για τον διαφορετικό τρόπο ζωής των ανθρώπων μακρύτερα από το νησί της. Μεγάλωνε με την ιδέα να επισκεφτεί τις χώρες για τις οποίες της μιλούσαν και που για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του, σε μια απ' αυτές ζούσε από καιρό ο αδερφός της ο Διαμαντής. Στα γεμάτα αγάπη και ενδιαφέρον γράμματά του, εκτός από την προσπάθεια που κατέβαλλε για να καταπολεμήσει τη νοσταλγία του και να συνηθίσει στον ξένο τόπο που από πλευράς εργασίας τον ικανοποιούσε, έγραφε και για τα πολλά όμορφα και παράξενα που τον εντυπωσίαζαν εκεί.

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

[ ΤΑ ΣΙΝΙΑΛΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ]


 
   Μπορεί να ήταν οι αναθυμιάσεις, ανάβουνε με την υγρασία τα στάρια και στο χαπιάρισμα γίνονται ζαβομάρες, μπορεί και να 'φταιγε το παστό, καούρα τον έπιασε τον Σάββα Σαλταφέρο, μα δεν του πήγαινε ν' αφήσει μονάχο τον Νικηφόρο στο αμπάρι, αγγάρεψε το βαφτιστηράκι του και τον Στέλιο, με πλάτες, ποντίκια κι οι δυο, πιάστε να τον αποθέσουμε στην πλώρη, δέκα λεπτών δουλειά.   
   Με το τσιγάρο στο χέρι, κουκουλωμένος τη νιτσεράδα για το αγιάζι, ξενύχτησε δίπλα στο φέρετρο.
   Σκίζανε το νερό, τσιμουδιά ο Ατλαντικός.
   Του πετούσε τις γόπες, ρίξε μια τζούρα κι εσύ, ρε ρουφήχτρα ατελείωτη, πού να προλάβουνε να πιάσουνε λιμάνι, από Καριπίσο ως Παραμαρίμπο τρία μερόνυχτα μπάρκος και ο Νικηφόρος τετέλεσται, από κάτι σαν βρογχοπνευμονία.
   Στουπέτσι το στόμα από τα τσιγάρα, κάτι περουβιάνικα σκάρτα, δυο πακέτα κάπνισε ο Σαλταφέρος, το χάραμα ακούμπησε στα πόδια του νεκρού την κασετίνα, τέσσερα είχανε απομείνει, πήγε στην καμπίνα κι άφησε το μαρκόνη του να χαζέψει για τελευταία φορά την ανατολή μόνος, μόνος κατάμονος είναι ο καθένας σ' αυτή τη ζωή, σκεφτόταν ο καπετάνιος, ο Νικηφόρος τέρμα και οι λοιποί παρόντες, παρόντες στο Παραμαρίμπο και με παρά, όσο για την ξινή, δεκαπέντε χρόνια κατεβασμένα τα μούτρα κι επειδή η ζωή δεν είναι δια δύο, θα ροκάνιζε τη σύνταξη να φαρδαίνει κι άλλο ο κώλος της, ενώ ο Νικηφόρος ο ακαταπόνητος, ο χρυσόκαρδος, ο άριστος θαλασσινός, ο περιζήτητος ασυρματιστής της εταιρείας, που οι γυναίκες στα λιμάνια, αν και σκορδοφάγο, τον κερνάγανε έναν πούτσο τζάμπα, πήρε δρόμο στα σαράντα ένα του.
   Τρία χρόνια πριν, το '26, ο Σαλταφέρος είχε λάβει από Άνδρο φάκελο με φωτογραφία, η Μίνα με τις κόρες, Όρσα και Μόσχα, στη φαρδιά σκάλα της διπλανής Μεγαλόχαρης, Τήνος, και πίσω δυο λόγια σκέτη ξεραΐλα, να υπομένεις τις δυσκολίες προς χάριν αποκαταστάσεως Ορσαλίας και Μόσχας και η Παναγία δεν παραπονείται δια την απουσία σου.

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

[ Ο ΝΑΥΑΓΟΣ ]

   30 Νοεμβρίου 18⭐⭐.
   Εκείνο που μου στοίχισε πιο πολύ στο ναυάγιο της "Αγγέλικας" ήταν που μαζί με το βαπόρι πήγε φούντα τριάντα οργιές στο βυθό του Αιγαίου και το ημερολόγιό μου. Παλιά κακή συνήθεια, να γράφω κάθε βράδυ τι μου έτρεξε ολημερίς, τα γεγονότα, στοχασμούς και συναισθήματα. Θυμάμαι τον Περιβολάκη, τον καθηγητή μου στο Γυμνάσιο του Αργοστολιού, με το γαλάζιο ρούχο και τ' άσπρο παντελόνι, θαυμαστή του Σολωμού και φίλο του Πολυλά, που μας έλεγε κοιτώντας μας στα μάτια: "Να πάρετε συνήθεια να κρατάτε ημερολόγιο από τις καθημερινές σας πράξεις, είτε καλές είτε κακές είναι, γραμμένο με κάθε παρρησία. Έτσι μόνο θα μπορέσετε να κάνετε έλεγχο στον εαυτό σας". "Με κάθε παρρησία...". Τι λόγος! Ο κάθε άνθρωπος που γράφει κάτι τι έξω απ' τη δουλειά του, όσο και να κοροϊδεύεται πως η πένα του ενδιαφέρει μονάχα αυτόν τον ίδιο, έχει πάντοτε μακρινότερη, ύπουλη κ' υποσυνείδητη προοπτική την πιθανή δημοσιότητα. Ποιος δε χορεύει μανιακά στο παζάρι της ματαιότητας; Και τότε, πώς να ρίξεις στο χαρτί όλο τον "εμαυτό" σου, με την παρρησία εκείνη που θα σήκωνε την τρίχα του καθενού; Γιατί ο καθένας στον "εμαυτό" του, θ' αναγνώριζε τον εαυτούλη του.
   Αν ο σκοπός ενός ημερολογίου ήταν αυτός που μας κατηχούσε ο Περιβολάκης, τότε θα σκίζαμε κάθε πρωί τ' αποβραδινά μας γραψίματα, άχρηστα πια, μια κ' έκαμαν τον περί αυτοελέγχου προορισμό τους. Τότε δε θα στενοχωριόμουν εγώ, ο ταπεινός κι' άμουσος ναυτικός, για το χάσιμο του ημερολογίου μου. Μα ο Περιβολάκης μάς κορόϊδευε ξεγελώντας τον εαυτό του. 

Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

[ ΣΧΕΔΙΑΖΟΝΤΑΣ ΜΙΑΝ ΑΠΟΔΡΑΣΗ ΣΤΙΣ ΘΑΛΑΣΣΕΣ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ]


 - Εμείς οι ιδιωτικοί ντετέκτιβ είμαστε τα θερμόμετρα της κατεστημένης ηθικής Μπισκουτέρ. Εγώ σου λέω πως αυτή η κοινωνία είναι σάπια. Δεν πιστεύει σε τίποτα.

   - Ναι, αφεντικό.
   Ο Μπισκουτέρ δεν έδινε δίκιο στον Καρβάλιο μόνο επειδή μάντευε πως ήταν μεθυσμένος, αλλά και γιατί ήταν πάντα διατεθειμένος να αποδέχεται τις καταστροφές.
   - Τρεις μήνες τώρα και δεν σταυρώσαμε πελάτη. Ούτε ένας σύζυγος που να ψάχνει για τη γυναίκα του. Ούτε ένας πατέρας που να ψάχνει για την κόρη του. Ούτε ένας κερατάς που να θέλει αποδείξεις για την απιστία της γυναίκας του. Τάχα δεν το σκάνε πια οι γυναίκες από τα σπίτια τους; Ούτε τα κορίτσια; Ναι, Μπισκουτέρ. Όσο ποτέ άλλοτε. Σήμερα όμως οι σύζυγοί τους και οι πατεράδες τους στα παπάρια τους κι αν το σκάνε. Έχουν χαθεί οι παραδοσιακές αξίες. Δημοκρατία δεν θέλατε;
   - Εμένα το ίδιο μου έκανε, αφεντικό.
   Όμως ο Καρβάλιο δεν μιλούσε με τον Μπισκουτέρ. Ρωτούσε τους πράσινους τοίχους του δωματίου ή κάποιον που, υποθετικά, καθόταν λίγο πιο πέρα από το τραπέζι του γραφείου του· ήταν ένα τραπέζι σε στιλ της δεκαετίας του 1940, με βερνίκια απαλά, που είχαν σκουρύνει ύστερα από τριάντα χρόνια, λες και βρίσκονταν πάντα στο μούσκιο εκείνου του ημίφωτος του γραφείου της κεντρικής λεωφόρου. Στράγγιξε ένα ακόμα ποτήρι παγωμένο ρακί και συσπάστηκε από την ανατριχίλα που διαπέρασε τη ράχη του. Δεν είχε καλά καλά ακουμπήσει το ποτήρι στο τραπέζι και ο Μπισκουτέρ τού το ξαναγέμισε. 
   - Φτάνει, Μπισκουτέρ. Πάω να πάρω λίγο αέρα.

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

[ Ο ΔΡΑΠΕΤΗΣ ΤΟΥ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟΥ ]

   
Στο τρίστρατο απόθεσε καταγής τη θήκη με τη βιόλα του ο κοντόχοντρος ανθρωπάκος. Κάθισε πάνω στην ταξιδιωτική τσάντα ν' αναπαυτεί λιγάκι και με το βλέμμα μέτρησε τους δρόμους που ανοίγονταν ακτινωτά μπροστά του. Είχε φτάσει με βήμα γρήγορο ως εκεί, για να προλάβει την ταχυδρομική άμαξα του Πιζίνο. Ίσαμε πού θα πήγαινε; Ακόμη δεν μπορούσε ν' αποφασίσει.
   Έτσι σκυφτός όπως καθόταν, κουβαράκι, μισοκρυμμένος μέσα στα κουρέλια μιας χαμηλής συννεφιάς που έγλειφε τον ορεινό δρόμο, έμοιαζε με γκριζωπό θάμνο. Τούφες από τ' άταχτα μακριά μαλλιά του ξεφεύγαν από την κορδέλα που τα κράταγε δεμένα πίσω απ' το κεφάλι του κι ο άνεμος που φυσούσε στα υψώματα τα παράσερνε πέρα δώθε σαν φύκια κολλημένα σε θαλάσσιο βράχο.
   Πάλευε μην αποκοιμηθεί -γιατί δεν είχε κλείσει μάτι όλο το βράδυ στο πανδοχείο και προσπαθούσε να πάρει απόφαση, τώρα καθώς περίμενε, προτού χρειαστεί να πει στον αμαξά ποιος είναι ο προορισμός του.
   Ερχόταν από την καρδιά της βόρειας Ιταλίας, από το Βένετο. Είχε ταξιδέψει με άμαξα, μεγάλες διαδρομές τις είχε κάνει πεζοπορώντας, είχε ανέβει σε κάρα αγροτικά που σέρναν βόδια αργοβάδιστα, είχε καθίσει πίσω από καβαλάρηδες που δέχτηκαν να τον μεταφέρουν για σύντομες αποστάσεις, από χωριό σε χωριό, μέσα στην εύφορη κι υγρή πεδιάδα.
   Εδώ και λίγους μήνες η Ιταλία βρισκόταν σε μεγάλη αναταραχή: η Ρώμη είχε κι αυτή ανακηρυχθεί δημοκρατία τον Αύγουστο της χρονιάς εκείνης, του 1798. Και οι Ρωμάνοι, με χαιρεκακία που δύσκολα κρυβόταν, λέγαν καμαρώνοντας πως ο Βοναπάρτης θα υποχρέωνε ακόμα και τον Πάπα να του παραχωρήσει τις δικές του κτήσεις. Οι πόλεις έβραζαν από τα συντάγματα του απελευθερωτικού στρατού των Επαναστατών, οι πολίτες συγκεντρώνονταν και λογομαχούσαν ζωηρά για την κατάργηση των τίτλων της αριστοκρατίας και για τον αναδασμό της γης. Στο Ρέτζιο-Εμίλια, στη Μπολώνια, στη Βερόνα, ο μικρόσωμος ταξιδιώτης ανάσαινε, όπως σε τόσα άλλα μέρη της Ιταλίας εκείνη τη χρονιά, τον γοητευτικό και άγριον αέρα της δημοκρατίας, που είχε σα θύελλα φυσήξει πίσω από τις Άλπεις κι είχε φτάσει στην ευλογημένη, την ηλιόλουστη χώρα, ανακατεμένος με τα ζωηρά τραγούδια των Γάλλων, τις στριγγές νότες από τα πίφερα, το βρόντο από τα ταμπούρλα και τη μυρωδιά του βασιλικού αίματος.

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016

[ O MAΘΗΤΕΥΟΜΕΝΟΣ ]

   Μια μέρα ένα ψηλό δεκαεφτάχρονο παιδί, με μάγουλα κόκκινα σαν το λειρί του γερο-κόκορα, ήρθε να χτυπήσει την πόρτα τους και ρώτησε τη Μαντλέν αν μπορούσε να παρακαλέσει τον κύριο ντε Σαιντ-Κολόμπ να τον διδάξει βιόλα και σύνθεση. Η Μαντλέν τον βρήκε πολύ όμορφο και τον κάλεσε να περάσει στο σαλόνι. Ο νεαρός, με την περούκα στο χέρι, ακούμπησε στο τραπέζι ένα γράμμα διπλωμένο στα δύο και σφραγισμένο με πράσινο κερί. Η Τουανέτ ξαναγύρισε με τον Σαιντ-Κολόμπ, που κάθισε σιωπηλά στην άλλη άκρη του τραπεζιού, δεν άνοιξε το γράμμα κι έκανε νόημα ότι άκουγε. Η Μαντλέν, ενώ το αγόρι μιλούσε, έβαλε πάνω στο μεγάλο τραπέζι, που ήταν σκεπασμένο μ' ένα γαλάζιο ύφασμα, ένα μπουκάλι κρασί τυλιγμένο με ψάθα κι ένα πιάτο από φαγιέντσα με γλυκά.
   Λεγόταν κύριος Μαρέν Μαραί (1). Ήταν φουσκομάγουλος. Είχε γεννηθεί στις 31 Μαΐου 1656 και, επειδή είχε ωραία φωνή, σε ηλικία έξι ετών τον είχαν πάρει στη βασιλική χορωδία της εκκλησίας που βρίσκεται απέναντι απ' την είσοδο των ανακτόρων του Λούβρου. Επί εννέα χρόνια φορούσε λευκό στιχάριο, κόκκινο ράσο, τετράγωνο μαύρο σκουφί. Κοιμόταν στον κοιτώνα του μοναστηριού και μάθαινε όχι μόνο γράμματα αλλά και να σημειώνει τις νότες, να τις διαβάζει και να παίζει βιόλα στο λίγο χρόνο που του έμενε διαθέσιμος -τα παιδιά της χορωδίας έτρεχαν συνέχεια στις ακολουθίες του όρθρου, στις παρακλήσεις στα ανάκτορα, στις επίσημες λειτουργίες και στους εσπερινούς.

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2016

[ ΟΙ ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΟΙ ]

Πρώτη ημέρα
ΏΡΑ ΠΡΩΤΗ
Όπου φτάνουν στους πρόποδες της μονής και ο Γουλιέλμος αποδεικνύει την ευστροφία του.
   Ήταν ένα ωραίο πρωινό στα τέλη Νοεμβρίου. Τη νύχτα είχε ρίξει λίγο χιόνι και η γη ήταν σκεπασμένη μ' ένα δροσερό πέπλο, που έφτανε τα τρία δάχτυλα. Αμέσως μετά τον Όρθρο παρακολουθήσαμε τη λειτουργία μες στο σκοτάδι σ' ένα χωριό κάτω στην κοιλάδα. Έπειτα ξεκινήσαμε για τα βουνά, ενώ ο ήλιος ξεμύτιζε.
   Καθώς σκαρφαλώναμε το απότομο μονοπάτι που τυλιγόταν γύρω απ' το βουνό, είδα το μοναστήρι. Δεν θαμπώθηκα από τα τείχη που το περιτριγύριζαν -όμοιά τους είδα σ' ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο- μα από έναν επιβλητικό όγκο, που, όπως έμαθα, ήταν το Οικοδόμημα. Ήταν ένα οκταγωνικό κτίριο, που, από μακριά, έμοιαζε τετράγωνο (σχήμα τέλειο, που εκφράζει τη στερεότητα και το απόρθητο της Πόλεως του Θεού), με τις μεσημβρινές του όψεις να πατούν στο επίπεδο του αβαείου, ενώ οι βορινές έμοιαζαν να φυτρώνουν από τις πλαγιές του βουνού, απ' όπου υψώνονταν κατακόρυφα. Λέω ότι από κάποια σημεία, κοιτάζοντας ψηλά, ο βράχος έμοιαζε να υψώνεται στα ουράνια, χωρίς να παραλλάζει χρώμα και υλικό και, ξαφνικά, γινόταν οχυρό και πύργος (έργο γιγάντων εξοικειωμένων με γη και ουρανό). Τρεις σειρές παράθυρα μαρτυρούσαν τον τρισυπόστατο ρυθμό της ανέγερσής του, ώστε αυτό που ήταν τετράγωνο στη μορφή επί γης, γινόταν τρίγωνο πνεύμα στον ουρανό. Πλησιάζοντας περισσότερο, κατάλαβα ότι σε κάθε γωνία υπήρχε ένας επτάγωνος πύργος, με τις πέντε πλευρές στο εξωτερικό μέρος του τετράγωνου σχήματος -οι τέσσερις λοιπόν, από τις οκτώ πλευρές του μεγάλου οκταγώνου σχημάτιζαν τέσσερα μικρότερα επτάγωνα, που απ' έξω φαίνονταν σαν πεντάγωνα. Δεν υπάρχει κανείς να μην κατανοεί τη θαυμαστή αρμονία τόσων ιερών αριθμών, που ο καθένας τους έχει ένα λεπτό υπερφυσικό νόημα. Οκτώ, ο αριθμός της τελείωσης κάθε τετραγώνου, τέσσερα, ο αριθμός των Ευαγγελίων, πέντε, ο αριθμός των κύκλων του κόσμου, εφτά, ο αριθμός των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος. Στον όγκο και στη μορφή, το Οικοδόμημα έμοιαζε, όπως είδα αργότερα στον Νότο της ιταλικής χερσονήσου, με το Καστέλλο Ουρσίνο ή το Καστέλλο νταλ Μόντε, όμως η απρόσιτη τοποθεσία του το έκανε πιο τρομερό και άξιο να γεννήσει τον φόβο στον ταξιδιώτη που το πλησίαζε σιγά σιγά. Ευτυχώς, εκείνο το καθαρό χειμωνιάτικο πρωινό, το κτίριο δεν μου φανερώθηκε με τη μορφή που το είδα τις ημέρες της θύελλας.