Ποίηση

Ποίηση

Ποίηση

Ποίηση

Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

ΣΤΟΝ ΑΦΡΟ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ


   Αμίλητη και λευκή σα φάντασμα, με το κεφάλι σκυμμένο, τον συντρόφεψε η Ουρανίτσα ως την αυλόπορτα, φέγγοντάς του με το λυχνάρι, ανάμεσα στ' ανθισμένα δένδρα. Βαστούσε το λυχνάρι ψηλά, σαν να ήθελε να κρύψει το πρόσωπό της μες στο σκοτάδι.
   "Αφήνομε υγεία!" είπε ο Γιαννιός. "Να μη στενοχωριέσαι. Απ' το πρώτο λιμάνι θα σας κάνω γράμμα. Και πάλε εδώ είμαστε..."
   Έσκυψε και τη φίλησε κρυφά στο σκοτάδι, ντροπαλός σαν κορίτσι.
   "Καληνύχτα!" είπε η Ουρανίτσα ξερά-ξερά.
   Ήθελε να του πει κατευόδιο, καλή αντάμωση, χίλια λόγια ήθελε να του πει.
   "Καληνύχτα!" ξαναείπε.
   Στάθηκε και τον κοίταξε ως που έστριψε το σοκάκι. Τα βαριά του υποδήματα κτυπούσαν απάνω στα καλντερίμια. Σε λίγο δεν άκουγε τίποτε, μα στεκότανε ακόμα φέγγοντας με το λυχνάρι στον έρημο δρόμο. Έπειτα σήκωσε την ποδιά της στα μάτια, πέρασε στην αυλή ανάμεσ' από τα δένδρα και γύρισε στο σπίτι.
   Δεν είχε περάσει μια βδομάδα που άλλαξαν δαχτυλίδια. Ακόμα δεν τον είχε καλογνωρίσει τον αρραβωνιαστικό της, μα της φαινότανε πως τον γνώριζε χρόνια, τώρα που τον έχανε. 
   "Αυτά έχουνε οι γυναίκες των θαλασσινών" της το είχε ειπεί η μάνα της. Και με όλα αυτά θαλασσινόν ήθελε η Ουρανίτσα. Ήταν παιδί της θάλασσας. Το σόι της ένα σόι μαρινάρων. Πες πως είχε αναστηθεί μες στη θάλασσα. Το σπίτι τους μύριζε κατράμι. Δεν ήταν σπίτι, ήταν καράβι· μόνο τ' άρμενα που του 'λειπαν. Καθώς ήταν απάνω στο γιαλό, όταν έπαιρνε η σοροκάδα, σάλευε αλάκερο σαν να ταξίδευε καταμεσής του πελάγου. Τα κύματα που έσπαζαν στο μώλο, ξέπλεναν τα τζάμια του και θαλάσσωναν το πάτωμα, σαν κουβέρτα καραβιού. Μόνο τ' άρμενα που του 'λειπαν.
   Η νύχτα δεν περνούσε από την ώρα που άφησε υγεία ο Γιαννιός. Τα μεσάνυχτα η σοροκάδα είχε δυναμώσει, χαλούσε κόσμο. Η Ουρανίτσα συντρόφευε τον πατέρα της στο νυχτέρι.
   "Δεν πας να γύρεις, βρε κορίτσι; Για μένα κάθεσαι;"
   "Σ' αφήνει να κοιμηθείς κι αυτή η τρελονοτιά; Λες και θα γκρεμιστεί το σπίτι!" είπε η Ουρανίτσα.
   Ο καπετάν Λαλεχός, ο πατέρας της, δεν καταλάβαινε από γυναίκειους καημούς. 

Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

[ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΓΟΡΓΟΝΑΣ ]

   "Τα μάτια της Γοργόνας! Τα μάτια της Γοργόνας, Παναγιά μου!" έβαλα φωνή γεμάτη έξαψη και ταραχή μόλις πρωταντίκρισα το νεογέννητο ανιψάκι μου. Κορίτσι.
   Αυτό με κοίταζε ήρεμο και σκεπτικό, σαν σοφός ενήλικας, με μάτια ομιλητικά μα και βουβά. Δεν ξέρω πώς, αλλά μου φάνηκε πως εκείνα τα μάτια φύλαγαν κάποια μυστικά. Επτασφράγιστα. Άλλωστε και της άλλης τα μάτια πέρα στην παραλία γεμάτα κρυφές εικόνες και ανάκουστες φωνές έδειχναν. Το νεογνό χορτάτο, φρεσκοπλυμένο, φρεσκοαλλαγμένο, μοσχοβόλαγε. Βύζαγμα και ταλκ, καινούργιας προφανώς κι άγνωστής μου οσμής, κι εκείνη τη μυρωδιά που αναδίνουν όλα τα μωρά και που όταν την οσφραίνεσαι μισονυστάζεις από τη γλύκα και την πραότητα. Η λεχώνα και αδελφή μου είχε ήδη αποκοιμηθεί, με απλωμένα τα ξέπλεκα μαλλιά στα μαξιλάρια και μόλις ακουμπισμένο το δεξιό της χέρι επάνω στο κουβερτάκι του.
   "Τα μάτια της Γοργόνας!" μίλησα χαμηλόφωνα τώρα, απευθυνόμενη στη μητέρα μου που καταγινόταν με κάτι ασπρόρουχα στην άλλη άκρη της κρεβατοκάμαρας.
   Εκείνη με κοίταξε με όψη εμφανώς πιο νεανική και πιο χαρμόσυνη. Μύριζε γλυκό του κουταλιού και σαπούνι "Μασσαλία",  μα μετά τους πρώτους ενθουσιασμούς και τα συχαρίκια άρχισε να με παρατηρεί που δεν ήμουν παρούσα, ως ώφειλα, στον τοκετό της αδελφής μου και πως προς το παρόν παράβλεπε το ατόπημά μου για χάρη του ευτυχούς γεγονότος. Έπειτα με έστειλε στην τραπεζαρία να κεραστώ για τα καλορίζικα. Έτσι καταντροπιασμένη, σαν βρεγμένη γάτα, εγκατέλειψα λεχώνα και νεογέννητο.
   Η αλήθεια είναι ότι είχα όλη την καλή διάθεση να παρασταθώ, κάπως να φανώ χρήσιμη στα γεννητούρια, που τα περίμενα αδημονώντας μέρες. Για το φύλο του μωρού ήμασταν σίγουροι, η κοιλιά της αδελφής μου κοίταζε χαμηλά, προς τα κάτω, χώρια που ξάφνου της είχαν φυτρώσει μια δυο πανάδες στο μέχρι τότε ολοκάθαρο πρόσωπο, και επιπλέον η γιαγιά είχε δοκιμάσει το κόλπο με τα σπόρια από πορτοκάλι: είχε ανάψει φωτιά, την είχε αφήσει να κάψει καλά, να χωνέψει, κι εκεί μέσα έριξε τα κουκούτσια μήπως σκάσουν, οπότε θα είχαμε τον γιο, αλλά αυτά παρέμειναν κλειστά, και τα έξι, και τότε γύρισε κοίταξε την αδελφή μου: 
   "Της καλομάνας το παιδί το πρώτο είναι κορίτσι", της θύμισε τη γνωστή παροιμία, μα είχε μια χροιά στωικότητας η πάντοτε ήσυχη φωνή.

Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

[ ΈΛΛΕΙΨΗ ΣΥΝΕΝΝΟΗΣΗΣ ] - Ε' ΜΕΡΟΣ

   Είχε έρθει μια νοσοκόμα που θα έμενε μέχρι να διαφύγει η Μέγκι εντελώς τον κίνδυνο. Ο γιατρός κι η μαμή έφυγαν, ενώ η Ανν, ο Λούντυ κι ο Αρχιεπίσκοπος πήγαν να δουν τη Μέγκι.
   Έμοιαζε τόσο μικρούλα και εξαντλημένη στο διπλό κρεβάτι που ο Αρχιεπίσκοπος Ραλφ αναγκάστηκε ν' αποθηκεύσει έναν ακόμα ξεχωριστό πόνο στα βάθη του νου του, που θα τον ξεχώνιαζε αργότερα, να τον μελετήσει και να τον αντέξει. Μέγκι, κουρελιασμένη και νικημένη μου Μέγκι... θα σ' αγαπώ πάντα, όμως δεν μπορώ να σου δώσω αυτό που σου έδωσε ο Λιουκ Ο' Νηλ, έστω και με τόση απροθυμία.
   Το ανθρώπινο πλασματάκι που ήταν υπεύθυνο για όλ' αυτά βρισκόταν σ' ένα καλάθι στη γωνιά της κάμαρας και διόλου δε φαινόταν να εκτιμάει την προσοχή που του έδειχναν όσο στέκονταν ολόγυρα κοιτώντας το. Ούρλιαζε γεμάτο θυμό και νεύρα και συνέχιζε να ουρλιάζει δίχως σταματημό. Τέλος, η νοσοκόμα το πήρε μαζί με την κούνια του κι όλα του τα συμπράγκαλα και το πήγε στο δωματιάκι που του είχαν ετοιμάσει για δικό του. 
   "Πάντως τα πνευμόνια της είναι σίγουρα μια χαρά", είπε χαμογελώντας ο Αρχιεπίσκοπος Ραλφ, ενώ καθόταν στην άκρη του κρεβατιού κι έπαιρνε το λευκό χέρι της Μέγκι στα δικά του.
   "Μου φαίνεται πως δεν της αρέσει και πολύ ο κόσμος μας", αποκρίθηκε η Μέγκι αντιγυρίζοντάς του το χαμόγελο. Πόσο μεγαλύτερος φαινόταν! Λυγερός και καλοφτιαγμένος όπως πάντα, μα απίστευτα μεγαλύτερος συνάμα. Στράφηκε στην Ανν και στον Λούντυ και τους άπλωσε το άλλο της χέρι. "Αγαπημένοι μου, καλοί μου φίλοι! Τι θα γινόμουν χωρίς εσάς; Είχαμε κανένα νέο από τον Λιουκ;"
   "Έστειλε ένα τηλεγράφημα και λέει πως έχει πολλή δουλειά και δεν μπορεί να 'ρθει, μα σου εύχεται καλή τύχη".
   "Μεγάλη του καλοσύνη!" είπε η Μέγκι. 

Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

[ ΈΛΛΕΙΨΗ ΣΥΝΕΝΝΟΗΣΗΣ ] - Δ' ΜΕΡΟΣ

  
   Το κομποσκοίνι του και η Σύνοψη βρίσκονταν σ' ένα πλαϊνό τραπεζάκι. Ο Επίσκοπος Ραλφ άπλωσε να πιάσει το κομποσκοίνι κι έτσι που έτρεμαν τα χέρια του έριξε κατά λάθος χάμω τη Σύνοψη. Άνοιξε στη μέση πέφτοντας. Ο Αρχιεπίσκοπος, που ήταν πιο κοντά, τη σήκωσε και κοίταξε με περιέργεια το καφετί ξεραμένο λουλούδι που κάποτε ήταν τριαντάφυλλο.
   "Καταπληκτικό! Γιατί το κρατάς αυτό το πράγμα; Είναι κάποιο ενθύμιο από το σπίτι σου; Από τη μητέρα σου ίσως;"
   Τα μάτια που έβλεπαν πίσω από τις πανουργίες, τις ψευτιές και τις απάτες ήταν καρφωμένα ίσια στα δικά του κι εκείνος δεν πρόφταινε να κρύψει τη συγκίνησή του ή το φόβο του. "Όχι". Έκανε μια γκριμάτσα. "Δεν έχω αναμνηστικά από τη μητέρα μου".
   "Θα πρέπει όμως να σημαίνει πολλά για σένα για να το φυλάς μέσα στις σελίδες του πιο αγαπημένου σου βιβλίου. Πού το βρήκες; Για ποιο πράγμα μιλάει στην καρδιά σου;"
   "Για μια αγάπη τόσο αγνή σαν κι αυτή που έχω για το Θεό μου. Δε μολύνει το βιβλίο μου, Βιτόριο, το τιμάει".
   "Αυτό το υπέθεσα γιατί σε ξέρω. Μα μήπως είναι μια αγάπη που βάζει σε κίνδυνο την αγάπη σου για την Εκκλησία;"
   "Όχι. Ήταν για την Εκκλησία που την απαρνήθηκα, που θα την απαρνιέμαι πάντα. Την έχω ξεπεράσει, έχω προχωρήσει πολύ πιο πέρα απ' όλα αυτά και δεν μπορώ πια να κάνω πίσω".
   "Επιτέλους καταλαβαίνω τη θλίψη σου! Αγαπητέ μου Ραλφ, δεν είναι τόσο άσχημο όσο νομίζεις, πίστεψέ με. Θα κάνεις στη ζωή σου καλό σε πολλούς ανθρώπους, θ' αγαπηθείς από πολλούς ανθρώπους. Κι η κοπέλα, έχοντας τη σιγουριά της αγάπης που υποδηλώνει αυτό το παλιό ενθύμιο, δε θα νιώσει στερημένη ποτέ στη ζωή της. Γιατί κράτησες και την αγάπη μαζί με το τριαντάφυλλο".
   "Φοβάμαι πως δε με καταλαβαίνει καθόλου".
   "Α, όχι, αν την έχεις αγαπήσει έτσι, τότε θα πρόκειται για μια γυναίκα ικανή να καταλάβει. Αλλιώς θα την είχες ξεχάσει και θα 'χες πετάξει από πολύ καιρό το ενθύμιό της".
   "Ήταν κάποιες φορές που γονάτιζα με τις ώρες και προσευχόμουν για να βρω τη δύναμη να μην αφήσω τη θέση μου, να μην τρέξω κοντά της".
   Ο Αρχιεπίσκοπος άφησε την πολύθρόνα κι ήρθε να γονατίσει πλάι στο φίλο του. Εκτός από το Θεό και την Εκκλησία, που τα 'βλεπε σαν δύο έννοιες αξεχώριστες, λίγα πράγματα είχε αγαπήσει τόσο όσο τον όμορφο αυτόν άντρα.
   "Δε θα τα παρατήσεις, Ραλφ, και το ξέρεις πολύ καλά. Ανήκεις στην Εκκλησία, πάντα της ανήκες και πάντα θα της ανήκεις. Για σένα έχει πραγματικά νόημα η αποστολή σου, είσαι φτιαγμένος γι' αυτήν. Έλα να προσευχηθούμε τώρα και να το ξέρεις πως όσο ζω θ' αναφέρω  και το ρόδο σου στις προσευχές μου από δω και πέρα. Ο Αγαπημένος μας Θεός μάς στέλνει πολλές πίκρες και πολλές οδύνες, που πρέπει να μάθουμε να τις αντέχουμε για να κατακτήσουμε την αιωνιότητα, τόσο εσύ όσο κι εγώ".   

Παρασκευή, 12 Μαΐου 2017

[ ΈΛΛΕΙΨΗ ΣΥΝΕΝΝΟΗΣΗΣ] - Γ' ΜΕΡΟΣ

 
    Τον Ιούνη του 1936, κάποια Κυριακή, εμφανίστηκαν μαζί ο Λιουκ κι ο Αρν, μοιάζοντας πολύ ευχαριστημένοι με τον εαυτό τους. Είχαν έρθει, είπαν, να πάρουν τη Μέγκι και να την πάνε να διασκεδάσει στ' αλήθεια, σε μια σκοτσέζικη λαϊκή γιορτή, το "κέιλι". 
   Αντίθετα με τη γενική τάση των εθνικών μειονοτήτων της Αυστραλίας να σκορπίζουν και ν' αφομοιώνονται από τους ντόπιους με τα χρόνια, στη χερσόνησο του Βόρειου Κουήνσλαντ οι μειονότητες διατηρούσαν με πάθος τις παραδόσεις τους -κι οι μειονότητες αυτές ήταν βασικά οι Κινέζοι, οι Ιταλοί, οι Γερμανοί κι οι Σκοτσέζοι-Ιρλανδοί, που αποτελούσαν και το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Έτσι, όταν γινόταν κάποιο κέιλι, κατέφταναν όλοι οι Σκοτσέζοι που ζούσαν στην περιοχή. 
   Για μεγάλη έκπληξη της Μέγκι, ο Λιουκ κι ο Αρν φορούσαν κιλτ, τη λαϊκή σκοτσέζικη φορεσιά, κι ήταν, συλλογίστηκε μόλις κατάφερε να πάρει ξανά μια ανάσα, πανένορφοι κι οι δυο τους. Τίποτε δε φαντάζει πιο αρρενωπό πάνω σ' έναν αρρενωπό άντρα από το κιλτ, γιατί η πλούσια πλισαρισμένη φούστα κυματίζει πίσω και στέκει ολόισια στο μπροστινό φύλλο και το τσαντάκι, που κρέμεται από τη μέση, μοιάζει σαν να βρίσκεται εκεί για να προστατέψει τα λαγόνια τους και κάτω από το μέχρι το γόνατο στρίφωμα προβάλλουν δυνατά, καλοφτιαγμένα πόδια με κάλτσες καρό και παπούτσια με αγκράφες. Έκανε πολύ ζέστη για να βάλουν τις ζακέτες και το σάλι της φορεσιάς κι έτσι είχαν βολευτεί με άσπρα πουκάμισα ανοιχτά στο στήθος, με τα μανίκια ανασηκωμένα μέχρι τους αγκώνες.
   "Τι είν' αυτό το κέιλι;" ρώτησε η Μέγκι την ώρα που ξεκινούσαν.
   "Έτσι λέγεται στα κέλτικα ο μαζωμός, το πανηγύρι".  
    "Κι εσείς γιατί στο καλό φοράτε κιλτ;"
  "Γιατί αλλιώς δε θα μας άφηναν να μπούμε και πηγαίνουμε πάντα έτσι σ' όλα τα κέιλι που γίνονται από το Μπρις ως το Καιρνς".
   "Έτσι, ε; Φαντάζομαι πως θα πρέπει να γίνονται αρκετά, γιατί αλλιώς ο Λιουκ δε θα 'δινε ποτέ τα χρήματα που χρειάζονται για ν' αγοράσει ένα κιλτ. Δεν έχω δίκιο, Αρν;"
   "Κάπου κάπου πρέπει να λασκάρω κι εγώ λιγάκι", έκανε ο Λιουκ με ύφος αμυντικό.